Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Θεοφάνη Γραικιώτη : Αποκριάτικο παράπονο



Αποκριάτικο παράπονο
Δαρείου καὶ Παρυσάτιδος γίγνονται παῖδες δύο, πρεσβύτερος μὲν Ἀρταξέρξης, νεώτερος δὲ Κῦρος· ἐπεὶ δὲ ἠσθένει Δαρεῖος καὶ ὑπώπτευε τελευτὴν τοῦ βίου, ἐβούλετο τὼ παῖδε ἀμφοτέρω παρεῖναι. ὁ μὲν οὖν πρεσβύτερος παρὼν ἐτύγχανε· Κῦρον δὲ μεταπέμπεται ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἧς αὐτὸν σατράπην ἐποίησε, καὶ στρατηγὸν δὲ αὐτὸν ἀπέδειξε πάντων ὅσοι ἐς Καστωλοῦ πεδίον ἁθροίζονται. ἀναβαίνει οὖν ὁ Κῦρος λαβὼν Τισσαφέρνην ὡς φίλον, καὶ τῶν Ἑλλήνων ἔχων ὁπλίτας ἀνέβη τριακοσίους, ἄρχοντα δὲ αὐτῶν Ξενίαν Παρράσιον.
Γράφει ο Θεοφάνης Γραικιώτης
Παράπονο.
Ναι είχα μεγάλο παράπονο
Όταν ήμουν μαθητούδι
Δεκατριών, δεκατεσσάρων ετών
Δηλαδή άλλες μέρες δεν υπήρχαν;;;;;
Όχι σας ερωτώ;;;; Δεν υπήρχαν;;;;;;
Ήταν ανάγκη σώνει και καλά οι βρωμοεξετάσεις του εξαμήνου να πέφτουν μέσα στις απόκριες;;;;;;;
Δεν ξέρω αν και σεις είχατε το ίδιο παράπονο·
εγώ όμως το είχα.
Πως θα καταλάβαινα απόκριες;;;;;;;
Με το βιβλίο στο χέρι;;;;;
Αντί να κρατώ σερπαντίνες και κομφετί να κρατάω τον Ξενοφώντα;;;;;
Δεν είμαστε καλά, Τρελαθήκαμε εντελως.
Ήταν και εκείνη η μάνα μου…
-Στρώσου παιδί μου στην καρέκλα, Να σου τελειώσω την υπαγόρευση
Πως θα γράψεις Αρχαία;;; Κάτσε να κάνουμε την ορθογραφία,
Το χέρι κρατούσε το μολύβι.
Το μολύβι χαράκωνε το χαρτί
Μα το αυτί μου επαναστατούσε,
Όταν ήταν να ακούσει το κείμενο απ το στόμα της μητέρας απ΄ τη μια
και τα τύμπανα των μασκαράδων απ την άλλη,
Επικρατούσαν τα τύμπανα·
τα τύμπανα που αναστάτωναν την οδό Αγαθουπόλεως
Ναι Ναι. Τα τύμπανα των μασκαράδων που παίζανε ρυθμό
για να χορεύει το αποκριάτικο αλογάκι,
Ναι το αλογάκι που απ την τρύπα του σαμαριού ξεπρόβαλε
ο μασκαράς καβαλάρης που χόρευε αυτός
χόρευε και άλογο.
Πετούσα το μολύβι. Έσπρωχνα το χαρτί
Πύραυλος γινόμουνα
Πρώτος και καλλίτερος για το μπαλκόνι
Άνοιγα την μπαλκονόπορτα και αφ’ υψηλού
απελαύανα απ’ εκεί το αποκριάτικο θέαμα στην Αγαθουπόλεως,
Την ήσυχη Αγαθουπόλεως με τα ανύπαρκτα αυτοκίνητα,
Τότε ήμουν χαρούμενος
Γινόμουνα ένα με τους μασκαράδες.
Έστω κι από το μπαλκόνι,
Οι κτύποι του ταμπούρλου μύριζαν αποκριά
Ήμουν ευτυχισμένος μέχρι,,,,
Μέχρι το χέρι της μητέρας να μ’ αρπάξει,
Να με γυρίσει στην πραγματικότητα,
Να με κάτσει πάλι στην καρέκλα
(αλήθεια σε τι διέφερε απ την ηλεκτρική;;)
Και να το μολύβι, Και να το χαρτί
Και να η φωνή της μητέρας στην υπαγόρευση
-Γράφε. «Ότε δε Αρταξέρξης ήρξατο.................»
Facebook/ Theofanis Graikiotis

Δεν υπάρχουν σχόλια: