Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021

Τα βαφτίσια και άλλες εύθυμες ιστορίες

 


Έχω πολλές φορές ανεβάσει κείμενα ιστορικά και λαογραφικά του καλού μου Λασιθιώτη φίλου Μιχάλη Χουρδάκη (Νίσπιτα). Σήμερα θα σας παρουσιάσω μερικές εύθυμες κρητικές ιστοριούλες που αλίευσα στην σελίδα του στο facebook

Τα βαφτίσια και άλλες εύθυμες ιστορίες

Γράφει ο Μιχάλης Χουρδάκης Νίσπιτας

Η βάφτιση

Ήρεμο και χαμογελαστό εβάλανε το μωροκόπελο στην εκκλησά να το βαφτίσουνε, μα μος και του σίμωσε ο παπάς να διαβάσει τσ’ ευκές του Μυστηρίου, ήζεψ’ αυτό τα κλάηματα και δεν ήλεγε να σταματήσει.

- Εμά – εμά παπά μου κι ίντα ‘παθε το κοπέλι μου! Είπε η μάνα.

- Σώπα μπρε κι εδά απού δα το βουτήξω στην κολυμπήθρα δα μερέψει, απηλοήθηκε ο παπάς.

Το βάφτισε ο παπάς, εμύρωσε το κοπέλι, μα πού να σταματήσει το κλάημα! Εμπλάβισε η μούρη ντου κι ήλεγες πως δα σκάσει. Το ‘πιασε ο παπάς απάλαφρα – απάλαφρα, το σίμωσε στσι εικόνες του τέμπλου να προσκυνήσει, μα δεν εσταμάτα να κλαίει.

- Εβαφτίστης, εμυρώθης, έλαβες Πνεύμα Άγιο, ίντα διάολο έχεις και δεν αρνεύεις; Είπε τέλος – τέλος ο παπάς.

Κόψε του κατιτίς ακόμη

Εψυχομάχιε ‘δα μπλιο ο γέρος στο κρεβάτι κι εμαζώχτηκε στο σπίτι όλο το σόι, επέρνα ένας – ένας να του φιλήσει τη χέρα και να ζητήσει συγχώρεση κι ο πρωτογιός είχενε φερμένο το μαραγκό να πάρει μέτρα για την κάσα.

Εκειά που εποχαιρέτα μπλιο ο ετοιμοθάνατος, ήκουσε τα παζαρέματα, απού ‘κανε ο πρωτογιός με το μαραγκό και βάνει τσι φωνές.

- Πολλά ζητά ο κερατάς, παιδί μου, μόνο ανέ μπορείς κόψε του κατιτίς ακόμη!

Οι γιατροί σε φάγανε

Εκατό χρονώ ήτανε ο γέρο – βοσκός. Όλα τα χρόνια ντου επάντα τα ωζά στα όρη, ετυροκόμα και δεν ήθελε να κατεβεί στο χωριό. Σαν ήτονε να δώσει σφαχτά γή τυριά, ερχούντονε ο γιος του, τα ‘παιρνε, τα πήγαινε στην πολιτεία κι ο ίδιος ήκανε τα παζάρια κι ήπαιρνε τσοι παράδες.

Αχαμνός ως ήτονε ο γέρος, χειμώνα καιρό επλάκωσε ο χιονιάς, και τον έριξε κάτω η πνευμονία. (μπορεί να  ΄τονε και κορωνιός).

Με χίλια ζόρια τον εκατάφερε ο γιος και τον ήβαλε στο νοσοκομείο, μα επόθαν’ ο γέρο βοσκός σε τρεις μέρες και νεκρό τον επήγανε στο σπίτι, τόνε βάλανε στο καδελέτο κι η γρα σκυμμένη από πάνω ντου, ήλεγε:

- Αχι, βλαστέ μου! Μια τζη μιας στα εκατό σου σε ‘δανε οι γιατροί και σε ξεβγάλανε.

Βγαίνει ’σου δα μια!

ΚΑΘΑ βολά που ερχούντονε ο Κατζουρογιώργης από το μετόχι στη Νεάπολη για πουσούνια, δεν ήβανε ομπρός του τη στράτα του γιαερμού, α’ δεν εσταμάτα στο ντουκιάνι του Φραγκιά να γενεί φέσι με τη ρακή.

Η κερά και τα κοπέλια, σαν τόνε θωρούσανε ολομέθυστο να ’ρχεται στο σπίτι, του χύνουντονε.

– Παραίτησέ τη ’δα μπλιο την ευλοημένη, γιατί δα σε ξεκάμει, του λέγανε.

Το ’δε κι ο ίδιος και πήρε απόφαση να μην την ανελιγώσει μπλιο τη ρακή.

Την άλλη στραθιά, σαν ετέλεψε τσι δουλειές του στη Νεάπολη, ήπιασε τη στράτα οπίσω, μα είπε τ’ απατού ντου.

– Γιάε, Γιωργάκη, όντε δα περάσεις όξω από το ρακάδικο του Φραγκιά, δε δα σταματήσεις για ρακή.

Σαν επέρασε το ντουκιάνι μια εκατοστή μέτρα ο Γιωργάκης ευχαριστημένος που ετήρησε το λόγο ντου, είπε πάλι:

– Μπράβο σου, Γιωργάκη, μα αφού εστάθηκες άντρας στο λόγο σου, σου βγαίνει ’δα μια.

Εγιάγυρε οπίσω, εμπήκε στου Φραγκιά και την ήκαμε πάλι τρικαντήλα

FACEBOOK / Μιχάλης Χουρδάκης Νίσπιτας

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου