Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

ΠΑΟΥΛ ΓΙΟΥΛΙΟΥΣ ΦON ΡΟΪΤΕΡ



ΠΑΟΥΛ ΓΙΟΥΛΙΟΥΣ ΦON ΡΟΪΤΕΡ

Στην αρχή έστελνε τις ειδήσεις με ταχυδρομικά περιστέρια. Το 1850 ίδρυσε το ομώνυμο ειδησεογραφικό πρακτορείο, που πλέον συγκαταλέγεται στα μεγαλύτερα του κόσμου, με επιρροή σε όλο τον πλανήτη.

ΜΕ ΤΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ (sansimera.gr)

Ο αγγλογερμανός επιχειρηματίας και δημοσιογράφος Πάουλ Γιούλιους φον Ρόιτερ υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Καινοτόμος και διορατικός, ίδρυσε το 1850 το ειδησεογραφικό πρακτορείο Ρόιτερς εκμεταλλευόμενος κάθε μέσο που θα μπορούσε να φέρει την είδηση όσο το δυνατόν ταχύτερα και πιστότερα στον χρήστη της. Σήμερα το δημιούργημα του συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλυτέρων ειδησεογραφικών οργανισμών, με επιρροή σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Ο Ισραελ Μπερ Γιοσαφάτ, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 21 Ιουλίου 1816 στο Κάσελ του γερμανικού κρατιδίου της Έσσης, στους κόλπους μιας εβραϊκής οικογένειας. Ο πατέρας του ήταν ραβίνος και ο θείος του, από τον οποίο έλαβε τα πρώτα επιχειρηματικά ερεθίσματα, ασχολείτο με τραπεζιτικές εργασίες στο Γκέτιγκεν. Εκεί γνώρισε τον φυσικό Καρλ Γκάους, που πειραματιζόταν με τη μετάδοση ηλεκτρομαγνητικών σημάτων μέσω καλωδίων για τη δημιουργία του πρώτου ηλεκτρικού τηλέγραφου. Μια γνωριμία που θα του φανεί χρήσιμη τα επόμενα χρόνια.
Τον Νοέμβριο του 1845. και ενώ βρισκόταν στο Λονδίνο, αποφάσισε ότι δεν τον κάλυπτε πνευματικά -ίσως και επιχειρηματικά- η ιουδαϊκή θρησκεία και βαπτίστηκε χριστιανός. Με νέα ταυτότητα, ως Πάουλ Γιούλιους φον Ρόιτερ, επανήλθε στα πατρώα εδάφη και πριν από το τέλος του χρόνου νυμφεύτηκε στο Βερολίνο τη Μαρία Μάγκνους, κόρη τραπεζίτη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά.
ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ
Από το Βερολίνο άρχισε ουσιαστικά και η επιχειρηματική του διαδρομή το 1847, όταν έγινε συνεταίρος σε μια μικρή εκδοτική επιχείρηση. Κάποια φυλλάδια με φιλελεύθερο περιεχόμενο που εξέδωσε, όμως, ενόχλησαν τις Αρχές, που τον έθεσαν υπό παρακολούθηση και τον ανάγκασαν να εγκατασταθεί στο Παρίσι μετά την αποτυχημένη φιλελεύθερη Επανάσταση του 1848. Εκεί έπιασε δουλειά στο ειδησεογραφικό πρακτορείο «Αβάς», το μετέπειτα Γαλλικό Πρακτορείο (AFP), και έστελνε μεταφρασμένα άρθρα και οικονομικές ειδήσεις σε γερμανικές εφημερίδες.
Το 1850 αποφάσισε να στήσει τη δική του δουλειά και ίδρυσε το Ρόιτερς με έδρα το Ααχεν, όπου κατέληγε η τηλεγραφική γραμμή του Βερολίνου. Μέχρι τον επικοινωνιακό κόμβο των Βρυξελλών χρησιμοποιούσε ταχυδρομικά περιστέρια για να μεταφέρουν τα χρηματιστηριακά νέα με ταχύτητα απείρως μεγαλύτερη από τα τρένα της εποχής, προς μεγάλη ικανοποίηση των συνδρομητών του, που ήταν κυρίως τραπεζίτες και χρηματιστές.
Το 1851 μετέφερε την έδρα του στο Λονδίνο και τα περιστέρια αντικαταστάθηκαν από τον εξελιγμένο τηλέγραφο, που είχε αρχίσει να εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη.
Το Ρόιτερς, τώρα, παρείχε νέα από όλο το φάσμα της ειδησεογραφίας, με αποτέλεσμα να διευρύνει το πελατολόγιο του με τις ημερήσιες εφημερίδες που αναζητούσαν δημοσιογραφική ύλη για να γεμίσουν τις αυξανόμενες σελίδες τους. Το 1859, το Ρόιτερς σημείωσε την πρώτη του μεγάλη δημοσιογραφική επιτυχία, όταν μετέδωσε το κείμενο της ομιλίας με την οποία ο Ναπολέων Γ' προανήγγειλε τον πόλεμο Γαλλίας - Αυστρίας στο Πεδεμόντιο. Η ανάπτυξη των υποθαλάσσιων καλωδίων τού επέτρεψε να διευρύνει τις επιχειρήσεις του και σε άλλες ηπείρους. Το 1865 ανήγγειλε πρώτο αυτό στην Ευρώπη την είδηση της δολοφονίας του Αμερικανού προέδρου Αβραάμ Λίνκολν, αυξάνοντας τη φήμη και την αξιοπιστία του.
Το 1857 ο Ρόιτερ έγινε Βρετανός πολίτης και το ειδησεογραφικό πρακτορείο η «φωνή» της Βρετανικής Αυτοκρατορίας για πάνω από έναν αιώνα.
Το 1871 ο δούκας της Σαξομβουργίας τού απένειμε τον τίτλο του βαρόνου, εξ ου και το «φον» πριν από το επίθετο του. Το 1878 αποσύρθηκε από τη διεύθυνση του πρακτορείου του, το οποίο ανέλαβε ο γιος του και ιδιώτευσε στη βίλα του στη Νίκαια της Γαλλίας, όπου άφησε την τελευταία του πνοή στις 25 Φεβρουαρίου 1899. Ως παρακαταθήκη άφησε έναν λεπτομερή οδηγό προς τους δημοσιογράφους του πρακτορείου για τα θέματα τα οποία θα καλύπτουν και τον τρόπο παρουσίασης της είδησης, που επηρέασε την τέχνη του ρεπορτάζ παγκοσμίως.  

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΕΟΝΤΑΡΙΤΗΣ : Παλιές ιστορίες…




ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Παλιές ιστορίες…


Γράφει ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΕΟΝΤΑΡΙΤΗΣ

Πραγματικά, είναι να απορεί κανείς με τους πανηγυρισμούς του πρωθυπουργού μας ότι τον Αύγουστο θα βγούμε από τα Μνημόνια! Δεν είναι τόσο αφελής ο Αλέξης για να μη γνωρίζει ότι στην ουσία κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. Ποντάρει στην αποτελεσματικότητα της προπαγάνδας για να κοροϊδέψει τους βασανισμένους πολίτες. Οι ιδέες που διαδίδει η προπαγάνδα παρουσιάζονται με ευνοϊκό πρίσμα για να «πιάσουν». Η τεχνική αυτής της μεθοδολογίας βασίζεται στην ικανότητα αυτού που τη χρησιμοποιεί να πείσει τις μάζες για την «ορθότητα» του αχαλίνωτου ψεύδους! Ο διεθνής απατεών Γιούνκερ, όμως, δεν άφησε περιθώρια αμφιβολιών. Είπε ωμά: «Θα τηρήσετε όλες τις ‘‘υποχρεώσεις’’ σας και θα έχετε μια πιο σκληρή, μόνιμη εποπτεία…».
Τίποτα δεν αλλάζει, μόνον η… φρασεολογία! Όλοι τους –κυβέρνηση και αντιπολίτευση– έναν παράγοντα αφήνουν πονηρά στο «απυρόβλητο»: Την Ευρωπαϊκή Ένωση, που εκφράζει την ξενοκρατία και τη χειρότερη δικτατορία που είδαμε ποτέ. Και σε αυτή βασίζονται για να πάρουν από τις Βρυξέλλες το χρίσμα της εξουσίας. Τσακώνονται μεταξύ τους οι αρχηγοί και οι αρχηγίσκοι για το ποιος θα είναι ο πιο αποτελεσματικός υπηρέτης των ξένων συμφερόντων. Και το στόμα όλων αυτών στάζει… μέλι όταν κάνουν λόγο για αυτήν την αμαρτωλή «ευρωπαϊκή οικογένεια». Νομίζουν οι ευρωλάγνοι, διαφόρων ιδεολογικών χρωμάτων, ότι από τα κέντρα του ευρωπαϊσμού θα σωθούμε.
Εάν ανατρέξει οποιοσδήποτε φιλομαθής στη μακρά πορεία της Ιστορίας μας, θα διαπιστώσει ότι ουδέποτε οι ξένοι μάς υπεστήριξαν. Μας χρησιμοποιούσαν πάντα για τα δικά τους συμφέροντα κι εμείς στο τέλος ήμασταν οι χαμένοι και οι ξεγελασμένοι. Χρειάζεται να γυρίσουμε λίγο πίσω, σε μερικές ιστορίες περασμένες αλλά διδακτικές. Ενδεικτικά μόνο θα δούμε κάποιες τραγωδίες του παρελθόντος, για το πού μας οδήγησαν αυταπάτες και υπερβολικές αισιοδοξίες. Οι παλιές ιστορίες ξεκουράζουν τον αναγνώστη αλλά και τον προβληματίζουν. Εάν αγνοείς το «χθες», θα πέσεις σε τραγικά σφάλματα σήμερα.
Πρόσφατα ήταν η επέτειος του θανάτου του Κων. Καραμανλή. Ορισμένα έντυπα έκαναν αφιερώματα για να τονίσουν τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στην Κοινή Αγορά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσον αφορά την ένταξη της Ελλάδος σε αυτές. Ας γυρίσουμε, λοιπόν, λίγο πίσω στον χρόνο. Όταν το 1978 γινόταν πολύς λόγος για την ένταξη της χώρας μας στην οικονομική οργάνωση της Ευρώπης, είχαμε κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας. Τότε διετυπώθη από κάποιους η πρόταση να διεξαχθεί δημοψήφισμα, ώστε να αποφανθεί ο λαός εάν επιθυμεί αυτήν την ένταξη. Η αντίδραση της τότε κυβερνήσεως υπήρξε σπασμωδική. Παρετηρήθη ταραχή. Και επηκολούθησε κατηγορηματική άρνησις. Το επιχείρημα της κυβερνήσεως ήταν ότι ο ελληνικός λαός είχε αποφανθεί επί του ζητήματος της Κοινής Αγοράς και στις εκλογές της 20ής Νοεμβρίου 1977 η Νέα Δημοκρατία, η ΕΔΗΚ, η Εθνική Παράταξις αλλά και το ΚΚΕ εσωτερικού είχαν κηρυχθεί υπέρ της ένταξης της Ελλάδος στην Κοινή Αγορά. Και έλαβον το 64% του συνόλου των ψήφων.
Φυσικά, ήταν νωρίς για να καταλάβουν όλοι αυτοί τι έκαναν. Αλλά και κάτι ακόμη. Η εκλογική συμπεριφορά των πολιτών δεν προσδιορίσθηκε κυρίως από το θέμα της Κοινής Αγοράς. Εψήφισαν επί τη βάσει άλλων κριτηρίων. Όσοι από τότε γράφαμε κατά της εντάξεως μας εχαρακτήριζαν… κομμουνιστές! Ήταν η εύκολη μομφή. Κι όμως, την ιδέα του δημοψηφίσματος είχε υποστηρίξει ο πλέον ακραιφνής, κορυφαίος αρθρογράφος της δεξιάς παρατάξεως, ο Σάββας Κωνσταντόπουλος. Στην εφημερίδα του, τον «Ελεύθερο Κόσμο», έγραφε στις 20 Μαΐου 1978: «Δεν βλέπομεν γιατί να μη κληθεί ο λαός να πει την γνώμην του επί της εντάξεως εις την Κοινήν Αγοράν. Είναι προτιμότερον να ξεκαθαριστούν τα πράγματα με ειδικήν απόφασιν του λαού, παρά να περιπλέκωνται με το αποτέλεσμα των βουλευτικών ή δημοτικών εκλογών. Ας κληθεί ο λαός εις δημοψήφισμα και ας αποφασίσει. Η κυβέρνησις όμως είναι υποχρεωμένη να μας ενημερώσει προηγουμένως υπό ποίους ακριβώς όρους θα πραγματοποιηθεί η ένταξις της Ελλάδος εις την Κοινήν Αγοράν. Διότι τίποτε το συγκεκριμένον δεν έχει ακόμη πληροφορηθεί ο λαός…».
Η Νέα Δημοκρατία δεν έδωσε ποτέ αποσαφηνίσεις για αυτούς τους όρους. Και αργότερα, όταν ήταν πλέον πρωθυπουργός ο ολετήρας Σημίτης, θα μας έβαζε πραξικοπηματικά στο «ευρώ», για να εξυπηρετήσει τα γερμανικά συμφέροντα.
Θα συνεχίσω με κάποια προσωπική ανάμνηση από τον Καραμανλή. Ήταν στα 1986. Ένα πρωί, ο ιδρυτής της Νέας Δημοκρατίας με ειδοποίησε να πάω να τον συναντήσω. Έτσι, την επομένη, ελάμβανα την άγουσαν προς την Πολιτεία. Με περίμενε στο σαλόνι της κατοικίας του. Από την τεράστια τζαμαρία βλέπαμε κάτω στο βάθος την Αθήνα, που ακόμα δεν είχε γίνει τερατούπολη. Ο Καραμανλής ήταν σκεφτικός και το βλέμμα του εχάνετο στον ορίζοντα. Η συζήτηση σιγά σιγά επικεντρώθηκε –με αφορμή κάποιες αντιπαραθέσεις των πολιτικών αρχηγών– στη δημοκρατική ομαλότητα και πολλά ελέγοντο περί ελευθεριών. Οι ελευθερίες των πολιτών, οι ελευθερίες του ατόμου, τα εκ της ελευθερίας προκύπτοντα αγαθά, οι κίνδυνοι δικτατορίας κ.λπ. Ο Καραμανλής μού είπε κάποια στιγμή: «Εγώ είχα προβλέψει εγκαίρως την πτώση της Δημοκρατίας, τότε που έφυγα από την Ελλάδα, αλλά δεν με άκουσαν. Γι’ αυτό έκτοτε αγωνίσθηκα…». Γι’ αυτό –μου εδήλωσε– έκτοτε αγωνίσθηκε για να συνδέσει την Ελλάδα με την Ευρώπη, ώστε να μην ξαναπαρουσιαστεί κίνδυνος δικτατορίας…
Ήταν αδύνατον εκείνη τη στιγμή να φανταστεί πόσο τραγικά είχε πέσει έξω. Διότι, χωρίς να το υποψιάζεται, έσπρωξε την Ελλάδα στην πιο ύπουλη και απαίσια δικτατορία των ξένων τραπεζιτών που μπορούσε να διανοηθεί άνθρωπος. Όπως πάντα, οι ξένοι και οι «σύμμαχοι» θα μας πρόδιδαν κατά τον χειρότερο τρόπο. Αν και προερχόμενος από το Λαϊκό Κόμμα, ο Καραμανλής ήταν θαυμαστής του Ελευθερίου Βενιζέλου. Κι όμως, κάτι που όλοι αποφεύγουν να μνημονεύσουν είναι το γεγονός ότι με το να βασιστεί ο Βενιζέλος στους ξένους και στην Αντάντ πάθαμε τη συμφορά της καταστροφής του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Οι περισσότεροι θέλησαν να αποδώσουν σε διαφορετικά αίτια την καταστροφή. Όμως, η πικρή αλήθεια είναι άλλη.
Οι «Σύμμαχοι» μας εκμεταλλεύτηκαν για τους σκοπούς τους κι όταν δεν μας χρειάζονταν, μας εγκατέλειψαν. Από ένα σημείο και μετά, οι Άγγλοι μάς καλούσαν να συνεχίσουμε μόνοι μας την εκστρατεία. Η Γαλλία, ενώ μας έσπρωχνε στην εκστρατεία της Μ. Ασίας, υπέγραψε μια χωριστή συνθήκη με την Τουρκία και απέσυρε τα στρατεύματά της από την Κιλικία. Και αυτή η ενέργεια έδωσε την ευκαιρία στους Τούρκους να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις εναντίον μας. Και η Ιταλία, η οποία δεν ήθελε να κάνει εκείνη τη στιγμή ο Κεμάλ ειρήνη, του προμήθευε πολεμικό υλικό. Η Αντάντ δεν ανανέωσε τις προτάσεις ειρήνης, παρά τα κατορθώματα του Στρατού μας. Και ο Γάλλος Ζονάρ, ως ύπατος αρμοστής (ένας… Σόιμπλε ή Γιούνκερ της εποχής του), απεστάλη στην Ελλάδα για να επιβάλει την παραίτηση του βασιλέως Κωνσταντίνου. Διαφορετικά, είπε ότι θα εβομβάρδιζε την Αθήνα εάν δεν πειθαρχούσαμε στις εντολές του.
Είτε συμπαθούσε κανείς είτε όχι τον Κωνσταντίνο, ο τρόπος με τον οποίο εκβιαστικά θέλησαν να τον εκδιώξουν από τη χώρα του οι ξένοι προκαλούσε την εθνική μας αξιοπρέπεια. Ο Βενιζέλος, βασιζόμενος στην Αντάντ, με την ηφαιστειώδη φαντασία του έβλεπε την Ελλάδα πέραν του Αιγαίου Πελάγους, τον Ελληνισμό θριαμβεύοντα και όλους τους Έλληνες κλίνοντας το γόνυ προ του μεγάλου δημιουργού. Το μεγαλουργόν όνειρο είχε κυριαρχήσει σε τέτοιο σημείο στη λογική του, ώστε να λησμονήσει εντελώς τα πρακτικά μέσα της πραγματοποιήσεως της ευγενικής αυτής φιλοδοξίας. Και έκανε το σφάλμα να πιστέψει ότι θα έπειθε ποτέ τον Βρετανό Έντουαρντ Γκρέι, ότι η Αντάντ θα συμφωνούσε στον κατά το δυνατόν μεγαλύτερο διαμελισμό της Τουρκίας!
Να πάμε σε άλλη τραγωδία; Τον Αύγουστο του 1974 με τον «Αττίλα 2», τη βάρβαρη εισβολή της Τουρκίας και την επονείδιστη Διάσκεψη της Γενεύης (με Κ. Καραμανλή και Γεώργιο Μαύρο), που αφήσαμε την Κύπρο στο έλεος των Τούρκων, πιστεύοντας ότι ήταν ποτέ δυνατόν να σταματήσουν οι ξένοι τις ορδές των επιδρομέων. Και τώρα σοβαρολογεί ο Τσίπρας, αλλά και πλείστοι αντιπολιτευόμενοι, ότι η ευρωπαϊκή συμμορία θα αφήσει την πατρίδα μας να ανασάνει; Μας πίνουν το αίμα και θα σβήσουν την Ελλάδα από τον χάρτη. Τη θέλουν επαρχία τους. Και μιλάμε ακόμα για… «ευρωπαϊκή οικογένεια»; Τι πλάνη! Πόσο δίκιο είχε, αλήθεια, ο εθνικός μας ποιητής όταν προφητικά έλεγε: «Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ κι αγαπημένε, πάντοτ’ ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε…».
ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΒΟΣΚΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΙΔΩΝ




Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΒΟΣΚΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΙΔΩΝ

Αν μου έλεγαν να ξαναπάω στα Ίμια θα το έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη

Ο Αντώνης Βεζυρόπουλος θυμάται τα δραματικά γεγονότα στην κρίση του 1996 και περιγράφει τις τουρκικές προσπάθειες παρεμπόδισης του για να μη φτάσει στα κατσίκια του. Το Πάσχα του 2004 σταμάτησε να ανεβαίνει στις δύο βραχονησίδες.

ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΑΛΑΦΑΤΗ
akalafatis@24media.gr

Ο Αντώνης Βεζυρόπουλος θα μείνει στην Ιστορία ως ο «βοσκός των Ιμί-ων». Είναι ο τελευταίος άνθρωπος που δραστηριοποιούνταν στη «γυμνή» βραχονησίδα. Εκεί έβοσκε τα κατσίκια του μέχρι και τον Απρίλιο του 2004. Σήμερα είναι 91 ετών και διηγείται στους νεότερους τα βιώματα του από τότε που του έκαναν απόνερα στη βάρκα τουρκικές ακταιωροί, με σκοπό να του βουλιάξουν το ψαράδικο και να μη φτάσει στην ελληνική χούφτα γης που τόσο αγαπά.
Μιλώντας στο «Εθνος της Κυριακής» από το σπίτι του στην Κάλυμνο δηλώνει ότι αρχικά ο ίδιος και στη συνέχεια τα παιδιά του θα μπορούσαν να συνεχίσουν και μετά το 2004 να βόσκουν τα κατσίκια τους στα Ίμια, αρκεί να είχαν τη στήριξη της πολιτείας: «Μετέφερα για πρώτη φορά τα ζώα μου στη νησίδα το 1984· Έπαιρνα τη βάρκα μου από την Κάλυμνο και πήγαινα εκεί για να τα φροντίζω. Παράλληλα μπορούσα να ψαρεύω. Σταμάτησα για λίγο λόγω της κρίσης του 1996. Μετά, όμως, συνέχισα. Πήγαινα τουλάχιστον δύο με τρεις φορές την εβδομάδα. Με βοηθούσαν πότε τα αγόρια μου και πότε η γυναίκα μου. Τότε έπαιρνα σύνταξη 700 ευρώ τον μήνα. Με αυτήν έπρεπε να ζήσω. Μου έδιναν και ένα μικρό ποσό από τον Δήμο και έτσι μπορούσα, έστω με δυσκολίες, να βόσκω τα πρόβατα μου. Κάποια στιγμή, κοντά στο 2004, έπαψαν να μου δίνουν χρήματα για να καλύπτω μέρος των εξόδων μου, κυρίως τα πετρέλαια για τη βάρκα».

ΧΩΡΙΣ ΣΤΗΡΙΞΗ

Ο 91χρονος κυρ-Αντώνης το πήρε στην αρχή εγωιστικά: «Σκέφτηκα ότι δεν θα κάνω σε κανέναν τη χάρη να σταματήσω. Γιατί να μη βοηθήσω το κράτος μου; Η αλήθεια είναι ότι στενοχωρήθηκα πολύ. Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει πρόθεση στήριξης, τότε αναγκαστικά αποσύρθηκα. Άντεχα τότε για κάποια χρόνια ακόμα. Μετά θα μπορούσαν να αναλάβουν τα παιδιά μου. Το λέει η ψυχή τους. Άλλωστε δεν ήταν λίγες οι φορές που τα έπαιρνα μαζί μου. Ήξεραν τι πρέπει να κάνουν και αγαπούσαν τον τόπο τους».
Σαν σήμερα θυμάται -όπως λέει- την τελευταία φορά που ανέβηκε στη νησίδα το 2004. Προϋπόθεση ήταν να συνοδεύεται από λιμενικούς του τοπικού Λιμεναρχείου, καθώς οι Τούρκοι είχαν εντείνει την προκλητικότητα τους: «Οι λιμενικοί μου είπαν όχι δεν μπορώ να ανέβω μόνος μου στα Ίμια. Εγώ τους απάντησα ότι δεν χρειάζομαι συνοδεία. Είχα ακόμα κάποια κατσίκια εκεί. Δεν με ενδιέφερε αν συναντούσα Τούρκους. Εγώ θα έκανα τη δουλειά μου. "Το σκέφτηκες καλά;" μου είπαν. Τελικά πήγαμε μαζί. Πράγματι προσπάθησαν να μας εμποδίσουν».
Η προσπάθεια εμβολισμού του πλοίου ανοιχτής θαλάσσης «Γαύδος» σχολιάζεται από τον Αντώνη Βεζυρόπουλο με μία φράση: «Σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει». Ο ίδιος είχε βρεθεί πολλές φορές στην ίδια θέση με τους λιμενικούς που επανδρώνουν τα σκάφη του ΛΣ και αντιμετωπίζουν την τουρκική εχθρότητα: «Με θυμάμαι να ταξιδεύω με τη βάρκα μου για τη νησίδα και να έρχονται δίπλα μου μεγάλα τουρκικά σκάφη κάνοντας ελιγμούς. Σαν τώρα θυμάμαι τα άσπρα μεγάλα πλωτά τους. Δημιουργούσαν απόνερα με σκοπό να με βουλιάξουν. Η βάρκα μου ήταν πολύ μικρή σε σχέση με τα δικά τους σκάφη. Έδειχναν να μην τους ενδιαφέρει αν πέσω στη θάλασσα και πνιγώ από τα κύματα. Τους έδειχνα, όμως, από την πλευρά μου ότι είχα το σθένος να συνεχίσω. Έκανα σαν να μην υπάρχουν. Συνέχιζα να ταξιδεύω προς τον προορισμό μου. Μου είχε τύχει πολλές φορές να βρίσκομαι πάνω στη βραχονησίδα και να περνούν από πάνω μου αεροσκάφη και ελικόπτερα. Σήμερα είμαι 91 ετών. Αν μου έλεγαν να πάω ξανά στα Ίμια θα το έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη...».

«ΕΙΧΑΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ 6.000 ΕΥΡΩ»

Ο πρώην δήμαρχος Καλύμνου, Δημήτρης Διακομιχάλης (με θητεία την επίμαχη περίοδο του 1996), είχε εξασφαλίσει, όπως λέει στο «Έθνος της Κυριακής», την καταβολή σε ετήσια βάση 6.000 ευρώ για να καλύπτει τα έξοδα για τα καύσιμα αλλά και τις τροφές των κατσικιών του Βεζυρόπουλου.
«Δυστυχώς από ένα σημείο και μετά το ελληνικό κράτος έκρινε, έπειτα από καταγγελίες, ότι η δαπάνη αυτή δεν είναι νόμιμη. Γι' αυτό 20 χρόνια τώρα σέρνομαι στα δικαστήρια με τον κίνδυνο του καταλογισμού, δηλαδή της επιστροφής των χρημάτων εντόκως. Σας διαβεβαιώ ότι αν το κράτος, παρά την ηλικία του Αντώνη Βεζυρόπουλου, έδινε την άδεια, ή ο ίδιος ή κάποιοι άλλοι θα πήγαιναν ξανά κατσίκια στις βραχονησίδες».
Ο κ. Διακομιχάλης θυμάται ότι «μετά την κρίση του 1996 ο βοσκός συνέχισε να πηγαίνει απρόσκοπτα στα Ίμια μέχρι το Πάσχα του 2004. Έκτοτε δεν ξαναπήγε και αυτό θεωρώ ότι ήταν έγκλημα, αφού τόσο ο Δήμος Καλυμνίων όσο και το υπουργείο Εξωτερικών δεν συνέχισαν να καλύπτουν τα έξοδα του. Εγώ ως δήμαρχος από τον Φεβρουάριο του 1996 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2002, που είχα την ευθύνη του Δήμου, πλήρωνα στον βοσκό τα έξοδα. Δυστυχώς αυτό δεν συνεχίστηκε και γι' αυτό κάποιοι έχουν την ευθύνη. Διέπραξαν έγκλημα σε βάρος των εθνικών μας συμφερόντων στο Αιγαίο. Επί των ημερών μου με αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, εγκεκριμένες από την Περιφέρεια, τον επιχορηγούσαμε με τις πιστώσεις που ήταν εγκεκριμένες στον προϋπολογισμό του Δήμου».
Ο Βεζυρόπουλος ήρθε το 2004, όπως περιγράφει ο πρώην δήμαρχος, σε επαφή με κυβερνητικούς παράγοντες για να βρεθεί μια λύση: «Μου είχε πει ο ίδιος ότι μίλησε με κυβερνητικά στελέχη για την οικονομική στήριξη του, αλλά ήταν απρόθυμοι για κάτι τέτοιο. Ταυτόχρονα, η τότε πλειοψηφία του Δήμου τον εγκατέλειψε, δεν βοήθησε οικονομικά έναν άνθρωπο πολύτεκνο και φτωχό, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεχίσει το πηγαινέλα και να πάρει τα κατσίκια του και να φύγει από τις βραχονησίδες».

ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΑΟΖ

Ποια ήταν όμως η σημασία της παρουσίας του βοσκού στα Ιμια; Ο κ. Διακομιχάλης υποστηρίζει πως «το εθνικά σημαντικό ήταν ότι υποδήλωνε την ύπαρξη οικονομικής δραστηριότητας στα νησιά, που σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας σήμαινε ότι τα Ίμια έχουν τη δική τους υφαλοκρηπίδα και τη δική τους ΑΟΖ. Η παρουσία του βοσκού στα Ίμια υπερτόνιζε την ελληνικότητα των νησιών πέρα και έξω από τις Διεθνείς Συνθήκες και Συμβάσεις που κατοχυρώνουν τα νησιά στην Ελλάδα.
Τον Μάρτιο του 1996 το υπουργείο Εξωτερικών δημιούργησε δαπάνη προκειμένου να εξασφαλιστεί η τροφή των κατσικιών στα Ίμια. Αυτή ήταν η σπουδαιότητα της παρουσίας του Αντώνη Βεζυρόπουλου εκεί. Από τότε που έφυγε, οι Τούρκοι διευκολύνθηκαν στις απαράδεκτες διεκδικήσεις τους αναφορικά με το ότι τα Ίμια είναι ελληνικά».
Υπενθυμίζεται ότι ο Δημήτρης Διακομιχάλης είχε υψώσει στις 25 Ιανουαρίου 1996 την ελληνική σημαία στη Μικρή Ίμια μαζί με τον τότε αστυνομικό διευθυντή Καλύμνου και δύο κατοίκους του νησιού. Τα τουρκικά τηλεοπτικά κανάλια είχαν μεταδώσει τις εικόνες με την υψωμένη σημαία και δύο ημέρες μετά δύο δημοσιογράφοι του γραφείου της εφημερίδας «Χουριέτ» στη Σμύρνη μετέβησαν με ελικόπτερο στη Μικρή Ιμια, υπέστειλαν την ελληνική σημαία και ύψωσαν την τουρκική. Τις ημέρες που ακολούθησαν η κρίση κλιμακώθηκε.

ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Η ζεστή νύκτα του '99 που ο Χόκινγκ «μίλησε» με τον θάνατο



Μια άγνωστη ιστορία στη Σάμο

Η ζεστή νύκτα του '99 που ο Χόκινγκ «μίλησε» με τον θάνατο

Ένας τρομοκρατημένος υπάλληλος μου είπε ότι έχει γίνει μπλακάουτ στο νησί και ότι, φυσικά, δεν υπάρχει ρεύμα ούτε στο δωμάτιο του ΣτίβενΧόκινγκ.

Ένας άνθρωπος του  οποίου το σοβαρό πρόβλημα υγείας δεν κατάφερε να λυγίσει το υπέροχο μυαλό του, ένα σπουδαίο πρόσωπο που έδωσε πολύτιμα μαθήματα ζωής σε όλους, ένας επιστήμονας που κατάφερε να εκλαϊκεύσει ένα δυσνόητο αντικείμενο μεταλαμπαδεύοντας τις γνώσεις του σε όλη την ανθρωπότητα. Αυτός ήταν ο Στίβεν Χόκινγκ για τους ανθρώπους που μπορούν να πουν ότι υπήρξαν φίλοι του, αλλά και για όσους είχαν την τύχη να δουν τον δρόμο τους να διασταυρώνεται με τον δικό του.
Οι ιστορίες που διηγούνται στο «Έθνος της Κυριακής»(18.3.2018) οι Έλληνες επιστήμονες που τον έχουν γνωρίσει επιβεβαιώνουν τη χαρισματική προσωπικότητα του Χόκινγκ, αποκαλύπτοντας έναν άνθρωπο με κοφτερό χιούμορ, όρεξη για ζωή, πιστό υπηρέτη της επιστήμης του. Επίσης, θυμούνται την ψυχραιμία και τη στωικότητα του ακόμα και όταν ερχόταν αντιμέτωπος με αναπάντεχες δυσκολίες, όπως συνέβη πριν από 19 χρόνια, όταν ήρθε στη χώρα μας.

ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

Ηταν καλοκαίρι του 1999> όταν ο Χόκινγκ επισκέφθηκε τη Σάμο για να λάβει μέρος σε επιστημονικό συνέδριο. Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Νικόλας Χατζησάββας, είχε αναλάβει το οργανωτικό μέρος του συνεδρίου και, όπως λέει, προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να διαφυλάξει την επιστημονικότητά του. «Όλοι ήθελαν να δουν τον Χόκινγκ και γινόταν πανζουρλισμός. Ο ίδιος δέχτηκε να δώσει μόνο μια συνέντευξη Τύπου, ενώ την ομιλία του παρακολούθησαν μόνο τα εγγεγραμμένα μέλη του συνεδρίου». Αυτή η επίσκεψη, ωστόσο, δεν τελείωσε χωρίς την παραδοσιακή ελληνική κακοδαιμονία.
Έπειτα από μια κουραστική ημέρα, ο κ. Χατζησάββας είχε πέσει για ύπνο, όταν μέσα στη νύχτα ξύπνησε από το χτύπημα του τηλεφώνου. «Ήταν περίπου 3 τα ξημερώματα. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, είχε βαθύ σκοτάδι και ήμουν ιδρωμένος. Το κλιματιστικό είχε σταματήσει να δουλεύει. Ένας τρομοκρατημένος υπάλληλος μου είπε πως έχει γίνει μπλακ άουτ στο νησί και ότι, φυσικά, δεν υπάρχει ρεύμα ούτε στο δωμάτιο του Στίβεν Χόκινγκ»...
Ο καθηγητής πετάχτηκε από το κρεβάτι του. Γνώριζε καλά ότι η καρέκλα του Χόκινγκ χρειαζόταν ρεύμα, επειδή είχε έναν μηχανισμό που τον βοηθούσε στην αναπνοή. Η ενσωματωμένη μπαταρία είχε ζωή δύο ωρών, οπότε έπρεπε να βιαστεί. «Βγήκα τρέχοντας από το δωμάτιο και έφτασα στο χωριό όπου ήταν το ξενοδοχείο. Το σκοτάδι ήταν απόλυτο. Η ρεσεψιόν του ξενοδοχείου είχε ρεύμα, αλλά δεν μπορούσαν να φτάσουν με καλώδιο μέχρι το δωμάτιο και, φυσικά, κανένας δεν μπορούσε να κατεβάσει την καρέκλα από τις σκάλες, επειδή το βάρος της ήταν πάνω από 100 κιλά. Επικράτησε πανικός και το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να αναζητήσουμε ηλεκτρολόγο. Αυτός, όμως, βρισκόταν 40 χλμ. μακριά».

«ΤΟΝ ΠΗΡΑ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ»

Η ανησυχία κορυφώθηκε, μολονότι από την ημέρα της άφιξης του Χόκινγκ στο νησί οι γιατροί είχαν τεθεί σε ετοιμότητα για να αντιμετωπίσουν πιθανά προβλήματα στην υγεία του. «Ο τότε νομάρχης Πυθαγόρας Βαρδίκος έφτασε τρέχοντας στο ξενοδοχείο, επικοινώνησε με τη ΔΕΗ και ζήτησε να δώσει προτεραιότητα στην ηλεκτροδότηση του ξενοδοχείου, όταν θα αποκαθιστούσε το πρόβλημα. Τελικά, το πρόβλημα αποκαταστάθηκε έπειτα από περίπου 45 λεπτά».
Ο ίδιος περιγράφει όσα έζησε εκείνη τη νύχτα ως γκραν γκινιόλ και ούτε καν θέλει να φαντάζεται ποιες , θα ήταν οι επιπτώσεις για τη δημόσια εικόνα της Ελλάδας αν ο σπουδαίος επιστήμονας πάθαινε κάτι εξαιτίας μιας διακοπής ρεύματος. «Ήταν μια τρομακτική σκέψη, αλλά, ευτυχώς, όλα διορθώθηκαν. Ο ίδιος ο Στίβεν Χόκινγκ δεν έδειξε να τρομάζει σε καμία στιγμή» διηγείται ο κ. Χατζησάββας, ο οποίος συμπληρώνει ότι αυτό ήταν το σοβαρότερο αλλά όχι το μοναδικό απρόοπτο εκείνης της επίσκεψης. «Το 1999 δεν ήταν ακόμα έντονη η ευαισθητοποίηση για ανθρώπους με κινητικά προβλήματα και, συνεπώς, δεν υπήρχαν ράμπες στους δημόσιους χώρους. Πριν από την έναρξη του συνεδρίου είχαμε φροντίσει για την τοποθέτηση τους, αλλά τελικά δεν τοποθετήθηκε ράμπα για να ανέβει στο βήμα. Τον ανέβασα εγώ, παίρνοντας τον στα χέρια».
Ο κ. Χατζησάββας θυμάται τον Χόκινγκ ως «έναν άνθρωπο με φοβερή αίσθηση του χιούμορ, που χαμογελούσε συχνά. Αυτό ήταν κάτι που φαινόταν παράξενο σε όσους τον γνώριζαν επειδή υπέθεταν ότι η κατάσταση του δεν άφηνε τέτοια περιθώρια. Όταν είχε έρθει στη Σάμο μπορούσε να κουνήσει μόνο δύο δάχτυλα και τα μάτια του. Αλλά έβλεπες ξεκάθαρα την αγάπη του για τη ζωή. Στο αποχαιρετιστήριο γεύμα μπήκε με την αναπηρική καρέκλα στην πίστα και άρχισε να χορεύει, μετακινώντας τη στον ρυθμό της μουσικής».

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΘΥΜΑΤΑΙ...


«Σας ζητώ συγνώμη για την αμερικανική προφορά μου»

Μια ανάλογη σκηνή χορού θυμάται και ο ακαδημαϊκός Δημήτρης Νανόπουλος, ο οποίος ήταν φίλος του Στίβεν Χόκινγκ. «Ήμασταν σε ένα συνέδριο για τα υποατομικά σωματίδια, που έγινε το 1983. Κατά τη διάρκεια του γκαλά έβαλαν μουσική, και ο Χόκινγκ μετακίνησε το καροτσάκι του από το τραπέζι, πήγε στην πίστα και άρχισε να χορεύει μόνος του. Αυτό έδειξε τη δύναμη της ψυχής του και την αγάπη του για τη ζωή».
Ο Δ. Νανόπουλος γνωρίστηκε με τον Χόκινγκ στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και συνδέθηκαν με στενή φιλία, η οποία διατηρήθηκε μέχρι το τέλος, μολονότι είχαν καιρό να μιλήσουν λόγω της επιδεινούμενης υγείας του Βρετανού επιστήμονα.
Όπως σημειώνει, σε μια εποχή που οι λέξεις έχουν χάσει τη σημασία τους, ο Χόκινγκ ήταν ο ορισμός της εμβληματικής προσωπικότητας. «Δίνω τρεις διαστάσεις στο έργο του. Η πρώτη είναι η καθαρά επιστημονική. Η δεύτερη είναι ότι τα βιβλία που έγραψε ήταν εκλαϊκευτικά και με τον τρόπο αυτό κατάφερε να εξαπλώσει την επιστήμη στον απλό κόσμο. Έδωσε μεγάλη ώθηση στην κοσμολογία και έκανε τους ανθρώπους να συζητήσουν γι' αυτά τα θέματα ακόμα και αν δεν τα καταλάβαιναν πολύ καλά. Αυτή είναι μια υποχρέωση του επιστήμονα. Η τρίτη διάσταση είναι η αγάπη του για τη ζωή και η δύναμη της ψυχής του. Το μυαλό του έμεινε ανέπαφο μέχρι το τέλος και επιβλήθηκε στο σώμα του.
0 Στίβεν Χόκινγκ πρέπει να είναι παράδειγμα για όλους και ειδικά για τους νέους. Ξέρω ότι αυτήν την περίοδο υπάρχουν δυσκολίες, αλλά ποιες είναι οι δυσκολίες τους σε σχέση με αυτές ενός ανθρώπου που ήταν να πεθάνει στα 23 του; Οι νέοι μπορούν να ξεπεράσουν κάθε δυσκολία και να πετύχουν τα πάντα».

Ο ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΙΓΚΣ

Όπως επιβεβαιώνει και ο καθηγητής Νανόπουλος, ο Χόκινγκ είχε πιπεράτη γλώσσα, εξαιρετική αίσθηση του χιούμορ και έλεγε πάντα αυτό που πίστευε ανεξάρτητα από το αν η γνώμη του άρεσε στους συνομιλητές του. «Όταν τον γνώρισα, μπορούσε ακόμα να μιλήσει με τη φωνή του. Δεν χρειαζόταν το μηχάνημα. Σε μία από τις πρώτες διαλέξεις που έδωσε, όταν υποχρεώθηκε να το χρησιμοποιήσει, είπε: "Σας ζητώ συγνώμη για την αμερικανική προφορά μου". Μου είχε διηγηθεί, επίσης, μια συνάντηση του με τον πρίγκιπα Κάρολο. Όπως γύρισε την καρέκλα του, τον πάτησε κατά λάθος και σχολίασε: "Αυτό θα ήθελα να το κάνω και στη Θάτσερ"».
Αν και ήταν ένας από τους σπουδαιότερους επιστήμονες όλων των εποχών, ο Χόκινγκ δεν ήταν αλάνθαστος. Ο Δ. Νανόπουλος θυμάται τη διαφωνία τους για το μποζόνιο του Χιγκς, το οποίο ήταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια το «άγιο δισκοπότηρο» για τους επιστήμονες οι οποίοι εργάζονταν στο CERN. «Τα είχε βάλει με το μποζόνιο του Χιγκς και έλεγε ότι δεν υπάρχει. Όμως, όταν ανακαλύφθηκε, παραδέχτηκε αμέσως ότι έκανε λάθος και είπε ότι ο Χιγκς έπρεπε οπωσδήποτε να πάρει το Νόμπελ. Ήταν και αυτό μέρος του μεγαλείου του».

ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Γιάννης Μπεθάνης : O tempora o mores



O tempora o mores

Γράφει ο Γιάννης Μπεθάνης

Η ανθρώπινη πολιτεία για να λειτουργήσει διαφοροποιημένα από το χαοτικό, κυνικό, επικίνδυνο και ενίοτε βάναυσο ζωικό βασίλειο, μέσα στο πέρασμα των αιώνων και με πυλώνες την εμπειρία, την παρατήρηση, την περιέργεια και τη γνώση που αυτά συνεπάγονται, έθεσε ασφαλιστικές δικλείδες για να διαφυλάξει τα σύνορα που διαχωρίζουν το πολιτικό ζώον από το ζώον. Δικλείδες όπως οι νόμοι, η δικαιοσύνη, η παιδεία, τα πολιτικά και θρησκευτικά συστήματα, τα ήθη και έθιμα, «οχύρωσαν» τις τοπικές φυλές, χωριά, πόλεις, προκειμένου να προφυλαχθεί το ίδιο μας το είδος από τον εαυτό του. Οι αρχαίες ελληνικές τραγωδίες είχαν εμβαθύνει από νωρίς σε αυτόν τον κίνδυνο και γι’ αυτό δεν αποτελούν απλώς «θεατρικά έργα», αλλά εκπληρώνουν τον από δημιουργίας τους διττό ρόλο τους: Αυτόν της παιδαγωγίας. Τη σκυτάλη ανέλαβε η σύγχρονη ψυχολογία, σίγουρα, πάντως, με λιγότερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με τα «αρχαία» μηνύματα.
Στις παγκοσμιοποιημένες κοινωνίες, όπου το χρήμα, το διαδικτυακό «προφίλ», ο απομονωτισμός και η εφήμερη απόλαυση αποτελούν κυρίαρχες τάσεις και απωθημένα του σύγχρονου ανθρώπου, και με τους θεσμικούς παράγοντες παγκοσμίως ανίκανους να ανταποκριθούν στον κύριο ρόλο τους, έχοντας μετατραπεί απλά σε οικονομικούς διαχειριστές, αυτές οι δικλείδες που ο ίδιος ο άνθρωπος έθεσε στον εαυτό του ώστε ο ίδιος και η κοινωνία που δημιούργησε να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν, όλοι βλέπουμε να φθίνουν μέρα με τη μέρα.
Και με βάση αυτά τα δεδομένα, όταν βλέπουμε γύρω μας να αυξάνονται συνεχώς (δυστυχώς και στη χώρα μας όπως όλοι διαπιστώνουμε) τα περιστατικά ωμής βίας, σεξουαλικής – σωματικής – λεκτικής, με θύματα μικρά παιδιά, ακόμη και από τους ίδιους τους «γονείς» τους, αναρωτιέμαι αν πρέπει άραγε να νιώθουμε έκπληξη, πέρα από ντροπή, αηδία, οργή και αποτροπιασμό.
Τα παραπάνω συναισθήματα, σε ό,τι τουλάχιστον αφορά τον γράφοντα, τα επισκιάζει ένα άλλο: Ο φόβος. Για το τι μέλλει να ακολουθήσει, σε ποιον βαθμό αποκτήνωσης μπορεί να φτάσει ο απολύτως παραμελημένος από θεσμούς, πολιτικούς και πνευματικούς ταγούς και εν τέλει από τον ίδιο του τον εαυτό, σύγχρονος άνθρωπος.
Και μη χειρότερα, δηλαδή…