Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Θεοφάνης Γραικιώτης : Η Λάικα της παραλίας των Μαλίων




Η Λάικα της παραλίας των Μαλίων

Γράφει ο Θεοφάνης Γραικιώτης

Τη Λάικα δεν την ήξερα. Βεβαίως ούτε κι αυτή με ήξερε. Παιγνιδιάρα όπως ήταν ανεβοκατέβαινε την αμμώδη παραλία των Μαλίων, τσαλαβουτούσε μέσα στο νερό, γαύγιζε χαρούμενη, έκανε σκέρτσα, κουνούσε την ουρά της ανυπόμονα περιμένοντας κάποιο να της πετάξει ένα τενεκεδάκι, να του το φέρει πίσω. Η ίδια ήταν ένα παιγνίδι ατελείωτο. Απολάμβανε κάθε στιγμή της στην παραλία και ήταν πρόθυμη να δεχτεί τα χάδια των λουομένων.
Την παρατηρούσα αραγμένος και εγώ σε μια ξαπλώστρα στο γκαζόν του εξοχικού.
Οι στιγμές περνούσαν ευχαρίστα και για μένα και για τη Λάικα αν και δεν είχαμε γνωριστεί. Εγώ όμως την είχα προσέξει. Αυτή όχι.
Το λιοπύρι έκανε τους λουόμενους αναστενάρηδες καθώς με γρήγορα πηδηματάκια διέσχιζαν την άμμο της παραλίας για να βρεθούν στη δροσερή αγκαλιά της θάλασσας. Η άμμος άχνιζε. Ούτε σκέψη να κατεβώ στην παραλία.  Εξ αλλού καλά ήμουν αραχτός στη σκιά με ένα βιβλίο στο χέρι.
Μπορεί να ήταν το δυνατό φως, ή η αχνιστή άμμος που με έκανε να διακρίνω έστω και θαμπά εκείνη την κόκκινη γραβάτα. Σκυλί με κόκκινη γραβάτα;; αναρωτήθηκα· πρωτόγνωρο θέαμα. Όχι όμως. Λάθος έκανα. Η γραβάτα δεν ήταν γραβάτα. Ήταν η γλώσσα της παιχνιδιάρας Λάικα που παίζοντας διαρκώς κάτω απ’ τον καυτό ήλιο υπέφερε από τη δίψα.
Σηκώθηκα και τράβηξα εκεί που ήταν το λάστιχο του νερού. Άνοιξα τη βρύση. Το νερό κύλησε γάργαρο και δρόσισε το πλακόστρωτο της αυλής. Ναι η Λάικα με είχε προσέξει. Είχα αυτό που ζητούσε. ΤΟ ΝΕΡΟ. Ήρθε και κόλλησε το στόμα της στην άκρη του λάστιχου και έπινε, έπινε, ασταμάτητα με τέτοια δίψα που είχε. Όταν πια ξεδίψασε κούνησε την ουρά της με κοίταξε στα μάτια και απομακρύνθηκε. Γύρισα και εγώ στη θέση μου. Να όμως που γύρισε πάλι σε έμενα. Κρατούσε τώρα ένα τενεκεδάκι στο στόμα. Ήθελε να παίξουμε. Το απόθεσε στα πόδια μου. Ήμασταν πια φίλοι.
Με συγκίνησε ο τρόπος που η λύκαινα αυτή με κοίταζε στα μάτια. Αυτό το βλέμμα σαν να μου έλεγε ευχαριστώ. Ήξερε ότι δεν της έδωσα μόνο το νερό. Της έδωσα την αγάπη μου. Και αυτό μετρούσε πιο πολύ γι αυτήν. Από τότε κάθε μέρα περνούσε απ τον κήπο μου. Την πότιζα και την τάιζα. Κι αυτή δεχόταν τα χάδια μου. Κουνούσε την ουρά της και πάντα κρατούσε ένα τενεκεδάκι για να παίξουμε. ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΜΟΥ ΑΝΤΑΠΟΔΩΣΕΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ .
Καημένη πιστή μου Λάικα Τι ωραία θα ήταν να ήσουν άνθρωπος……

Δεν υπάρχουν σχόλια: