Translate -TRANSLATE -

Σάββατο, 18 Μαΐου 2019

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΑΛΙΟΥ ΓΑΝΩΤΗ




Πάντα θα θυμάμαι, όταν, στα παιδικά μου χρόνια, έφτανε στο χωριό ο γανωτής και φώναζε με την τραχιά και δυνατή φωνή του: «Ο γανωωωτής! μπακίρια γανώνωωωω, ο γανωωωτής!». Στο άκουσμα του, οι νοικοκυρές έφερναν όλα τα χάλκινα σκεύη που ήθελαν γάνωμα: Μπρίκια, λύχνους, τεντζερέδες, τηγάνια, κουταλοπίρουνα, ταψιά, τσουκάλια και άλλα. Εκείνος άπλωνε τα μουτζουρωμένα χέρια του, γέμιζε το τσουβάλι του και δρόμο για το εργαστήρι του.

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΑΛΙΟΥ ΓΑΝΩΤΗ

"Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα χωριά της Κόνιτσας για τη φιλοξενία τους

Ο Βαγγέλης Ζώης, ένας παλιός γανωτής απ' το Γαρδίκι Φιλιατών που συναντήσαμε στην Αθήνα, θυμάται με νοσταλγία τα χρόνια που δούλεψε σαν γυρολόγος γανωτής κοντά στο θείο του Ανδρέα Τσιμπούκη (εποχή γύρω στο 1955), περιδιαβαίνοντας τα κατάμεστα τότε από κόσμο χωριά των Ιωαννίνων και ιδιαίτερα τα χωριά της Κόνιτσας, όπου, παρ' όλες τις κακουχίες και τη σκληρή δουλειά, βίωναν μια ξεχωριστή ζεστασιά των χωριών αυτών και των κατοίκων τους.
"Ξεκινούσαμε κάθε χρόνο από τους Φιλιάτες τις Απόκριες, Αφού κάναμε ένα μεγάλο κύκλο από χωριά επιστρέφαμε στη βάση μας τον Οκτώβριο. Ήταν ένα ταξίδι πεζοπορίας μακρινό, γεμάτο κακουχίες. γεμάτο ταλαιπωρίες, με χιόνια και βροχές, αλλά και όμορφες στιγμές κοντά σε φιλόξενους ανθρώπους,
Στο κάθε χωριά, καθόμασταν δέκα-δεκαπέντε μέρες, ανάλογα με τη δουλειά και φιλοξενούμασταν σε διάφορα σπίτια, συνήθως σε παλιά, για να μπορούμε να δουλεύουμε Σε όλα τα χωριά είχαμε δουλειά και έβγαινε το μεροκάματο του πόνου... Τότε βλέπεις δεν υπήρχαν τα ανοξείδωτα και τα διάφορα άλλα σκεύη που υπάρχουν σήμερα και το καλάισμα ήταν αναγκαίο.
Ήταν όμως και ο κόσμος αλλιώς. Οι άνθρωποι ήταν πιο απλοί Μπορεί να ήταν πιο φτωχοί, αλλά είχαν μέσα τους μια ημεράδα. Εντωμεταξύ, στα περισσότερα χωριά, οι πιο πολλοί άνδρες ήταν ταξιδεμένοι. Οι κάτοικοι ζούσαν τον πόνο της ξενιτιάς και τον ξένο του χωριού τους τον δέχονταν με αγάπη Δεν Θα ξεχάσω ποτέ τα χωριά της Κόνιτσας για τη φιλοξενία τους.
Στο Ασημοχώρι μέναμε στον κάτω μαχαλά, στο Αμελικό κι όλοι οι χωριανοί μας περιποιούνταν με το παραπάνω. Μας έφερναν απ' όλα τα καλά. Αλλά, πάνω απ' όλα, μας συγκινούσε η καλοσύνη με την οποία μας δέχονταν. Ήμουν τότε στο ξεκίνημα μου, δεκαέξι - δεκαεφτά ετών, κι όλα αυτά έμειναν τυπωμένα βαθιά στην καρδιά μου.
Η δουλειά μας γινόταν ως εξής:
Πλέναμε πρώτα τα χαλκώματα τρίβοντας τα με στερνάρι (σκληρή κόκκινη πέτρα τριμμένη). Μετά τα περνούσαμε με νισιαντήρι, στη συνέχεια τα καλαΐζαμε πάνω στη φωτιά και τα αγγεία γίνονταν καινούρια.
Γανωτήδες ή καλαϊτζήδες, όπως τους λέγαμε συνηθέστερα, συμπαθέστατοι εποχιακοί επισκέπτες των χωριών μας όπως και οι βαγενάδες, οι κουτσουράδες και άλλοι πολλοί γυρολόγοι οι οποίοι, αποχωρώντας από τη σημερινή πραγματικότητα των χωριών μας, έσυραν πίσω τους και την αυλαία μιας απλοϊκής, όμορφης ζωής που δεν θα ξαναρθεί ποτέ πια...
Όμως, εμείς θα τους θυμόμαστε για πάντα!
Τα Ασημοχωρήτικα τ. 4/1999

Ένας Κρητικός θυμάται


Τόσο πολύ ήταν δεμένο το επάγγελμα του καλαϊτζή με τη ζωή των ανθρώπων. που πέρασε και στα επώνυμα πολλών σ όλη την Ελλάδα π.χ. Καλαϊτζάκης, Καλαϊτζής, Καλαϊτζιδάκης, Καλαϊτζίδης. Καλαϊτζόγλου, Καλαϊτζηνός, Γανωτάκης και άλλα.

Βρέθηκα στο εργαστήρι του Πελοπίδα Χλιαουτάκη. Είναι ο τελευταίος χαλκουργός στον Νομό Ρεθύμνου. Άνθρωπος ήρεμος, απλός, γεμάτος αρχοντιά και καλοσύνη, μου μίλησε με προθυμία για τη δουλειά του. που την ξεκίνησε έντεκα χρονών, αρχικά ως τσιράκι στον Βασίλη Σαριδάκη. Αγράμματος μεν αλλά γεμάτος σοφία και ανησυχίες. Τα χέρια του είναι ροζιασμένα από τη δουλειά και μου λέει με σιγουριά «αυτά θα φύγουν μαζί με μένα».
Ως χαλκουργός έφτιαχνε κάθε είδους χάλκινα σκεύη: Καζάνια που χωρούσαν μέχρι 150 κιλά, τάσια, βρύσες, μαστραπαδάκια, μικρά και μεγάλα κιούπια, λύχνους, γαλατιέρες, λαμπίκους και ό,τι βάζει ο νους τ’ ανθρώπου. Γύριζε και τα πουλούσε στα νοσοκομεία, στις φυλακές σε όλα τα χωριά του νομού, μέχρι και στις Μοίρες. Είχε μεγάλο μεράκι για τη δουλειά του. Πολλές φορές ξενυχτούσε και σκεφτόταν πως θα φτιάξει κάποια καινούρια πατέντα. Γνώριζε καλά και την τέχνη του γανωτή. Στο τέλος της κουβέντας μας μου είπε: «Είμαι ευχαριστημένος, γιατί ατιμίες, κλεψές και απάτες δεν έκαμα στη ζωή μου».
Αυτά συνέβαιναν πριν από αρκετά χρόνια. Μετά το 1975, η δουλειά άρχισε να φθίνει, δεν υπάρχουν πια πολλά τέτοια σκεύη. Τη θέση τους πήραν τα ανοξείδωτα, τα πλαστικά, τα εμαγιέ. Σήμερα ό,τι υπάρχει το κρεμούν για ομορφιά στους τοίχους των σπιτιών.
Ελάχιστοι άνθρωποι διατηρούν ακόμη χάλκινα σκεύη, κυρίως οι κτηνοτρόφοι και εκείνοι που έχουν ρακοκάζανα. Γι’ αυτό ο γανωτής δεν κάνει τόσο αισθητή την παρουσία του σήμερα στα χωριά μας. Η φωνή του έσβησε και μόνο στη μνήμη των μεγαλύτερων, καθώς και στα λαογραφικά κείμενα διατηρείται το πέρασμα του.
Έμεινε όμως η μαντινάδα:

«Σαν το χαλάϊ έλιωσα,
σαν το κεράκι λιώνω,
για σε ‘λιωσα και χάθηκα,
μα δεν το μετανιώνω».

Αντώνης Δαφέρμος


Γανωματής ή γανωματάς ή γανωτής ή γανωτζής

Το επάγγελμα του γανωτή  ή γανωτζή ή γανωματή ή κασσιτερωτή ή καλαϊτζή είναι από τα πιο παλιά επαγγέλματα. Πολλοί τοποθετούν την ύπαρξη του ακόμη και στα βυζαντινά χρόνια. Ήταν μια δουλειά δύσκολη και υπεύθυνη, αφού πολλές φορές έσωζε τους ανθρώπους από βέβαιο θάνατο , που προκαλούσαν τα αγάνωτα σκεύη.

Γανωματής ή γανωματάς ή γανωτής ή γανωτζής ονομάζεται ο τεχνίτης που επικαλύπτει τα χάλκινα σκεύη με κασσίτερο.
Το γάνωμα γινόταν από αυτούς τους ειδικούς τεχνίτες τους γανωτήδες. Δεν σπούδαζαν πουθενά. Αυτοδίδακτοι οι περισσότεροι, μετέδιδαν την τέχνη τους από γενιά σε γενιά. Υπήρχαν αρκετοί γανωτήδες στη χώρα μας. Στο Ρέθυμνο, κατά τον Ν. Ζαμφώτη, ήταν ο Βασίλης Σαριδάκης, ο Γιώργος Τριχάκης και ο Πελοπίδας Χλιαουτάκης. Ο τελευταίος ήταν και χαλκουργός. Οι περισσότεροι γανωτήδες σ’ όλη την Ελλάδα ήταν πρόσφυγες και Γιαννιώτες.
 Παλαιότερα, τα περισσότερα σκεύη που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι για τις καθημερινές τους δουλειές και ιδιαίτερα για τη μαγειρική ήταν χάλκινα (μπακιρένια). Αυτά με τον καιρό και με τη μεγάλη χρήση οξειδώνονταν και γίνονταν επικίνδυνα για δηλητηριάσεις. Έπρεπε λοιπόν να γανωθούν, να καλυφθεί δηλαδή η επιφάνειά τους για προστασία με ένα ειδικό μέταλλο, το καλάι (κράμα κασσίτερου). Η εργασία του γανωτή. Ο γανωτής πρώτα έπρεπε να καθαρίσει τα σκεύη από τη γανάδα, δηλαδή την πράσινη σκουριά των χάλκινων σκευών, και γενικά από τις σκουριές τα άλλα μεταλλικά αντικείμενα, όπως τα κουτάλια που δεν ήταν χάλκινα αλλά γανώνονταν. Στην πρώτη φάση της εργασίας του ο γανωτής άλειφε την επιφάνεια, που ήθελε να γανώσει με σπίρτο, για να διασπαστούν οι γανάδες κι οι σκουριές της και να καθαριστεί. Στη δεύτερη φάση, έτριβε το σκεύος με άμμο, για να απομακρύνει τα υλικά της διάσπασης που προηγήθηκε. Στη συνέχεια, αν ήθελε να κάνει καλή δουλειά, ζέσταινε το σκεύος και το έτριβε με πανί για να καθαρίσει το καλάι από το παλιό γάνωμα. Στην τρίτη φάση έπιανε το σκεύος με τη μασιά, το έβαζε πάνω από τη φωτιά, το ζέσταινε καλά και άπλωνε μέσα το νισαντήρι (χλωριούχο αμμώνιο). Για να στρώσει καλύτερα το καλάι, έλεγαν οι γανωτήδες. Κι έστρωνε καλύτερα γιατί το προϊόν της διάσπασης του χλωριούχου αμμωνίου διασπούσε και τα τελευταία υπολείμματα από τις σκουριές και τις γανάδες. Για ένα τελευταίο καθάρισμα άλειφε την επιφάνεια του σκεύους με σπίρτο που το είχε αραιωμένο με νερό και το είχε καλά σβησμένο με τσίγκο (Το σβήσιμο του σπίρτου με τσίγκο, δίνει χλωριούχο ψευδάργυρο, που σημαίνει ότι στην ουσία αυτό το υλικό χρησιμοποιούσαν για τον τελευταίο καθαρισμό). Στη συνέχεια, το σκούπιζε καλά και μετά άπλωνε το καλάι σε όλη την επιφάνειά του. Για το άπλωμα, έτριβε πάνω στη ζεστή επιφάνεια το στερεό καλάι που είχε για το γάνωμα και το έστρωνε χρησιμοποιώντας βαμβάκι. Και τελείωνε το γάνωμα με το κρύωμα, που έκανε στα σκεύη ακουμπώντας τη βάση τους, από την εξωτερική πλευρά, στο νερό. Κρύωνε έτσι το σκεύος, και το έτριβε με βαμβάκι για να γυαλίσει περισσότερο.
Σήμερα, η δουλειά του γανωτή σχεδόν δεν υπάρχει, αφού τα μαγειρικά σκεύη είναι πλέον ανοξείδωτα και δεν χρειάζονται γάνωμα. Κάποιοι ελάχιστοι επιμένουν, περιπλανώμενοι από τόπο σε τόπο να μαζεύουν για γάνωμα από τα υπολείμματα χάλκινων σκευών, αυτά που ξέμειναν στα χέρια όσων επιμένουν να αντιστέκονται στη σύγχρονη εποχή, που επέβαλε τα ανοξείδωτα και τα εμαγιέ σκεύη. Προσφέρουν, όμως, αυτοί οι ελάχιστοι και μια άλλη υπηρεσία: Κάνουν σαν καινούρια τα χάλκινα σκεύη που προορίζονται μόνο για να διακοσμήσουν ιδιωτικές συλλογές ή για συμπληρώσουν τις προθήκες των λαογραφικών μουσείων.

Πηγές

Τα Ασημοχωρήτικα τ. 4/1999
Αντώνη Δαφέρμου: Παραδοσιακά επαγγέλματα που χάνονται. 

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

Ανωγειανοί : Όπως οι Κουρήτες

Στα βήματα των Κουρητών, τέσσερις νέοι χορεύουν Ανωγειανό Πηδηχτό, μέσα στη σπηλιά που γεννήθηκε ο Δίας…


Ανωγειανοί : Όπως οι Κουρήτες

Όπως οι Κουρήτες, έτσι κι εμείς γιορτάζουμε ακόμα και στο κοιμητήριο!»

Ο μαχητικός παπάς τον Ανωγείων Ανδρέας Κεφαλογιάνης μιλώντας λέει για το συγκεκριμένο έθιμο:

«Με δεδομένο ότι οι Κουρήτες ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Κρήτης και δημιούργησαν τον πρώτο πολιτισμό στο νησί, θα πούμε ότι βοήθησαν στην οργάνωση της κοινωνικής ζωής.
Εδώ στα Ανώγεια είναι κοινή γνώση ότι οι Κουρήτες έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στη γέννηση και την ανατροφή του Δία. Οι Κουρήτες φύλασσαν την είσοδο της σπηλιάς ώστε να μην πλησιάσει κανείς και, μόλις γεννήθηκε το θείο βρέφος, ο Δίας, ανέλαβαν να το προσέχουν μέχρι να μεγαλώσει.
Άγρυπνοι φρουροί οι Κουρήτες, όταν το μωρό έκλαιγε, χτυπούσαν δυνατά τα πόδια τους στη γη χορεύοντας ή σε άλλη παραλλαγή χτυπούσαν τύμπανα και τις μεταλλικές ασπίδες τους ώστε με τον θόρυβο που έκαναν να καλύψουν το κλάμα, αλλιώς το θεϊκό μωρό κινδύνευε από τον Κρόνο.
Οι Ανωγειανοί δεν έπαψαν ποτέ να θεωρούν εαυτούς απογόνους των Κουρητών και ως τέτοιοι γιορτάζουμε και τον θάνατο όπως ακριβώς και τη ζωή! Συχνά οι νέοι του χωριού πηγαίνουν στους τάφους φίλων ή συγγενών και τους μνημονεύουν κάνοντας καντάδα με μαντολίνο. Αυτά ίσως να φαίνονται υπερβολικά και ξένα στις κοινωνίες του σήμερα, όμως σε μας είναι ακριβώς στοιχείο της ανωγειανής κουλτούρας μας και της -ας πούμε χωρίς να φαίνεται αλαζονικό- μοναδικότητάς μας. Παράδοση είναι η κληρονομιά του παρελθόντος. Εγώ λέω παράδοση είναι το ομαδικό παρελθόν. Ο σεβασμός στην παράδοση δεν σημαίνει πισωγύρισμα ούτε σημαίνει αγκίστρωση στο παρελθόν. Σημαίνει έχω ταυτότητα και στερεές βάσεις για να χτίσω το μέλλον».

Ο χορός του θανάτου 
στα ηρωϊκά Ανώγεια


Αν κάποιος ξενομερίτης βρέθηκε στα Ανώγεια της Κρήτης εκείνη την μέρα του Ιούνη του 2014 θα  παραξενεύτηκε βλέποντας παλληκάρια να χορεύουν, γύρω από το φέρετρο μιας εμβληματικής φυσιογνωμίας του χωριού, τον ανωγειανό πηδηχτό, χωρίς τους ήχους της λύρας.
Το αρχαίο έθιμο αναβίωσε στο ιστορικό χωριό της Κρήτης προς τιμήν ενός μεγάλου γλεντζέ, που «έφυγε» στα 81 του χρόνια. «Στον Άδη έχει γλέντι» έλεγαν οι κάτοικοι πριν τον αποχαιρετήσουν.
Το αρχαίο έθιμο αναμφίβολα ξενίζει αυτόν που παρακολουθεί μια κηδεία που συνοδεύεται με βουβό χορό γύρω από το φέρετρο του νεκρού, χωρίς τραγούδι ή συμμετοχή λύρας. Η εικόνα αναμφίβολα προκαλεί ανατριχίλα και μεικτά συναισθήματα. Ο μόνος ήχος που ακούγεται στη διάρκεια του χορού είναι τα πόδια των χορευτών και οι λυγμοί από τους συγγενείς.
Όλα αυτά συνέβηκαν, όταν πέθανε ο Μερτζανομανώλης (όπως ήταν το παρατσούκλι που του είχε βγάλει το χωριό), δηλαδή ο Εμμανουήλ Σταυρακάκης, σε ηλικία 81 ετών. Ο αείμνηστος υπήρξε μια εμβληματική μορφή για τα Ανώγεια. Κτηνοτρόφος στο επάγγελμα, πέρασε όλη τη ζωή του στη Νίδα και στα πρόβατα, και μεγάλωσε δύσκολα αλλά με αξιοπρέπεια την οικογένεια του. Ψυχαγωγία όλων τότε ήταν οι καντάδες και τα γλέντια στους γάμους, στα οποία ο εκλιπών άφησε ιστορία με τον γεμάτο πάθος χορό του αλλά και τις μαντινάδες του. Γνήσιος μερακλής, περπάτησε κάθε εκατοστό του χωριού τραγουδώντας σε καντάδες δίπλα στα ιερά τέρατα της μουσικής παράδοσης της Κρήτης.
Μέχρι και τα τελευταία χρόνια της ζωής του προκαλούσε τον σεβασμό σε όλους τους νεότερους Ανωγειανούς γλεντζέδες και μερακλήδες. Αυτόν τον μεγάλο μερακλή λοιπόν οι Ανωγειανοί αποφάσισαν να τον αποχαιρετήσουν με έναν χορό την Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014.
Πλήθος κόσμου περίμενε καρτερικά για ώρα έξω από την Εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, παρά την αφόρητη ζέστη, για να αποτίσει τον ύστατο φόρο τιμής πάνω από το φέρετρο του, αλλά και να εκφράσει ένα λόγο συμπαράστασης στους οικείους του. Ανάμεσα τους, συντετριμμένοι, πολλοί καλλιτέχνες της κρητικής μουσικής, στις νότες των οποίων χόρευε τον περίφημο ανωγειανό πηδηχτό ο εκλιπών.
Οι στιγμές στο κοιμητήριο συγκλόνισαν. Τα παιδιά του Μερτζανομανώλη χόρεψαν γύρω από το φέρετρο του τον ανωγειανό πηδηχτό, χωρίς τους ήχους της λύρας. Ο Μανώλης Σταυρακάκης έφυγε όπως του άρμοζε, με ένα ολόκληρο χωριό πάνω από την τελευταία κατοικία του και ένα διάσπαρτο βουβό θρήνο για μια ολόκληρη εποχή που φεύγει οριστικά μαζί του. Αμέσως μετά τον βουβό χορό ακούστηκε η μαντινάδα:

«Έκλεισε ο κύκλος τση ζωής

και φεύγεις για τον Άδη,

μα ο χορός σου ζωντανός,

ξόμπλι χωρίς ψεγάδι».

Η εφημερίδα των Ανωγείων έγραφε την ίδια ημέρα, κάτω από τον τίτλο «Σήμερα στον Άδη έχει γλέντι», τα εξής:
«Ο χορός με μπροστάρη τον Μερτζανομανώλη συνεχίζεται στον Κάτω Κόσμο, εκεί όπου πολλοί άλλοι μερακλήδες και λυράρηδες των Ανωγείων και της Κρήτης θα στήσουν αψίδα για να υποδεχθούν έναν από τους κορυφαίους μιας περήφανης ράτσας. Ο Μερτζάνης δεν πέθανε, μπορεί το σώμα του να "έφυγε", όμως τα πατήματα του από τα μαύρα ζαρωμένα στιβάνια του θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στους δρόμους και στα σοκάκια του χωριού. Ο μοναδικός, αληθινός και γνήσιος τρόπος με τον οποίο χόρευε και πατούσε την κρητική γη θα μείνουν για πάντα στις μνήμες όλων των Ανωγειανών που είχαν την τύχη να τον ζήσουν από κοντά.   
Και πραγματικά ο Μερτζανομανώλης ήταν η ατόφια έκφραση της ανωγειανής λαϊκής παράδοσης, ήταν ο άνθρωπος εκείνος που κουβαλούσε μεσάτου την αγνότητα, το φιλότιμο, την ντομπροσύνη και πάνω απ' όλα τη λεβεντιά. Μια λεβεντιά που ήταν διάχυτη τόσο μέσα από τα βήματα του χορού του όσο και μέσα από τις μαντινάδες του στις εκατοντάδες καντάδες που έκανε στα στενοσόκακα του χωριού, τραγουδώντας για τον έρωτα, την αγάπη, τη λύπη, τη χαρά, τον θάνατο.
Αυτή η ψηλόλιγνη φιγούρα, βγαλμένη μέσα από τα καζαντζακικά διηγήματα, με το κλασικό μαύρο κεφαλομάντηλο, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ο ίδιος ο Ψηλορείτης με ανθρώπινη μορφή Καλό ταξίδι, Μανώλη, και καλά γλέντια εκεί που θα πας».

Οι θρυλικές μαντινάδες του


Μερικές από τις πιο γνωστές μαντινάδες του Μερτζανομανώλη είναι:

Η ομορφιά χωρίς καρδιά είναι κουφό καρύδι,
μοιάζει με ρόδο ψεύτικο που μυρωδιά δε δίδει.

Χωρίς να δεις προξενητή έβγαλες πως σε θένε,
όμως καρδιές για λόγου σου να μάθεις πως δεν κλαίνε.

Πρόβαλε στο παράθυρο του γιασεμιού ξεστάχι,
τα κάλλη σου λιγνό κορμί άλλη καμιά δεν τα 'χει.

Τα μονοπάτια μου θωρώ και είναι δασωμένα,
κι αν δε τα κάμω καλουριά αλίμονο σε μένα



Από άρθρο του Δημήτρη Ριζούλη στην «κυριακάτικη δημοκρατία»
Για την διασκευή : Κων. Γραικιώτης

Η Βόρεια Ήπειρος και το πρωτόκολλο της Κέρκυρας (17.5.1914)

Χαρακτηριστική φωτογραφία της επίσημης ανακήρυξης της Αυτονομίας την 1η Μαρτίου 1914 στο Αργυρόκαστρο. Πηγή: Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.


Η Βόρεια Ήπειρος και το πρωτόκολλο της Κέρκυρας 

17.5.1914

Παρά την ελληνικότητα της Ηπείρου, η οποία δεν αμφισβητιόταν, εν τούτοις η σύγχρονη απελευθερωτική της ιστορία υπήρξε περιπετειώδης. Αρχικώς μεν δεν μπόρεσε να συμμετάσχει εις τον αγώνα της εθνεγερσίας, διότι κατά τους χρόνους εκείνους συνέπεσε η παρουσία εκεί ισχυρών τουρκικών δυνάμεων, οι οποίες είχαν μεν σαν σκοπό τους την υποταγή του Αλή Πασά, άλλα στην πράξη καθιστούσαν αδύνατη την επέκταση και εδώ της Ελληνικής Επαναστάσεως. Αλλά αν η Ήπειρος ζημιώθηκε εκ του γεγονότος αυτού, η επαναστατημένη Ελλάδα ωφελήθηκε ιδιαιτέρως, διότι οι Σουλιώτες και οι έμπειροι Έλληνες αγωνιστές, που υπηρέτησαν ποικιλοτρόπως υπό τον Αλή πασάν, έσπευδαν να κατέλθουν στην 'Ελλάδα και να βοηθήσουν τον αγώνα. Υπό αυτές τις συνθήκες η μετά από τόσες ταλαιπωρίες αναγνωρισθείσα ελληνική ανεξαρτησία δεν συμπεριέλαβε στα ασφυκτικά άλλωστε ελληνικά σύνορα κανένα τμήμα της 'Ηπείρου.
Στην Ήπειρο η επανάσταση εκδηλώθηκε ολίγα έτη βραδύτερα, με την ευκαιρία του Κριμαϊκού πολέμου. Οι επαναστάτες της νοτιότατης πλευράς της, βοηθούμενοι από εθελοντικά τμήματα της ελεύθερης Ελλάδας, τα όποια πολλαπλώς ενθαρρύνονταν υπό του Βασιλέως Όθωνος, πέτυχαν να κυριαρχήσουν, όταν άρχιζε το 1854, της υπαίθρου της Νότιας Ηπείρου και, μετά μάχη με τους Τούρκους στα Πέντε Πηγάδια, να φιλοδοξήσουν την απελευθέρωση και των 'Ιωαννίνων. Αλλά η κατάσταση μεταβλήθηκε άρδην, αφ' ενός μεν διότι οι Τούρκοι έσπευσαν να αποστείλουν εκεί στρατιωτικές δυνάμεις, αφ' έτερου δε διότι το ελεύθερο Βασίλειο υπό την αγγλογαλλική πίεση, η οποία κατέληξε και στην γνωστή κατοχή, αναγκάσθηκε να αδρανήσει εντελώς.
Όμως φάνηκε προς στιγμή ότι ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του 1877-1878 θα αποτελούσε νέα ευκαιρία για εξέγερση της 'Ηπείρου, άλλα και πάλιν τα γεγονότα στην ελεύθερη Ελλάδα υπήρξαν αιτία να εκδηλωθεί η ανταρσία όταν ο πόλεμος τέλειωνε. Ακολούθησαν οι περιπέτειες μετά το Συνέδριο του Βερολίνου, και τελικά επιτεύχθηκε το 1881, με τον καθορισμό ως ελληνοτουρκικού συνόρου του ποταμού Αράχθου να απελευθερωθεί ουσιαστικά μόνον η Άρτα. Κατά τον πόλεμο του 1897 οι στρατιωτικές δυνάμεις προς την Ήπειρο είχαν μερικές επιτυχίες στην αρχή, αλλά η υποχώρηση είχε και εκεί τις συνεπείας της, και τοιουτοτρόπως η ήττα δεν  μετέβαλε την κατάσταση. Υπήρξε ευτύχημα, ότι δεν επήλθε χειροτέρευση.
Αυτή την κατάσταση βρήκε η έκρηξη του Α' Βαλκανικού πολέμου. Στο  Ηπειρωτικό μέτωπο αν και οι Έλληνες δεν αντιμετώπισαν ενδοσυμμαχικές δυσκολίες, πρόβαλε τότε το πρόβλημα του ανταγωνισμού των εξωβαλκανικών δυνάμεων, Ιταλίας και Αυστρίας, που επρόκειτο όχι μόνον να κολοβώσει την ελληνική εξόρμηση προς την Ήπειρο, άλλα και να επηρεάσει τις εξελίξεις στην Βόρειο Ήπειρο ακόμη και μέχρι σήμερα.
 Σπ. Σπυρομήλιος

Κατά την περίοδο πάντως του Α' Βαλκανικού πολέμου, μετά την αρχική βραδύτητα του ελληνικού στρατού, επακολούθησε, μετά την πτώση ιδίως των Ιωαννίνων, ραγδαία και άνετη προέλαση των Ελλήνων προς την Βόρειο Ήπειρο. Καταλείφθηκε τότε το Αργυρόκαστρο και το Τεπελένι, σταμάτησαν όμως οι Έλληνες, οι όποιοι είχαν φθάσει και πέραν του Τεπελενίου, την προέλαση των κατόπιν αξιώσεως των Ιταλών και παρεμβάσεως της Αυστρίας. Της πτώσης των 'Ιωαννίνων είχε προηγηθεί η κατάληψη της Χειμάρρας (5/18 Νοεμβρίου 1912) και της Κορυτσάς (7/20 Δεκεμβρίου 1912). Η Χειμάρρα είχε καταληφτεί από άτακτους εθελοντές, ενισχυόμενους από το Ελληνικό κράτος, υπό τον ντόπιο ελληνικής καταγωγής αξιωματικό της Χωροφυλακής Σπυρομήλιο. Από της στιγμής εκείνης, αρχομένου   δηλαδή   του 1913, ουσιαστικώς τέθηκε επί τάπητος το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα, το όποιο αφήκαν εκκρεμές, τόσο η Συνθήκη του Λονδίνου όσο και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου. Οι Έλληνες όμως ήθελαν την λύση του. Αυτή την ώρα η νέα φάση συνδέθηκε με ένα, κάθε άλλο παρά συμπαθές, παζάρεμα σε βάρος της Ελλάδος. Επειδή οι Τούρκοι δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Αρχιπελάγους, οι Μεγάλες Δυνάμεις ουσιαστικά έθεσαν την Ελλάδα ενώπιον του διλήμματος να επιλέξει μεταξύ των δύο. Χάριν δηλαδή των δικών τους συμφέρόντων θα έπρεπε να θυσιάσει η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας κατ' εξοχήν ελληνικές περιφερείες. Περί τούτου δεν άφηνε καμιά αμφιβολία η διακοίνωση προς την ελληνική κυβέρνηση των πρέσβεων των εξ Δυνάμεων, που επιδόθηκε την 31 'Ιανουαρίου (13 Φεβρουαρίου) 1914.
Τα όσα επακολούθησαν μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου γεγονότα άφησαν διάφορες εκκρεμότητες που αφορούσαν ανταλλαγή αιχμαλώτων, εμπορίου κλπ. Αν και σύμφωνα με την Συνθήκη των Αθηνών (1/14 Νοεμβρίου 1913), επαναλήφτηκαν οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας και ρυθμίστηκαν διάφορα επί μέρους ζητήματα, όμως η εκκρεμότητα διά την τύχη των νήσων του Αιγαίου παρέμεινε. Την ίδια χρονική περίοδο η πρεσβευτική διάσκεψη του Λονδίνου συνέχιζε τις εργασίες της ακριβώς διότι οι Δυνάμεις δεν ήθελαν να αποστερηθούν της αρμοδιότητας διακανονισμού ορισμένων ζητημάτων. Τούτο είχε ανατεθεί σ’ αυτές από τις κυβερνήσεις που υπέγραψαν την Συνθηκών. Οι Δυνάμεις δηλαδή θεώρουσαν καθ' όλα ισχυρά την Συνθήκη του Λονδίνου, παρ' όλον ότι ο επακολουθήσας Β' Βαλκανικός πόλεμος είχε σαν συνέπεια η μεν Τουρκία να την αγνοήσει πλήρως και να ανακαταλάβει την Θράκη, γενικότερα δε η Συνθήκη εκείνη να μη κυρωθεί. Αληθές είναι ότι, καθ' όσον άφορα την Ελλάδα, ίσχυε κάποια ιδιοτυπία, διότι ούτε η Ελλάς την κύρωσε. 'Εμμέσως όμως διά της Συνθήκης των Αθηνών, η οποία κυρώθηκε και στηρίχτηκε στην Συνθήκη του Λονδίνου, στην οποία και αναφέρεται, επήλθε κύρωση και   της Συνθήκης του Λονδίνου .
Εν πάση περιπτώσει όμως με το υποτιθέμενο δικαίωμα τους οι Δυνάμεις ανακοίνωσαν στην ελληνική κυβέρνηση την απόφαση της αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας επί των νήσων του Αιγαίου, πλην της Ίμβρου, της Τενέδου και του Καστελλορίζου, υπό τον όρο του ανοχύρωτου αυτών και της συμμόρφωσης της Ελλάδας προς το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, του οποίου η προϊστορία είναι η  ακόλουθος.

 Αλβανία και Βόρειος Ήπειρος

Η ίδρυση της Αλβανίας ως ανεξάρτητου κράτους ήταν μία εκ των συνεπειών των Βαλκανικών πολέμων. Η απομάκρυνση της Τουρκίας εκ της Ευρώπης δημιουργούσε όμως κενό στην πλευρά των Αδριατικών ακτών, το όποιον διεκδικούσαν να καλύψουν η Αυστροουγγαρία, επεκτείνουσα την επί των δαλματικών ακτών κυριαρχία  της μέχρι τουλάχιστον του πορθμού του Οτράντο, και από την άλλη πλευρά η 'Ιταλία, που απέβλεπε να καταλάβει τα έναντι αυτής στο στενό του Οτράντο παράλια. Διασφάλιζε έτσι τον διάπλουν, άλλα και έθετε πόδα επί της Βαλκανικής, επί της οποίας φιλοδοξούσε να δημιουργήσει προγεφύρωμα. Συνδυασμός των αλληλοσυγκρουόμενων διαθέσεων των δύο αυτών Δυνάμεων ήταν η δημιουργία της ανεξάρτητης Αλβανίας. Την ανεξαρτησία της όμως την έβλεπαν ως προσωρινή, διότι κατά βάθος κάθε μια εκ των δύο Δυνάμεων απέβλεπε να καταστήσει εν καιρώ την Αλβανία δορυφόρο της ή ακόμα και να την κατακτήσει. Το τελευταίο το είδαμε να υλοποιείται από τον Μουσσολίνι κατά τις παραμονές του Β' Παγκοσμίου πολέμου.
Από την στιγμή που αποφασίστηκε η δημιουργία αλβανικού κράτους, τέθηκε το ζήτημα των ορίων αυτού. Και πάλιν διά μεν το προς βορραν σύνορα επεδείκνυε μέγιστο ενδιαφέρον η Αυστρουγγαρία, να είναι εκτεταμένα (εντεύθεν και η πίεση προς το Μαυροβούνιο και προς την Σερβία) δια δε τα προς τον νότο  η Ιταλία, ασκούσε πίεση προς την Ελλάδα να εκκενώσει την ελληνικώτατη επαρχία της Βορείου 'Ηπείρου. Έτσι στην Φλωρεντία η Διάσκεψη των πρεσβευτών, κατά τα τέλη του 1913, ασχολείτο με τον καθορισμό των ορίων του νέου κράτους. Στο πρωτόκολλο που υπογράφτηκε εκεί, στις 4/17 Δεκεμβρίου 1913, συμφωνήθηκε να συμπεριληφθεί στην Αλβανία ολόκληρη η Βόρειος Ήπειρος μετά του "Αργυροκάστρου, της Κορυτσάς, και της νησίδας Σάσσωνος.
Σύμφωνα με την απόφαση αυτή έπρεπε λοιπόν να εκκενωθούν τα εδάφη αυτά, και βρέθηκε σαν τρόπος πίεσης κατά της Ελλάδος το αντάλλαγμα των νήσων του 'Αρχιπελάγους. Η ελληνική κυβέρνηση, επιδεικνύουσα μετριοπάθεια και αντιληφθείσα ότι δεν ήταν δυνατό ύπό τις συνθήκες της εποχής να αγωνιστεί ταυτοχρόνως και δια τα δυο επίμαχα ζητήματα, αποφάσισε να αποδεχτεί την απόφαση των Δυνάμεων. Αυτό ανακοινώθηκε στις Δυνάμεις με το από 8/21 Φεβρουαρίου έγγραφο του υπουργού των Εξωτερικών Γεωργίου Στρέιτ.
Παρ’ όλα αυτά η υπόθεση της Βορείου 'Ηπείρου δεν επρόκειτο να τερματιστεί, διότι οι Βορειοηπειρώτες διαφωνήσαντες κήρυξαν αυτονομίν και εγκατέστησαν προσωρινή κυβέρνηση στο Αργυρόκαστρον υπό την προεδρία του τότε Γενικού Διοικητή Γεωργίου Χρηστάκη Ζωγράφου, με υπουργό των Εξωτερικών τον Αλέξανδρο Καραπάνον. Την στρατιωτική άμυνα της Χειμάρρας είχε κρατήσει ο συνταγματάρχης Σπυρομήλιος. Ενεργός δε ήταν ο ρόλος και του τότε μητροπολίτη Βέλας και Κονίτσης Σπυρίδωνος, κατόπιν 'Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Έλλάδος, ως και του Δρυϊνουπόλεως Βασιλείου.
Στις 13 Φεβρουαρίου 1914, η Πανηπειρωτική Συνέλευση (σώμα που αποτελούνταν από εκπροσώπους της περιοχής), αποφάσισε ότι εφόσον δεν επιτεύχθηκε η ένωση με την Ελλάδα θα δέχονταν μόνο τοπική αυτονομία. Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος κατάληψης της περιοχής από αλβανικά σώματα ενόπλων ατάκτων και να προστατευθεί ο πληθυσμός της περιοχής, ο Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος, (πρώην υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας με καταγωγή από το Κεστοράτι Αργυροκάστρου) ανακήρυξε την «Αυτόνομη Δημοκρατία της Βορείου Ηπείρου» στο Αργυρόκαστρο, στις 28 Φεβρουαρίου.


Στην προκήρυξη της αυτονομίας προς τον λαό της Βορείου Ηπείρου αποκάλυπτε ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις τους είχαν αρνηθεί όχι μόνο την αυτονομία εντός του αλβανικού κράτους, αλλά και εγγυήσεις για βασικά ανθρώπινα δικαιώματά τους.
«πειρται,
    ν ργυροκάστρ συνελθούσα Συντακτική Συνέλευσις τν ντιπροσώπων, ος μοφώνως νέδειξεν γνώμη το Λαο, νεκύρηξεν τν δρυσην τς Ατονόμου Πολιτείας τς Βορείου πείρου, ποτελεσθησομένη κ τν παρχιν τς ποίας ξαναγκάζεται πως γκαταλίπ λληνικς Στρατός... Βόρειος πειρος κηρύσσει τν νεξαρτησίαν της κα προσκαλε τος πολίτας της πως ποβαλλόμενοι ες πσαν θυσίαν προασπίσωσι τν κεραιότητα το δάφους κα τς λευθερίας της, π πάσης προσβολς.
    Προσωριν Κυβέρνησις, Πρόεδρος Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος»
Η προκήρυξη υπογραφόταν και από τους μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως, Κορυτσάς και Βελάς και Κονίτσης. Αργότερα θα οριστούν και οι αρμόδιοι υπουργοί ανά τομέα:
    Εξωτερικών: Αλέξανδρος Καραπάνος
    Στρατιωτικών: Συνταγματάρχης Δημήτριος Δούλης
    Οικονομίας: Ιωάννης Παρμενίδης
    Παιδείας και Θρησκευτικών: Mητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Bασίλειος.
Ο Ζωγράφος κοινοποίησε στην Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου, τον διορισμό του ως πρόεδρο της προσωρινής κυβέρνησης της Αυτόνομης Ηπείρου και δήλωσε ότι οι Βορειοηπειρώτες θα αμύνονταν με τα όπλα σε κάθε προσπάθεια της αλβανικής χωροφυλακής να περάσει τα σύνορά τους. Στο αυτόνομο αυτό κράτος εκτός από το Αργυρόκαστρο, συμπεριλαμβάνονταν η Χειμάρρα, το Δέλβινο, η Πρεμετή, οι Άγιοι Σαράντα, η Ερσέκα. Η ευρύτερη περιοχή της Κορυτσάς ενώ, γεωγραφικά, αποτελούσε τμήμα της βόρειας Ηπείρου δεν συμπεριλαμβάνονταν εξαρχής στο αυτόνομο κράτος.
Οι Αλβανοί επιχείρησαν να καταλάβουν την Β. Ήπειρο, άλλα υπέστησαν δεινή ήττα, και κατόπιν τούτου επικράτησαν οι μετριοπαθέστερες διαθέσεις του εκλεγέντος ως ηγεμόνα της Αλβανίας Γουλιέλμου Βήντ. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των ενδιαφερόμενων, οι οποίες κατέληξαν στην συμφωνία της Κερκύρας την 4/17 Μαΐου 1914, που εγκρίθηκε μεταγενέστερα από τις Δυνάμεις. 


Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας υπογράφτηκε στις 17 (4) Μαΐου 1914, μεταξύ της αλβανικής κυβέρνησης, που επικεφαλής της ήταν ο πρίγκιπας Βήντ και του προέδρου της «Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου» Γεωργίου Χρηστάκη-Ζωγράφου. Με την υπογραφή του, τερματίστηκαν οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ αλβανικής χωροφυλακής-ατάκτων και Βορειοηπειρωτών (Ιερών Λόχων) και αναγνωρίστηκε η αυτονομία της Βορείου Ηπείρου μαζί με μια σειρά δικαιωμάτων για τον τοπικό πληθυσμό.
Με την συνθήκη αυτή παρεχωρούντο είς τις επαρχίας 'Αργυροκάστρου και Κορυτσάς, των οποίων αναγνωριζόταν η έλληνικότητα, προνόμια ευρύτατα, διοικητικά, εκκλησιαστικά, σχολικά, ως και ελευθερία χρησιμοποίησης κατ' αρέσκεια γλωσσικού ιδιώματος. Εξησφαλιζόταν  έτσι κατ' ούσίαν καθεστώς αυτονομίας.
Η περιοχή λοιπόν αποκτούσε επίσημα την αυτονομία της, υπό την αιγίδα του πρίγκιπα Βηντ της Αλβανίας, ο οποίος όμως δεν είχε ουσιαστικές αρμοδιότητες. Η αλβανική κυβέρνηση θα είχε το δικαίωμα να διορίζει και να απολύει τους κυβερνήτες και τους ανώτερους υπαλλήλους. Άλλοι όροι της συμφωνίας προέβλεπαν την στρατολόγηση αυτοχθόνων στην χωροφυλακή, την απαγόρευση παραμονής στρατιωτικών μονάδων αποτελούμενων από μη εντόπιους στην περιοχή, παρά μόνο σε περίπτωση πολέμου ή επανάστασης.
Προβλέπονταν επίσης, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία, αν και στις τρεις πρώτες τάξεις η αλβανική θα διδάσκονταν παράλληλα με την ελληνική. Η θρησκευτική διδασκαλία, όμως, θα γίνονταν μόνο στα ελληνικά.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις θα εγγυόνταν για την διατήρηση και την εκτέλεση των παραπάνω μέτρων.

 Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος

Στις 17 Μαϊου και ενώ ξέσπασε στην κεντρική Αλβανία επανάσταση, η ελληνική κυβέρνηση, που ως τότε δεν είχε αναμειχθεί στις διαπραγματεύσεις, ανέλαβε ουσιαστικό ρόλο. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος παρακίνησε τον Ζωγράφο να επικυρώσει όσο το δυνατόν ταχύτερα τους όρους του Πρωτοκόλλου χωρίς να προβάλλει επιπλέον αξιώσεις.
Η κυβέρνηση της Β. Ηπείρου αξίωνε να εγκριθούν και να εγγυηθούν για το πρωτόκολλο οι Μεγάλες Δυνάμεις. Τελικά στις 1 Ιουνίου το επικύρωσαν και λίγες μέρες αργότερα η αλβανική κυβέρνηση αποδέχτηκε τελικά την συμφωνία και απέδωσε το επίσημο έγγραφο του πρωτοκόλλου στις 23 Ιουνίου 1914 στην αυτόνομη κυβέρνηση.
Η επιμονή του Ε. Βενιζέλου έπεισε τους Βορειοηπειρώτες εκπροσώπους να υποχωρήσουν και να επικυρώσουν το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, κατά την Πανειπηρωτική Συνδιάσκεψη στο Δέλβινο. Εξαίρεση αποτέλεσαν οι εκπρόσωποι της Χειμάρρας, που επέμεναν υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα (Ένωσις ή θάνατος).
Λίγες μέρες αργότερα η αποδοχή της συμφωνίας ανακοινώθηκε στην Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου.
Αλλά και το νέο καθεστώς δεν κατορθώθηκε να εφαρμοστεί, διότι μετ' ολίγον κηρύχθηκε ό Α' Παγκόσμιος πόλεμος, ένεκα του οποίου διαταράχθηκε η τάξη στην Αλβανία, και οι Δυνάμεις ζήτησαν από την Ελλάδα να καταλάβει έκ νέου, άλλα προσωρινά, την Βόρειο Ήπειρο για την αποκατάσταση της τάξης.
Προς στιγμήν σχηματίστηκε η εντύπωση για αίσιο τερματισμό του Βορειοηπειρωτικού, αφού άλλωστε στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1915 εξελέγησαν βουλευτές Κορυτσάς και 'Αργυροκάστρου. Δύο έτη αργότερα όμως το 1916, με την συμμετοχή ήδη της Ιταλίας στο πλευρό των Συμμάχων, οι Έλληνες υποχρεώθηκαν εκ νέου να εκκενώσουν την Βόρειο Ήπειρο, αντικατασταθέντες υπό των 'Ιταλών, πλην της περιφερείας της Κορυτσάς, την οποίαν κατείχαν γαλλικά στρατεύματα.
Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας δεν τέθηκε ποτέ σε εφαρμογή, εξ αιτίας της κήρυξης του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Παρόλα αυτά όμως το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας αν και δεν εφαρμόστηκε ποτέ επίσης δεν αναιρέθηκε ποτέ από κάποια μεταγενέστερη συνθήκη.  Δυστυχώς,  στην πολιτική πρακτική των Αλβανικών Κυβερνήσεων πολλές από τις διατάξεις του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας καταργήθηκαν ή καταστρατηγήθηκαν από την αλβανική πλευρά τα επόμενα χρόνια.
ΠΗΓΕΣ:
Σπ. Β. Μαρκεζίνη : Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος τ.3ος σ. 225-228