Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Θεοφάνης Γραικιώτης : Ρίο-Αντίριο μιας άλλης εποχής





Ρίο - Αντίριο μιας άλλης εποχής

Βοήθα Παναγιά, Αγία Βαρβάρα και συ Αϊ Νικόλα

Γράφει ο Θεοφάνης Γραικιώτης

Οι υαλοκαθαριστήρες δεν προλάβαιναν την βροχή στο μπροστινό τζάμι του στρατιωτικού ΡΕΟ. Ο πλάγιος άνεμος μερικές φορές ταρακουνούσε το βαρύ οχημα. Το ίδιο πρόβλημα είχε και το δεύτερο ΡΕΟ που μας ακολουθούσε.
Παγωνιά μέσα στην καμπίνα του πρώτου ΡΕΟ όπου βρισκόμουνα σαν  επικεφαλής αξιωματικός μαζί με τον στρατιώτη-οδηγό..
Είχα λουφάξει μέσα στό στρατιωτικό μου τζάκετ, αλλά δεν βαριέσαι το κρύο, κρύο, και ας είχαμε βάλει χαρτόνια μπροστά στη μηχανή για να μην μπαίνει υποτίθεται το κρύο.
Αλλά τι να πεις· Νοέμβρης μήνας βλέπεις· χειμώνας για τα καλά.
-Είπαμε να προλάβουμε το ferry boat, αλλά να μην σκοτωθούμε κιόλας, είπα στον οδηγό διαπιστώνοντας στραβοτιμονιά.
-Ο αέρας ήταν κύριε Δόκιμε μου απήντησε σε απολογητικό ύφος.
Η διαταγή της Μεραρχίας ήταν ρητή. Έπρεπε πάση θυσία το βράδυ να βρίσκομαι στα Γιάννενα. Πάση θυσία. Πως όμως;;;; Απογευματάκι ήταν,  σκοτεινιά και με τα δύο μου ΡΕΟ βρισκόμουνα ακόμη έξω απ το Αίγιο.
-Πολύ αμφιβάλλω αν θα προλάβουμε το φέρρυ μου είπε ο οδηγός του ΡΕΟ.
Κοίταξα τον καθρέπτη. Διέκρινα από τη θολή και υγρή του επιφάνεια το δεύτερο ΡΕΟ να μας ακλουθεί κανονικά.
-Θα το προλάβουμε του είπα, χωρίς όμως και να το πολυπιστεύω.


Αισθάνθηκα Ιδιαίτερη ανακούφιση όταν επιτέλους φτάνοντας στο ΡΙΟ κατηφορίζαμε τον δρόμο για τα φέρρυμποτ. Η χαρά μου όμως μετετράπηκε σε απογοήτευση βλέποντας τη μεγάλη ουρά από τα αυτοκίνητα που περίμεναν να περάσουν απέναντι.
Ο οδηγός με κοίταξε με απορία.
-Πέρασε τους όλους, του είπα. Εμείς είμαστε στρατός και εκτελούμε εντολές. Προηγούμεθα.
Τους περάσαμε όλους και φτάσαμε στην προβλήτα  που μόλις και την διέκρινες καθώς τα αλλεπάλληλα κύματα που έπεφταν και έσπαζαν πάνω της την κάλυπταν απόλυτα.
Πετάχτηκα απ’ το ΡΕΟ και πλησίασα τον Λιμενάρχη που έτρεμε ολόκληρος.
-Πρέπει να περάσω απέναντι του είπα. Έχω δύο ΡΕΟ και διαταγή από την Μεραρχία.
Θεόμουρλος ο Δόκιμος θα σκέφτηκε ο Λιμενάρχης. Το κατάλαβα απ το βλέμμα του και το κούνημα του κεφαλιού του.
-Δεν βλέπεις τι γίνεται κύριε Δόκιμε μου απάντησε, πηδώντας για ν’ αποφύγει τα νερά από ένα κύμα που έπεσε ορμητικά πάνω στην προβλήτα.
-Θα δώσω απαγορευτικό μου είπε.
-Να περάσω εγώ και δώσε ότι θέλεις του είπα αποφασιστικά. Εκτελώ διαταγές. Δεν γίνεται πρέπει να περάσω απέναντι τώρα.
Κάτι ψέλλισε, ήταν και ο αέρας και δεν τον άκουσα. Σήκωσε τότε το χέρι δείχνοντας προς την θάλασσα.
-Με αυτό το φέρρυ θα περάσεις απέναντι μου είπε. Με αυτό που έρχεται.
Κοίταξα προς την μεριά που μου έδειχνε. Με δουλεύει σκέφτηκα. Κύματα έβλεπα, αφρούς έβλεπα, φέρρυ όμως δεν έβλεπα πουθενά.
-Ποιό φέρρυ του φώναξα δυνατά. Βλέπεις εσύ κανένα φέρρυ;;;
Άπλωσε το χέρι του δείχνοντας.


Παναγιά μου τι ήταν αυτό;; Φέρρυ η αναδυόμενο υποβρύχιο!!!!
Μπήκαμε στο υποβρύχιο, συγνώμη στο φέρρυ ήθελα να πω. Χορέψαμε ταραντέλα σε όλους τους ρυθμούς και τις παραλλαγές. Μεσοκάναλα έβλεπα τη στεριά του ΑΝΤΙΡΡΙΟΥ απέναντι μες στη θολούρα όνειρο απατηλό και τη λιγουρευόμουν. Δεν ήθελα τίποτε άλλο. Το πόδι μου να πατήσω· το πόδι μου σε στεριά και τίποτε άλλο.
Το θαλάσσιο πάρτι κράτησε μια ώρα. Πήγαμε να μπατάρουμε και μεσοκάναλα αλλά το καραβάκι τα κατάφερε. Τέλος καλό, όλα καλά έστω και με μια ώρα τρικυμιώδη….
Τώρα περνάω το κανάλι σε τρία λεπτά. Από τη γέφυρα βέβαια και …. άσε τους άλλους να θαλασσοπνίγονται.........
Δεν είμαστε για φουρτούνες. Αρκετά….




Δεν υπάρχουν σχόλια: