Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

Λουδοβίκος των Ανωγείων : «Όπως αρχαίο άγαλμα»



ΜΕ ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ

«Όπως αρχαίο άγαλμα»

Γράφει ο Λουδοβίκος των Ανωγείων

Θα ήταν γύρω στα 25 όταν ήρθε στο χωριό διορισμένη δασκάλα η κυρία Ευτέρπη. Αεράτη και χαρούμενη. Νοίκιασε ένα σπίτι κοντά στο δικό μας και όλα άλλαξαν με την καινούργια δασκάλα. Όλο το χωριό την αγάπησε για τον χαρακτήρα και την ομορφιά της. Ήταν μελαχρινή, με λεπτή μέση, ανοιχτούς ώμους, πυκνά μαύρα μαλλιά, χαμόγελο που άστραφτε και μάτια καστανά.
Η μάνα μου έλεγε πως ήταν γυναίκα με θεμέλια. Σκέφτηκα πως κάπως έτσι ονειρεύτηκε τη γυναίκα ο Θεός, γεμάτη φεγγάρια στα μάγουλα, στους ώμους, στα στήθη, στα γόνατα.
Εγώ ήμουν δέκα χρονώ, Τετάρτη δημοτικού, όλα τα αγόρια της τάξης την ερωτευθήκαμε! Ακόμα έχω ένα κουμπί από το παλτό της που το έκοψα κρυφά με ξυράφι σε ένα διάλειμμα.
Πέρασαν οι εποχές, η κυρία Ευτέρπη έφυγε από το χωριό. Πολλά χρόνια μετά, αφότου άρχισα την τέχνη του τραγουδοποιού, «ερχόταν» η ανάμνηση ξανά και ξανά να διεκδικήσει τα δικαιώματα της από τον παιδικό μου έρωτα: να της γράψω τραγούδια. Αυτό έπραξα.

Τρία τραγούδια για την κυρία Ευτέρπη

«Χειμώνα στην πλατεία»

Φυσάει βοριάς και αυτή περνά
με βιάση το μεϊντάνι,
με το ένα χέρι στα μαλλιά
και τ' άλλο στο φουστάνι.

Κι ήταν το φόρεμα λεπτό,
πάνω της κολλημένο.
Όπως αρχαίο άγαλμα
μεταξωτά ντυμένο.

Πίσω από το τζάμι σε κοιτώ
και κρυφοκαταπίνω,
τον πόθο μου και τον καημό
στη φαντασία αφήνω.

Εκδρομή στη λίμνη

Στο ένα χέρι είχε τα σαντάλια της,
στο άλλο χέρι κράταγε ένα ρόδι,
άγγιξε τον καθρέφτη του νερού
διστακτικά με το γυμνό της πόδι.

Και ύστερα σήκωσε το φόρεμα ψηλό,
τόσο που μπέρδεψε η ανάσα στο λαιμό μου.
Και άφησε το πόδι της να ψάχνει το βυθό
και αργώ περπάτησε μαζί με τον καημό μου.

Το φως περνούσε το λεπτό πανί
και έβλεπα γυμνό το σχήμα του κορμιού της,
και ύστερα στα καλάμια εχάθηκε
αφήνοντας το θρου του φουστανιού της.

«Το χτένισμα»

Πέρασε, ξαναπέρασε
από τη γειτονιά της,
την πέτυχα και στέγνωνε
στον ήλιο τα μαλλιά της.

Το κοκαλένιο χτένι της
γλιστρούσε προς τα κάτω,
όπως το αλέτρι που περνά
από χωράφι αφράτο.

Πιάνει χωρίζει τα μαλλιά,
να πλέξει την κοτσίδα
κι απ' τη σχισμάδα των μαλλιών
με είδε και την είδα...

ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Μαρίνα Καραγάτση : Ο Καραγάτσης ήταν σαν παιδί που κάνει διαολιά

Φωτογραφία:   Σπύρος Μπακάλης


Μαρίνα Καραγάτση : Ο Καραγάτσης ήταν σαν παιδί που κάνει διαολιά

Η συγγραφέας του «Ευχαριστημένου» μιλά για τη δύσκολη σχέση με τον πατέρα της, τις ανασφάλειες του και τη θέληση της να γράψει το παραμύθι της ζωής της. "Πίστευε ότι ήταν ένας καλός συγγραφέας. Στη δεκαετία του '50, μετά τον Εμφύλιο, η Αριστερά τον χτύπησε πάρα πολύ. Αναθεώρησαν οι αριστεροί, αλλά είχε πεθάνει".

Συνέντευξη στην  Ιωάννα Κλεφτογιάννη

Το σπίτι της Μαρίνας Καραγάτση είναι ένα μουσείο μνήμης. Φωτογραφίες με τον πατέρα της, τη μητέρα της και ζωγράφο Νίκη, πίνακες της, το κουκλοθέατρο της για τον εγγονό της Δημήτρη Τάρλοου, φωτογραφίες των παιδιών του, βιβλία, πάρα πολλά βιβλία, έργα του Γιάννη Τσαρούχη, επιστήθιου φίλου της Νίκης. Και ανάμεσα σε όλα αυτά, ένας γάτος, που έρχεται και σου χαϊδεύεται και στη δική της αγκαλιά γουργουρίζει. Με προκαταλαμβάνει από το πρώτο λεπτό: «Δεν θα μιλήσουμε μόνο για τον Καραγάτση». Δεν το αποφύγαμε. Τη συναντώ ξανά, για το «Ευχαριστημένο ή οι Δικοί μου άνθρωποι» (εκδόσεις Άγρα), ένα βιβλίο μυθοπλασίας μεν, που όμως αντλεί από τη δεξαμενή της καθαρής βιωματικότητας, την οποία είχε το θάρρος να μην εξωραΐσει.
Στο πρώτο κεφάλαιο μας μιλά ο πατέρας της, ο Καραγάτσης. Εμείς εισχωρούμε στα μύχια των σκέψεων του. Στο δεύτερο, δίνει τον λόγο στην υπηρέτρια της οικογένειας, που τη βάφτισε «Ευχαριστημένο», τη Λασκάρω, αιτία συγγραφή του βιβλίου, και στο τρίτο στη γιαγιά της, Νίνα, που μας συνδέει με τα αρχοντικά ανδριώτικα εφοπλιστικά παρακλάδια της οικογένειας, από την πλευρά της μητέρας της Νίκης. Στο τέλος η Μαρίνα Καραγάτση σκηνοθετεί μια ανοιξιάτικη μέρα του 2006, με τους νεκρούς τη να επιστρέφουν και να συζητούν συμφιλιωμένοι τα περασμένα.
Γιατί ξανά, σήμερα ειδικά, μια δεύτερη κουβέντα με τη Μαρίνα Καραγάση για ένα βιβλίο του 2009 (βραβείο μυθιστορήματος περίοδικού «Διαβάζω»); Γιατί ο γιος της και εγγονός του Καραγάτση, Δημήτρης Τάρλοου, μετά την επιτυχία της σκηνικής μεταφοράς της «Μεγάλης Χίμαιρας, αποτολμά τη θεατροποίηση και του «Ευχαρισημένου». «Οι ώρες που περιμέναμε με τον μπαμπά μου τη μητέρα μου να γυρίσει από το εργαστήρι χαλκογραφίας του Κεφαλληνού ήταν αβάσταχτες» αφηγείται η Μαρίνα κάποια στιγμή που ο γάτος βρίσκεται στο αυτί μου.


Για ποιο λόγο;
Γιατί φοβόμουνα.
Τι φοβόσασταν;
Τις εκρήξεις του.
Με τι εκρήγνυτο;
Δεν ήξερες ποτέ. Ήταν αναπάντεχο. Κάτι τον ενοχλούσε. Από μέσα του ο άνθρωπος υπέφερε, είχε νεύρα. Ήταν άυπνος.
Υπέφερε από αϋπνίες ο Καραγάτσης;
Αϋπνίες φοβερές. Αν δεν είχε κοιμηθεί καλά, δεν μπορούσε μετά να καθίσει να γράψει. Ήταν ένας φαύλος κύκλος.
Υπήρξε όντως μαζί σας απορριπτικός; Συνέκρινε τις σχολικές εκθέσεις σας με τις δικές του, για να αποδείξει πόσο απλοϊκά σκεφτόσασταν;
Είναι αλήθεια. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να με συγκρίνει με το δικό του ταλέντο.
Ως παιδί ήσασταν σφουγγάρι; Ρουφούσατε και καταγράφατε ό,τι ζούσατε κι ό,τι σας αφηγούνταν;
Δεν μιλούσα, αλλά έβλεπα.
Σας κατηγορούσε ο πατέρας σας ότι ήσασταν αδιάφορη, χωρίς περιέργεια;
Είναι οι σκέψεις που πιστεύω εγώ ότι έκανε όταν μου έλεγε: «Τι κάθεσαι και διαβάζεις μυθιστορήματα; Θα γίνεις σαν αυτές του κατηχητικού με τα σπυριά και τους κότσους; Να βγαίνεις, να κάνεις παρέα με αγόρια». Ήταν το αντίθετο των άλλων πατεράδων. Δεν είχε καμία ηθικολογία και όλες οι ιδιοτροπίες του ήταν καλλιτεχνικές. Ήταν το ζήτημα του πνεύματος, γι' αυτό ανησυχούσε και για την κόρη του.
Είχε προσπαθήσει μάταια να σας μυήσει στον Παλαμά, στον Μποντλέρ και στον Βάγκνερ. Σε ποια ηλικία;
Ημουν 8-9 ετών.
Νοιαζόταν επομένως για εσάς...
Δεν ξέρω πόσο νοιαζόταν. Του ερχόταν ξαφνικά και έβαζε τις «Βαλκυρίες». Σαν να ήθελε να δοκιμάσει πώς θα αντιδράσω. Εγώ φοβόμουνα.
Πέθανε νέος, κοντά στα 50. Θα έγραφε, πιστεύετε, πολλά έργα ακόμα; Δεν πρόφτασε;
Ε, βέβαια, αφού έγραφε το «10», που είχε άλλη μορφή. Ήταν ένα πολύ πιο λαϊκό έργο, με μια φοβερή ζωντάνια. Απορώ, όλους αυτούς τους ανθρώπους τους γνώρισε; Ξέρω ότι, ενώ είχε πάθει το έμφραγμα, κατέβαινε τα πρωινά στον Πειραιά, καθόταν σε καφενέδες και μιλούσε με ανθρώπους λαϊκούς.
Αναζητώντας το έμψυχο υλικό του βιβλίου του;
Ναι. Σίγουρα μπαίνουν μέσα στα βιβλία του πάρα πολλά προσωπικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία. Στον «Γιούγκερμαν», ο Καραμάνος και ο Γιούγκερμαν είναι ο διχασμένος Καραγάτσης. Ο Γιούγκερμαν είναι το ιδανικό, το πώς θα ήθελε να είναι ο Καραγάτσης και ο Καραμάνος είναι αυτό που είναι ο Καραγάτσης. Ένας άνθρωπος υπερευαίσθητος, με αϋπνίες, που γράφει. Πάντα μέσα στα βιβλία του βρίσκεις τον ίδιο και τα βαρίδια του»..
Σας μιλούσε για τα βιβλία που έγραφε όσο τα έγραφε;
Καθόλου. Αργότερα, προς το τέλος της ζωής του, όταν έγραφε το «Σέργιος και Βάκχος», μας κάθισε μια μέρα με τη μαμά μου και μας λέει «θα σας διαβάσω ένα από τα κεφάλαια του νέου». Και καθίσαμε εμείς έντρομες και άρχισε να διαβάζει. Και όταν τέλειωσε μας ρώτησε «και λοιπόν;».
Τον έτρεμε και η μητέρα σας;
Όλοι. Και οι φίλοι του τον έτρεμαν. Δηλαδή, όταν έβγαιναν έξω να φάνε, θυμάμαι προχωρούσε εκείνος μπροστά και ακολουθούσαν οι φίλοι του. Τον ρωτούσαν «πού θα πάμε να φάμε;» και απαντούσε «θα δείτε».
Απαιτούσε άκρα του τάφου σιωπή για να γράψει;
Περπατούσαμε στις μύτες των ποδιών!
Τον απασχολούσε η πολιτική; Ελεγε «δεν είμαι ούτε αριστερός ούτε δεξιός»...
Ναι, αν και ήταν σαφώς αντικομμουνιστής. Από εκεί και πέρα, πιο πολύ τον απασχολούσε η τέχνη του παρά τα κόμματα, παρόλο που είχε βάλει υποψηφιότητα με τον Μαρκεζίνη. Έλεγε χαμογελώντας παιχνιδιάρικα: «Το έκανα για να μπω στη μύτη του αδελφού μου που είναι στην ΕΡΕ». Και πράγματι, ο Τάκης Ροδόπουλος ενοχλήθηκε πάρα πολύ. Ο Καραγάτσης ήταν σαν παιδί που κάνει διαολιά.
Ο ίδιος υποστήριζε, πάντως, ότι δεν έχει πειράξει ποτέ συνάδελφο του, πως είναι αγαπητός στους λογοτεχνικούς κύκλους, και ότι αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία του...
Αυτό είναι το χιούμορ του Καραγάτση. Εννοεί ότι όταν θα φύγει από τη ζωή θα ησυχάσουν.
Τους ενοχλούσε;
Τους ενοχλούσε, νομίζω, το ταλέντο του. Ζήλευαν. Αυτός ο φθόνος υπάρχει Στην Ελλάδα.
Ο μάγος-αστρολόγος Αράμ, μελετώντας το ζώδιο του, του είχε πει ότι το επόμενο δίμηνο, εν μέσω «Δεκεμβριανών», μπορεί να κινδυνέψει η ζωή του. Και κλείστηκε στο σπίτι. Ήταν προληπτικός;
Ήταν και φοβητσιάρης, νομίζω, λίγο. Δεν ήταν πολύ γενναίος.
Ερωτεύτηκε τη Νίκη Καραγάτση;
Ξέρω ότι η μητέρα μου τον ερωτεύτηκε πάρα πολύ. Ξέρεις τι είναι να πιστεύει ότι είναι ο καλύτερος συγγραφέας που υπάρχει;
Ο ίδιος είχε δηλώσει «απλούστατα μια ευπρεπής μετριότητα είμαι». Το πίστευε;
Αυτά είναι του Καραγάτση! Πίστευε ότι ήταν ένας καλός συγγραφέας. Βέβαια, στη δεκαετία του '50, μετά τον Εμφύλιο, η Αριστερά τον χτύπησε πάρα πολύ. Αναθεώρησαν οι αριστεροί, αλλά είχε πεθάνει.
Τον είχαν πειράξει οι επιθέσεις;
Πολύ. Μια μέρα μού εξομολογήθηκε: «Μήπως και δεν αξίζω τίποτα; Μήπως είμαι ένα μηδενικό;».
Είχε ανασφάλεια;
Είχε κι αυτή την ανασφάλεια και την άλλη. Αν αρέσει ως άνδρας. Κάποια στιγμή με ρώτησε: «Θα 'θελα να ξέρω, αν δεν ήμουν ο Καραγάτσης, θα άρεσα σε καμιά γυναίκα;».
Τι απαντήσατε;
Ποτέ δεν απαντούσα. Κοκάλωνα.
Στο βιβλίο σας γιατί δεν συμπεριλάβατε τις μεγάλες μαζώξεις στο σπίτι σας με τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες;
Δεν θέλησα να κάνω ένα βιβλίο αυτοβιογραφικό. Θα ήταν πολύ βαρετό. Εγώ έγραψα ένα παραμύθι. Το παραμύθι της ζωής μου. Είναι αυτό που έλεγε ο πατέρας μου. Τι είναι η ζωή; Μια μεγάλη παρεξήγηση.
Ήταν δική σας επιθυμία να γίνει θέατρο το «Ευχαριστημένο»;
Ναι. Ο Δημήτρης φοβόταν πάρα πολύ να εμπλακεί στα οικογενειακά. Αυτό που έκανε τελικά είναι σαν ένα άγριο παραμύθι.
Τι είναι αυτό που δεν προφτάσατε να πείτε στον πατέρα σας;
Ότι τον αγαπώ πολύ.
Δεν του το είπατε όσο ζούσε;
Όχι!
Εκείνος σας το είπε;
Ποτέ! 

ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ/25.2.2008

ΝΙΚΟΥ ΑΜΜΑΝΙΤΗ : Η εορτή




ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ 
ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

Η εορτή

Του ΝΙΚΟΥ ΑΜΜΑΝΙΤΗ

Οι καλοκαιρινές εξετάσεις είχαν τελειώσει. Τα αποτελέσματα είχαν αναρτηθεί στον πίνακα ανακοινώσεων και είμεθα απόλυτα ήσυχοι ότι περάσαμε την τάξη, διότι, συν τοις άλλοις, το Λεόντειο είχε το καλό πως αν δεν πέρναγες την τάξη -με το σπαθί σου- έπρεπε να αποχαιρετίσεις το σχολείο, επειδή δεν μπορούσε να έχει σκράπες για μαθητές. Μακαρίζαμε τους μαθητές του αδελφού σχολείου, του μεγαλύτερου Λεόντειου, που βρισκόταν στο τέρμα Πατησίων, όπου η σχολική χρονιά τελείωνε με τις γυμναστικές επιδείξεις, που γινόταν με τα άλλα δημόσια σχολεία σε επίσημη τελετή στο Καλλιμάρμαρο, παρουσία της πολιτικής ηγεσίας του τόπου.
Τους δικούς μας καλούς μαθητές, λες και ήθελαν να τους επιβραβεύσουν για τους κόπους του χειμώνα, τους προσκαλούσαν ως θεατές με τα αθλητικά στα Πατήσια. Όμως και εμείς είχαμε τα χειρότερα. Από μια σκέτη χαιρεκακία και μόνον, για να μη χαρούμε την ξενοιασιά του καλοκαιριού, μας φόρτωναν να γράψουμε ένα κάρο μαθήματα, που, «φρονίμως ποιούντες» εμείς, αφήναμε για την τελευταία εβδομάδα του Σεπτέμβρη.
Τα γυμνάσια τότε άρχιζαν μαθήματα την 1η Οκτωβρίου και εγώ θα πήγαινα στη 2α Οκταταξίου. Θυμάμαι στην πρώτη τάξη, την πρώτη εβδομάδα που πήγα σχολείο, μας μάντρωσε σε μια αίθουσα ο frere Jean, έκατσε στο αρμόνιο, που τα είχαν μπόλικα, και άρχισε να εξετάζει πώς τα πηγαίναμε με τη solfege, δηλαδή αν είχαμε φωνή κατάλληλη για χορωδία.
Θυμάμαι πως στο τρίτο «Α» της κλίμακας που έβγαλα ήμουν τόσο παράφωνος που όχι μόνον με έβγαλε έξω αλλά μου απαγόρεψε να είμαι και κοντά στην τάξη σε ώρα μαθήματος. Το χειρότερο όμως με εμάς που πηγαίναμε στο Λεόντειο της οδού Σίνα ήταν ότι θα κάναμε γιορτή επί «τω τέλει της σχολικής χρονιάς».
Δηλαδή μέσα στη «μεγάλη αυλή» (τρόπος του λέγειν) του σχολείου, εκεί που έκαναν διάλειμμα οι μεγάλοι και όπου υπήρχε ένα παράθυρο, απ’ όπου ένας frere πουλούσε μόνον τετράδια με τη φίρμα του σχολείου, στηνόταν ένα ικρίωμα ύψους 25 περίπου εκατοστών, όπου θα κάθονταν η διεύθυνση και οι καθηγητές του λυκείου. Εκεί θα στριμώχνονταν και οι προσκεκλημένοι γονείς των μαθητών. Το σκηνικό έμοιαζε με «πάλκο» θεάτρου, όπου θα ανεβαίναμε με τη σειρά να κάνουμε το… «νούμερό μας». Άλλος είχε να πει ένα ποίημα ενός μεγάλου ποιητού, καταχωρημένου στα «Νεοελληνικά Αναγνώσματα», άλλος είχε πρώτο ρόλο σε κάποιο κωμικό σκετσάκι και ένας τρίτος είχε να απαγγείλει με στόμφο μια πατριωτική παρλάτα.
Και θαύμαζαν οι γονείς τις καλλιτεχνικές επιδόσεις των τέκνων τους και ήσαν πεπεισμένοι πως «ούτε ο Μινωτής στα μικράτα του» δεν θα τα ‘λεγε καλύτερα. Μια πάστα με σαντιγί και φράουλες ήταν η ανταμοιβή του δακρύβρεκτου ποιήματος που μου έλαχε.
Τώρα, αν τα «έκανα μούτι», δεν έφταιγα εγώ, αλλά ο καιρός. Δηλαδή έλεγα «έχουμε καιρό», τα φόρτωνα στον κόκορα και δεν μάθαινα το ποίημα που θα απάγγελνα, επειδή ο καιρός περνούσε, αλλά δεν μας κυνηγούσε τίποτα. Τα πράγματα συνέβησαν ως εξής:
Λίγο μετά το Πάσχα μάς μπαγλάρωσαν σε μια αίθουσα, που άλλες ώρες ήταν τάξη, και μας μίλησαν για τη γιορτή του σχολείου που θα γινόταν στο τέλος του έτους. Ήμουν ενθουσιασμένος. Περίμενα πως θα με διάλεγαν για πρωταγωνιστή στο κωμικό σκετσάκι – παραδέχομαι πως ήμουνα μεγάλο υποκριτικό ταλέντο.
Το «παιδί-θαύμα», να πούμε. Θα αποδεχόμουνα και δεύτερο ρόλο (αν μου πρότειναν), διότι πρωταγωνιστή έκαναν έναν βλάκα συμμαθητή μου. Και κομπάρσος θα δεχόμουνα να παίξω, διότι εμείς οι καλλιτέχνες μοιάζουμε με τους καλούς μύλους, ό,τι βρούμε το αλέθουμε….
Δυστυχώς, κόντευαν να εξαντληθούνε οι συμμετοχές και ακόμη να ζητήσουν τη σύμπραξή μου. Είχε απομείνει μονάχα ένα δραματικό ποίημα. Με φτώχειες, με αρρώστιες, με θανάτους.
Δεν ήταν ποίηση αυτό. Οι δέκα πληγές του Φαραώ ήτανε. Παμψηφεί πρότειναν να το πω εγώ. Αρνήθηκα. Ζητούσα κάτι πιο ανάλαφρο. «Σου έρχεται κουτί», μου αντέτειναν και προσθέσανε: «Πού θα βρεθεί άλλος πιο μουρτζούφλης από σένα, που θα ταιριάζει με το δραματικό ποίημα;».
Έτσι μου το φόρτωσαν. Αλλά και εγώ έκανα απεργία. Ανέβηκα στο ικρίωμα και δεν ήξερα ούτε ένα δίστιχο. Πήρα όμως συγχαρητήρια από τη μάνα μου επειδή υποκρίθηκα άψογα τον μουγγό…

http://www.paron.gr/2018/05/24/i-eorti/


Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ



ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ «ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ»

Δυο χρόνια από τον θάνατο του Γιάννη Κυριακίδη

Ο συγγραφέας του βιογραφικού λευκώματος του Γιάννη Κυριακίδη, «Ζωή γεμάτη εικόνες», Κώστας Μπλιάτκας, θυμάται τον εμβληματικό φωτορεπόρτερ της Θεσσαλονίκης. "Εκεί που «γλυκαίνε» ο φακός του και έπιανε «κόκκινο» η περιέργεια και το πάθος του ήταν όταν φωτογράφιζε απλούς, καθημερινούς ανθρώπους".
Πάνω στη σκάλα, δίπλα στην εξέδρα, μέσα στο πλήθος, αναστατώνοντας τους πάντες, από νωρίς κέρδισε όλη την κατανόηση, για να μην πούμε τον σεβασμό, προκειμένου να κάνει τη δουλειά του με τη φωτογραφική του μηχανή και τον δικής του επινόησης τρόπο. Ήταν ένας άνθρωπος που πραγμάτωσε τον εαυτό του με ανεπανάληπτη μαεστρία.


Στη σκάλα του ”Ο Ιωάννης της Κλίμακος”
Δύο χρόνια συμπληρώθηκαν τον Φεβρουάριο από τον θάνατο, σε ηλικία 92 ετών, του Γιάννη Κυριακίδη, κορυφαίου φωτορεπόρτερ της Θεσσαλονίκης και ενός από τους χαρακτηριστικούς ανθρώπους του μύθου της. Με τον φωτογραφικό του φακό κατέγραψε συμφορές, εξάρσεις του δημοσίου βίου, θριάμβους και πάθη, μεγάλα αθλητικά και πολιτιστικά γεγονότα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αιχμαλώτισε με τον φακό του κορυφαίους πολιτικούς, καλλιτέχνες, αθλητές σε στιγμές δόξης, αλλά και άβολες γι' αυτούς. Εκεί, όμως, που «γλύκαινε» η μηχανή του και έπιαναν «κόκκινο» η περιέργεια και το πάθος του ήταν όταν φωτογράφιζε απλούς ανθρώπους.
Μια πολύ λεπτή παρατήρηση βγαλμένη από την εμπειρία δεκαετιών για το «τι;», το «πώς;» και το «γιατί;» των φωτογραφιών του Γιάννη Κυριακίδη έκανε ο πολύπειρος δημοσιογράφος Γεράσιμος Μιχαήλ Δώσσας: «Πράγματι, στο δόγμα ότι ο φακός λέει την αλήθεια εγείρεται η ένσταση ότι "βλέπει" ό,τι θέλει το μάτι που είναι από πίσω του.
Ο Γιάννης έκανε την υπέρβαση και κατήργησε το δίλημμα. Είναι τόσο απόλυτα ταυτισμένος με την αξία της είδησης και της ακρίβειας (με την πιο αυστηρή δημοσιογραφική έννοια των λέξεων), ώστε το υποκειμενικό μάτι του είχε αποκτήσει την αντικειμενική ουδετερότητα του ίδιου του φακού».
«Η πόλη μπορεί να αδυνατεί να λύσει το κυκλοφοριακό γωνία Κομνηνών και Μητροπόλεως, αλλά ο Γιάννης ανέβηκε στη σκάλα του, ο σύγχρονος δηλαδή Ιωάννης της Κλίμακος, και επόπτευσε κεφαλές πρωθυπουργών, φιλοδοξίες υπουργών και δεκάρικους επισήμων» έγραψε γι' αυτόν ο συγγραφέας, ερευνητής και αρχιτέκτονας Πάνος Θεοδωρίδης, προσθέτοντας: «Στις συγκεντρώσεις και στα πρόσωπα των άλλων έβλεπε έναν καθρέφτη της δικής του έκπληξης.
Εκφραστικός σε βαθμό χλευαστικό, θυμόσοφος αρκετά ώστε να σπάζει τον πάγο από ανασφαλείς που συχνά κατάπιναν μπαστούνι μπροστά στις μηχανές του, ο Γιάννης σεβόταν τόσο την πράξη της φωτογραφίας, που πλέον δεν σεβόταν τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίον ο φωτογράφος λειτουργεί ως άηχο πτηνό, ως διακριτικώς αφανής, για να μη ταραχτεί η εικόνα που συνελάμβανε. Ο Γιάννης υπάρχει θορυβωδώς»!

 Στην αγαπημένη του παλιά παραλία.
Έχω κι εγώ να θυμάμαι έφηβος τότε, στα μέσα της δεκαετίας του '70, ότι είχαμε πάει στην ορκωμοσία ενός οικογενειακού φίλου, στη Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων. Εκεί νέοι ένστολοι με τα σπαθιά, ευθυτενείς, ωραίοι, έλαμπαν εκείνη τη σημαίνουσα ώρα της ορκωμοσίας τους.
Αμέσως τον ξεχώρισα: Ένας αεικίνητος γεματούλης γκριζομάλλης που έδινε χωρίς να είναι αξιωματικός εντολές! Πώς να σταθούν, πώς να χαμογελάσουν για να λάμψουν, πώς να χωρέσουν στη φωτογραφία. «Μα ποιος είναι αυτός που διατάζει όλη τη σχολή εδώ πέρα;» ρώτησα. Μου λένε: «Ο Κυριακίδης». Το ύφος τους δεν ξεχνιέται κι αυτό. «Μα πού ζεις; Τον Κυριακίδη δεν ξέρεις;». Από τότε δεν ένιωσα ξανά τόσο έντονα αυτό το αίσθημα της άγνοιας και της απόστασης από τα μυστικά της Θεσσαλονίκης. Ο Γιάννης Κυριακίδης γεννήθηκε το 1924. Χάρηκε τη μακρά ζωή του με τεράστια αντοχή και με τη γνωστή σε όλους αγάπη του για τη Θεσσαλονίκη και τη δουλειά του.

 Με τον Μάνο Χατζιδάκι στη Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του '80

«Από την Καλαμαριά ως το κέντρο της Θεσσαλονίκης», μου είπε σε συνέντευξη, «κατέβαινα με τα πόδια, χειμώνα-καλοκαίρι. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι λάσπες. Δούλεψα πολύ: καθημερινές, Κυριακές, γιορτές και αργίες. Φωτογράφισα τη χαρά, τον γάμο, τη γέννηση, τα βαφτίσια. Και τη λύπη, την αρρώστια και τον θάνατο. Πολλές φορές οι συνθήκες ήταν τραγικές. Η αστείρευτη ελπίδα, όμως, στα μάτια των ανθρώπων μού έδινε πάντοτε κουράγιο. Η ίδια η ζωή με συγκλονίζει κάθε μέρα. Και γι' αυτό δεν παραιτούμαι από την δουλειά μου».
ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ