Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Θεοφάνης Γραικιώτης : Κάποτε κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα




 
Κάποτε κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα


Γράφει ο Θεοφάνης Γραικιώτης

1973. Νυχτιάτικα έπαιρνα το όπλο μου και μαζί μ’ εμένα και οι στρατιώτες μου και είτε με κρύο είτε με βροχή είτε  με φεγγαράδα περιπολούσαμε τα Ελληνο-Αλβανικά σύνορα.
Και μαζί με εμάς και άλλα περίπολα σε άλλα σημεία. Ήμασταν ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ. ΕΙΜΑΣΤΑΝ ΟΙ ΑΚΡΙΤΕΣ.
Ξενυχτούσαμε εμείς  για να κοιμούνται οι  Έλληνες  ήσυχοι. ΚΑΙ ΕΙΜΑΣΤΑΝ ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΙ ΠΟΥ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΥΠΗΡΕΤΟΥΣΑΜΕ.
Τώρα... Μπάτε σκύλοι αλέστε... Και εγώ ντρέπομαι  για την κατάντια της χώρας μου· για την κατάντια της πατρίδας μου. Στην παραμεθόριο οι  Έλληνες τρέμουν χωρίς τον στρατό δίπλα τους, χωρίς  συνοριοφύλακες. ΚΑΙ  ΛΕΝΕ ΕΧΟΥΜΕ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. ΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ;;;;;;;;;;;;;;;;;;;

……..

1996. Όλα είχαν κυλήσει ομαλά. Η εκλογική διαδικασία είχε τελειώσει. Είχα στείλει και τα τηλεγραφήματα με τα αποτελέσματα.
Ήμουν Δικαστικός  Αντιπρόσωπος στην Κολοκυνθού, μικρό χωριουδάκι δέκα λεπτά το πολύ έξω από την Καστοριά. Η σύζυγός μου, δικηγόρος και αυτή ήταν  Δικαστική Αντιπρόσωπος στους Ακρίτες, ένα μικρό χωριουδάκι κοντά στα Αλβανικά σύνορα. Δηλαδή τι κοντά, μια ανάσα από τα Αλβανικά σύνορα.
Είχε τελειώσει κι αυτή και περίμενε να πάω να την πάρω με το αυτοκίνητό μας. «Δεν ξέρω τι πάθανε όλοι κι εξαφανίστηκαν μου είχε τηλεφωνήσει». «Λες και κάτι τους τρομάζει» συνέχισε να λέει. «Ακόμα κι ο συνάδελφος στο διπλανό εκλογικό τμήμα φόρτωσε τον εκλογικό σάκο στο αυτοκίνητο του και εξαφανίστηκε. Υποτίθεται ότι θα με κατέβαζε στην Καστοριά. Μην αργείς σε παρακαλώ έχει βραδιάσει και κάνει κρύο». Τη ρώτησα αν έχει δίπλα της κανένα μέλος της Εφορευτικής Επιτροπής και μου απάντησε αρνητικά. «Έχουν εξαφανιστεί όλοι τους σου λέω δεν με ακούς. Δεν μπορώ να καταλάβω τι τους έχει πιάσει» απάντησε η συμβία. «Μείνε εκεί» της είπα, «ετοίμασε τον εκλογικό σου σάκο κι έρχομαι» της απήντησα. Τι έρχομαι δηλαδή, τρόπος του λέγειν. Γιατί για να πάω εκεί πάνω που ήταν το χωριουδάκι κάποιος θα έπρεπε να μου δείξει τον δρόμο. Στην ανάγκη θα τον έπαιρνα μαζί μου στ’ αυτοκίνητο.
Έτσι έγινε η πρώτη κρούση στα δικά μου μέλη της Εφορευτικής
- Ωραία περάσαμε σήμερα είπα για να φτιάξω ατμόσφαιρα. Και διασκεδάσαμε και ψηφίσαμε. Όλα μια χαρά. Τι θα λέγατε τώρα για μια νυκτερινή βολτούλα στα πέριξ είπα και περίμενα την απάντηση τους.
- Όταν λέτε πέριξ τι εννοείτε παρατήρησε ένα κοριτσόπουλο
- .Βολτούλα  μέχρι τους Ακρίτες συμπλήρωσα. Θα πάμε να πάρουμε μια Δικαστική Αντιπρόσωπο και θα γυρίσουμε πίσω.
 Αστραπιαία το κλίμα άλλαξε. Η μια θυμήθηκε ότι θα χει λείψει στον άντρα της και στα παιδιά της. Η άλλη ότι πρέπει να φύγει γιατί έχει κάποια επείγουσα δουλειά. Όλες κι όλοι βρήκαν μια καλή δικαιολογία. Παρατήρησα όμως την ανησυχία τους άλλα και τον τρόμο στα πρόσωπα τους. Ούτε σε Πύργο στα Καρπάθια να τους πήγαινα.
-Και θα πάτε μόνος εκεί πάνω  είπε το ένα μέλος.
-  Γιατί δεν πηγαίνετε αύριο παρατήρησε άλλο μέλος.
Είχα αρχίσει να προβληματίζομαι αλλά και να ανησυχώ και η σύζυγος να με περιμένει ολομόναχη. «Τι στο διάολο πάθανε τούτοι» αναρωτιόμουν. Τι είναι αυτό που τους φοβίζει και δεν το ομολογούν».
Και τότε μέσα στην μαύρη απελπισία μου σαν σανίδα σωτηρίας εμφανίστηκε ο Θοδωρής.
-Μη στενοχωριέσαι κυρ Δικαστικέ μου είπε. Θα έρθω εγώ μαζί σου. Μην ανησυχείς. Ήμουν καταδρομέας στο στρατό. Τώρα αυτό το τελευταίο που έδενε με τα υπόλοιπα δεν κατάλαβα αλλά και τι μ’ ένοιαζε, Αρκεί που υπήρχε κάποιος εθελοντής να μου δείξει το δρόμο.
Σε λίγο και με τους προβολείς αναμμένους για να φωτίζω τον στενό , ερημικό και σκοτεινό δρόμο  κινούσα για τους Άκριτες. Η σύζυγος να τηλεφωνεί συνεχώς. «Που είσαι;;; Τι κάνεις;;; Γιατί αργείς;;; Είμαι μόνη σου λέω. Όλοι έχουν φύγει. Δεν μ ακούς;;;» Γυναίκες παρατήρησα και συνέχισα το οδήγημα. Ο Θοδωρής δίπλα μου δεν έδειχνε να απολαμβάνει και τόσο τη διαδρομή. Ήταν ανήσυχος και πολύ σφιγμένος .Στριφογύριζε το βλέμμα του στο δρόμο αριστερά, δεξιά. Τι τον απασχολούσε άραγε;;
Σε κάποια στιγμή γύρισε και μου είπε στα μέσα περίπου της διαδρομής και ενώ έξω ήταν θεοσκότεινα. «Θα σου πω κάτι κυρ Δικαστικέ. Και θέλω να το τηρήσεις. Αν δούμε μπροστά στο δρυμό κορμούς δέντρων να σου κλείνουν το οδόστρωμα κάνουμε μεταβολή και γυρίζουμε πίσω. Έτσι δεν θα κινδυνέψουμε. Δεν είναι ώρα για παλληκαριές. Το κόλπο τους είναι αυτό των Αλβανών που τέτοια ώρα μπαίνουν στα σύνορα μας. Σταματάς εσύ να δεις τι συμβαίνει, μπουκάρουν αυτοί και σου παίρνουν το αυτοκίνητο. Ίσως και τη ζωή σου».
Αυτά είπε ο Θοδωρής και εγώ άρχισα να κάθομαι πλέον σε αναμμένα κάρβουνα. Τώρα καταλάβαινα το φόβο τους. Στη συμβία που μας περίμενε δεν της είπαμε τίποτα. Και ήταν αυτή μόνη που τώρα απολάμβανε τη νυκτερινή μας εκείνη βόλτα της επιστροφής στα Καστοριά.
Όταν φτάσαμε στο ξενοδοχείο και μέσα στη ζεστή θαλπωρή του δωματίου μας η σύζυγος με ρώτησε. «Καλά γιατί άργησες;; Σου έκανα τόσα τηλεφωνήματα; Δεν μ’ άκουγες;» Γύρισα και την κοίταξα. «Την απάντηση θα στη δώσω αύριο της είπα γιατί αν στη δώσω σήμερα μπορεί και να μην κλείσεις μάτι όλο το βράδυ».  Η σύζυγος  δεν επέμεινε. Χαμογέλασε. Χαμογέλασα. Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα πιο έντονη τη ζεστασιά του δωματίου. Τέλος καλό. Όλα καλά...

Δεν υπάρχουν σχόλια: