Translate -TRANSLATE -

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

Δικηγόροι αναζωογονούν το Κρητικό Θέατρο



Για το θεατρικό έργο «Στάθης»

Χθες είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μαζί με πάρα πολλούς άλλους θεατές, μια παράσταση έκπληξη στο Κηποθέατρο «Νίκος Καζαντζάκης» του Ηρακλείου. Και λέγω  έκπληξη για δύο λόγους. Πρώτος λόγος το σπάνιο θεατρικό έργο «Στάθης» γραμμένο σε κρητική διάλεκτο που παρακολουθήσαμε και δεύτερος λόγος το γεγονός ότι ο θίασος που το ανέβασε αποτελείτο από δικηγόρους. Μάλιστα όπως το ακούσατε· δικηγόρους.
Πρόκειται για την ερασιτεχνική θεατρική ομάδα του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου Κρήτης που όπως πληροφορήθηκα έχει ζωή δεκαπέντε ετών και έχει ήδη δημιουργήσει μακρά παράδοση θεατρικών παραστάσεων υψηλού επιπέδου τόσο ως προς την θεματολογία τους, όσο και ως προς την απόδοση τους. Άλλωστε αυτό το διαπιστώσαμε «εν τοις πράγμασι», όπως λένε οι δικηγόροι στα δικαστήρια, καθώς η παράσταση που παρακολουθήσαμε ήταν η τέταρτη μόλις σκηνοθετική απόπειρα θεατρικής απόδοσης του έργου ο «Σταθης» -κάτι που βεβαίως από μόνο του αποτελούσε πρόκληση για την ερασιτεχνική θεατρική ομάδα- που όμως τα κατάφερε περίφημα και αξίζει των συγχαρητηρίων μας.


Προκειμένου να γνωρίσετε και εσείς το ενδιαφέρον αυτό έργο σας μεταφέρω  πληροφοριακά στοιχεία από το καλαίσθητο πρόγραμμα της παράστασης που μοιραζόταν δωρεάν στους θεατές.

Οι φωτογραφίες από την παράσταση είναι του Κων/νου Γραικιώτη.



Ο «ΣΤΑΘΗΣ» ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Η παράσταση που θα παρακολουθήσετε, αγαπητοί μας θεατές, είναι μόλις η 4η στην παραστασιολογική ιστορία του έργου. Επομένως ο «Στάθης» είναι από τα πιο αδικημένα έργα του Κρητικού Θεάτρου, παρά του ότι οι άλλες δύο κωμωδίες -που παίζονται συχνότερα- «Κατζούρμπος» και «Φορτουνάτος» και συναποτελούν το corpus της Κρητικής κωμωδίας, είναι κάποια παραλλαγή του «Στάθη» και παρά του ότι σε κάποια σημεία υπερτερεί, όπως π.χ. στον πρόλογο που κάνει ο Έρωτας στον «Στάθη» -που είναι αντιγραφή του προλόγου της 5ης πράξης της «Πανώριας» - υπερτερεί, κατά γενική αποδοχή του κακότεχνου προλόγου που κάνει ο Έρωτας στον «Κατζούρμπο», τον οποίο ο Λίνος Πολίτης θεωρούσε ότι δεν ήταν από το χέρι του ποιητή. Αυτή η αδικία, δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι το Νεοελληνικό Θέατρο, για πάρα πολλά χρόνια, απέστρεφε το βλέμμα του, από τις θεατρικές μας ρίζες, αλλά και σε άλλα σημαντικά θεατρολογικά και φιλολογικά προβλήματα που υπάρχουν ακόμη στον «Στάθη». Είναι γνωστά τα χάσματα της κωμωδίας τα οποία κατά καιρούς έχουν επισημάνει διαπρεπείς μελετητές του Κρητικού Θεάτρου. Αρχικά ήταν πεντάπρακτη κωμωδία, ακολουθώντας προφανώς το βασικό δραματουργικό κανόνα του Αναγεννησιακού Θεάτρου, αλλά μας σώθηκαν μόνο τρείς πράξεις σε ένα και μοναδικό χειρόγραφο -χωρίς τίτλο- που περιέχεται στον κώδικα ΧΙ.19/1394 της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας (Νανιανός κώδικας). Τον τίτλο «Στάθης», τον έδωσε αυθαίρετα -προφανώς από τον όνομα ενός προσώπου της κωμωδίας- ο πρώτος εκδότης του Κωνσταντίνος Σάθας το 1878.
Αυτά τα χάσματα επιχείρησε το 1988 να καλύψει ο αείμνηστος δάσκαλος μας, ακαδημαϊκός και σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος με την παράσταση που ανέβασε στο ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης. Αυτή την εκδοχή Ευαγγελάτου, παίζουμε κι εμείς τώρα, αλλά με κάποια δραματουργική επεξεργασία που έγινε πάνω στο κείμενο γιατί πιστεύουμε ότι σε κάποια σημεία, όπως π.χ. στον τρόπο απελευθέρωσης του Χρυσίππου, ατύχησε η διασκευή του.

Η πρώτη παράσταση του «Στάθη» στο Νεοελληνικό Θέατρο είχε πραγματοποιηθεί από τον Κάρολο Κουν το 1933, με μαθητές του Κολλεγίου Αθηνών, όταν ήταν ακόμη εκεί καθηγητής. Στην παράσταση εκείνη, εμφανίζεται ως συγγραφέας της κωμωδίας κάποιος «Φόλας». Προφανώς ο αείμνηστος Κάρολος Κουν πίστεψε τον πρώτο εκδότη του έργου, Κ. Ν. Σάθα ο οποίος στα προλεγόμενα της έκδοσης του λέει: « ... ο Στάθης εποιήθη πιθανώς υπό τίνος Φόλα, ως δηλούται εκ τον εν τω επιλόγω μονολογούντος κωμικού προσώπου του φέροντος το όνομα τούτο, όπερ και Φαφόλας γράφεται. Εκ σημειώματος μάλιστα επί τον αγράφου πρόσωπου του τελευταίου της κωμω8ίας φύλλου, δυνάμεθα να εικάσωμεν ότι ο Φόλας ή Φαφόλας ούτος, είναι θεατρική μετονομασία ηθοποιού τίνος Μενότου καλουμένου.» Ωστόσο η άποψη αυτή του Σάθα έχει προ πολλού ανατραπεί και δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν -μεταξύ αυτών και ο γράφων- ότι ο «Στάθης» δεν είναι έργο «Αγνώστου» αλλά είναι έργο του Γεωργίου Χορτάτση. Τούτο, παρά του ότι είναι δυσαπόδεικτο, είναι πιθανότερο, αν συγκρίνουμε τον «Στάθη» με τον «Κατζούρμπο» και την «Πανώρια» του Γεωργίου Χορτάτση τα οποία αποδεδειγμένα ανήκουν σε εκείνον!!!

Μια νεώτερη παράσταση του «Στάθη» πραγματοποιήθηκε στο Ρέθυμνο το 2000 με δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία, Ζήνωνα Ζαννέτου. Για εκείνη την παράσταση δεν έχω πολλά θεατρολογικά στοιχεία παρά μόνο δύο φωτογραφίες που μου εμπιστεύτηκε η καθηγήτρια του Αριστοτελείου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης Τασούλα Μάρκομιχελάκη την οποία ευχαριστώ και από την θέση αυτή.
Αυτές όλες κι όλες είναι οι παραστάσεις του «Στάθη» στο Νεοελληνικό Θέατρο.
Για το θεατρικό στίγμα της παράστασης μας θα ήθελα να πω εδώ προετοιμάζοντας τους θεατές μας, ότι χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία και εκφραστικά μεσάτης commedia dell arte, της λαϊκής δηλαδή ιταλικής αυτοσχεδιαστικής κωμωδίας, καθώς και της commedia erudita της λόγιας δηλαδή λατινικής κωμωδίας. Τα θεατρικά αυτά είδη ήταν δημοφιλή το 16ο αιώνα και ασφαλέστατα επηρέασαν και το Κρητικό Θέατρο.

Γιώργος Μαρκόπουλος


Η κρητική κωμωδία «Στάθης»   (τέλος 16ου-αρχές 17ου αιώνα)

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 16ου αι., στην Κρήτη, που από το 1204/11 αποτελούσε βενετική κτήση, ο ποιητής Τζώρτζης (Γεώργιος) Χορτάτσης είναι ο πρώτος, απ' όσο γνωρίζουμε, που γράφει θεατρικά έργα στα ελληνικά, μεταφυτεύοντας στο νησί του τα επιτεύγματα της Αναγέννησης στον τομέα του θεάτρου. Η παραγωγή του Χορτάτση έδωσε καρπούς σε όλα τα μείζονα δραματικά είδη που καλλιέργησε ο ιταλικός cinquecento (16ος αιώνας): τραγωδία (με την Ερωφίλη), κωμωδία (με τον Κατζούρμπο), τραγικωμωδία (με την Πανώρια), και ιντερμέδια (με την Ελευθερωμένη Ιερουσαλήμ), θέτοντας έτσι τις βάσεις για την καλλιέργεια του θεάτρου στις πόλεις της Κρήτης. Κι επιπλέον, ο Χορτάτσης καλλιέργησε πολύ έντεχνα την κρητική διάλεκτο ως γλώσσα ποιητική, και χειρίστηκε τον ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο με τρόπο προσωπικό, που ξέφευγε από τα αυστηρά ισομετρικά καλούπια του μέτρου αυτού και προσαρμοζόταν στο γλωσσικό decorum (το πρέπον) του κάθε δραματικού είδους.
Ο «Κατζούρμπος» φαίνεται πως άφησε το στίγμα του και στους συγγραφείς των δύο ακόμη κωμωδιών που μας έχουν σωθεί, ελάχιστο δείγμα από τη μεγάλη κωμική παραγωγή που έχουμε μαρτυρίες ότι γράφτηκε τον τελευταίο μισό αιώνα της βενετοκρατίας δηλαδή στον ανώνυμο ποιητή του «Στάθη» και στον Μαρκαντώνιο Φόσκολο, τον ποιητή του «Φορτουνάτου» (1655).



Τον «Στάθη» συνοδεύουν τρεις μεγάλες φιλολογικές «ατυχίες»: το μοναδικό σωζόμενο χειρόγραφο του, από τα Επτάνησα, δεν αποκαλύπτει το όνομα του συγγραφέα ούτε τον τίτλο του έργου (το «Στάθης» δόθηκε συμβατικά από τον Κωνσταντίνο Σάθατο 1878), αλλά, κυρίως, δεν μας σώζει το αυθεντικό κείμενο της κωμωδίας παρά μίαν άτεχνα κουτσουρεμένη μορφή του που έγινε προφανώς για τις ανάγκες κάποιας παράστασης. Στην πραγματικότητα έχουμε στα χέρια μας μία πρόχειρη πύκνωση του έργου σε τρεις πράξεις, από πέντε που ήταν ο απαράβατος κανόνας του αναγεννησιακού θεάτρου. Και επειδή ακριβώς η διασκευή έγινε χωρίς φροντίδα, δημιουργούνται χάσματα στην πλοκή που καθιστούν αδύνατη την παρακολούθηση της από το θεατή ή τον αναγνώστη, και αδικούν την εκτίμηση των δυνατοτήτων του κειμένου, το οποίο δεν μπορεί να παρασταθεί αν δεν γίνουν δραστικές συμπληρώσεις των χωρίων που υποψιαζόμαστε ότι λείπουν -κι αυτός ήταν ο λόγος που το έργο δεν είχε παιχτεί στη σύγχρονη σκηνή μέχρι την ώρα που τα χάσματα ανέλαβε να συμπληρώσει ο πολυτάλαντος αείμνηστος Σπύρος Ευαγγελάτος το 1988, συνθέτοντας ο ίδιος ομοιοκατάληκτα δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα κατ' απομίμηση του ύφους των κρητικών έργων.
Ακόμη όμως και στη μορφή που μας σώζεται, το έργο έχει αρετές που το φέρνουν κοντά στα χαρακτηριστικά της δραματουργίας του Χορτάτση, γι' αυτό και έχει περιληφθεί στην πιο πρόσφατη έκδοση των έργων του Ρεθυμνιώτη συγγραφέα, η οποία έγινε στην Οξφόρδη το 2013 από τη Rosemary Bancroft-Marcus, και περιλαμβάνει παράλληλη αγγλική μετάφραση, γεγονός που τοποθετεί τώρα στη διεθνή βιβλιογραφία την ελάχιστα αυτή μελετημένη κωμωδία του Κρητικού Θεάτρου.



Ο «Στάθης» έχει. πλοκή πιο σύνθετη από των άλλων δύο κωμωδιών, καθώς περιλαμβάνει δύο ερωτευμένα ζευγάρια αντί για ένα-πλοκή η οποία ενδεχομένως προέρχεται απευθείας από την κωμωδία L’ amantefurioso του Borghini (1583):
Ο νεαρός Χρύσιππος είναι αμοιβαία ερωτευμένος με τη Λαμπρούσα, κόρη ενός δικηγόρου που στο έργο αναφέρεται ως «Ντοτόρες» και που, με τη σειρά του, επιθυμεί να παντρευτεί τη Φέντρα, κόρη του Κύπριου Στάθη. Η Φέντρα, ωστόσο, νομίζει ότι ο νεαρός που την επισκέπτεται τις νύχτες και που τον έχει ερωτευτεί και αρραβωνιαστεί κρυφά είναι ο Χρύσιππος, ενώ στην πραγματικότητα είναι ο φίλος του Πάμφιλος. Όταν η κοπέλα, για να γλιτώσει τον γάμο με τον Ντοτόρε, αναφέρει στον πατέρα της τον κρυφό της αρραβώνα, αυτός γίνεται έξω φρενών και βάζει να συλλάβουν τον Χρύσιππο, επειδή είχε υποσχεθεί γάμο σε δύο κοπέλες. Τότε φτάνει στο Κάστρο, σαν από μηχανής θεός, από τη Ζάκυνθο, ο θετός πατέρας του Χρυσίππου, που λίγο πριν το τέλος του έργου θα αποκαλύψει ότι ο νέος είναι στην πραγματικότητα ο γιος του Στάθη (άρα και αδελφός της Φέντρας) Χρυσής, που τον είχαν αρπάξει μικρό οι κουρσάροι. Παράλληλα αποκαλύπτεται και η ταυτότητα του νυκτερινού επισκέπτη που είχε στην πραγματικότητα ερωτευτεί η Φέντρα, και έτσι το έργο τελειώνει με διπλούς γάμους.
Η ανώνυμη κωμωδία μας, έχει επίσης έντονο το λυρικό στοιχείο, με τους νέους και τις νέες να διεκτραγωδούν τα βάσανα του έρωτα σε ρομαντικούς μονολόγους, αλλά πρωτίστως δεν της λείπει το χιούμορ, οπτικό και λεκτικό, το οποίο αναλαμβάνουν να χαρίσουν με γενναιοδωρία στο κοινό οι στερεότυποι χαρακτήρες, που έφτασαν στο Κρητικό Θέατρο από τη λατινική κωμωδία του Πλαύτου και του Τερέντιου μέσω της ιταλικής «Λόγιας Κωμωδίας» (commedia erudita). Έτσι, o σχολαστικός, τρίγλωσσος δάσκαλος διαπιστώνει ότι... αυτό ματιάζεται όταν θαυμάζει τις αρετές του:



«... etiterum όσες φορές cogito πως του κόσμου
portento son nellevirtu, me fascino απατός μου»
Ο κοιλιόδουλος δούλος δεν έχει στο μυαλό του παρά πώς να κλέψει για να χορτάσει:
«Πλια βιά 'χα ογιά το Δάσκαλο και πλια ήπαιρνα τα ζάλα,
παρά η γαϊδάρα όντε γλακά και κόβει τη το γάλα.
Τα χοιρομέρια οπού βαστώ πιδέξα εσήκωσά του,
και να μου φκαριστά μπορεί για κι άλλα οπού ήφηκά του».
Ο ηλικιωμένος δικηγόρος έχει ξεχάσει την επιστήμη του από τον έρωτα για τη Φέντρα:
«Μπόρτολους ελησμόνησα, τς Ατσόνους δε θυμούμαι,
παράγραφες δεν έχω μπλιο στο νου μου, ουδέ ντιγέστα,
μηδέ ακορτζέρομαι το πως φορώ ντοτόρε βέστα».
Ο ψευτοπαλικαράς Μπράβος οικτίρει τη μοίρα του για τις αρχαίες μάχες που δεν έζησε:
«Καταραμένο ριζικό! κι ογιάντα εις τον καιρό μου
δεν είν' του Ξέρξε ο πόλεμος, και να τον έχω οχθρό μου!
γιάντα δεν είναι η ταραχή της Τρόγιας, γη κι η μάχη
τ'Ανίμπαλετου θαυμαστού, και να'μια εκεί να λάχη!»
και η παραδόπιστη προξενήτρα επιδιώκει κάθε μεσολάβηση που θα της αποφέρει κέρδος:
«Τορνέσα μού 'τάξε πολλά, μόνο να τόνε βάλω
‘ς τση Φέντρας μέσα, να τη δει, κι απόκει δε θέλει άλλο».



Στο μοναδικό του χειρόγραφο, ο «Στάθης» αρχίζει με ένα σύντομο πρόλογο του Έρωτα, που φαίνεται να αντιγράφει έναν ανάλογο μονόλογο που υπάρχει στην «Πανώρια» του Χορτάτση. Ανάμεσα δε στις τρεις πράξεις του έργου έχουν τοποθετηθεί δύο ιντερμέδια, άσχετα μεταξύ τους και διαφορετικά ως προς το ύφος, προφανώς αντλημένα από ένα γενικότερο ρεπερτόριο ιντερμεδίων για να καλύψουν τις ανάγκες της συγκεκριμένης επτανησιακής παράστασης για την οποία δημιουργήθηκε το χειρόγραφο.
Και αυτή η κωμωδία, όπως και εκείνες του Χορτάτση και του Φόσκολου, διαδραματίζεται μέσα στην πολύβουη πρωτεύουσα του «Βασιλείου της Κρήτης», δηλαδή στο Κάστρο ή Χάνδακα (το σημερινό Ηράκλειο), του οποίου τοπόσημα όπως το «πόρτο» (το λιμάνι), το δουκικό παλάτι και η νησίδα Ντία, παρέχουν το σκηνικό για τη δράση των ηρώων, για να δώσουν στην πλοκή την απαραίτητη, σύμφωνα με τους κανόνες του ιταλικού θεάτρου, αληθοφάνεια. Ωστόσο, όχι μόνο με την αληθοφάνεια, αλλά και με τη διαχείριση του κωμικού στοιχείου και την ευθυγράμμιση του προς τους κανόνες του πρέποντος στα λόγια και τις πράξεις κάθε χαρακτήρα που παίρνει μέρος, ο άγνωστος σε μας ποιητής του «Στάθη», σύμφωνα με την έρευνα των τελευταίων δεκαετιών, φαίνεται να είναι γνώστης της θεατρικής θεωρίας του καιρού του, όπως αυτή διατυπώθηκε σε πολυάριθμες πραγματείες της Ιταλικής Αναγέννησης.



Είναι ευχής έργον που ο «Στάθης», η πιο αδικημένη κωμωδία του Κρητικού Θεάτρου, ανεβαίνει τώρα στη σκηνή, για να μας δοθεί η ευκαιρία να εκτιμήσουμε τις πρωτοτυπίες και τις αρετές του, και κατ' επέκταση τη συμβολή του στη γέννηση του νεοελληνικού θεάτρου.
Τασούλα Μ. Μάρκομιχελάκη
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

«Ο καρκίνος του Χριστόδουλου δεν ήταν φυσιολογικός»




«Ο καρκίνος του Χριστόδουλου δεν ήταν φυσιολογικός»

Αποκάλυψη-βόμβα από τον Σωτήρη Τζούμα, στενό συνεργάτη του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου. Τι του είχε  πει Ιάπωνας ηπατολόγος για τους δύο πρωτογενείς όγκους

Ο Χριστόδουλος ήταν ανεξέλεγκτος, δεν έμπαινε σε καλούπια». Με αυτή τη φράση ο επικοινωνιολόγος Σωτήρης Τζούμας, ένας από τους πιο στενούς και πιστούς συνεργάτες του μακαριστού Αρχιεπισκόπου, σχολιάζει στη «δημοκρατία» το αποκαλυπτικό τηλεγράφημα του Οκτωβρίου του 2007 της αμερικανικής πρεσβείας για την ασθένεια του Χριστόδουλου και το Μακεδονικό.
«Αυτά που συμβαίνουν σήμερα με τα WikiLeaks» σημειώνει ο Σωτήρης Τζούμας, «τα έλεγα πριν από μια δεκαετία, ότι ο Χριστόδουλος ήταν στόχος των μεγάλων δυνάμεων και των ισχυρών, και δεν τον ήθελαν. Ιδού, λοιπόν! σήμερα επιβεβαιωνόμαστε επισήμως». «Ο Χριστόδουλος», λέει ο κ. Τζούμας, «από την αρχή είχε δείξει ότι δεν πρέπει να είμαστε ενδοτικοί στο θέμα της Μακεδονίας, διότι, αν αφήσουμε το όνομα, τότε είναι η αρχή του τέλους αυτής της κατάστασης. Είναι σαν να αρχίσουμε να δίνουμε κομμάτι της Ελλάδας μόνο και μόνο με την παραχώρηση του ονόματος».
Ο Σωτήρης Τζούμας διηγείται στη «δημοκρατία» την τελευταία δημόσια παρέμβαση του μακαριστού για τη Μακεδονία, στο τελευταίο ταξίδι του στην Εδεσσα, τον Μάιο του 2007, μόλις λίγες ημέρες πριν από την αδιαθεσία και την εισαγωγή του στο νοσοκομείο, που σήμανε την αρχή του τέλους. «Είχε πει ότι τυχόν παραχώρηση του ονόματος θα είναι σαν να δίνουμε τα “άγια τοις κυσί” [σ.σ.: από τα λόγια του Ιησού στην ομιλία του στο όρος. Ολόκληρη η σύσταση είναι: “Μη δώτε το άγιον τοις κυσί μηδέ βάλητε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων” (Ματθ. 7.6.)]. Ηταν τότε που ο Χριστόδουλος δάκρυσε και είπε ότι η Μακεδονία θα σώσει την Ελλάδα».
Σύμφωνα με τον στενό συνεργάτη του μακαριστού, «ο Χριστόδουλος από την αρχή φάνηκε ότι θα ήταν ένας πολύ δύσκολος αντίπαλος. Ο Χριστόδουλος ήταν ο φόβος και ο τρόμος όλων των πολιτικών. Δεν τον ήθελαν ισχυρό, δεν τον ήθελαν να έχει απήχηση στον λαό, κι όμως και με τον θάνατό του απέδειξε πόσο μεγάλη αγάπη τού είχε ο λαός. Τίποτα δεν διέρρηξε την αγάπη του με τον λαό».
Ο Σωτήρης Τζούμας εκτιμά ότι από την εποχή Σημίτη «είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται τα σχέδια για τα οποία προειδοποιούσε ο Χριστόδουλος, όχι μόνο για τις ταυτότητες, αλλά και για τους γάμους των ομοφύλων και την αναγνώριση φύλου, τα οποία η κυβέρνηση Τσίπρα υλοποιεί χωρίς εμπόδια, διότι δεν βγαίνουν οι άνθρωποι να αντιδράσουν στους δρόμους. Δεν κινείται τίποτα, διότι τα οικονομικά προβλήματα έχουν γονατίσει την Ελλάδα και ο Ελληνας έχει πάνω απ' όλα την επιβίωσή του». Δέκα χρόνια μετά την κοίμηση του μακαριστού Χριστοδούλου, έπειτα από σύντομη εξάμηνη, αλλά θαρραλέα μάχη με τον καρκίνο, τα ερωτήματα γύρω από την ασθένεια, αλλά και την ξαφνική «φυγή» του, συνεχίζουν να αιωρούνται... «Ο Χριστόδουλος έφυγε από αυτή τη ζωή και στη συνείδηση του κόσμου παραμένει μεγάλος και άγιος. Και θα μας δείξει ο Θεός ότι αυτός ο άνθρωπος θα κάνει κάτι θαυματουργό» λέει ο Σωτήρης Τζούμας.
Τι πιστεύει, όμως, για την ασθένεια του μακαριστού Αρχιεπισκόπου; «Ο Χριστόδουλος τεχνηέντως αρρώστησε, γιατί επιμένω ότι ο Χριστόδουλος δεν “έφυγε” με φυσικό τρόπο, αλλά κάποιος δάκτυλος επέσπευσε τη φυγή του. Δεν θα ξεχάσω και αυτό που είπε ο Ιάπωνας ηπατολόγος, ότι αυτό το είδος καρκίνου το συναντάμε σε θύματα μυστικών υπηρεσιών, δηλαδή δεν είναι δυνατόν να έχει αυτός ο άνθρωπος δύο πρωτογενείς καρκίνους, οι οποίοι είναι ξαφνικά αυτού του διαστήματος και αυτής της ηλικίας. Βεβαίως, είχε βεβαρημένο ήπαρ λόγω των κιλών, αλλά δεν ήταν για να δημιουργηθεί ένας καρκίνος στο ήπαρ και ένας καρκίνος στο έντερο».




Τα "Ημερολόγια" του Χίτλερ




Τα "Ημερολόγια" του Χίτλερ

Το 1983 ένα γερμανικό περιοδικό πλήρωσε 6 εκατομμύρια δολάρια για να αποκτήσει έγγραφα, που θεωρούνταν μέρος των ημερολογίων του Αδόλφου Χίτλερ. Στις 6 Μαΐου του 1983, εμπειρογνώμονες αποκαλύπτουν την πλαστότητα των Ημερολογίων του Χίτλερ. Ο δημιουργός των ψεύτικων ημερολογίων Konrad Kujau, καταδικάστηκε σε 42 μήνες φυλάκιση για την απάτη του.

Ο Κόνραντ Κούτζαου, ο «εγκέφαλος» της απάτης με τα πλαστά ημερολόγια του Χίτλερ


Τα Ημερολόγια του Χίτλερ (Hitler-Tagebücher) ήταν μια σειρά περιοδικών αποτελούμενη από 60 τεύχη, γραμμένα – υποτίθεται – από τον Αδόλφο Χίτλερ. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για μια ιστορία απάτης, δημιούργημα του ανατολικογερμανού Konrad Kujau, ο οποίος από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ξεκίνησε να πουλά διάφορα ναζιστικά αναμνηστικά που είχε λαθραία στην κατοχή του από την Ανατολική Γερμανία, με σκοπό τον πλουτισμό.
Στο πέρασμα του χρόνου, καθώς διαπίστωνε ότι το εμπόριο ναζιστικών μικροαντικειμένων ήταν κερδοφόρο, ο Kujau επεκτάθηκε σε έργα ζωγραφικής, ποιήματα, επιστολές και σημειώσεις, που έφεραν πλαστά την υπογραφή του Χίτλερ.
Ο Kujau ανέπτυξε την ιστορία ότι ο Χίτλερ, κατά τις τελευταίες μέρες του Τρίτου Ράιχ, είχε φροντίσει ώστε δέκα τενεκεδένια μπαούλα που περιείχαν πολύτιμο υλικό αρχείου να μεταφερθούν αεροπορικώς από το Βερολίνο σε ασφαλές μέρος στα νότια. Τα Γιούνκερ 352, όμως, που τα μετέφεραν, κατέπεσαν στα δάση του Χάιντελχοζ κοντά στα τσέχικα σύνορα. Το πλήρωμα σκοτώθηκε και καταστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου στην πυρκαγιά που ακολούθησε τη συντριβή. Ισχυρίστηκε ότι είχε καταφέρει να έχει στη διάθεσή του το υλικό του ημερολογίου, αλλά, εξαιτίας της ευαίσθητης φύσης των πηγών του, οι οποίες βρίσκονταν πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα, αρνήθηκε να αποκαλύψει την προέλευση των ημερολογίων. Στην πραγματικότητα, τα κατασκεύαζε επιμελώς, τον έναν τόμο μετά τον άλλο, για 50.000 γερμανικά μάρκα τον τόμο.... Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, είχε ήδη ολοκληρώσει και το πρώτο από τα Ημερολόγια του ηγέτη των Ναζί.

 Gerd Heidemann

Το ίδιο διάστημα στη Δυτική Γερμανία το γερμανικό περιοδικό «Stern» είχε προσλάβει έναν ρεπόρτερ ονομαζόμενο Heidemann, ο οποίος υπήρξε ένθερμος θιασώτης απομνημονευμάτων των Ναζί. Για μια περίοδο, αυτός ο άνθρωπος είχε φανταστεί ότι βρισκόταν στα ίχνη εγγράφων που φημολογούνταν ότι ήταν τα προσωπικά ημερολόγια του Χίτλερ. Ήταν διατεθειμένος να προσφέρει χρήματα του περιοδικού για να τα αγοράσει και αυτή η προσφορά αποτέλεσε πειρασμό για τον Konrad Kujau που ζούσε τότε κοντά στη Στουτγάρδη. Ο Kujau άρχισε μια περίτεχνη καριέρα πλαστογραφίας πιο κερδοφόρας από τις μικροδουλειές που είχε κάνει μέχρι τότε....
Έτσι το 1983, ο δυτικογερμανός δημοσιογράφος του περιοδικού Stern, Gerd Heidemann, ανακάλυψε τα Ημερολόγια και συνέβαλε στην απόφαση του περιοδικού να αγοράσει τα δικαιώματα της σειράς. Τα Ημερολόγια αγοράστηκαν από το Stern έναντι 9,3 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων εκ των οποίων ο Heidemann έκλεψε μεγάλο πόσο για τον εαυτό του..
Πιο συγκεκριμένα ο Heidemann είχε λάβει ένα σημαντικό ποσό για κάθε τόμο, ενώ λάμβανε επιπλέον σημαντικές πληρωμές, κρατώντας για τον ίδιο τη διαφορά. Οι δυο τους, Heidemann και Kujau,  κράτησαν μυστική την όλη επιχείρηση και δεν ανέφεραν τίποτα στη διεύθυνση του περιοδικού. Αυτή η εξαπάτηση συνεχίστηκε έως το 1983, στην πεντηκοστή επέτειο της αναρίχησης στην εξουσία του Χίτλερ.
Έως το 1983, είχαν ήδη γραφτεί τουλάχιστον 58 τόμοι του ημερολογίου από τον Kujau, οι οποίοι αγοράστηκαν από τον Heidemann. Λίγα άτομα όμως εξέτασαν αυτούς τους τόμους και από αυτά τα άτομα ακόμη λιγότερα τους διάβασαν, αφού ήταν γραμμένοι με την παλαιά γερμανική γραφή, η οποία δεν χρησιμοποιούνταν πλέον....
Οι τόμοι ήταν μεγάλου μεγέθους τετράδια εργασίας με σκληρό μαύρο εξώφυλλο. Ορισμένα από τα τετράδια έφεραν επάνω τους σφραγίδες από κόκκινο κερί με το σχήμα του γερμανικού αετού και άλλα ήταν διακοσμημένα με τα αρχικά «AH» στο εξώφυλλο. Τα περισσότερα είχαν δακτυλογραφημένες ετικέτες, τις οποίες υπέγραφε ο Μάρτιν Μπόρμαν, που δήλωνε ότι τα τετράδια ήταν ιδιοκτησία του Φύρερ. Περιείχαν ένα μικρό αριθμό εκπληκτικών αποκαλύψεων, όπως ότι ο Χίτλερ ήξερε για την αποστολής ειρήνης του Ες στη Βρετανία τον Μάιο του 1941, αλλά το αρνήθηκε, αφού απέτυχε η αποστολή. Μερικές από τις λεπτομέρειες που είχε κατασκευάσει ο Kujau, όπως η εκμυστήρευση ότι ο Χίτλερ θαύμαζε τον Τσάμπερλεν για τον ψυχρό επαγγελματισμό του, ήταν σχεδόν για γέλια. Στο μεγαλύτερο μέρος τους τα ημερολόγια ήταν βαρετά και τετριμμένα, με τον μεγαλύτερο όγκο τους να έχει εξαχθεί, μερικές φορές λέξη προς λέξη, από την έκδοση δύο τόμων των «Ομιλιών και Διαγγελμάτων 1932-45″ του Χίτλερ, που εκδόθηκε από τον γερμανό ιστορικό Μαξ Ντομάρους....


Στη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε για να ανακοινωθεί η εύρεση των Ημερολογίων, αρκετοί ιστορικοί, συμπεριλαμβανομένων και δύο που είχαν προγενέστερα επικυρώσει την ιστορικότητα των κειμένων, έθεσαν ερωτήματα ως προς την πιστότητά τους. Πριν από εκείνη τη συνέντευξη Τύπου δεν είχε πραγματοποιηθεί καμία επίσημη έρευνα, που να επιβεβαίωνε την εγκυρότητα της προέλευσης.
Η αποκάλυψη της απάτης ήλθε όταν στις αρχές του 1983, το Stern ήρθε σε επαφή με την παγκόσμια ειδησεογραφία για τη σειριοποίηση των κειμένων.
Ο Ρούμπερτ Μέρντοκ, ιδιοκτήτης των «Times» και των «Sunday Times», ενεπλάκη σε μια μάχη με το αμερικανικό περιοδικό «Newsweek» προκειμένου να εξασφαλίσει τα δικαιώματα, αλλά αυτές οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν όταν οι ιδιοκτήτες του «Stern» ανέβασαν την τιμή στα 5 εκατομμύρια δολάρια. Εξάλλου, ακόμη δεν είχε γίνει σωστή πιστοποίηση και κανείς δεν φαινόταν να αγωνιά να ελέγξει την αυθεντικότητα των ημερολογίων. Κανένας επαγγελματίας αρχειοφύλακας και καμία εξειδικευμένη εξέταση δεν έγινε μέχρι τη στιγμή που ήταν πλέον αργά.
Όταν  η εφημερίδα The Sunday Times επρόκειτο τελικά να αποκτήση τα δικαιώματα δημοσίευσης ζήτησε από τον ιστορικό  Hugh Trevor-Roper, ένα ανεξάρτητο μέλος, να επικυρώσει τη γνησιότητα των ημερολογίων, βάσει της οποίας και ξεκίνησε επισήμως την έκδοσή τους. Ο διαπρεπής Βρετανός ιστορικός με μια πρώτη ματιά είχε πει ότι τα ημερολόγια ήταν αυθεντικά, πεπεισμένος από τον τεράστιο όγκο της πλαστογραφίας παρά από το περιεχόμενό της, το οποίο ούτε να το διαβάσει, ούτε να το καταλάβει μπορούσε. Άλλωστε η δημοσίευση είχε ήδη αρχίσει από το «Stern» πριν να αποκαλυφθεί η απάτη....
Πολύ σύντομα όμως, η επισταμένη έρευνα απέδειξε ότι τα ημερολόγια ήταν πλαστά. Τα πειστήρια που ξεσκέπασαν την απάτη ήταν αρκετά. Εκτός από τα λάθη του κειμένου, τα οποία ήταν άπειρα κι ορισμένα από αυτά οφείλονταν στην απρόσεχτη αντιγραφή του Kujau, υπήρχαν πολλές ανακολουθίες στο υλικό που χρησιμοποιούσε ως πηγή και τα οποία μετέφερε στα ημερολόγια. Η ηλικιωμένη γραμματέας του Χίτλερ, Κρίστα Σρέντερ, επιβεβαίωσε ότι ο Χίτλερ ποτέ δεν είχε γράψει το οτιδήποτε. Ο υπασπιστής του, Βον Μπέλοου, επιβεβαίωσε ότι ο Χίτλερ έτρωγε συχνά στις τέσσερις το πρωί πριν πάει για ύπνο, και ότι δεν είχε καθόλου χρόνο να συντάξει ένα ημερολόγιο κατά τις πρώτες πρωινές ώρες. Τα ημερολόγια έδειχναν ακόμη ότι είχε καταγράψει το γεγονός της βομβιστικής επίθεσης εναντίον του ένα βράδυ του Ιουλίου του 1944, αν και αυτό ήταν μάλλον αδύνατο, αφού το δεξί του χέρι είχε τραυματιστεί κατά την έκρηξη και οι φωτογραφίες που είχαν τραβηχτεί τότε τον έδειχναν με το χέρι του σε νάρθηκα. 

 Ο γραφικός χαρακτήρας του Κούτζαου που πέρασε σαν τον τρόπο γραφής του Χίτλερ...

Όμως υπήρχαν ακόμη πειστήρια που ήταν πιο καταδικαστικά. Ο γραφικός χαρακτήρας του Kujau που πέρασε σαν τον τρόπο γραφής του Χίτλερ. Το χαρτί στο οποίο  υποτίθεται ότι γράφηκαν τα ημερολόγια ήταν χαμηλότερης ποιότητας και περιείχε ένα χημικό λευκαντικό το οποίο δεν είχε εφευρεθεί μέχρι το 1955. Το δέσιμο στη ράχη, των τόμων η κόλα και η κλωστή ήταν επίσης μεταπολεμικής κατασκευής. Οι κόκκινες κλωστές στα εξώφυλλα που συγκρατούσαν τις σφραγίδες περιείχαν πολυεστέρα και τα αρχικά που είχαν επισυναφθεί ήταν από πλαστικό. Οι ετικέτες είχαν δαχτυλογραφηθεί σε παλαιά μηχανή της περιόδου 1924-1937. Η χημική ανάλυση του μελανιού έδειξε ότι τα βιβλία είχαν γραφτεί πρόσφατα, όχι την εποχή που υποτίθεται ότι είχαν γραφτεί....
Με όλα αυτά τα συντριπτικά στοιχεία ο Kujau και ο Heidemann δικάστηκαν και φυλακίστηκαν για απάτη και πολλοί εκδότες έχασαν τις δουλειές τους. Το σκάνδαλο έλαβε τεράστιες διαστάσεις. Η υπόθεση γυρίστηκε σε ταινία δύο φορές, μία για τις τηλεοπτικές οθόνες με τον τίτλο Selling Hitler και μία για τον γερμανικό κινηματογράφο, με τον τίτλο Schtonk!

Πηγές: