Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Θεοφάνης Γραικιώτης : ΠΡΕΒΕΖΑ 1974





ΠΡΕΒΕΖΑ 1974
Γράφει ο Θεοφάνης Γραικιώτης
Βροχερό απόγευμα στο σταθμό λεωφορείων στα Γιάννενα. Διέκρινα το λεωφορείο για Πρεβεζα. Φόρτωνε. Κράταγα στα χέρια μου το εισιτήριο. Επιτελούς τα κατάφερα και θα πήγαινα στην Πρέβεζα. Εκεί θα τον συναντούσα· τον δίδυμο αδελφό μου. Υπηρετούσε εκεί τη στρατιωτική του θητεία. Δόκιμος κι αυτός μόλις αποφοιτήσας απ’ τη Σχολή Πυροβολικού. Υπηρετούσε σε μονάδα βαρέως Πυροβολικού. Εγώ αρχαιότερος Δόκιμος. Είχα ήδη αρκετό καιρό στα Γιάννενα. Ο δίδυμος είχε έρθει πρόσφατα στη μονάδα στην Πρέβεζα και είχα να τον δω πολύ καιρό. Τον είχα πιθυμήσει. Θα μου έλεγε και τα νεώτερα για την παρέα μας απ’ την Αθήνα.
-Εσύ θα πας να τον δεις μου είχε τηλεφωνήσει η μητέρα μας. Εσύ είσαι πιο παλιός. Έτσι μου είπε. Ετοίμασα ένα πρόχειρο βαλιτσάκι. Στην Μαργαρίτα, που ήταν στην ρεσεψιόν στο ξενοδοχείο που έμενα στα Γιάννενα της είπα δίδοντας το κλειδί:
-Αν με ζητήσει κανείς απ τη μονάδα, δεν με είδες καθόλου.
Ήμουν βλέπετε σκαστός από Γιάννενα για Πρέβεζα. Το ήξερα ότι απαγορευόταν να απομακρυνθώ από τη μονάδα μου. Να είναι όμως ο αδελφός σου δυο βήματα και να μην τον δεις; Δεν γινόταν. Έτσι εκείνο το βροχερό Σαββατιάτικο απόγευμα ναμαι στο λεωφορείο για Πρέβεζα. Κρύο, έκανε πολύ κρύο και εγώ τυλιγμένος με το τζάκετ μου κατευθύνθηκα στο σταθμό λεωφορείων.
Το λεωφορείο ξεκίνησε επιτελούς. Τα τζάμια θολά. Κάπου κάπου σταγόνες κατρακυλούσαν ανοίγοντας υδάτινους δρόμους στην παγωμένη γυάλινη επιφάνεια. Κοίταξα το ρολόι μου. Σε δυο ώρες θα τον συναντούσα. Το λεωφορείο πέρασε τη γέφυρα Καλογήρου. Τώρα έπαιρνε κατεύθυνση για Λούρο και μετά Πρέβεζα. Στο λεωφορείο η γνωστή βαβούρα από τους επιβάτες. Έξω είχε απλωθεί το σκοτάδι. Γενάρης του ‘74. Η βροχή, βροχή. Οκτώ πήγε η ώρα. Το λεωφορείο επιτέλους σταμάτησε στην παραλία της Πρέβεζας. Είχαμε φτάσει. Κατέβηκα. Τον διέκρινα να με περιμένει μέσα στο κρύο και τη βροχή. Κοιταχτήκαμε.

 Στη Νικόπολη

-Τι κάνετε κύριε Δόκιμε μου είπε περιπαιχτηκά. Χαμογέλασα. Αγκαλιαστήκαμε. Μια αγκαλιά πόσο ζεστή είναι μετά από μακροχρόνιο χωρισμό. Δεν ξέρω πόσο μείναμε αγκαλιασμένοι. Όταν τον άφησα κοίταξα τριγύρω. Το λεωφορείο είχε φύγει. Οι επιβάτες εξαφανισμένοι. Πόσο γρήγορα εξαφανίστηκαν, αναρωτήθηκα. Μόνο οι δυο μας εκεί κάτω  κάτι που δεν μπορώ να το ξεχάσω.
Με πήγε σε ένα ταβερνάκι. Ήμασταν μόνο εμείς. Στην τηλεόραση «Τα παιδιά του Ζεβεδαίου το Θωμά είχαν πατέρα. Τον κοίταξα
-Πολύ ερημιά του είπα. Χαμογέλασε
-Αυτή είναι η Πρέβεζα. Ερημική και μελαγχολική μου είπε.
-Άρα δικαιώνεται ο Καρυωτάκης, εδώ γελάσαμε και οι δυο.
Τσιμπήσαμε κάτι, πληρώσαμε και βγήκαμε στον παραλιακό δρόμο. Ερημιά, κρύο, βροχή.
-Δεν κυκλοφορούν άνθρωποι εδώ πέρα; τον ρώτησα
-Κλείνονται στα σπίτια τους μου απάντησε. Όπως θα κάνουμε και μεις τώρα.
Σταμάτησε για λίγο σε ένα τηλεφωνικό θάλαμο. Μια γλυκεία φωνή από την άλλη άκρη του σύρματος. Παρηγοριά ότι κάποια σε σκέπτεται. Ότι κάποια σ’ αγαπά. Μια σταγόνα ζεστασιάς μέσα στην παγερή νύκτα και την μελαγχολία της Πρέβεζας.
Το δωματιάκι που έμενε στρωμένο με φλοκάτες. Χοντρές κουβέρτες μας εγγυώντο μια οικογενειακή θαλπωρή και ζεστασιά. Λίγοι ξηροί καρποί. Λίγο κονιάκ. Ευτυχία. Μεγαλύτερη όμως χαρά το ότι ήμασταν πάλι μαζί μετά από καιρό. Αυτό έδινε κουράγιο και στους δυο μας, στα δύσκολα εκείνα χρόνια της στρατιωτικής μας θητείας.............
Facebook/Theofanis Graikiotis

Δεν υπάρχουν σχόλια: