Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Θεοφάνης Γραικιώτης : Οδοιπορικό Σκύρου ΙΙ




Οδοιπορικό Σκύρου ΙΙ

Γράφει ο Θεοφάνης Γραικιώτης


Ξυπνητήρι δεν χρειάζεται.
Να ‘ναι καλά τα κοκόρια.
Ξυπνάς !!
Απορείς !!!
Αδύνατο !!!!!.
Το κεφάλι αυτό δεν είναι το δικό μου·
Το δικό μου κεφάλι είναι βαρύ, είναι ασήκωτο, είναι γεμάτο σκοτούρες.  
Που να ‘πήγε άραγε;;;;
Γιατί το σημερινό μου κεφάλι, αυτό ντε που απέκτησα στην Σκύρο, είναι ελαφρό, σαν πούπουλο και παραγεμισμένο μέχρι σκασμού με οξυγόνο.
Αλλά και όλη η ύπαρξη μου έχει αλλάξει και είναι γεμάτη ζωντάνια·
Α βρε οξυγόνο. Α βρε καθαρέ αέρα.
Θαύματα κάνετε.

Πετάγομαι κεφάτος απο το κρεβάτι.
Προορισμός  «Η Χώρα».
Δηλαδή ποιά χώρα;;;;;;
Στην ουσία ένα σοκάκι. Το κεντρικό σοκάκι.
Εκεί τα μαγαζιά, εκεί η κίνηση.
Περπατώ χαζεύοντας.
Ο περίπατος άρχισε μετά το ξενοδοχείο Νεφέλη.
Ωπα!!!!  Συναντιέμαι με παιδάκια που ενώ εγώ ανηφορίζω, αυτά κατηφορίζουν. με τυρόπιττα και μπουγάτσα ανά χείρας
Ξερογλείφονται· ξερογλείφομαι.
Ο ΜΗΤΣΟΣ ΜΕ ΠΕΡΙΜΈΝΕΙ.
Ο ΜΗΤΣΟΣ που φουρνίζει ,ξεφουρνίζει
Μπουγάτσες, τυρόπιττες· Που σ αφήνουν με το στόμα ανοικτό.
Τόσο για την νοστιμιά όσο και γιατί σερβίρονται καυτές.
Άντε  εσύ τώρα να κλείσεις το στόμα σου.
Φυσας, Ξεφυσάς.


Το Κεντρικό σοκάκι χωρίζεται εκεί στου Μήτσου στα δύο.
Παίρνω το δεξί σοκάκι με μπουγάτσα ανά χείρας.
Βήμα και μπουκιά
Μπουκιά και βήμα.
Όμορφο σοκάκι, Ωραία σπίτια, ωραία θέα προς τη θάλασσα.
Μετά πέντε λεπτά φτάνω στο μουσείο Φαλτάϊτς
Μέσα σ’ όλα διέκρινα και ένα βιβλίο του για τη Ναυμαχία της ΕΛΛΗΣ.
Υπηρετούσε στον Θρυλικό θωρηκτόΑΒΕΡΩΦ.

Επιστροφή τώρα πίσω στο κεντρικό σοκάκι.
Στάση για φαγητό.
 Για ωραίο φαγητό στο Καφενείο του Γιάννη και της Μαρίτσας.
Ότι τραβά η ψυχή σου
Ο περίπατος τελειώνει με παγωτό καϊμάκι με βύσσινο από τη ΦΑΛΤΑΙΝΑ εκεί λίγο πιο κάτω..

Σκύρος, η Ιθάκη μου

«Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος»,.

Ευτυχώς για εμένα το σοκάκι έχει ακόμη δρόμο
και πολλά  για να χαζέψεις και να μάθεις.........


Άσπρη γενειάδα.
Μικρό το μαγαζάκι.
Στο κεντρικό σοκάκι.
Στη χώρα της Σκύρου.
Άσπρη γενειάδα και πρόσωπο καλοσυνάτο
Ανάμεσα σε αριστουργήματα καθόταν.
Δικά του δημιουργήματα
Καρεκλάκια, τραπεζάκια, σεντούκια. ξυλόγλυπτες προσωπογραφίες.
Έργα Τέχνης.
Ταπεινός με ύφος γαλήνιο και παραπονεμένο :


«Είμαι απ τους τελευταίους.
Ίσως κι ο τελευταίος.
Απ’ αυτούς που τηρούν την Σκυριανή παράδοση».
Με κοιτά .
Διακρίνω την πίκρα να ξεχειλίζει :
«Τα εργα μου παλιότερα τα εκθέσανε σε έκθεση.
Πήρα πολλά συγχαρητήρια».
Έσκυψε. Έβγαλε δυό τετράδια.
«Διάβασε μου είπε και συμπλήρωσε·
Εδώ είναι  όλος μου ο πλούτος·
Χρήματα πολλά δεν έχω.
Αυτά με κάνουν πλούσιο».
Φιλοσοφούσε.
Είχε όρεξη για κουβέντα.
Φανερό. Είχε παρέα τη μοναξιά του
Ήθελε να μιλήσει.
«Κάθισε» μου είπε.
Οι καρέκλες δικά μου δημιουργήματα.
Ένα πικρό χαμόγελο στα χείλια του.
Για τους ξύλινους συντρόφους.
Άρχισε:
«Αμούστακο παλληκαράκι μπάρκαρα.
Μεγάλη εμπειρία η θάλασσα
Η αλμύρα. Οι φουρτούνες. Σε ζυμώνουν.
Ύστερα. Στρατός. Ένα χρόνο.
Ο πατέρας μου πέθανε στη θητεία μου.
Κληρονομιά. Η Σκυριανή μας παράδοση.
Έπρεπε να τη συνεχίσω.
Ατύχησα στο γάμο μου.
Τα παιδιά έφυγαν απ το νησί.
Δεν ενδιαφέρονται.
Εγώ πάλι δεν θέλω να σβήσει η παράδοση....
Ποιός στο κατόπι μου;;;;;;;»
Με κοίταξε στα μάτια.
Χαμογέλασε.
«Ευτυχώς υπάρχει κι η θάλασσα.
Με γαληνεύει. Ακόμα και σήμερα ναυτικός είμαι.
Χωρίς φυλλάδιο.
Ναυτικός στις φουρτούνες και τις καταιγίδες της ζωής »…..
Την άλλη μέρα τον συνάντησα στο πλοίο της γραμμής.
Είχε το ίδιο πικρό χαμόγελο·
«Πηγαίνω στην Αθήνα, μου είπε·
Πρέπει να συνεχίσω την χημειοθεραπεία..............»


Τι να σου πω,

Τι να μου πεις·

Μιλάνε οι σιωπές μας............

Δεν υπάρχουν σχόλια: