Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018

Σημαντικά ευρήματα στο νεκροταφείο του Πετρά Σητείας (2800-1700 π.Χ.)



Σημαντικά ευρήματα στο νεκροταφείο του Πετρά Σητείας (2800-1700 π.Χ.)

Ευρήματα εξαιρετικού ενδιαφέροντος έφερε στο φως η ανασκαφή του Προ- και Παλαιο-ανακτορικού νεκροταφείου στον Πετρά Σητείας (2800-1700 π.Χ.), που συνεχίστηκε για 14η χρονιά υπό τη διεύθυνση της επίτιμης διευθύντριας του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, δρ. Μεταξίας Τσιποπούλου.
Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν δύο πλουσιότατες ταφές, που βρέθηκαν σε λάκκο της Μεσομινωικής Ια (2100-2000 π.Χ.). Πρόκειται για μία «πρωτογενή ανδρική, κτερισμένη με χάλκινο εγχειρίδιο», όπως αναφέρει ανακοίνωση της ανασκαφέα, «το πρώτο όπλο του νεκροταφείου του Πετρά», καθώς και μία «δευτερογενή γυναικεία συνοδευόμενη από μεγάλο αριθμό χρυσών χανδρών εξαιρετικής τέχνης, καθώς και χάνδρες από ασήμι, ορεία κρύσταλλο, καρνελίνη και ίασπι». Πλούσια ήταν και «η πρωτογενής ταφή της Πρωτομινωικής ΙΙ (2600-2300 π.Χ.) επίσης κτερισμένη με δεκάδες χρυσές χάνδρες με εξαιρετική εμπίεστη διακόσμηση σπειρών, καθώς και εκατοντάδες επίσης χρυσές αλλά και ασημένιες χάνδρες διαμέτρου 1 χιλιοστού, προφανώς επιρραμένες σε ένδυμα», ενώ «μοναδικός για τον Πετρά κιβωτιόσχημος τάφος Πρωτοκυκλαδικού τύπου, κτισμένος από κάθετες σχιστολιθικές πλάκες, με δάπεδο επίσης από πλάκες» περιείχε δύο δευτερογενείς ταφές παιδιών κάτω των 10 ετών και δύο χρυσά βραχιόλια από λεπτά ελάσματα χρυσού.


Πρωτομινωικές ΙΙ και Μεσομινωικές ΙΑ χάνδρες και ταινίες από χρυσό

Το νεκροταφείο του Πετρά έχει αποδειχθεί μακράν ως το μεγαλύτερο της Κρήτης για την εποχή του. Ανήκε αποκλειστικά σε ελίτ οικογένειες του ανακτορικού οικισμού και περιλαμβάνει μέχρι στιγμής 26 ταφικά κτίρια 45-150 τ.μ. και πέντε ταφικούς λάκκους, οριζόμενους από ακανόνιστους λίθους ή μικρούς τοίχους. «Υπάρχουν επίσης άλλα τέσσερα ή πέντε ταφικά κτίρια τα οποία εντοπίσθηκαν το 2018, αλλά δεν έχουν αριθμηθεί διότι δεν έχουν ανασκαφεί πλήρως οι κατόψεις τους», το δε νεκροταφείο «περιλαμβάνει επίσης δύο εκτεταμένους χώρους τελετουργιών (ΜΜ ΙΒ – ΜΜ ΙΙΒ, 1900-1700 π.Χ.) και δύο περιβόλους στα ανατολικά και τα δυτικά» σημειώνει, μεταξύ άλλων, η κ. Τσιποπούλου.

Ο Πετράς διέθετε μεγάλο λιμάνι και υπήρξε η πύλη εισόδου στην ανατολική Κρήτη για την Προ- και την Παλαιο-ανακτορική περίοδο πρώτων υλών, αντικειμένων και ιδεών από τη Συρία και την Αίγυπτο, κυρίως. Στην ΥΜ ΙΙΙΑ (14ος αιώνας π.Χ.) περίοδο, μετά την καταστροφή του ανακτόρου του Πετρά παρατηρήθηκε οικοδομική δραστηριότητα στο νεκροταφείο, η οποία σχετίζεται με απόδοση τιμής προς τους προγόνους. Αυτή η δραστηριότητα διήρκεσε μέχρι τον 12ο αιώνα π.Χ.. «Από τα στρώματα της ΥΜ ΙΙΙ προέκυψε φέτος χάλκινο κάτοπτρο εξαιρετικής διατήρησης» προστίθεται στην ανακοίνωση.



Στην ανασκαφή του νεκροταφείου του Πετρά συμμετείχαν, το 2018, 19 μεταπτυχιακοί και διδακτορικοί φοιτητές από τα Πανεπιστήμια Αθηνών, Κρήτης, Θεσσαλονίκης, Καλαμάτας, Μαδρίτης, Χάρβαρντ, Rhodes και Τορόντο, οι καθηγητές David Rupp, Miriam Clinton και Σέβη Τριανταφύλλου, καθώς και η δρ Μαρία Ρελάκη και εννέα εργάτες από τη Σητεία. Η ομάδα μελέτης, εξάλλου, περιλαμβάνει 26 αρχαιολόγους από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Η χρηματοδότηση της ανασκαφής, της στερέωσης της αρχιτεκτονικής, της συντήρησης των ευρημάτων και της μελέτης προέρχεται αποκλειστικά από το Ινστιτούτο Αιγαιακής Προϊστορίας των ΗΠΑ (INSTAP).

 


Τιμ Σεβερίν : Αναζητώντας τον Σεβάχ τον θαλασσινό



Αναζητώντας τον Σεβάχ τον θαλασσινό

Ένας σύγχρονος ριψοκίνδυνος ναυτικός ξαναφτιάχνει ένα πλοίο του παλιού καιρού για να ακολουθήσει τα βήματα ενός θρύλου - και γίνεται θρυλικό το δικό του ταξίδι...

Του Τιμ Σεβερίν

Το μπουρίνι χτύπησε το σούρουπο ξαφνικά σαν χαστούκι. Παραπαίοντας από τα χτυπήματα, το πλοίο πήρε απότομα κλίση, στρίβοντας με το πλευρό στον άνεμο. Ακούστηκαν κρότοι στο υπόφραγμα, καθώς οι ναύτες έπεφταν από τις κουκέτες τους. Οι άλλοι πάνω στο κατάστρωμα αρπάχτηκαν απ’ τα σκοινιά, βαστώντας κόντρα στην ανατριχιαστική κλίση που ‘χε πάρει το πλοίο.
Τότε, σαρακοφόρες μορφές πετάχτηκαν από τις μπουκαπόρτες, δαν τζίνια, φωνάζοντας όχι από πανικό, αλλά από ολόχαρη έξαρση μπροστά στον κίνδυνο.
Έμπειρα χέρια έστριψαν απότομα το τιμόνι και λασκάρισαν τη μαΐστρα και τη μετζάνα, ορτσάροντας σιγά σιγά. Το πλοίο πήρε ξανά δρόμο.
Μια ώρα αργότερα, τα ξάρτια σχημάτιζαν και πάλι την όμορφη δαντέλλα τους με φόντο τον έναστρο ουρανό. Τρία τριγωνικά πανιά, το καθένα με τον κόκκινο θυρεό του - δύο σταυρωτά γιαταγάνια και μια αγκιστρωτή κάμα - άρχισαν να φουσκώνουν.
Οι άντρες που δεν είχαν βάρδια ξεκουράζονταν, μετά το μπουρίνι, κάτω από μια λάμπα. Έμοιαζαν πλήρωμα πειρατικού. Μερικοί φορούσαν κοντά παντελόνια, αλλά οι περισσότεροι προτιμούσαν ένα πανί τυλιγμένο γύρω απ' τους γοφούς, και σχεδόν οι μισοί φορούσαν σαρίκι. Μερικοί μιλούσαν αγγλικά, άλλοι αραβικά. Ήταν σαν μια σκηνή από τα ταξίδια του Σεβάχ του Θαλασσινού στις Χίλιες και μία νύχτες. Άλλωστε, από μια άποψη, ήταν το πλοίο του Σεβάχ, πάνω στο οποίο ταξιδεύαμε.
Πιστεύεται γενικά, ότι οι ιστορίες για τα εφτά ταξίδια του Σεβάχ βασίζονται σε πραγματικά ταξίδια πραγγματικών ναυτικών και ότι ο Σεβάχ δεν ήταν απλώς ένας φανταστικός ήρωας, αλλά μία «σύνθεση» των Αράβων ναυτικών και εμπόρων, οι οποίοι έφταναν ως τα όρια του γνωστού κόσμου τους, στη χρυσή εποχή της αραβικής ναυσιπλοΐας.
Ετσι, αποφάσισα να αναπαραστήσω τα ταξίδια του Σεβάχ. Θα ναυπηγούσα ένα αραβικό εμπορικό πλοίο του 9ου αιώνα και θα έκανα με αυτό το πιο μακρινό ταξίδι της εποχής εκείνης - 6.000 μίλια - από την Αραβική Χερσόνησο ως τα θρυλικά λιμάνια της Κίνας.


Με τι όμως έμοιαζαν εκείνα τα μεσαιωνικά πλοία; Οι Άραβες ναυπηγοί μας άφησαν πολύ λίγα στοιχεία, αφού έφτιαχναν τα καράβια εξ ολοκλήρου «με το μάτι», χωρίς σχέδια. Τελικά, σε έναν πορτογαλικό χάρτη του 1519, βρήκα λεπτομερείς εικόνες ενός παλιού αραβικού ιστιοφόρου. Ταίριαζαν με τα στοιχεία που είχα μαζέψει από αραβικά κείμενα για το μέγεθος, την ταχύτητα και τον τρόπο κατασκευής.
Αναζητώντας περισσότερες πληροφορίες, επισκέφθηκα το Σουλτανάτο του Ομάν, του οποίου η ναυπηγική παράδοση έχει συνεχιστεί αδιατάρακτη μέσα στους αιώνες. Αφού περιέγραψα τα σχέδια μου για το ταξίδι του Σεβάχ, ο Σουλτάνος Κάμπους μπιν Σαΐντ προσφέρθηκε να καλύψει εξ ολοκλήρου τα έξοδα του ταξιδιού. Με μια παράκληση: Μπορούσε το ταξίδι μας ν' αρχίσει στις 23 Νοεμβρίου του 1980, στην διάρκεια των εορταστικών εκδηλώσεων για τη δέκατη επέτειο της βασιλείας του;
Αυτό μου άφηνε λιγότερους από 15 μήνες για να σχεδιάσω το πλοίο, να το ναυπηγήσω και να ναυτολογήσω πλήρωμα.
Οι Άραβες ναυπηγοί του παλιού καιρού έκαναν εισαγωγές κορμών ξύλου τικ από την ακτή Μαλαμπάρ της Ινδίας, αλλά η Ινδία τώρα απαγόρευε την εξαγωγή τους. Ευτυχώς, στον κατάλογο των απαγορευμένων δεν περιλαμβανόταν ένα παρόμοιο ξύλο, που λέγεται αϊνί. Στη διάρκεια επτά επισκέψεων μου στην Ινδία, εντόπισα και φρόντισα να κοπούν δέντρα αϊνί. Πάνω από 140 τόνοι κορμών σύρθηκαν μέσα απ' τα δάση με ελέφαντες, και μεταφέρθηκαν με πλοίο στο Ομάν.
Για λόγους πιστότητας της αντιγραφής, όλες οι συνδέσεις του πλοίου μου θα γίνονταν με σκοινιά από ίνες καρύδας, αντί για καρφιά. Η αναζήτηση εργατών που εξασκούσαν ακόμα αυτή την αρχαία τέχνη, με έφερε ως το Αγκάττι, μια από τις μακρινές Λακκαβίδες Νήσους, 245 μίλια από τη νοτιοδυτική ακτή της Ινδίας, όπου οι Άραβες της εποχής του Σεβάχ πήγαιναν για να πάρουν σκοινί από ίνες καρύδας. Εκεί, προσέλαβα δέκα εργάτες για σκοινιά και αγόρασα καρύδες για 650 χιλιόμετρα σκοινί.

 From pp142-143 “The Sinbad Voyage” by Tim Severin 1982 ISBN 0 09150560 7

Τα τσόφλια από τις καρύδες έπρεπε να μουλιάσουν (μαλακώσουν) σε θαλασσινό νερό, όχι σε γλυκό, να χτυπηθούν με ξύλινους κόπανους (γιατί τα σιδερένια σφυριά θα αδυνάτιζαν τις ίνες) και να στριφτούν με το χέρι. Σκοινί φτιαγμένο από μηχανή, δεν ήταν αρκετά γερό.
Κατά την Πρωτοχρονιά του 1980, το συνεργείο για τη ναυπήγηση είχε μαζευτεί στην παραλιακή πόλη Σουρ, όπου Άραβες καραβομαραγκοί ναυπηγούσαν επί αιώνες εμπορικά ιστιοφόρα τα οποία αλώνιζαν από την Ζανζιβάρη ως την Ινδία, σε αναζήτηση ξυλείας, μπαχαρικών και ελεφαντόδοντου.  Όταν έφτασε ο Ιούλιος, το θερμόμετρο είχε ανέβει στους 48° C, κι  εμείς  δουλεύαμε  κλείνοντας  τις 20.000 τρύπες, που είχαν γίνει με το χέρι  για να περάσουν τα σκοινιά, χρησιμοποιώντας   έναν   πολτό   από κόμμι δέντρου και κοπανισμένες αχιβάδες. Στα τέλη Αυγούστου, μετά από τοπικούς εορτασμούς, το πλοίο βαφτίστηκε Σοχάρ - το όνομα της πόλης του Ομάν η οποία θεωρείται η γενέτειρα του ίδιου του Σεβάχ.
Τις τελευταίες βδομάδες, διάλεξα το πλήρωμα. Προσέλαβα οκτώ από το Ομάν και έναν Ινδό, συν δέκα από 3 διάφορες χώρες της Δύσης, συμπεριλαμβανομένων τριών ωκεανολόγων, δύο δυτών, ενός οπερατέρ κι ενός φωτογράφου. Και τότε, προς δυστυχία όλων μας, είχαμε και τον Σάνμπυ.
Μπαρκάρισε την τελευταία στιγμή. Μου έλειπε ένας μάγειρας, κι αυτός ισχυρίστηκε ότι ήταν. Ο Σάνμπυ ήταν άτομο απροσδιόριστης ηλικίας και λερής εμφάνισης, με τον αέρα ανθρώπου που επιβιώνει σ' όλες τις καταστάσεις. Μέσω διερμηνέα, του έκανα μια πρόταση: να μαγειρέψει το μεσημεριανό φαγητό για το πλήρωμα του Σοχάρ, και αν ήταν ικανοποιητικό θα τον προσελάμβανα.
Το φαγητό ήταν ένα όχι σπουδαίο κάρυ με λαχανικά, που τρωγόταν όμως, και ο Σάνμπυ προσελήφθη. Όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, ήταν η μοίρα μας να τρώμε το ίδιο θλιβερό φαγητό τακτικά, για το μεγαλύτερο μέρος του μήνα που ακολούθησε.
Στις 23 Νοεμβρίου, με συνοδεία από περιπολικά σκάφη και τη βασιλική θαλαμηγό, το Σοχάρ πέρασε τον κάβο της Μασκάτ, ενώ οι συνοδοί μας φώναζαν «Γιάλλα, γιάλλα, ου- Άλλαλ-μουήν» («Πήγαινε, πήγαινε, ο Αλλάχ θα βοηθήσει»). Βάλαμε πλώρη για τ' ανοιχτά.
Πιάσαμε τους βορειανατολικούς μουσσώνες που φυσούσαν από την Ινδία, κι αρχίσαμε ν' αρμενίζουμε στη Θάλασσα της Αραβίας. Η ζωή στο πλοίο πήρε έναν ιδιαίτερο, δικό της ρυθμό. Η ημέρα μας άρχιζε, την αυγή, με προσευχές από τους Ομανούς. Ακολουθούσε το πρωινό από ψωμί ή τηγανίτες, κάτι που ακόμα κι ο Σάνμπυ δεν μπορούσε να χαλάσει. Ήταν όμως τόσο φρικτά τεμπέλης και αργός στο τηγάνισμα, που οι τελευταίοι άρχισαν να μπερδεύουν το πρωινό με το μεσημεριανό.
Τρακόσια μίλια από την Μασκάτ, δοκίμασα να βρω το στίγμα μας με τον τρόπο των Αράβων θαλασσοπόρων. Υπολογίζουν το γεωγραφικό πλάτος από τα άστρα, χρησιμοποιώντας συχνά ένα απλό ξύλινο ορθογώνιο από το οποίο περνούσε ένας σπάγγος με κόμπους, που λεγόταν καμάλ, για να μετρήσουν το ύψος του πολικού αστέρα πάνω απ' τον ορίζοντα. Με ένα καμάλ που είχα φτιάξει μόνος μου, κατάφερα να υπολογίσω το γεωγραφικό πλάτος του Σοχάρ με ακρίβεια 30 μιλίων, όπως εξακρίβωσα μετά και με τον εξάντα.


Καθώς αρμενίζαμε σταθερά νοτιοανατολικά, ήμουν πολύ ικανοποιημένος απ' τις επιδόσεις του Σοχάρ. Διέσχιζε με ευκολία τη θάλασσα κι ο χειρισμός του ήταν εύκολος.
Κάναμε μέχρι και 80 μίλια την ημέρα, αλλά είχα την εντύπωση ότι οι Ευρωπαίοι ναύτες μου θα βαριόνταν με τη μονοτονία και την έλλειψη χώρου.  Όχι όμως και οι Ομανοί. Εκείνοι κουβέντιαζαν, τραγουδούσαν, έριχναν πετονιά από την πρύμνη κι έπαιρναν κανέναν υπνάκο στο κατάστρωμα τυλίγοντας τα πρόσωπα τους με τα τουρμπάνια τους. Σύντομα έπιασαν κι οι Ευρωπαίοι το ρυθμικό τραγούδι τους, με το οποίο συνόδευαν τις βαριές δουλειές. Το πλήρωμα είχε αρχίσει να «δένει», να γίνεται ένα.
Όπως στα παλιά αραβικά πλοία, οι τουαλέτες του Σοχάρ ήταν δυο «μπαλκόνια» που κρέμονταν έξω από τις δυο κουπαστές του πλοίου, σαν θεωρεία θεάτρου. Τις ζεστές νύχτες στεκόμαστε στα μπαλκόνια κάνοντας ντους, με νερό που τραβούσαμε από τη φωσφορίζουσα θάλασσα με τον κουβά.  Ήταν μαγεία να στέκεται κανείς στο σκοτάδι καθώς το νερό έτρεχε απ' το σώμα του σε χλωμά ρυάκια, αφήνοντας στίγματα από φωτεινό πλαγκτόν, σαν πυγολαμπίδες, πάνω στο δέρμα. Στις 10 Δεκεμβρίου, πιάσαμε για πρώτη φορά στεριά - στο μικροσκοπικό νησί Τσετλάτ των Λακκαβίδων Νήσων. Περιτριγυρισμένο από εκτυφλωτικά λευκές παραλίες, το Τσετλάτ έμοιαζε  με   παράδεισο. Ήταν όμως ένας παράδεισος στα πρόθυρα της αλλαγής. Όταν επισκέφθηκα   το   αστυνομικό τμήμα του Τσετλάτ, πρόσεξα ένα ντοσιέ με την επιγραφή «Αναφορές Εγκλημάτων». Στην ιστορία των Λακκαβίδων δεν υπήρχε εγκληματικότητα. «Τα νησιά έγιναν μοντέρνα,» είπε ο αστυνόμος με μια υποψία υπερηφάνειας, «κι έτσι πρέπει να υπάρχει έγκλημα.»
Η επομένη κίνηση ήταν το Μπεϋπόρ κοντά στην Καλικούτη, στην ηπειρωτική Ινδία, όπου ο Σάνμπυ μας άφησε - μετά από γενικό αίτημα όλου του πληρώματος. Ο αντικαταστάτης του, ένας δημόσιος, υπάλληλος που είχε μπουχτίσει με τη ρουτίνα του γραφείου, αποδείχτηκε πρώτης τάξεως μάγειρας.
Επί αιώνες έρχονταν Άραβες ναυτικοί στο Μπεϋπόρ και, όπως οι ναυτικοί σ' όλο τον κόσμο, παντρεύονταν ντόπιες. Αυτό που δεν ήξερα, ήταν ότι ο καπετάνιος ενός αραβικού πλοίου έπρεπε επίσης να δανείσει χρήματα για την «αγορά» της νύφης.
Ο Μουσαλάμ, ένας από τους καλύτερους ναύτες μου, έσκασε τη βόμβα. Είχε γνωριστεί με μια κοπέλα στην κοντινή Καλικούτη, την οποία ήθελε να παντρευτεί. Θα μπορούσα να του δανείσω τα χρήματα για το δώρο στην οικογένεια της κοπέλας; Τον ρώτησα τι θα έκανε, όταν θα έφευγε πάλι το Σοχάρ. Α, αυτό δεν ήταν πρόβλημα, απάντησε ο Μουσαλάμ. Θα της έστελνε λεφτά και θα κανόνιζε να έρθει εκείνη αργότερα στο Ομάν. Τι θα γινόταν με τη γυναίκα του στην πατρίδα; Θα ενθουσιαζόταν να έχει ακόμα κάποιον να βοηθάει στο νοικοκυριό και το μαγείρεμα.
Στο τέλος, έδωσα στον Μουσαλάμ 1.000 ρουπίες προκαταβολή - κάπου 55 ευρώ  - παρ' όλο που το θεώρησα επικίνδυνο προηγούμενο. Κι αποδείχτηκε ότι είχα πολύ δίκιο, μέσα σε μια βδομάδα όλοι οι Ομανοί, εκτός από έναν, είχαν ζητήσει δάνειο και παντρεύτηκαν. Αποπλεύσαμε από το Μπεϋπόρ με εφτά νιόπαντρους γαμπρούς.
Στις 21 Ιανουαρίου αγναντέψαμε τα παράλια της Σρι Λάνκα (Κεϋλάνης) -της Σερεντίμπ, όπως την έλεγαν παλιά, οι   Άραβες.   Είναι   πολύ  πιθανό  η Σερεντίμπ να είναι η χώρα που περιγράφεται σε μια εκδοχή του έβδομου ταξιδιού του Σεβάχ, κατά το οποίο τον έπιασαν πειρατές και τον πούλησαν σκλάβο σ' έναν έμπορο ελεφαντόδοντου. Ο έμπορος ανάγκασε τον Σεβάχ να κυνηγάει και να σκοτώνει έναν ελέφαντα κάθε μέρα, για τους χαυλιόδοντες. Τελικά, οι ελέφαντες έδειξαν στον Σεβάχ το μυστικό νεκροταφείο τους, για να βρίσκει έτσι ελεφαντόδοντο χωρίς να τους σκοτώνει.
Σαλπάραμε από την Σρι Λάνκα, ελπίζοντας να συναντήσουμε σύντομα ευνοϊκούς ανέμους για να μας πάνε στην Σουμάτρα. Για τρεις βδομάδες, όμως, ακινητοποιηθήκαμε από τη νηνεμία, και διέταξα κάθε ναύτη να κάνει οικονομία στο πόσιμο νερό. Τελικά, στα μέσα Μαρτίου, πέρασε μια μπόρα, κι απλώσαμε μουσαμάδες όπου μαζέψαμε γλυκό νερό.


Στις 18 Μαρτίου ήρθε, η «ημέρα των καρχαριών». Γύρω στο μεσημέρι ένα κοπάδι ψάρια, που έμοιαζαν με μεγάλα σκουμπριά, φάνηκε κάτω από το ακινητοποιημένο πλοίο. Ρίχτηκαν πετονιές και, σύντομα, έξι χοντρά ψάρια σπαρταρούσαν σ' ένα καλάθι στο κατάστρωμα.
Ξαφνικά, μαζεύτηκαν καμιά εικοσαριά καρχαρίες. Ένας Ομανός έκοψε γρήγορα ένα ψάρι, δόλωσε ένα μεγάλο αγκίστρι και το έριξε στη θάλασσα. Στα επόμενα δέκα λεπτά το πλήρωμα έπιανε τον ένα καρχαρία μετά τον άλλο και τον ανέβαζε στο κατάστρωμα, όπου τον σκότωναν οι Ομανοί με ρόπαλα, μπαστούνια, κοτσανέλλα. Οι καρχαρίες σπαρταρούσαν στο κατάστρωμα σαν τεράστια μαινόμενα ελατήρια, χτυπώντας τις ουρές τους και προσπαθώντας να δαγκώσουν οτιδήποτε βρισκόταν κοντά τους. «Μπας, μπας!»(«Φτάνει, φτάνει!»), φώναξα, πριν χάσει κάποιος κανένα χέρι ή πόδι. Τελικός λογαριασμός: 17 καρχαρίες. Παστώσαμε και ξεράναμε το κρέας στον ήλιο.
Στις 5 Απριλίου έπαψε η νηνεμία, και ο άνεμος φούσκωσε τα πανιά του Σοχάρ. Δέκα μέρες αργότερα είδαμε τον Πορθμό της Μαλαισίας, τον μεγάλο θαλάσσιο δρόμο μεταξύ Μέσης και Άπω Ανατολής, και πιάσαμε τελικά λιμάνι στο Σαμπάνγκ, σε ένα νησί πολύ κοντά στο βόρειο άκρο της Σουμάτρας.
Οι αρχαίοι Άραβες επισκέπτες αντίκριζαν την Σουμάτρα με τρόμο, υποστηρίζοντας ότι οι κάτοικοι ήταν άγριοι ανθρωποφάγοι. Ο ίδιος ο Σεβάχ παρά λίγο να πέσει θύμα τους, όταν αυτός και οι σύντροφοι του ναυάγησαν στα ανοιχτά των ακτών. Οι ιθαγενείς πήγαν τους ναυαγούς στο βασιλιά τους και τους πρόσφεραν φαγητό. Παρατηρώντας ότι οι σύντροφοι του, καθώς έτρωγαν, φαίνονταν να πέφτουν σε λήθαργο, ο Σεβάχ αρνήθηκε το φαγητό και κατάφερε να ξεφύγει από τους καννίβαλους. Στις αρχές Μαΐου το Σοχάρ αρμένιζε στον Πορθμό της Μαλαισίας, με ρότα για την Σιγκαπούρη. Η είδηση του ταξιδιού μας είχε φτάσει πριν από μας, κι ένα πλήθος μας υποδέχτηκε στην προκυμαία, με παραδοσιακούς κινέζικους και μαλαϊκούς χορούς και τραγούδια. Ακολούθησαν αμέτρητες προσκλήσεις φιλοξενίας στην πόλη. Ήταν ελκυστική ιδέα, αλλά δεν μπορούσαμε να μείνουμε πολύ. Έπρεπε να διασχίσουμε την Νότια Θάλασσα της Κίνας πριν από το αποκορύφωμα της εποχής των τυφώνων, και είχαμε ήδη αργήσει.
Έτσι αφήσαμε την Σιγκαπούρη, και βάλαμε ρότα για θάλασσες θρυλικές. Οι πρώτες τέσσερις μέρες ήταν απατηλά ήρεμες, αλλά μόλις πριν την αυγή της πέμπτης μέρας, μας χτύπησαν θυελλώδεις άνεμοι. Τα ξάρτια του Σοχάρ βόγκηξαν και ένα ανησυχητικό τρίξιμο διαπέρασε το πλοίο κατά μήκος. Νόμισα ότι θ' αναποδογύριζε. Τότε, μ' έναν βροντερό κρότο, κουρελιάστηκε η μαΐστρα.
Ελαφρωμένο, το πλοίο ορτσάρισε. Μαϊνάραμε το σκισμένο πανί και δέσαμε γερά το άρμπουρο της μαΐστρας. Ευτυχώς, γιατί απ' τα δυτικά ο ουρανός μαύρισε απ' το μπουρίνι που ερχόταν - με τα σύννεφα να στροβιλίζονται και ν' αναδεύονται σαν τον καπνό μεγάλης πυρκαγιάς. Ήταν ένα τοπικό φαινόμενο, γνωστό ως θολωτή σπηλιάδα. Όλη εκείνη τη μέρα τραβήξαμε τα πάνδεινα. Μας σκυλόπνιξαν τρεις ακόμα σπηλιάδες, και χάσαμε άλλα τρία πανιά που έκανε ο άνεμος κουρέλια. Παρ' όλο που το τίμημα ήταν υψηλό, οι σπηλιάδες μας έσπρωχναν προς τον προορισμό μας. Το ημερολόγιο μου δείχνει 110 μίλια τη μια μέρα και 135 την επομένη -απόσταση ρεκόρ. Κυριολεκτικά «ματίσαμε» τη σωτηρία μας, ράβοντας τα ξεσκισμένα πανιά.
Στις 25 Ιουνίου, έχοντας αφήσει πίσω μας τις σπηλιάδες, περάσαμε στ' ανοιχτά του Κόλπου του Τονκίνου και βρισκόμασταν τώρα μόνο 350 μίλια μακριά από τον Ποταμό Τζου, που θα μας έβγαζε στον προορισμό μας, το κινεζικό λιμάνι Γκουανγκζού (Καντώνα). Βρισκόμασταν όμως και σε νερά γεμάτα πειρατές.


Την επόμενη μέρα, λίγο πριν το μεσημέρι, ένα μικρό σκάφος με μηχανή εμφανίστηκε ένα με δύο μίλια πίσω μας. Καθώς συνέχιζε να πλησιάζει το Σοχάρ, διέταξα τους άντρες να βγάλουν τα όπλα τους.
Το σκάφος, τελικά, δεν ήταν γεμάτο με πειρατές, αλλά με πρόσφυγες από το Βιετνάμ - εφτά άντρες, τέσσερις γυναίκες και εφτά παιδιά - που προσπαθούσαν να φτάσουν στην Ταϊβάν. Τους δώσαμε πόσιμο νερό, τρόφιμα, ρουχισμό και είδη πρώτων βοηθειών, και επισκευάσαμε τη χειροποίητη πυξίδα τους. Μετά, τους σχεδίασα έναν πρόχειρο χάρτη με τη ρότα για την Ταϊβάν και τους αποχαιρέτησα.
Δύο ημέρες αργότερα, αντικρίσαμε τις ακτές της Κίνας. Η εκβολή του Ποταμού Τζου ήταν πλατιά κι αλλόκότα έρημη. Καθώς ανεβαίναμε τον ποταμό, μια ταχύπλοη κανονιοφόρος ήρθε κατά πάνω μας, στέλνοντας μας ξέφρενα φωτεινά σήματα. Υψώσαμε τη σημαία αβροφροσύνης της Κίνας και ρίξαμε άγκυρα. Το πλήρωμα της κανονιοφόρου φαίνεται να ικανοποιήθηκε και το πλοίο έφυγε, αφήνοντας μας ήσυχους.
Το επόμενο πρωί εμφανίστηκε ένα μεγάλο ρυμουλκό, και μια φωνή ακούστηκε στον ασύρματο σε άψογα αγγλικά: «Πώς είσθε; Είμαι ο κύριος Λιού από το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών, και ήρθα από την Γκουανγκζού να σας προϋπαντήσω.»
Άλλες 48 ώρες, και ο πρώτος τυφώνας της χρονιάς θα είχε πέσει πάνω μας.
Το τέλος του ταξιδιού μού προκάλεσε ένα αίσθημα θλίψης όταν, συνειδητοποίησα ότι ήταν η τελευταία φορά που θα ήταν μαζεμένο το πλήρωμα μου. Είχαμε κάνει αυτό που είχαμε βάλει σκοπό: είχαμε ακολουθήσει τις ιστορίες του Σεβάχ, κάνοντας το γύρο του ενός τετάρτου της γης. Τώρα, η μεγάλη περιπέτεια μας τελείωνε.
Και το Σοχάρ, επίσης, είχε υπηρετήσει το σκοπό για τον οποίο είχε ναυπηγηθεί. Σύντομα θα μεταφερόταν πίσω στην Μασκάτ, για να γίνει «αξιοθέατο». Ο ενθουσιασμός και η γενναιοδωρία του σουλτάνου και του λαού του Ομάν και η αφοσίωση εκείνων που ναυπήγησαν και επάνδρωσαν το Σοχάρ, είχαν κάνει πραγματικότητα το ταξίδι του Σεβάχ. Τώρα, τούτο το ταξίδι, όπως και τα εφτά ταξίδια του Σεβάχ του Θαλασσινού, θα γινόταν κι αυτό παραμύθι.
Σύμπτυξη από το "The Sindbad Voyage", του Tim Severin. To κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο National Geographic (July '82).

Η ΠΑΘΗΣΗ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΔΙΑΒΗΤΗΣ







Η ΠΑΘΗΣΗ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΔΙΑΒΗΤΗΣ

του Dr. Shivanad Karkal

Αν και δεν έχει βρεθεί ακόμη η θεραπεία της ασθένειας, η Επιστήμη την έχει θέσει υπό έλεγχο και ήδη χρησιμοποιεί εναντίον της νέα όπλα

Η πενηντάχρονη Μουμτάζ Μπασράι, νοικοκυρά απ' την Βομβάη, έχανε σταθερά βάρος - δέκα κιλά σε λιγότερο από ένα χρόνο. Είχε αναγκαστεί να στενέψει τα ρούχα της πολλές φορές. Ένιωθε επίσης κουρασμένη, τον περισσότερο καιρό, παρ' όλα τα τονωτικά και τις βιταμίνες. Τελικά, η κόρη της ανησύχησε και της είπε να συμβουλευτεί ένα γιατρό.
Μετά από λεπτομερή εξέταση σ' ένα νοσοκομείο της Βομβάης, η κυρία Μπασράι έκανε μια απλή εργαστηριακή ανάλυση. Διάγνωση: διαβήτης. Ευτυχώς, η περίπτωση της δεν ήταν προχωρημένη. Οι γιατροί τη διαβεβαίωσαν πως, με συστηματική θεραπεία και συνεχή ιατρική παρακολούθηση, ο διαβήτης της θα μπορούσε να τεθεί υπό έλεγχο.
Στην Ινδία, υπάρχουν εκατομμύρια διαβητικοί όπως η κυρία Μπασράι. Κανείς δεν ξέρει πόσοι ακριβώς είναι, αλλά υπολογίζεται πως το 2% του πληθυσμού υποφέρει απ' αυτήν την πάθηση, άρα ο συνολικός αριθμός των διαβητικών θα πρέπει να φτάνει περίπου τα 14 εκατομμύρια. Παρά το ότι η συχνότητα του διαβήτη  εμφανίζεται  σχετικά  χαμηλή στην Ινδία - ενώ στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, είναι η τρίτη κυριότερη αιτία θανάτου μετά τον καρκίνο και τη νόσο της στεφανιαίας - δεν είναι, όπως πολλοί πιστεύουν, μια πάθηση που πλήττει τους κατοίκους των πόλεων και, κυρίως, την ανώτερη αστική τάξη. «Οι μελέτες δείχνουν πως ο διαβήτης εμφανίζεται με ελάχιστα μικρότερη  συχνότητα στα χωριά,» επισημαίνει ο   Πρόεδρος της Αντιδιαβητικής Εταιρείας της Ινδίας.
Ο διαβήτης είναι ένας παλιός εχθρός του ανθρώπου και αναφέρεται σε αρχαία ινδικά, ελληνικά και ρωμαϊκά ιατρικά κείμενα. Πριν από 2.500 χρόνια, δυο Ινδοί συγγραφείς, αυθεντίες στα ιατρικά θέματα, ο Σουσρούτα και ο Τσαράκα, παρατήρησαν πως τα άτομα που έπασχαν απ' αυτήν την ασθένεια παρουσίαζαν συχνουρία και πολυουρία, και πως τα ούρα τους είχαν την ιδιότητα να προσελκύουν τα μυρμήγκια. Έτσι, βάφτισαν την ασθένεια μάδου μέχα (μελοουρία), εισάγοντας έναν όρο που χρησιμοποιείται ευρέως ακόμη και σήμερα. Η σύγχρονη ονομασία της πάθησης όμως οφείλεται στον Έλληνα γιατρό Αρεταίο, ο οποίος έζησε τον δεύτερο μ.Χ. αιώνα, και προέρχεται από την Ελληνική λέξη «διαβήτης», που στα αρχαία ελληνικά σημαίνει «σίφων» (είδος τρόμπας για άντληση και μετάγγιση υγρών). Ο Αρεταίος παρατήρησε πως η πάθηση αυτή επενεργούσε σαν σίφων πάνω στα θύματα της «λιώνοντας τη σάρκα και τα μέλη τους μέσα στα ούρα».
Μόνον όμως στην αρχή του δικού μας αιώνα διαπίστωσαν οι γιατροί ότι η αιτία της πάθησης είναι μια ανεπάρκεια του παγκρέατος, το οποίο δεν παράγει αρκετή ινσουλίνη - μια φυσική ορμόνη. Φυσιολογικά, μετά από ένα γεύμα, οι σύνθετοι υδατάνθρακες των τροφών διασπώνται σε γλυκόζη - ένα απλό σάκχαρο, το οποίο απορροφάται από το έντερο και εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος. Η παρουσία γλυκόζης διεγείρει ορισμένα κύτταρα στο πάγκρεας, ένα όργανο μήκους 15 εκατοστών που βρίσκεται πίσω απ' το στομάχι και που το σχήμα του μοιάζει με ψάρι. Τα κύτταρα αυτά παράγουν μικρές ποσότητες ινσουλίνης, η οποία μεταφέρει τη γλυκόζη στο καθένα από τα δισεκατομμύρια κύτταρα που αποτελούν τους διάφορους ιστούς και τα όργανα του σώματος. Η ινσουλίνη συντείνει επίσης στην καύση της γλυκόζης, απελευθερώνοντας έτσι την ενέργεια που χρειάζεται ο οργανισμός για τις ζωτικές του λειτουργίες.
Όταν αυτό το σημαντικό στοιχείο δεν παράγεται σε επαρκείς ποσότητες, ή όταν για κάποιο λόγο δεν μπορεί να δράσει, τότε η υγεία παραβλάπτεται και, σε περίπτωση σοβαρής ανεπάρκειας, οι ιστοί κυριολεκτικά «πεθαίνουν της πείνας» - παρ' όλο που, κατά τραγική ειρωνεία, δεν υπάρχει καθόλου έλλειψη τροφής, γιατί το σάκχαρο του αίματος (η γλυκόζη) συνεχίζει να αυξάνεται, μιας και δεν εισέρχεται στα κύτταρα για να καταναλωθεί. Συνεπώς, μια μεγάλη ποσότητα σακχάρου και ύδατος, μέσα στο οποίο είναι διαλυμένη η γλυκόζη, διηθείται από το αίμα στα νεφρά, προκαλώντας μεγάλη διούρηση. Το άτομο που πάσχει από διαβήτη χάνει έτσι υγρά και σάκχαρο, με αποτέλεσμα να νιώθει συνεχώς κόπωση, ατονία, πείνα και δίψα, τα τυπικά δηλαδή συμπτώματα της πάθησης.
Οποιοσδήποτε, ακόμα και τα μωρά, μπορεί να πάθει διαβήτη. Η πιο συχνή μορφή της πάθησης όμως είναι ο Μη Εξαρτώμενος από την Ινσουλίνη Σακχαρώδους Διαβήτης (ΜΕΙΣΔ), που συνήθως εμφανίζεται
στη μέση ηλικία. Κανείς δεν ξέρει ακριβώς γιατί, αφού, κατά παράξενο τρόπο, πολλοί από τους ασθενείς παρουσιάζουν φυσιολογικές ή και αυξημένες τιμές ινσουλίνης στο αίμα τους. «Ίσως,» εικάζει ο Δρ. Ν. Γκ. Ταλουαλκάρ, Πρύτανης του Πανινδικού Αντιδιαβητικού Ινστιτούτου, «η ινσουλίνη τους να καταστρέφεται ή να μεταβάλλεται χημικώς με κάποιον άγνωστο τρόπο πριν φτάσει στους ιστούς, έτσι ώστε τα κύτταρα να μην μπορούν να αντιδράσουν φυσιολογικά σ' αυτήν.»
Η παχυσαρκία αυξάνει την πιθανότητα να πάθει κανείς διαβήτη. «Εκτός από το ρόλο της στη χρησιμοποίηση του σακχάρου, η ινσουλίνη είναι απαραίτητη και για την εναπόθεση λίπους στο σώμα,» εξηγεί ο Δρ. Ταλουαλκάρ. «Στους παχύσαρκους, μπορούμε να πούμε ότι παρατηρείται μια "κλοπή ινσουλίνης": Το λίπος, δηλαδή, "υποκλέπτει" την ινσουλίνη από τα άλλα κύτταρα και προετοιμάζει το έδαφος για την εμφάνιση του διαβήτη.»
Η κληρονομικότητα παίζει επίσης σημαντικό ρόλο στον ΜΕΙΣΔ. Όσοι έχουν στενούς συγγενείς, οι οποίοι υποφέρουν απ' αυτήν την πάθηση, έχουν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν και οι ίδιοι διαβητικοί. Τα παιδιά ενός ζευγαριού διαβητικών παρουσιάζουν πιθανότητα μεγαλύ τερη από 25% να προσβληθούν από ΜΕΙΣΔ. Εξ άλλου, όπου οι γάμοι ανάμεσα σε συγγενείς εξ αίματος είναι συνηθισμένοι, το ποσοστό του     διαβήτη είναι υψηλότερο.                    
«Ευτυχώς,» επισημαίνει ο Δρ. Σ. Ντ.   Βανταρκάρ,   Διευθυντής   του Τμήματος   Ενδοκρινολογικών    και Μεταβολικών Παθήσεων στο Νοσοκομείο Κινγκ Έντουαρντ Μεμόριαλ της Βομβάης, «η άλλη μορφή του διαβήτη, δηλαδή ο Εξαρτώμενος από την Ινσουλίνη Σακχαρώδης Διαβήτης (ΕΙΣΔ) ή "νεανικός διαβήτης", όπως επίσης λέγεται, είναι σπάνιος. Ο διαβήτης αυτός προκαλείται μάλλον από κάποια λοίμωξη του παγκρέατος, οφειλόμενη σε ιούς, η οποία προσβάλλει τα παιδιά και καταστρέφει εκείνα τα κύτταρα που παράγουν την ινσουλίνη.   Ο διαβήτης αυτός, πάντως, είναι συνήθως πολύ σοβαρός.
«Σ' αυτούς τους ασθενείς, ωστόσο,» λέει ο Δρ. Βανταρκάρ, «τα τυπικά συμπτώματα εμφανίζονται ακόμα και στα αρχικά στάδια της πάθησης, καθιστώντας έτσι δυνατή την πρώιμη διάγνωση. Από την άλλη μεριά, οι περισσότεροι ασθενείς που πάσχουν από την πρώτη μορφή διαβήτη (ΜΕΙΣΔ) δεν παρουσιάζουν συμπτώματα για πολλά χρόνια και, συχνά, η διάγνωση γίνεται συμπτωματικά, όταν εκτελούνται αναλύσεις αίματος για κάποιον άλλο λόγο.»
Οι χρόνιες μολύνσεις, ιδίως του δέρματος και του ουροποιητικού συστήματος, πρέπει να θεωρούνται ύποπτες: Συχνά αποτελούν ένδειξη ότι ένα άτομο πάσχει από διαβήτη. Οι διαβητικοί είναι περισσότερο ευπρόσβλητοι σ' αυτές τις μολύνσεις, γιατί ο διαβήτης μειώνει τη φυσική τους αντοχή και οι μικροοργανισμοί αναπτύσσονται ταχύτατα στους πλούσιους σε σάκχαρο ιστούς. Παράδειγμα, η περίπτωση μιας Ινδής: Η εξηντάχρονη Βατσάλα Ντεσάι είχε κόψει το πόδι της καθώς δούλευε στην κουζίνα της. Μιας και η πληγή ήταν μικρή, απλώς έπλυνε το πόδι της και δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός. Προς μεγάλη της έκπληξη, ωστόσο, η πληγή μολύνθηκε μερικές μέρες αργότερα και δεν επουλωνόταν παρ' όλες τις αλοιφές που χρησιμοποιούσε. Τελικά, μετά από δυο μήνες πήγε στο γιατρό. Εκείνος τη συμβούλεψε να κάνει ανάλυση αίματος. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως η κυρία Ντεσάι είχε διαβήτη και έπρεπε ν' αρχίσει αμέσως αντιδιαβητική θεραπεία.
Αυτού του είδους οι ασθενείς είναι τυχεροί, διότι η συστηματική θεραπεία, όταν αρχίζει έγκαιρα, μπορεί να καθυστερήσει - μερικές φορές, μάλιστα, και να ανακόψει - την αδυσώπητη εξέλιξη της πάθησης. Τις περισσότερες φορές, όμως, ο διαβήτης διαπιστώνεται και η θεραπεία του αρχίζει όταν είναι πια αργά... Ο Ατμαράμ Φουλέ, ένας μηχανικός αυτοκινήτων από την Βομβάη, που στα 72 του χρόνια είχε πια σταματήσει να εργάζεται, δεν υποπτευόταν ότι ήταν διαβητικός, ώσπου, ένα πρωί, ξύπνησε και δεν μπορούσε να κουνήσει το δεξί του χέρι και πόδι. Η δεξιά πλευρά τού προσώπου του είχε κρεμάσει και δεν κατόρθωνε να αρθρώσει καθαρά τις λέξεις. Στο νοσοκομείο, οι γιατροί διαπίστωσαν πως το σάκχαρο στο αίμα του ήταν υπερβολικά υψηλό. Στο μεγάλο διάστημα που ο διαβήτης του Ατμαράμ είχε περάσει απαρατήρητος, η αρρώστια είχε επιταχύνει τη σκλήρυνση και τη στένωση των αιμοφόρων αγγείων. Τελικά, μια αρτηρία στην αριστερή πλευρά του εγκεφάλου του αποφράχτηκε τελείως, με αποτέλεσμα την ημιπληγία.
Αυτή η στένωση των αρτηριών, που ονομάζεται «διαβητική αγγειοπάθεια», μπορεί επίσης να εμφανιστεί στις στεφανιαίες αρτηρίες και να προκαλέσει έμφραγμα. «Πράγματι,» λέει ο δρ. Βανταρκάρ, «τα εμφράγματα είναι κατά πολύ συχνότερα στους διαβητικούς απ' ό,τι στους μη διαβητικούς.» Όταν οι μικρότερες αρτηρίες, που αιματώνουν τον αμφιβληστροειδή, επηρεαστούν με τον ίδιο τρόπο, παρατηρείται μείωση της οράσεως, ακόμα και τύφλωση. Ο διαβήτης μπορεί επίσης να καταστρέψει τα νεφρά και να οδηγήσει σε νεφρική ανεπάρκεια. Κι αν η πάθηση αυτή στενέψει τα αγγεία στα χέρια ή στα πόδια ενός ατόμου, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η γάγγραινα, οπότε πρέπει να γίνει ακρωτηριασμός του μέλους.
Πριν από το 1921, πριν δηλαδή από τη χρονιά που ο Καναδός γιατρός Σερ Φρέντρικ Γκραντ Μπάντιγκ και ο συνάδελφος του Δρ. Τσαρλς Χέρμπερτ Μπεστ ανακάλυψαν τη φυσική ινσουλίνη, ο νεανικός διαβήτης σκότωνε, χωρίς εξαίρεση σχεδόν, τα άτομα που προσβάλλονταν απ' αυτόν. Σήμερα, παρ' όλο που δεν υπάρχει θεραπεία, με τις ενέσεις ινσουλίνης και τα άλλα φάρμακα, ο διαβήτης μπορεί να τεθεί υπό έλεγχο.
Η θεραπεία, όμως, είναι παρατεταμένη. Σχεδόν όλοι όσοι πάσχουν από νεανικό διαβήτη πρέπει να κάνουν ενέσεις ινσουλίνης σε όλη τους τη ζωή, ενώ οι ασθενείς που υποφέρουν από ΜΕΙΣΔ, και ιδίως οι παχύσαρκοι, μπορούν να ελέγξουν την πάθηση τους μόνο με τη δίαιτα και τη σωματική άσκηση.
«Η δίαιτα και η σωματική άσκηση,» τονίζει ο Δρ. Χ. Μπ. Τσαντάλια, επίτιμος Διαβητολόγος και Ενδοκρινολόγος (στο Νοσοκομείο Τζάσλοκ της Βομβάης, «αποτελούν τον κυριότερο τρόπο αντιμετωπίσεως του διαβήτη.»   Παλιότερα,   πιστευόταν πως οι διαβητικοί θα έπρεπε να περιορίζουν τις τροφές που περιέχουν πολλούς υδατάνθρακες, όπως το ρύζι και το σιτάλευρο. Οι γιατροί όμως απέδειξαν αναντίρρητα ότι η ασθένεια ελέγχεται πιο αποτελεσματικά με ένα διαιτολόγιο πλούσιο σε υδατάνθρακες και φτωχό σε λίπη.  Οι συμπυκνωμένοι    πάντως    υδατάνθρακες,   όπως   η   ζάχαρη   και   τα γλυκά, θα πρέπει να αποφεύγονται. Το κλειδί  μιας επιτυχούς θεραπείας είναι η τακτική παρακολούθηση του αρρώστου και η συστηματική αγωγή σε ειδικές κλινικές για διαβητικούς, όπου οι γιατροί είναι ενήμεροι γύρω από τις τελευταίες θεραπευτικές μεθόδους.
«Εάν η αντιδιαβητική θεραπεία διακοπεί ξαφνικά ή δεν είναι συστηματική, μπορεί να προκύψουν σοβαρές επιπλοκές,» προειδοποιεί ο Δρ. Βανταρκάρ. Ας πάρουμε την περίπτωση της 17χρονης Σαμπνάμ Αλί από την Βομβάη, που έπασχε από νεανικό διαβήτη. Η κοπέλα έκανε τακτικά ενέσεις ινσουλίνης, κάπου ένα χρόνο, όταν χρειάστηκε να πάει στο χωριό της, οπότε οι ενέσεις σταμάτησαν μιας και εκεί δεν υπήρχε γιατρός. Επί δύο εβδομάδες, η υγεία της Σαμπνάμ ήταν καλή. Ύστερα, τα συμπτώματα ξαναεμφανίστηκαν - υπερβολική πείνα και δίψα, συχνουρία και πολυουρία. Μερικές μέρες αργότερα παρουσίασε υπνηλία και, τελικά, έπεσε σε κώμα.
Η Σαμπνάμ μεταφέρθηκε επειγόντως σ' ένα κρατικό νοσοκομείο της Βομβάης, όπου την ανέλαβαν ειδικοί διαβητολόγοι. Μερικές απλές εργαστηριακές  εξετάσεις  επιβεβαίωσαν τις υποψίες των γιατρών: παρουσίαζε μια εξαιρετικά επικίνδυνη μορφή διαβητικού κώματος. Το κώμα αυτό προκαλείται όταν τα κύτταρα του οργανισμού, εξ αιτίας της απουσίας της ινσουλίνης, δεν μπορούν να μεταβολίσουν τη γλυκόζη κι έτσι στρέφονται σε άλλες μορφές ενέργειας. Τα αποθέματα λίπους διασπώνται και το λίπος καίγεται, με αποτέλεσμα το αίμα να πλημμυρίζει από κετονικά οξέα. Όταν το επίπεδο τους ξεπεράσει ένα ορισμένο όριο, τα κετονικά οξέα επιφέρουν το θάνατο. Στην περίπτωση της Σαμπνάμ, οι γιατροί έκαναν υπεράνθρωπες προσπάθειες να αναστρέψουν το κώμα, χρησιμοποιώντας ενδοφλέβια διαλύματα φυσιολογικού ορού, καθώς και ινσουλίνη, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Το κορίτσι πέθανε μετά από λίγες μέρες.
Στη συνεχιζόμενη μάχη ενάντια στην πανάρχαια αυτή ασθένεια, η σύγχρονη Ιατρική χρησιμοποιεί τώρα καινούρια όπλα. Μια από τις πιο ευφυείς ίσως σημερινές μεθόδους είναι η εμφύτευση «τεχνητού παγκρέατος», που επινοήθηκε στις ΗΠΑ και στην Βρεταννία. Το «τεχνητό πάγκρεας» μπορεί και υπολογίζει το επίπεδο του σακχάρου στο αίμα, έτσι ώστε να παράγει τις απαιτούμενες ποσότητες ινσουλίνης. Ορισμένοι ειδικοί ελπίζουν, πως εκείνοι των οποίων το πάγκρεας έχει καταστραφεί ή λειτουργεί πλημμελώς, θα μπορέσουν να βοηθηθούν χάρη στις μεταμοσχεύσεις. Άλλοι πάλι έχουν στρέψει την προσοχή τους στην Γενετική: εισάγουν ένα γονίδιο που συνθέτει ινσουλίνη σε ορισμένα μικρόβια, αναγκάζοντας τα έτσι να παράγουν την ορμόνη. Με τη μέθοδο αυτή ο ασθενής έχει στη διάθεση του μια πηγή ινσουλίνης που, όπως είναι φανερό, είναι πιο φτηνή απ' ό,τι το ζωικό πάγκρεας.
Φυσικά, θα περάσουν πολλά χρόνια ώσπου αυτές οι τεχνικές ν' αποκτήσουν ευρεία χρήση. Στο μεταξύ, οι γιατροί τονίζουν πως οι διαβητικοί - αλλά κι αυτοί που έχουν την τάση να πάθουν διαβήτη (λανθάνων διαβήτης) - μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους ακολουθώντας τους παρακάτω κανόνες:
1. Αν είναι πάνω από 35 χρόνων, παχύσαρκοι, και έχουν συγγενείς που πάσχουν από διαβήτη, θα πρέπει να κάνουν συχνά εξετάσεις, ώστε η πάθηση να διαπιστωθεί έγκαιρα. Η συχνή εμφάνιση δοθιήνων, οι πληγές που αργούν να κλείσουν, η συνεχής κόπωση, η υπερβολική πείνα και δίψα, καθώς και η συχνουρία-πολυουρία είναι προειδοποιητικά συμπτώματα.
2.   Όσοι κάνουν θεραπεία, θα πρέπει να ακολουθούν κατά γράμμα τις συμβουλές του γιατρού ως προς τη δίαιτα και τις δόσεις των φαρμάκων, και να μην παραμελούν να επισκέπτονται το γιατρό τακτικά, ώστε να ελέγχει την πορεία της νόσου.
3.   Θα πρέπει επίσης να μάθουν να εξετάζουν μόνοι τα ούρα τους για σάκχαρο και να κάνουν ενέσεις ινσουλίνης στον εαυτό τους, εφόσον αυτές είναι απαραίτητες.
4.   Τα πόδια, και ιδίως το διάκενο ανάμεσα στα δάκτυλα, πρέπει να είναι πάντα καθαρά και στεγνά. Τα παπούτσια ή τα σανδάλια θα πρέπει, επίσης, να έχουν καλή εφαρμογή.
5.   Σκόπιμο είναι, όσοι πάσχουν, να έχουν πάντα μαζί τους, στο πορτοφόλι τους, μια «Ταυτότητα Διαβητικού», με το όνομα του γιατρού τους, τη διεύθυνση και το τηλέφωνο του.
«Η διάγνωση του διαβήτη,» λέει ο Δρ. Ατζγκαονκάρ, «ισοδυναμούσε κάποτε με θανατική καταδίκη. Εφ' όσον όμως οι ασθενείς ακολουθούν τους παραπάνω κανόνες, έχουν πολλές πιθανότητες να ζήσουν υγιείς και δραστήριοι.»

ΕΠΙΛΟΓΕΣ/India Times