Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΜΠΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΜΠΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025

Η Προσπάθεια για Φίμωση και ο Φόβος της Αλήθειας

 


Η Προσπάθεια για Φίμωση και ο Φόβος της Αλήθειας

Από τα Τέμπη στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ: 

"Ο αγώνας ενάντια στη λήθη και την αποσιώπηση"

 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Γραικιώτης

Οικονομολόγος - Αρθρογράφος κοινωνικών και ιστορικών θεμάτων

 


1. Το Αρχέγονο Ερώτημα της Δικαιοσύνης

Τι είναι αυτό που κάνει τις φωνές που ζητούν δικαιοσύνη τόσο απειλητικές για την εξουσία; Γιατί, ακόμη και σήμερα, σε μια εποχή που η πληροφορία είναι παντού, κάποιοι επιμένουν να φιμώσουν όσους απαιτούν δικαιοσύνη και λογοδοσία; Το ερώτημα αυτό δεν είναι θεωρητικό, δεν είναι νέο αλλά είναι τόσο παλιό όσο και η ίδια η ανθρώπινη ιστορία. Είναι βαθιά υπαρξιακό για κάθε κοινωνία που θέλει να λέγεται δημοκρατική. Από τις εποχές των πρώτων μαρτύρων της αλήθειας μέχρι τους σύγχρονους ακτιβιστές, η φωνή που ζητά λογοδοσία και διαφάνεια αντιμετωπίζει πάντοτε αντιστάσεις.

Η περίπτωση των Τεμπών και η στάση της κυρίας Καρυστιανού, εκπροσώπου του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων  καθώς και των υπολοίπων συγγενών των θυμάτων είναι ένα σύγχρονο παράδειγμα του αγώνα ενάντια στη σιωπή και την λήθη. Ένας αγώνας που θυμίζει τις αρχές του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ, ο οποίος πίστευε ότι η αδικία δεν πρέπει να ξεχνιέται, ούτε να αποσιωπάται. Αν δεν καταγραφεί, αν δεν αποδειχθεί, τότε κάποιοι θα ισχυριστούν ότι «δεν συνέβη ποτέ». Και για αυτό σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι επιτακτική ανάγκη να αγωνιζόμαστε “ενάντια στη λήθη”, γιατί η λήθη είναι το πρώτο βήμα προς τη συγκάλυψη.

 


2. Οι Μηχανισμοί Φίμωσης: Όταν η Αλήθεια Πονάει

Οι προσπάθειες φίμωσης ή υποβάθμισης των φωνών που ζητούν δικαιοσύνη δεν είναι τυχαίες ούτε ασύνδετες. Η φίμωση δεν είναι απλώς σιωπή.  Είναι ενεργή στρατηγική. Προέρχεται συνήθως από εκείνους που έχουν κάτι να χάσουν από την αποκάλυψη της αλήθειας. Από εκείνους που έχουν θεσμική, πολιτική ή οικονομική ευθύνη και άρα διακύβευμα από την αποκάλυψη της πλήρους αλήθειας. Η αντίδρασή τους στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες:

Πολιτικό Κόστος: Η πλήρης αποκάλυψη των αιτίων και των υπευθύνων για το δυστύχημα στα Τέμπη συνεπάγεται βαρύ πολιτικό τίμημα. Αποκαλύπτει διαχρονικές παραλείψεις, ανεπάρκεια ελέγχου, αδράνεια ή συγκάλυψη, ευθύνες σε ανώτερα επίπεδα εξουσίας δηλαδή στοιχεία που θίγουν κυβερνήσεις και κόμματα.

Θεσμική Προστασία: Η φίμωση λειτουργεί ως μηχανισμός αυτοάμυνας ως ασπίδα απέναντι στην απαξίωση δημόσιων οργανισμών, απαξίωση για ολόκληρα θεσμικά συστήματα, που επιδιώκουν να διατηρήσουν το κύρος τους. Η ανάδειξη των διαρθρωτικών αδυναμιών σε οργανισμούς όπως ο ΟΣΕ ή οι ρυθμιστικές αρχές θα σήμαινε την αποδόμηση ενός ολόκληρου διοικητικού οικοδομήματος.

Υποβάθμιση Ευθυνών: Η υποβάθμιση των ευθυνών μέσω της εστίασης στο ανθρώπινο λάθος είναι η πιο βολική λύση. Η συστηματική εστίαση στο λεγόμενο “ανθρώπινο λάθος” —του σταθμάρχη— είναι μια προσπάθεια να περιορίσει την υπόθεση σε ένα μεμονωμένο περιστατικό, αποκρύπτοντας τη θεσμική και πολιτική ευθύνη της μη λειτουργίας των συστημάτων ασφαλείας.

 

 

3. Ο Αγώνας των Συγγενών: Μια Σύγχρονη Αντι-λησμονητική Πορεία

Η στάση της κυρίας Καρυστιανού και των συγγενών των θυμάτων στα Τέμπη δεν είναι απλώς συναισθηματική αντίδραση. Είναι πολιτική πράξη. Είναι η εφαρμογή των αρχών του Κινγκ στη σύγχρονη Ελλάδα.

Ο Κινγκ πίστευε πως η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι να νικήσεις τον εχθρό σου, αλλά να εμποδίσεις τη λήθη να καταπιεί την αδικία και για αυτό ο Κινγκ απαιτούσε οι κάμερες να καταγράφουν τη βία για να υπάρξουν αποδείξεις διότι, όπως έλεγε, «αν δεν το δουν, θα πουν πως δεν συνέβη ποτέ». Την συμβουλή του M.L.King  ακολουθούν και οι συγγενείς με το να απαιτούν πλήρη διαφάνεια. Γιατί δεν αρκεί να γνωρίζουμε ότι έγινε το δυστύχημα. Πρέπει να αποδείξουμε το γιατί έγινε. Οι συγγενείς των θυμάτων των Τεμπών αγωνίζονται να μην ξεχαστούν οι 57 νεκροί τους και να μην παραγραφούν οι ευθύνες κάτω από την θολούρα που δημιουργεί το πέρασμα του χρόνου ή η ρητορική του “ανθρώπινου λάθους”.

Ζητούν πλήρη διαφάνεια στη δικαστική έρευνα, καταγραφή των τεχνικών ελλείψεων, ανάδειξη των διοικητικών και πολιτικών παραλείψεων. Ο φόβος τους είναι συγκεκριμένος: Η υπόθεση των ανθρώπων τους που χάθηκαν δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να βυθιστεί στη δικαστική ομίχλη και να παραδοθεί στη λήθη.

 

 

4. Η Αναγκαιότητα της «Απόδειξης» ως πολιτική πράξη

Η ανάγκη για «απόδειξη» δεν είναι νομική λεπτομέρεια. Είναι πολιτική πράξη. Είναι η άρνηση της λήθης. Είναι η απαίτηση να μην ξεχαστούν οι 57 ψυχές. Είναι η πίεση προς τα ΜΜΕ, την Ευρώπη, τη Δικαιοσύνη, ώστε η έρευνα να φτάσει σε βάθος.

Το ερώτημα που έθετε ο Κινγκ παραμένει δραματικά επίκαιρο: «Χρειαζόμαστε αποδείξεις για να πιστέψουμε στην αδικία;»

Στην υπόθεση των Τεμπών, οι συγγενείς απαντούν ξεκάθαρα: ναι, χρειαζόμαστε αποδείξεις, όχι για το ότι συνέβη το δυστύχημα – αυτό είναι αυτονόητο – αλλά για το γιατί συνέβη.

Η αλήθεια δεν αναζητείται στο γεγονός, αλλά στα αίτια.

Αποδείξεις για τα Μη-Λειτουργικά Συστήματα: Τα συστήματα ασφαλείας ήταν εκτός λειτουργίας επί χρόνια. Η αλήθεια πρέπει να αποκαλύψει ποιος είχε την ευθύνη αυτής της παρατεταμένης αποτυχίας.

Αποδείξεις για τις Παραλείψεις και τη Διαφθορά: Οι καθυστερήσεις στα έργα, οι αστοχίες στις συμβάσεις και η ανυπαρξία ηλεκτρονικού ελέγχου αποτελούν τη «σύγχρονη μαρτυρία» που ζητούσε ο Κινγκ – τη μαρτυρία της κάμερας που δείχνει ό,τι οι ισχυροί θα ήθελαν να σβήσουν.

 

 

5. Η Πίεση ως Μηχανισμός Αντίστασης

Στον 21ο αιώνα, ο αγώνας για δικαιοσύνη δεν διεξάγεται μόνο στους δρόμους αλλά και στα μέσα ενημέρωσης, στα ευρωπαϊκά όργανα, στα δικαστήρια.

Η Καρυστιανού και οι συγγενείς των θυμάτων χρησιμοποιούν την πίεση ως εργαλείο διατήρησης της μνήμης:

·        με δημόσιες παρεμβάσεις στα ΜΜΕ,

·        με συγκέντρωση υπογραφών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

·        με νομικές κινήσεις που δεν επιτρέπουν στην υπόθεση να ξεχαστεί.

Η πίεση αυτή λειτουργεί ως αντίδοτο στη λήθη και ως ασπίδα απέναντι στη προσπάθεια συγκάλυψης. Είναι η διαρκής υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε στατιστικό νούμερο υπάρχουν πρόσωπα, ζωές, οικογένειες, και πως η αλήθεια δεν μπορεί να θαφτεί για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας.

 

 

6. Συμπέρασμα: Ο Αγώνας για τη Μνήμη

Ο αγώνας των συγγενών των Τεμπών δεν είναι μόνο νομικός ή ηθικός· είναι ιστορικός.

Είναι η διεκδίκηση του δικαιώματος να μην ξεχαστεί η αδικία, να αποτυπωθεί η ευθύνη με τρόπο που θα αποτρέψει την επανάληψή της.

Όπως θα έλεγε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, “η αδικία οπουδήποτε είναι απειλή για τη δικαιοσύνη παντού”.

Αν δεν υπάρξει συλλογική μνήμη, τότε το τραγικό γεγονός των Τεμπών κινδυνεύει να μετατραπεί σε ακόμη ένα σημείο υποσημείωσης της ιστορίας· και τότε, οι υπεύθυνοι θα μπορέσουν να ισχυριστούν πως «δεν συνέβη ποτέ».

Για αυτό και η ανάγκη για «αποδείξεις» δεν είναι νομική λεπτομέρεια. Είναι πολιτική πράξη. Είναι η άρνηση της λήθης.

Ο αγώνας της Καρυστιανού και των συγγενών είναι επομένως ένας σύγχρονος αγώνας ενάντια στη θεσμική λήθη, μια μάχη για την αποκατάσταση της αλήθειας και της αξιοπρέπειας των θυμάτων. Είναι η απαίτηση να μην ξεχαστούν οι 57 ψυχές. Είναι η πίεση προς τα ΜΜΕ, την Ευρώπη, τη Δικαιοσύνη, ώστε η έρευνα να φτάσει σε βάθος. Και όσο αυτή η φωνή για πίεση παραμένει ζωντανή, η φίμωση δεν θα έχει τον τελευταίο λόγο.

Ο απλός λαός που συμπαρίσταται στον αγώνα των συγγενών των θυμάτων γνωρίζει πολύ καλά πως αν δεν υπάρξει πίεση, αν δεν υπάρξει καταγραφή, τότε η αλήθεια θα θαφτεί. Και μαζί της, η ελπίδα για δικαιοσύνη. Και αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να το επιτρέψουμε να συμβεί.

Καλή δύναμη σε όλους και καλή συνέχεια στον δρόμο της αλήθειας και της μνήμης

ΚΓ

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2024

Μια μαρτυρία για τα Τέμπη

 


ΒΑΓΟΝΙ 3, ΘΕΣΗ 74,

μια μαρτυρία για τα Τέμπη

Γράφει η Βικτωρία Ιωσηφίδου

Χρόνια  είχα να ταξιδέψω με το τρένο. Την τελευταία φορά είχε σταματήσει ξημερώματα τρεις ολόκληρες ώρες στη μέση της διαδρομής Θεσσαλονίκη-  Αθήνα και έχασα το πλοίο για την Κύθνο. Κι από  τότε είπα: «Εγώ δεν ξανανεβαίνω σε τρένο ποτέ πια σ’ αυτή τη χώρα».

Κι όμως τώρα τα πράγματα φαίνεται να άλλαξαν . Όλοι μιλάνε πια με τα καλύτερα λόγια για αυτό το γρήγορο τρένο, ΤΟ ΒΕΛΟΣ, που κάνει τη διαδρομή Θεσσαλονίκη- Αθήνα σε σχεδόν τέσσερις ώρες. Σε αφήνει και στο σταθμό Λαρίσης, δηλαδή βολικά για να πάρεις το μετρό και όλα φαίνονται ιδανικά. Έτσι προγραμματίζοντας τις  διακοπές μου στην Αθήνα για το τριήμερο της Αποκριάς το ξανασκέφτηκα και αποφάσισα νωρίς- νωρίς μάλιστα να κλείσω εισιτήρια aller retour με το τρένο. 

Μπαίνω στην ηλεκτρονική σελίδα της ΤΡΕΝΟΣΕ και όλες οι θέσεις σχεδόν είναι άδειες. Σκέφτομαι, ε, ας μην κόψω εισιτήριο σε πρώτο ή  δεύτερο βαγόνι, άνθρωποι είμαστε μη γίνει και τίποτα, κανένας εκτροχιασμός δηλαδή  και αποφασίζω να κλείσω στη μέση ακριβώς του τρίτου βαγονιού. ΒΑΓΟΝΙ 3, ΘΕΣΗ 74. Για πρώτη φορά στη ζωή μου και επειδή όλες οι θέσεις είναι άδειες διαλέγω την ίδια θέση και για τον πηγαιμό και για τον γυρισμό. ΒΑΓΟΝΙ 3, ΘΕΣΗ 74, στη μέση ακριβώς του τρίτου βαγονιού.

 


 

Αίσιος ο πηγαιμός και πολύ ευχάριστες οι διακοπές. Και έρχεται η ώρα της επιστροφής. Είναι Τρίτη γύρω στις εφτά το απόγευμα και το τρένο φεύγει σε λίγο. Τηλεφωνώ στη διπλανή μου να ρωτήσω τον καιρό στη Θεσσαλονίκη – σοβαρά προβλήματα είχα - και μαθαίνοντας ότι βρέχει βγάζω την ομπρέλα από τη βαλίτσα και τη βάζω στην τσάντα μου. Και βγαίνω στην αποβάθρα. Μα τι κόσμος είναι αυτός!!  Και οι πιο πολλοί φοιτητές! Δεν πέφτει καρφίτσα! Τόσοι πολλοί λοιπόν θα ταξιδέψουνε για πάνω…

Ανεβαίνουμε στο τρένο και όλα βαίνουν καλώς μέχρι που έρχεται μισάωρη καθυστέρηση στο σταθμό Παλαιοφάρσαλα. Άρχισαν πάλι οι καθυστερήσεις σκέφτομαι… Μετά αναχωρούμε κανονικά για Θεσσαλονίκη. Βαρέθηκα και άρχισα να μιλώ με έναν φίλο στο messenger. Ξαφνικά μεγάλο τράνταγμα και θόρυβος δυνατός. Το τρένο πηγαίνει πάνω κάτω. Μάλλον έφυγε από τις ράγες. Το απαίσιο τράνταγμα συνεχίζεται. Κάτι πολύ σοβαρό συμβαίνει. Προσπαθώ να κρατηθώ από τη θέση μου. Χαθήκαμε!! Ένας δυνατός κρότος και το τρένο σταματάει.

Είμαι ζωντανή. Γύρω σκοτάδι. Το τρένο έχει γύρει πάρα πολύ. Κάποιοι γύρω μου σηκώνονται, λέω σωθήκαμε. Μια κυρία φωνάζει: «το πόδι μου, βοήθεια, το πόδι μου». Γύρω παντού συντρίμμια. Σίδερα κάθε είδους έχουν πέσει από την οροφή κι έχουν  μισοκλείσει το διάδρομο. Πώς δεν έπεσαν στο κεφάλι μας. Η πόρτα του βαγονιού φαίνεται να έχει φρακάρει. Κοιτάζω μπροστά μου μέσα στο μισοσκόταδο αλλά δεν βλέπω τίποτε από τα πράγματά μου. Η τσάντα και το μπουφάν μου που ήταν στο κάθισμα μπροστά μου έχουν εξαφανιστεί. Δε βλέπω ούτε τη βαλίτσα μου ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά προς τα πάνω. Στα αριστερά έξω από το βαγόνι μια φωτιά καίει. Πρέπει να βγούμε το συντομότερο από εδώ. Πρέπει να φύγουμε άμεσα. Πριν γίνει καμιά έκρηξη…

 Ο νεαρός απέναντι μου σηκώνεται. Έχει αίματα στο πρόσωπο. Σκύβει κάτω και παίρνει ένα κινητό. Μετά μου το δίνει. «Δικό σου είναι;» με ρωτάει. «Ναι!» απαντώ. Μετά ξανασκύβει και βρίσκει το δικό του. Αναπάντεχα έχω στα χέρια μου το κινητό μου. Σηκώνομαι και προχωρώ προς το πίσω μέρος του βαγονιού, μήπως και βρω κάποια έξοδο. Πιάνομαι από τις θέσεις γιατί το τρένο έχει γύρει πάρα πολύ και δεν μπορείς να σταθείς. Προσπερνώ τα συντρίμμια. Πράγματι το τελευταίο παράθυρο είναι τελείως σπασμένο. Κοιτάζω κάτω. Είναι αρκετά ψηλά μα πρέπει να πηδήξω. Γυρίζω πίσω στη θέση μου αναζητώντας ξανά την τσάντα μου και το μπουφάν μου αλλά μάταια. Ξαναπαίρνω το δρόμο για το παράθυρο. Θα βγω μόνο με τα ρούχα μου, δεν γίνεται αλλιώς. Δίπλα στο παράθυρο κάτω στο πάτωμα βλέπω ένα μπουφάν σφηνωμένο. Το τραβάω , το βγάζω και το φοράω. 

 


 

Καθώς ετοιμάζομαι να πηδήξω από το παράθυρο για καλή μου τύχη ένας νεαρός περνάει από έξω. « Αγόρι μου, σε παρακαλώ , κράτησε με λίγο καθώς θα βγαίνω για να μην χτυπήσω!» πράγματι το αγόρι απλώνει τα χέρια του και με πιάνει. Είναι ο πρώτος καλός μου Άγγελος.

Είμαι έξω και πανικόβλητη. Νομίζω πως δεν έχω καλή επαφή με το περιβάλλον, αλλά ενστικτωδώς ακολουθώ τους υπόλοιπους που έχουν βγει από το τρένο. Μπροστά μας κάτι σαν σασί, ένα όχι πολύ ψηλό βαγόνι που δεν μπορώ να σκεφτώ τι είναι, κλείνει τον δρόμο. Τελικά ήταν ένα κομμάτι της αμαξοστοιχίας που ερχόταν από την απέναντι πλευρά. Είναι περίπου στο ύψος μου. Βλέπω κάποιους νεαρούς να δίνουν έναν πήδο και να περνούν από πάνω του. Εγώ δεν μπορώ να το περάσω, είναι πολύ ψηλό. Πρέπει να ζητήσω βοήθεια. Θα με βοηθήσει άραγε κανείς; Ξαφνικά ακούω μια σιγανή φωνή. «Από κάτω, από κάτω!!» Ας είναι καλά η γυναικούλα. Μου είπε να περάσω κάτω από το βαγόνι, όπως και έκανα, σκύβοντας στα τέσσερα και έτσι το προσπέρασα. Ο δεύτερος καλός μου Άγγελος.

Τώρα μπροστά μας υψώνεται ένας συρμάτινος φράχτης. Είναι ψηλός αλλά και ευλύγιστος ταυτόχρονα. «Πάμε όλοι μαζί!» φωνάζει κάποιος και πράγματι όλοι μαζί οι μπροστινοί μου τον πατάνε και τον ρίχνουν. Περνώ κι εγώ από πάνω. Και τώρα ένα αρκετά μεγάλο ύψωμα με μεγάλη κλίση, σχεδόν κάθετο στο έδαφος. Πρέπει να σκαρφαλώσω για να φτάσω στην παλιά εθνική. Στο πάνω μέρος του είναι ένας διασώστης που βοηθάει όσους πλησιάζουν στο ψηλότερο σημείο. Πρέπει να το ανέβω και αυτό. Πέφτω κάτω στα γόνατα και αρχίζω να σκαρφαλώνω στα τέσσερα. Για να τα καταφέρω πιάνομαι από τα χόρτα, που καθώς είναι βαθιά ριζωμένα κρατούν αντίσταση και μου επιτρέπουν να ανεβώ. Βλέπω μπροστά μου τον διασώστη που περιμένω να με πιάσει. Όμως μια μητέρα με ένα μικρό παιδί στην αγκαλιά τον φωνάζει να τη βοηθήσει κι αυτός κατεβαίνει κοντά της. Ποιος θα με κρατήσει τώρα; Μια άγνωστη κυρία μου απλώνει αιφνιδιαστικά το χέρι και μου λέει: « Give me your hand!».  Μου πιάνει το χέρι και φτάνω στην κορυφή. Είναι ο τρίτος καλός μου Άγγελος. 


 

Τελευταίο βήμα να περάσω τις προστατευτικές μπάρες. Όλοι όσοι έχουν ανέβει είναι σε έξαλλη κατάσταση. Τηλεφωνώ στον γιό μου. « Έγινε ένα σοβαρό δυστύχημα στο τρένο στα Τέμπη. Μπορεί να έχει και νεκρούς. Μην ανησυχείτε. Είμαι καλά. Σώθηκα». Οι διπλανοί μου μου ζητούν το κινητό για να τηλεφωνήσουν στους δικούς τους. Προσπαθούν να θυμηθούν τα νούμερά τους. Μα κατά κανόνα δεν τα καταφέρνουν, παίρνουν λάθος νούμερο και απελπίζονται. Κάποιοι άλλοι με κινητά τηλεφωνούν στους δικούς τους κλαίγοντας και φωνάζοντας.

Μετά από λίγη ώρα εμφανίζεται ένα άδειο πούλμαν. Είναι ένας περαστικός οδηγός που είδε το τροχαίο και σταμάτησε να βοηθήσει. Με αυτόν θα επιστρέψω στη Θεσσαλονίκη. Στο δρόμο διηγείται  πως είδε το intercity να συγκρούεται μετωπικά με μιαν εμπορική αμαξοστοιχία και ομολογώ δεν τον πίστεψα. «Τι μας λέει ;»  είπα. «Είναι δυνατόν; Σε ποιον αιώνα ζούμε για να συγκρουστούν μετωπικά δύο αμαξοστοιχίες. Σίγουρα λάθος κάνει….» Κι όμως ήταν ακριβώς έτσι.

Φτάνοντας στο σπίτι σύμφωνα με τις ειδήσεις οι νεκροί ήταν 8. Σε λίγο έγιναν 15. Και όλο και ανέβαιναν. Το σοκ μου γίνεται όλο και μεγαλύτερο όσο πληθαίνουν οι νεκροί. Πολύ τυχερή που επέζησα. Το σώμα μου γεμάτο μώλωπες, και ένα χτύπημα στο κεφάλι αλλά ευτυχώς μόνο αυτά.  Όσο για τα ψυχικά τραύματα…. Έχω εφιάλτες , δεν μπορώ να κοιμηθώ, μπροστά στα μάτια μου τριγυρνούν τα νεαρά παιδιά που χάθηκαν, πώς γλύτωσα από εκεί….


Ο γιος μου που με περίμενε  το βράδυ του δυστυχήματος, ή μάλλον του εγκλήματος στο σταθμό της Θεσσαλονίκης μου είπε για τους γονείς που όλο αγωνία περίμεναν μαζί του και ρωτούσαν για τα παιδιά τους. Όταν λίγες μέρες αργότερα πήγαμε μαζί στο αστυνομικό τμήμα στα Τέμπη να παραλάβουμε ό,τι απέμενε από τα πράγματά μου, είδαμε να βγαίνει από εκεί ο κύριος που περίμενε δίπλα στον γιο μου μαζί με τη σύζυγο του. Στα χέρια τους κρατούσαν μια βαλίτσα και ένα back bag. Δεν βρήκε το κουράγιο να τους μιλήσει. Ρωτήσαμε όμως του αστυνομικούς μπαίνοντας. «Σώθηκε το παιδάκι των κυρίων που μόλις βγήκαν;» «Όχι, δυστυχώς, οι κύριοι παρέλαβαν μόνο τα πράγματά του».  ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΑ ΤΕΜΠΗ.

 

https://www.facebook.com/victoria.iosifidou