Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Θεοφάνης Γραικιώτης : Πετώντας




Πετώντας

Γράφει ο Θεοφάνης Γραικιώτης

Εκείνη η ζώνη σε σχήμα εκταρίου ήταν κάτι το ξεχωριστό. Δεν ήταν μια συνηθισμένη ζώνη. Ήταν η ζώνη που θα με απογείωνε. Η ζώνη που θα με οδηγούσε στα ύψη. Η ζώνη που θα με βοήθαγε να κάνω το όνειρο πραγματικότητα. ΝΑ ΠΕΤΑΞΩ. Να αισθανθώ σαν πουλί.
-Εμπρός λοιπόν τι περιμένεις είπα στον εαυτό μου.
Πέρασα το ένα μου πόδι στον ένα κύκλο του οκταριού και μετά το άλλο στον άλλο κύκλο. Τράβηξα τη ζώνη ψηλά και έπιασα τους ιμάντες της που ήταν ένας αριστερά και ένας δεξιά. Και οι δυό τους κατέληγαν σε κρίκους. Έπιασα τους κρίκους και τους συνέδεσα με τους κρίκους του αλεξίπτωτου. Ήμουν πλέον έτοιμος.
Πίσω δυο παιδιά κρατούσαν την ομπρελά του αλεξίπτωτου ανοικτή, όσο γινόταν. Ήμασταν στην παραλία. Μερικοί λουόμενοι παρακολουθούσαν την διαδικασία απογείωσης. Μπροστά και μέσα στο κρς-κραφτ ο φίλος μου ο Παντελής.
Το κρις-κραφτ ξεκίνησε. Εγώ ακίνητος παρακολουθούσα μπροστά μου το σχοινί που ξετυλιγόταν. Ήταν το σχοινί που με συνέδεε με το κρις-κραφτ.
Περίμενα υπομονετικά να ξετυλιχθεί και να τεντώσει. Μόλις τέντωσε ίσα που πρόλαβα να κάνω δυο βήματα στην αμμουδιά. Αισθάνθηκα μια τεράστια δύναμη να με τράβα στα ύψη. Απογείωση. Κέρδιζα ύψος σιγά-σιγά Πέρασα μπροστά από το μικρό νησάκι με το εκκλησάκι επάνω. Άρχιζε να μικραίνει. Αλλά και όλα μίκραιναν καθώς κέρδιζε διαρκώς ύψος.
Σε λίγο η διαδικασία της απογείωσης είχε ολοκληρωθεί. Τώρα κυριολεκτικά πέταγα στα σύννεφα. Κάτω ο Παντελής θαλασσοδερνόταν με τα κύματα. Εγώ όμως κύριος. Άνετος και κυρίως αεράτος. Απολάμβανα το θέαμα αφ’ υψηλού. Ένα αίσθημα απέραντης μοναξιάς με είχε κυριέψει. Και φυσικά δεν υπήρχε και κανείς δίπλα μου να ανταλλάξω μια κουβέντα. Συνειδητοποιούσα ποσό δίκιο έχουν αυτοί που λένε «μονάχος κανείς ούτε στον παράδεισο».
Εκεί πάνω που βρισκόμουν δεν μπορώ να πω ότι υπήρχε ησυχία καθώς τα σχοινιά του αλεξίπτωτου τρεμόπαιζαν στην επαφή τους με τον αέρα κάνοντας θόρυβο, ίσως και να αγκομαχούσαν απ το βάρος μου. Ποιος ξέρει.
Ξαφνικά κερδίζω ύψος καθώς το κρις-κραφτ παίρνει στροφή και η ομπρέλα του αλεξίπτωτου μου γεμίζει με πρόσθετο αέρα. Πετώ ψηλότερα τώρα. Κοιτάζω τα βουνά στο βάθος, τα σπίτια στην παραλία, τα ξενοδοχεία με τις πισίνες. Κάποιοι από την παραλία με χαιρετούν. Ανταποδίδω το χαιρετισμό. Σκέψη αστραπιαία. Να κοιτάξω λέει όχι μακριά αλλά ακριβώς κάτω από το σημείο που πετούσα. ΟΥΑΟΥ. Αυτό και αν ήταν ζάλη. Ίλιγγος σκέτος. Μου δείχνε ποσό ψηλά πετούσα. ΟΥΑΟΥ. Το έκανα μια φορά και δεν το επανέλαβα. Είπαμε να απολαύσουμε την πτήση· όχι και να ζαλιστούμε. Τώρα κοίταζα μόνο μακριά καθώς η πτήση συνεχιζόταν ομαλότατα.
Άλλη τρελή σκέψη. Εμ τι να σου κάνει. Άμα είσαι εκεί πάνω τα μυαλά σου παίρνουν αέρα. Έτσι καθώς πετούσα μου ήρθε η ιδέα να κοιτάξω ακριβώς από πάνω μου δηλαδή να δω την ομπρέλα του αλεξιπτώτου. Την ομπρέλα που με κρατούσε στα ύψη. Τι το θελα ο έρμος. Γιατί κρύος ιδρώτας μ’ έλουσε καθώς στρέφοντας το κεφάλι προς τα πάνω έβλεπα μόνο γαλάζιο ουρανό μια που η ομπρέλα ήταν άφαντη. Τι στο διάολο έγινε η ομπρέλα αναρωτήθηκα έντρομος. Η δεύτερη σκέψη εφιαλτικότερη και τρομακτικότερη. Και αφού είναι εξαφανισμένη η ομπρέλα εγώ ο ηλίθιος πως πετώ χωρίς ομπρέλα, χωρίς αλεξίπτωτο.
Η αγωνία μου πήρε τέλος καθώς η ομπρέλα δεν ήταν ακριβώς από πάνω μου αλλά λίγο πιο πίσω, μια που αυτή τη θέση της είχε δώσει ο αέρας. Να γιατι δεν την βλέπω σκέφτηκα και η αγωνία μου έλαβε τέλος.
Τι όμορφη που είναι η θάλασσα από ψηλά. Και ποσό καθαρή. Βλέπεις το βυθό, όσο περίεργο και να σας φαίνεται πεντακάθαρα. Εδώ φύκια παρά πέρα αμμουδιά, πιο πέρα βραχάκια. Όλος ο βυθός αποκρυπτογραφημένος από ψηλά.
Ο Παντελής τώρα είχε κόψει ταχύτητα. Με είχε αποσυνδέσει από το κρις-κραφτ. Κατέβαινα σιγά-σιγά με μια μοναδική μεγαλοπρέπεια. Οι άνθρωποι,  τα σπίτια, όλα άρχιζαν να παίρνουν το πραγματικό τους μέγεθος. Και εγώ απολάμβανα την κάθοδο μου.
Όσο όμως και να ήταν μεγάλη η απόλαυση της καθόδου εγώ έμενα προσηλωμένος στη διαδικασία της προσγείωσης. Για την ακρίβεια της προσθαλάσσωσης. Κράταγα τα πόδια ενωμένα και ελαφρώς λυγισμένα. Τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Ήμουν έτοιμος για το μεγάλο ΠΛΑΤΣ. Τελευταία μέτρα. Τρία, δύο, ένα · Βαθειά ανάσα και ΠΛΑΤΣ. Τέλος. Προσθαλάσσωση.
Καθώς γρήγορα αποσύνδεα τους κρίκους από το αλεξίπτωτο για να μην με παρασύρει προς τα πίσω άκουσα δυο κοριτσόπουλα που κολυμπούσαν κοντά μου να λένε
-Από που ξεφύτρωσε αυτός. Μόνες μας δεν κολυμπούσαμε;;;
Και έσπευσαν να απομακρυνθούν κολυμπώντας αποφεύγοντας εμένα τον ουρανοκατέβατο πλην όμως .........προσγειωμένο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: