Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Θεοφάνης Γραικιώτης : Το φάντασμα του στρατοπέδου



Το φάντασμα του στρατοπέδου
Γράφει ο Θεοφάνης Γραικιώτης
Καρεκλοπόδαρα. Έριχνε καρεκλοπόδαρα εκείνο το βραδύ. Και αστραπές. Δεν σου λέω τίποτα. Να φάνε και οι κότες. Πρώτο βράδυ σαν αξιωματικός υπηρεσίας στη Μεραρχία. Θα κοιμόμουν σε ένα παλιό δωμάτιο που φημολογείτο ότι το είχαν κτίσει οι Τούρκοι. Τόσο σύγχρονο δηλαδή. Είχα καθίσει στο μικρό τραπεζάκι και είχα βγάλει τη ζώνη με το πιστόλι. Απολάμβανα τον ζωηρό ήχο της βροχής που μαστίγωνε το πλακόστρωτο.
Οι αστραπές φώτιζαν το όλο σκηνικό, ενώ έξω είχε αρχίσει να σχηματίζεται ποτάμι απ τα νερά.
-Τι βροχή κι αυτή παρατήρησε ο στρατιώτης μου καθώς μου εναπόθετε πάνω στο κρεβάτι τις κουβέρτες. Ύστερα συμπλήρωσε. Θέλετε τίποτε άλλο κύριε Δόκιμε;;;
Όχι ευχαριστώ, του απάντησα. Πες στο Δεκανέα αλλαγής μόνο να με ξυπνήσει στις 2 για να κάνω έφοδο. Αυτά είπα. Ο στρατιώτης με κοίταξε στα μάτια
-Δεν θα χρειαστεί να σας ξυπνήσει μου είπε. Απόρησα.
-Αν εννοείς ότι ο θόρυβος της βροχής θα μ’ εμποδίσει απ το να κοιμηθώ απατάσαι. Δεν υπάρχει καλλίτερο νανούρισμα από τον ήχο της βροχής. Και όσο για τις λάμψεις θα κουκουλωθώ ώστε να μην με ενοχλούν. Έτσι του είπα
Ο στρατιώτης έμεινε ακίνητος. Με κοίταξε επίμονα στα μάτια.
-Δεν θα κοιμηθείτε κύριε Δόκιμε. Πως να κοιμηθείτε σ’ ένα στοιχειωμένο δωμάτιο που κυκλοφορούν φαντάσματα;;;;; και έσπευσε να εξαφανιστεί από το δωμάτιο.
Έξω η βροχή συνέχιζε να μαστιγώνει τα πάντα.
Ξάπλωσα με την στρατιωτική μου φόρμα· φαιοπράσινη την λένε. Κοίταξα για λίγο το παλιό ξύλινο ταβάνι ύστερα έκλεισα τα μάτια. Με μια κίνηση έσβησα και το φως.
-Φαντάσματα, κουραφέξαλα σκέφτηκα καθώς γύριζα από το ένα πλευρό τραβώντας την κουβέρτα όσο πιο ψηλά γινόταν. Στο δωμάτιο απλώθηκε σκοτάδι και ησυχία. Μόνοι θόρυβοι, η βροχή και τα μπουμπουνητά.
Δεν ήταν μόνο αυτό το άγγιγμα στο χέρι που αισθάνθηκα ξαφνικά στο θεοσκότεινο δωμάτιο, αλλά και οι περίεργοι θόρυβοι. Σαν κάποιος να πηγαινοερχόταν τρέχοντας στο θεοσκότεινο δωμάτιο.
Μπορεί να ονειρευόμουν. Αλλά όχι. Είχα ανοίξει τα μάτια μου. Ναι κάτι μου χάιδευε το χέρι. Έκανα μια απότομη κίνηση. Κοίταξα μέσα στα σκοτάδια. Άκουσα ένα γδούπο. Τα ποδοβολητά μέσα στο δωμάτιο έδιναν και έπαιρναν
-Φαντάσματα; απόρησα. Και όμως ήμουν μόνος σε εκείνο το καταραμένο δωμάτιο. Ολομόναχος περιστοιχισμένος με τους περιέργους αυτούς θορύβους.
-Λες αναρωτήθηκα. Άπλωσα το χέρι προς το πορτατίφ. Τώρα τα μυστήρια θα λάμβαναν τέλος. Το δωμάτιο πλημμύρισε φως αλλά ψυχή. Δεν υπήρχε ψυχή στο δωμάτιο. Κοίταξα αριστερά, κοίταξα δεξιά, πάνω, κάτω Τίποτα. Τα φαντάσματα επιμελώς με απέφευγαν. Ησύχασα. Ηρέμησα. Ξανάκλεισα το φως. Νάσου τα πάλι. Πάλι ποδοβολητά μέσα στο δωμάτιο. Κάποιος η κάτι προσπαθούσε να τραβήξει την κουβέρτα.
Άναψα πάλι το φως. Ησυχία. Δεν το ξανάσβησα. Έκανα την Έφοδο μου μέσα στη βροχή, Ο Δεκανέας δεν χρειάστηκε να με ξυπνήσει. Έμεινα ξύπνιος όλο το βράδυ.
Τα λόγια του στρατιώτη ήταν σωστά. «Δεν θα κοιμηθείτε κύριε Δόκιμε» είχε πει. Και πράγματι δεν κοιμήθηκα.
Την άλλη μέρα συζητούσα με άλλους Δόκιμους τα παράδοξα του δωματίου με τα φαντάσματα. Πράγματι και ποδοβολητά είχα ακούσει και είχα αισθανθεί την ύπαρξη τους.
Όταν μου είπαν την αλήθεια ανατρίχιασα. Τα φαντάσματα ήταν απλώς...αρουραίοι…
Σ’ αυτό το δωμάτιο δεν ξανακοιμήθηκα ποτέ πια. Ήταν η πρώτη αλλά και η τελευταία φορά συγχρόνως. Έτσι έκτοτε ούτε εγώ ενόχλησα τα φαντάσματα του στρατοπέδου, ούτε αυτά έμενα....

Δεν υπάρχουν σχόλια: