Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2017

9/11: Η απαγορευμένη φωτογραφία





9/11: Η απαγορευμένη φωτογραφία

Γράφει η  Ντέπυ Κουρέλλου

Ο Ρίτσαρντ Ντρου γεννήθηκε το 1946 και είναι ένα από τους τέσσερις φωτογράφους που ήταν παρόντες στις 5 Ιουνίου 1968, στο ξενοδοχείο Ambassador, του Λος Άντζελες, ακολουθώντας τον γερουσιαστή Ρόμπερτ –Μπόμπι-Κένεντι να φεύγει μέσα από την κουζίνα του ξενοδοχείου, όπου και δολοφονήθηκε. Το πουκάμισο του γέμισε με τα αίματα του γερουσιαστή, όμως, αυτό δεν τον σταμάτησε από το να ανέβει πάνω σε ένα τραπέζι για να βγάλει φωτογραφίες τον χτυπημένο άντρα. Ήταν 21 ετών και κατέβασε τη μηχανή του όταν η σε απόγνωση Έθελ Κένεντι άρχισε να ουρλιάζει «σταματήστε να τραβάτε φωτογραφίες».
Διαπιστευμένος φωτογράφος του Associated Press, την ημέρα που τα Boeing 747 προσέκρουσαν στους Δίδυμους Πύργους του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου έτρεξε με τη φωτογραφική του μηχανή περασμένη στο λαιμό στο Lower Manhattan. Όταν έφτασε ο δεύτερος πύργος ακόμα δεν είχε χτυπηθεί. Το θέαμα ήταν τρομακτικό. Ο κόσμος παραδομένος σε οδυρμό απλά κοιτούσε και ο Ντρου τραβούσε, όταν άκουσε μια γυναίκα να ουρλιάζει «Θε μου οι άνθρωποι πηδάνε από το κτήριο». Ο Ντρου ακολούθησε το βλέμμα της κι άρχισε να «τραβάει» την ελεύθερη πτώση ενός άντρα στο κενό. Το κακό δεν είχε ολοκληρωθεί. Στις 9.03π.μ χτυπήθηκε και ο Νότιος Πύργος. Στα επόμενα 109 λεπτά και οι δύο Πύργοι είχαν καταρρεύσει. Η σκόνη, ο καπνός, κυρίως, ο πανικός του κόσμου μετέτρεψαν την πόλη σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.
Ο Ντρου είχε ξεχάσει τις φωτογραφίες του άντρα σε πτώση. Μόνο, όταν βρέθηκε στον υπολογιστή του, στα γραφεία του Associated Press στο κτήριο Ροκφέλερ, προσπαθώντας να βάλει σε μια τάξη το υλικό του, θυμήθηκε εκείνη τη φωτογραφία. Συζητώντας με τη συντακτική ομάδα των New York Times, αργότερα το ίδιο απόγευμα, τούς υπέδειξε αυτή τη φωτογραφία. «Κάτι συμβαίνει με αυτή τη φωτογραφία, απλά σου μιλάει», θα πει στους συντάκτες. Η εφημερίδα δημοσίευσε  τη φωτογραφία μαζί με άλλες στην πρώτη της σελίδα με την λεζάντα «ένας άντρας πέφτει από το κτήριο του Βόρειου Πύργου. Μια τρομακτική στιγμή που επαναλήφθηκε κι από άλλους εγκλωβισμένους». Δεν ήταν η μόνη εφημερίδα, όλα τα μέσα του κόσμου πρόβαλαν αυτή τη φωτογραφία.
Μια, όμως, εφημερίδα, η The Morning Call από την Πενσυλβάνια, την επέλεξε ολοσέλιδη στην τελευταία της σελίδα. Η photo editor Ναόμι Χάλπεριν ήταν εκείνη που πρότεινε να δοθεί γενναίος χώρος σε αυτή τη φωτογραφία. Όπως θα πει στο ντοκιμαντέρ του Χένρι Σίνγκερ, 9/11 : The Falling Man» (2006), «είδα μια ακινησία ενώ ήξερα πως υπήρχε κίνηση, είδα μια ησυχία ενώ ήξερα πως βρισκόταν σε ένα θορυβώδες, ζοφερό μέρος, είδα αξιοπρέπεια».
Πράγματι, η φωτογραφία δείχνει έναν άντρα σα να αιωρείται. Το γόνατο του είναι λυγισμένο χαλαρά, το πουκάμισο του έχει απελευθερωθεί από την ασφυξία της ζώνης, φοράει ακόμα τα παπούτσια του. Είναι σαν βέλος στον αέρα. Κι ενώ έχει επιλέξει την τραγική του μοίρα φαίνεται ήρεμος, συμβιβασμένος με ένα τρομακτικό συναίσθημα. Είναι η μόνη τέτοια φωτογραφία, όλες οι υπόλοιπες φωτογραφίες εκείνων που στην αμερικανική συνείδηση έχει επικρατήσει να ονομάζονται jumpers (βουτηχτές σε μια ελεύθερη ελληνική μετάφραση)  είναι εικόνες πανικού, τρόμου. Αυτή η φωτογραφία δείχνει έναν γαλήνιο άντρα.
Τίποτα από τα παραπάνω δεν είδαν οι αμερικανοί πολίτες. Η φωτογραφία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Ο κόσμος δεν ήθελε να βλέπει αυτήν την εικόνα. Προτίμησαν τις ηρωικές φωτογραφίες της ομάδας των πυροσβεστών. Ο Ρίτσαρντ Ντρου, στις δεκάδες συνεντεύξεις που έχει δώσει αυτά τα 15 χρόνια με αφορμή αυτή τη φωτογραφία, υπερασπίζεται την επιλογή του: «Δεν υπάρχει βία, δεν υπάρχει αίμα σε αυτή τη φωτογραφία. Μόνο ένας άνθρωπος που πέφτει».
Ωστόσο, η φωτογραφία εξορίστηκε από κάθε αμερικανικό μέσο, μέχρι που το 2006, ο δημοσιογράφος Τομ Τζουνόντ αποφάσισε να ασχοληθεί με τον άνθρωπο σε πτώση, The falling man, όπως επικράτησε να αποκαλείται από τη στιγμή που δημοσιεύτηκε το ρεπορτάζ του στο περιοδικό Esquire. Ο δημοσιογράφος περιγράφει πως ο αριθμός των ανθρώπων που πήδησαν από τα παράθυρα των Δίδυμων Πύργων εκείνη την ημέρα είναι ανυπολόγιστος. Κι οι πτώσεις άρχισαν, λεπτά μόλις μετά την πρώτη πρόσκρουση αεροπλάνου στον Βορεινό Πύργο. «Πήδηξαν για να ξεφύγουν από τον καπνό και τη φωτιά, πήδηξαν όταν το ταβάνι έπεσε, το δάπεδο υποχώρησε, πήδηξαν για να αναπνεύσουν για μια ακόμα φορά πριν πεθάνουν».
Ο δημοσιογράφος ισχυρίζεται πως οι εγκλωβισμένοι δεν σταμάτησαν να πηδούν μέχρι που κατέρρευσαν τα κτήρια, κάτι που οι επίσημες αρχές της πόλης της Ν. Υόρκης ποτέ δεν επιβεβαίωσαν. Για τις αρχές όλοι οι νεκροί των Δίδυμων Πύργων είναι θύματα ανθρωποκτονίας κι όχι jumbers. Σύμφωνα με το Wikipedia'Jumper' είναι κάποιος που πηγαίνει το πρωί στη δουλειά έχοντας αποφασίσει πως θα αυτοκτονήσει. Αυτοί οι άνθρωποι αναγκάστηκαν από τον καπνό και τη φωτιά».
Αυτοκτονία, λοιπόν, αυτή είναι η λέξη που σοκάρει το αμερικανικό κοινό. Αυτή είναι η αιτία που κανείς δεν θέλει να βλέπει αυτή τη φωτογραφία.
Όταν ο ρεπόρτερ Πίτερ Τσέινι, της The Globe and Mail, ξεκίνησε μια έρευνα για την ταυτότητα του άντρα της φωτογραφίας, κατέληξε πως αυτός ήταν ο Νορμπέρτο Χερνάντεζ, pastry chef στο εστιατόριο Windows on the World, στον 106ο όροφο του Βόρειου Πύργου. Κουβανικής καταγωγής ο Χερνάντεζ κι η οικογένεια του, πιστοί καθολικοί δεν θέλησαν ο άνθρωπος του προτίμησε την αυτοκτονία, αυτό θα τον έστελνε στην… κόλαση. Η οικογένεια αρνήθηκε να μιλήσει σε δημοσιογράφους, διαολόστηλε τον Τσέινι όταν έφτασε με τις φωτογραφίες στην πόρτα του σπιτιού τους και μετακόμισε για να γλιτώσει από την πίεση των media. Δέχτηκε να μιλήσει, μόνο, στον Τζουνόντ και να δει χρόνια μετά όλες τις φωτογραφίες του Falling Man. Τότε, η σύζυγος του, βεβαίωσε πως αυτά δεν ήταν τα ρούχα που φορούσε το Νορμπέρτο εκείνη την ημέρα. Οι chef στο Windows on the World φορούσαν καρό παντελόνια, ο άνθρωπος στη φωτογραφία μαύρο…
Ωστόσο, η είδηση ήταν αλλού. Ο γαλήνιος άντρας σε πτώση δεν ήταν, τελικά, γαλήνιος. Τα καρέ που προηγήθηκαν της φωτογραφίας και όσα ακολούθησαν έδειχναν έναν άντρα σε αγωνία, που πάλευε… όπως όλοι οι άλλοι.
Ο Τομ Τζουνόντ, πάντως, στο κείμενο του στο Esquire δίνει άλλη μια εκδοχής της ταυτότητας του Falling Man. Εικάζει πως μπορεί να είναι ο Τζόναθαν Μπρίλι, ηχολήπτης στο εστιατόριο Windows of the World. Το πτώμα του Μπρίλι ήταν από εκείνα που ταυτοποιήθηκαν. Την αναγνώριση έκανε, ο αστυνομικός αδερφός του, Τίμοθι. Αναγνώρισε τον αδερφό του από τα χέρια και τα… παπούτσια που. Ζήτησε, μάλιστα και πήρε ένα μαζί του. Στις 12 Σεπτεμβρίου είδε στην εφημερίδα τη φωτογραφία του ανθρώπου σε πτώση. Εξοργίστηκε τόσο που δεν άνοιξε την εφημερίδα. Την κράτησε, όμως, στο ντουλάπι του. Όταν ο ερευνητής του περιοδικού πλησίασε την οικογένεια η αδερφή τους Γκουέν αναγνώρισε το κίτρινο μπλουζάκι μέσα από το πουκάμισο, ενώ ο executive chef του εστιατορίου Μάικλ Λομόνακο, που την τραγική μέρα άργησε να πάει στη δουλειά, στις πολλαπλές μεγεθύνσεις της φωτογραφίας ψέλλισε «θα μπορούσε να είναι ο Τζόναθαν».
«Όταν φέρνω στο μυαλό μου τον Τζόναθαν χαμογελάει, χορεύει, με αγκαλιάζει. Όταν είδα πρώτη φορά τη φωτογραφία προσεκτικά ήταν σαν να έπιασα ένα ζεσταμένο τηγάνι κι απομακρύνθηκα. Θα μπορούσε να είναι ο Τζόναθαν. Αλλά δεν είναι. Δεν έχει σημασία αν είναι. Είναι ένας άντρας που πήρε τη ζωή του στα χέρια του. Είχε αυτός ο άντρας τόση πίστη που πίστευε πως ο Θεός θα τον πιάσει; Ήταν τόσο φοβισμένος να ζήσει το τέλος που τον περίμενε εκεί πάνω; Αυτό είναι κάτι που συνέβη σε εκείνον. Νομίζω μεγαλύτερη σημασία δεν έχει να μάθουμε ποιος αυτός ο άντρας είναι, αλλά ποιοι είμαστε εμείς κοιτάζοντας αυτή τη φωτογραφία», θα πει στο ντοκιμαντέρ η Γουέν.
Η ταυτότητα που Falling man ποτέ δεν εξακριβώθηκε. Έγινε, όμως, το πρόσωπο του άγνωστου στρατιώτη της Αμερικής, έστω κι αν κανείς δεν θέλει να το κοιτάει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου