Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

Άγγελου Κυριαζή : Ο ΙΚΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΑΙΔΑΛΟΣ




Ο ΙΚΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΑΙΔΑΛΟΣ

Μια συνοπτική ιστορική περιγραφή του μύθου του Δαιδάλου και Ικάρου σε ότι έχει σχέση με τον ΜΙΝΩΑ και το πέταγμά τους προς την ελευθερία από την ΑΓΙΑ ΓΑΛΗΝΗ. Γραμμένη από τον εκλεκτό φίλο και λάτρη της Αγίας Γαλήνης ζωγράφο κ. Άγγελο Κυριαζή.

Ευρισκόμεθα στην εποχή που η Μινωική Αυτοκρατορία είναι στις μεγάλες της δόξες. Την εποχή εκείνη λοιπόν και αφού ο πλούτος ήταν ανεξάντλητος ο ΜΙΝΩΑΣ ο Βασιλιάς της Κρήτης θέλησε να κτίσει ένα παλάτι που όμοιο του να μην υπήρχε.
Αρχιτέκτονας με μεγάλο κύρος ήταν ο ΔΑΙΔΑΛΟΣ που ζούσε στην Αθήνα. Ο ΜΙΝΩΑΣ όμως είχε κατακτήσει την Αθήνα και έτσι κατέβασε στην Κρήτη τον ΔΑΙΔΑΛΟ να του κτίση στην ΚΝΩΣΣΟ ένα παλάτι..
Οι εργασίες άρχισαν και η κατασκευή προχωρούσε όταν ξαφνικά ενεφανίσθη η Πασιφάη. Η ΠΑΣΙΦΑΗ ήταν η γυναίκα του Βασιλιά ΜΙΝΩΑ, ήταν όμως και μια γυναίκα που την κυριαρχούσε ένα πάθος: το ερωτικό και προκειμένου να ικανοποιήσει το πάθος της αυτό, κατέφευγε σε όλα τα θεμιτά και αθέμιτα τεχνάσματα
Το πάθος αυτό την έκανε να ερωτευθεί τον ταύρο, τον οποίο είχε παρουσιάσει ο ΜΙΝΩΑΣ σαν δώρο από τον Θεό ΔΙΑ, για να αποδείξει εις τον λαό του ότι ήταν ο εκλεκτός του θεού για να γίνει Βασιλιάς. Ήταν βέβαια η Πασιφάη ερωτευμένη με τον Ταύρο, αλλά δεν της έφθανε αυτό, ήθελε να κάνει και παιδί μαζί του. Σκέφθηκε τον ΔΑΙΔΑΛΟ.
Τον πλησίασε και του είπε την επιθυμία της και ο ΔΑΙΔΑΛΟΣ δέχθηκε να την βοηθήσει. Εδώ η μυθολογία δεν μας διευκρινίζει εάν δέχθηκε αυτοβούλως ή εάν εξαναγκάσθηκε. Δεχόμενος όμως ο ΔΑΙΔΑΛΟΣ να βοηθήσει την ΠΑΣΙΦΑΗ να κάνει έρωτα με τον ταύρο έπρεπε να βρει και έναν τρόπο. Ο τρόπος ευρέθη.
Ο ΔΑΙΔΑΛΟΣ κατασκεύασε ένα ξύλινο ομοίωμα αγελάδας και αφού εσκότωσε μια αληθινή αγελάδα, περιέβαλε (ετύλιξε) το ξύλινο ομοίωμα με την προβιά της αληθινής. Είχε όμως κατασκευάσει την ανάλογη θέση μέσα στο ομοίωμα για την ΠΑΣΙΦΑΗ έτσι ο ταύρος μυρίζοντας την προβιά της αγελάδας και νομίζοντας ότι είναι αληθινή κάνει έρωτα μαζί της, δηλαδή με την ΠΑΣΙΦΑΗ που ήταν μέσα.
Μετά από λίγο καιρό η ΠΑΣΙΦΑΗ γεννά, αλλά γεννά ένα τέρας, το σώμα του ήταν ανθρώπινο και το κεφάλι του ταύρος, τον Μινώταυρο. Βλέποντας ο Μίνωας το τέρας αυτό, διατάζει τον ΔΑΙΔΑΛΟ και κτίζει τον ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ και εκεί εγκαθιστά τον ΜΙΝΩΤΑΥΡΟ.
Αφού τελείωσε τον ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ο ΔΑΙΔΑΛΟΣ εξωρίσθη από τον ΜΙΝΩΑ σε μια τοποθεσία την αρχαία ΣΟΥΛΙΑ στην σημερινή ΑΓ. ΓΑΛΗΝΗ και εζούσε σε μια σπηλιά μαζί με τον υιό του τον ΙΚΑΡΟ. Την καταδίκη του όμως αυτή ο ΔΑΙΔΑΛΟΣ δεν εμπορούσε να την αντέξει και σαν ελεύθερο πνεύμα που ήταν προσπαθούσε να βρει τρόπους να ξεφύγει από αυτήν την κατάσταση. Εζούσε αυτός και ο ΙΚΑΡΟΣ με χόρτα, διάφορα ζώα, με μέλι και ότι άλλο μπορούσαν να κυνηγήσουν.
Έβλεπαν τα πουλιά να πετάνε ελεύθερα και η σκλαβιά τους γινόταν ακόμη πιο σκληρή.


Έτσι λοιπόν του ήλθε η ιδέα να πετάξει προς την ελευθερία, αλλά πώς; Ένας μόνος τρόπος υπήρχε: να κατασκευάσει φτερά γι αυτόν κα, τον ΙΚΑΡΟ. Έτσι επειδή άλλα υλικά δεν είχε, θεώρησε καλό να χρησιμοποιήσει το κερί από τις μέλισσες που αφθονούσε στην περιοχή.
Κατασκευάζοντας τα φτερά πέταξαν και αυτός και ο IKAPOΣ από ένα ψηλό λόφο που είναι κοντά στη θάλασσα, στην ΑΓ. ΓΑΛΗΝΗ.
Δυστυχώς όμως η αίσθηση της ελευθερίας πρέπει να συνοδεύεται και από γνώση και γνώση ο μικρός ΙΚΑΡΟΣ δεν είχε. Παρ’ όλες τις πατρικές συμβουλές, αυτός επειδή αισθανόταν υπέροχα πετώντας, πλησίαζε όλο και περισσότερο τον Ήλιο και έτσι τα φτερά από κερί έλιωσαν και αυτός έπεσε.
Αυτά είναι ιστορίες τις οποίες γράφει η Ελληνική Μυθολογία. Πολλές χώρες στον κόσμο, σχεδόν όλες έχουν την δική τους μυθολογία, αλλά σαν την Ελληνική μυθολογία δεν υπάρχει στον κόσμο καμιά άλλη διότι η δική μας έχει ένα χάρισμα που δεν το έχουν οι άλλες· δεν ξέρεις που σταματάει η αλήθεια και που αρχίζει ο μύθος. Είναι τόσο πολύ καλά πλεγμένα μεταξύ τους αυτά τα δύο που μοιάζουν αληθινά.
Από όλη αυτήν την ιστορία σαν ζωγράφος που είμαι ενεπνεύσθην το έργο που βλέπετε στις φωτογραφίες το οποίο αρχίζει με την ιστορία της Κρήτης (ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ) και τελειώνει με το πέταγμα προς την ελευθερία, από την ΑΓ. ΓΑΛΗΝΗ.

Άγγελος Κυριαζής
Αγία Γαλήνη, Μάϊος '93

Περιοδικό Αγ. Γαλήνη τ.26

Η απαγωγή της Στεφάνας και η σφαγή των προξένων στην παλιά Θεσσαλονίκη


Ο παλιός σιδηροδρομικός σταθμός της Θεσσαλονίκης.

Η απαγωγή της Στεφάνας και η σφαγή των προξένων στην παλιά Θεσσαλονίκη

Μια κοπέλα καλυμμένη με μουσουλμανική μαντίλα αποβιβάστηκε στο σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης. Έφτασε με συνοδεία για να ασπαστεί το ισλάμ. Τυχαίνει να είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία. 23 Απριλίου 1876 (με το παλιό ημερολόγιο), γιορτή του Αγίου Γεωργίου. Η κοπέλα ήταν η Στεφάνα Λάνσκοβα (Βελίκω σύμφωνα με άλλες πηγές), σλαβόφωνη χριστιανή, ορφανή από πατέρα, από το χωριό Μπόγκνταντσι κοντά στη Γευγελή. Πηγαίνοντας για νερό έπεσε θύμα απαγωγής από μια τούρκικη οικογένεια, που ήθελε να την προσφέρει ως σύζυγο σε κάποιον μπέη της Θεσσαλονίκης. Άλλοι, πάλι, λένε ότι οι λόγοι ήταν ερωτικοί και η απαγωγή εκούσια.
Κατά την αποβίβασή της δημιουργήθηκε ένταση και οχλαγωγία. Η μητέρα, στην αγωνιώδη προσπάθειά της να αποτρέψει τον εξισλαμισμό της κόρης της, την είχε ακολουθήσει στο ταξίδι και είχε τηλεγραφήσει από κάποιο σταθμό σε φίλους στη Θεσσαλονίκη ζητώντας βοήθεια. Στον σταθμό με φωνές και κλάματα καλούσε τους χριστιανούς να τη συντρέξουν. Κάποιοι άρπαξαν το κορίτσι από τους απαγωγείς και επιβίβασαν μάνα και κόρη στην άμαξα του αμερικάνου υποπρόξενου. Οι δύο γυναίκες βρήκαν καταφύγιο στο αμερικάνικο υποπροξενείο, που βρισκόταν στη συνοικία του Αγίου Αθανασίου.
Το περιστατικό του σταθμού μαθεύτηκε αμέσως σε ολόκληρη την πόλη. Οι μουσουλμάνοι ξεσηκώθηκαν. Συγκεντρώθηκαν οργισμένοι έξω από το Κονάκι και ζητούσαν από τον βαλή να εμφανιστεί η κοπέλα και να δηλώσει μπροστά του τι επιθυμούσε, αλλιώς απειλούσαν να επιτεθούν στο αμερικάνικο υποπροξενείο. Οι μουεζίνηδες από τους μιναρέδες έριχναν λάδι στη φωτιά καλώντας τους πιστούς να υπερασπίσουν τον ισλαμισμό.
Τα αίματα είχαν ανάψει και η κατάσταση ήταν εκρηκτική.
Στη δεκαετία του 1870 η παντοδυναμία της οθωμανικής αυτοκρατορίας κλονιζόταν. Οι μουσουλμάνοι ζούσαν σε ανασφάλεια και αυτό τους έκανε ιδιαίτερα επιθετικούς κατά των υπόδουλων λαών. Επιπλέον ήταν εξοργισμένοι με τις μεταρρυθμίσεις, γιατί, με τα δικαιώματα που τους παραχωρούνταν, οι χριστιανοί έπαιρναν αέρα.

Ο υποπρόξενος των ΗΠΑ και οι δύο πρόξενοι

Υποπρόξενος των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη ήταν ο ελληνικής καταγωγής και ρωσικής υπηκοότητας Περικλής Χατζηλαζάρου. Είχε οικογενειακούς δεσμούς με τους δύο πρόξενους Ζιλ Μουλέν και Ερρίκο Άββοτ. Ο Μουλέν ήταν πρόξενος της Γαλλίας και ο Άββοτ πρόξενος της Γερμανίας. Ο Άββοτ ήταν βρετανός υπήκοος και μισός Έλληνας από την πλευρά της μητέρας του. Η σύζυγός του ήταν Ελληνίδα, το γένος Καραθεοδωρή. Η αδελφή του είχε παντρευτεί τον Μουλέν.
Ο Χατζηλαζάρου, όπως ανέφερε στην έκθεσή του προς τον πρόξενο των ΗΠΑ στην Κωνσταντινούπολη, έδωσε καταφύγιο στις δύο γυναίκες για ανθρωπιστικούς λόγους και επειδή πιεζόταν από τον αδελφό του Νικόλαο και πολλούς Έλληνες.


Ο Ερρίκος Άββοτ και ο Ζιλ Μουλέν.

Οι δύο πρόξενοι αιχμαλωτίζονται και δολοφονούνται

Ο Ζιλ Μουλέν και ο Ερρίκος Άββοτ αποφάσισαν να κάνουν διάβημα στον βαλή και να του ζητήσουν να καταστείλει τον όχλο, ώστε να αποφευχθεί το μετά βεβαιότητος προβλεπόμενο αιματοκύλισμα των χριστιανών. Πηγαίνοντας στο Κονάκι, την έδρα της οθωμανικής διοίκησης, τους αναγνώρισαν κάποιοι μουσουλμάνοι, τους άρπαξαν και τους έκλεισαν στο Σαατλί τζαμί. Λίγο μετά, ο Άββοτ έστελνε στον αδερφό του ένα σημείωμα: «Μας κρατούν αιχμαλώτους. Στείλτε το κορίτσι στις Αρχές, γιατί αυτή είναι η τελευταία μας ευκαιρία».
Οι πρόξενοι κρατήθηκαν όμηροι. Οι απαγωγείς έδιναν διορία δύο ώρες για να παραδοθεί το κορίτσι στις αρχές, αλλιώς θα τους σκότωναν.
Η ανταλλαγή δεν έγινε. Παρά τη φρούρηση, ο μαινόμενος όχλος όρμησε μέσα στο τζαμί και τους σκότωσε χτυπώντας τους με ρόπαλα και λοστούς. Τα πτώματα πετάχτηκαν στον δρόμο. Το έγκλημα πέρασε στην ιστορία με την ονομασία «η σφαγή των προξένων».


Το τζαμί του Σελίμ πασά, γνωστό ως Σαατλί τζαμί, δηλαδή το τζαμί με το ρολόι.

Η Στεφάνα εμφανίζεται

Το αίμα έκανε τον όχλο ασυγκράτητο. Άρχισε να κινείται με άγριες διαθέσεις κατά των χριστιανικών συνοικιών κι ετοιμαζόταν να κάψει τον Φραγκομαχαλά, τη συνοικία των Ευρωπαίων. Στην κρίσιμη στιγμή η αστυνομία κατόρθωσε να επιβάλλει δια της βίας την τάξη. Στο μεταξύ ο αδελφός του Άββοτ βρήκε τη Στεφάνα και την υποχρέωσε να εμφανιστεί. Τι δήλωσε ενώπιον του βαλή και ποια η τύχη της είναι άγνωστο. Κάποιοι λένε ότι φυγαδεύτηκε στην Ελλάδα, κάποιοι άλλοι λένε ότι εξισλαμίστηκε.

Οι μεγάλες δυνάμεις και ο εξευτελισμός της οθωμανικής αυτοκρατορίας

Οι συνέπειες της απαγωγής της Στεφάνας είχαν ξεφύγει πέρα από κάθε πρόβλεψη κι ακόμα τίποτα δεν είχε τελειώσει. Ο βαλής καθαιρέθηκε. Αυτό βέβαια δεν ήταν αρκετό. Η είδηση του φόνου των προξένων είχε μαθευτεί αμέσως στην Ευρώπη και είχε προκαλέσει σάλο.

 Ο ευρωπαϊκός τύπος δημοσίευε φανταστικές απεικονίσεις του τραγικού γεγονότος, φιλοτεχνώντας ένα ανατολίτικο σκηνικό με μιναρέδες, κουμπέδες, αραβικές επιγραφές και θάλασσα, όπως σ’ αυτή την γκραβούρα, που παρουσιάζει το Σαατλί τζαμί παραθαλάσσιο. 

Στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης κατέπλευσαν πολεμικά πλοία των μεγάλων δυνάμεων, αγγλικά, γαλλικά, ρώσικα, γερμανικά, καθώς και δύο ελληνικά πολεμικά. Τα πλοία δεν απέδωσαν τιμές στη σημαία του σουλτάνου κι έστρεψαν τα κανόνια τους προς την Άνω Πόλη, όπου κατοικούσαν οι μουσουλμάνοι. Στην πόλη αποβιβάστηκε στρατός.
Οι επικεφαλής ναύαρχοι απαίτησαν ικανοποίηση από τον σουλτάνο και ο Αβδούλ Ασίζ αναγκαστικά την παραχώρησε με μία σειρά από πράξεις που χαρακτηρίστηκαν εξευτελιστικές για την οθωμανική αυτοκρατορία (υποστολή οθωμανικής σημαίας, απόδοση τιμών στις σημαίες της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας, απόδοση τιμών στις σορούς των δύο προξένων, καταβολή αποζημίωσης). Ο σουλτάνος καθαιρέθηκε του αξιώματός του ως υπεύθυνος για τον εξευτελισμό.

Συλλήψεις και καταδίκες

Και ενώ οι παράτες της ενθρόνισης του νέου σουλτάνου Μουράτ Ε΄ (ο οποίος κράτησε το αξίωμά του για λίγες μόνο εβδομάδες) αποφόρτιζαν κάπως το κλίμα, η τουρκική αστυνομία συνέλαβε τριάντα πέντε ύποπτους. Παραδόθηκε στη δικαιοσύνη ένα συνονθύλευμα ανθρώπων και επαγγελμάτων (Τούρκοι, Βόσνιοι, Αρβανίτες, υπηρέτες, σκλάβοι, έμποροι, οικοδόμοι, οπλουργοί, ένας καφετζής, ένας ξυλουργός, ένας κουρέας, ένας χασάπης, ένας χαμάλης κ.λπ.). Δικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Έξι από αυτούς – και όχι κατ’ ανάγκην οι πραγματικοί αυτουργοί – κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε θάνατο με απαγχονισμό.

Η κηδεία των προξένων


Οι δύο πρόξενοι κηδεύτηκαν με μεγάλες τιμές, όπως άλλωστε είχε ζητηθεί από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Η σωρός του Ζιλ Μουλέν μεταφέρθηκε στην καθολική εκκλησία για τη νεκρώσιμη ακολουθία και κατόπιν στη γαλλική ναυαρχίδα. Η σωρός του Άββοτ μεταφέρθηκε στον μητροπολιτικό ναό. Ο Ζιλ Μουλέν τάφηκε στο νεκροταφείο του Μονπαρνάς και ο Ερρίκος Άββοτ στην Ευαγγελίστρια.


Ο δρόμος δίπλα στο Διοικητήριο, που συνδέει την Αγίου Δημητρίου με την Κασσάνδρου, εκεί που άλλοτε ήταν το Σαατλί τζαμί, ονομάστηκε προς τιμήν τους οδός Προξένων.

Κρεμάλες στην προκυμαία

Η εκτέλεση των καταδικασμένων έγινε στις 16 Μαΐου 1876 στην προκυμαία. Πλήθος κόσμου είχε σκαρφαλώσει στις στέγες ή είχε στριμωχτεί στα παράθυρα και στους εξώστες των γύρω κτιρίων για να δει το αποτρόπαιο θέαμα. Οι τουρκικές αρχές παρακολουθούσαν από έναν εξώστη και οι ξένες δυνάμεις από τις λέμβους που είχαν πλησιάσει την προκυμαία.

  Γκραβούρα που απεικονίζει τον απαγχονισμό των καταδικασμένων για τον φόνο των προξένων. Ένας από αυτούς ήταν κάποιος γιγαντόσωμος μαύρος χαμάλης. Η γυναίκα του, που παρακολουθούσε την εκτέλεση, έβαλε τα χέρια της στο στήθος και φώναξε «Ασκ ολσούν», που θα πει «Σου άξιζε».

Μεταξύ των ξένων αξιωματικών ήταν και ο Πιερ Λοτί, που σημείωσε στο ημερολόγιό του:
[…] Η κυβέρνηση του σουλτάνου δεν είχε σκοτιστεί να φτιάξει σωστά τις κρεμάλες. Ήταν τόσο χαμηλές, που τα γυμνά πόδια των καταδίκων ακουμπούσαν κάτω και τα νύχια τους έξυναν το χώμα. Μόλις ολοκληρώθηκε η εκτέλεση, οι στρατιώτες έφυγαν και οι νεκροί έμειναν εκτεθειμένοι στα μάτια του λαού […] μέχρι να πέσει το σκοτάδι .

Μαρία Βένου : Μη χάνεσαι με όσους μοιράστηκες κάποτε ένα θρανίο



Μη χάνεσαι με όσους μοιράστηκες κάποτε ένα θρανίο

Γράφει η Μαρία Βένου

Όλα ξεκινούν ένα πρωινό το οποίο προορίζεται να στιγματίσει την επόμενη δεκαετία και βάλε της ζωής σου. Σε ξυπνάνε σχεδόν με το ζόρι από τα πουπουλένια σου όνειρα, σε δασκαλεύουν να είσαι φρόνιμο παιδί και φορτωμένο το δύσμοιρο με μία τσάντα μεγαλύτερη από το μπόι σου, ξεκινάς για την ξενιτειά της πρώτης μέρας στο σχολείο.
Μπορεί να κλάψεις φωναχτά μήπως και σε λυπηθούν ή μπορεί να καθαρίσεις όλα τα πατώματα, μέχρι να πειστείς να περάσεις το κατώφλι.
Αφού όμως στερέψουν όλα τα ουρλιαχτά του στιλ «Θέλω τη μαμά μου» και άλλα τέτοια χαριτωμένα, διαπιστώνεις ότι ο χώρος είναι γεμάτος με πολλά μικρά ζιζάνια σαν και του λόγου σου, σύμμαχοι στη μάχη κατά της δικτατορίας του πρωινού ξυπνήματος και κυρίως μαθήματος.
Μπορεί ο τίτλος του διπλανού να άλλαξε όνομα και φύλο στη διάρκεια των χρόνων, όμως ο ρόλος του σύμμαχου παρέμεινε ίδιος και απαράλλαχτος.
Τυχεροί όσοι κάθε πρωί είχαν κάποιον να τους καλωσορίζει στο θρανίο με μια καλημέρα και ένα ζεστό χαμόγελο. Ήταν εκείνοι που δε βαρέθηκαν ποτέ στο μάθημα γιατί είχαν κάποιον να μοιραστούν την ανία τους μέχρι να τους χωρίσει η αγανάκτηση του διδάσκοντα. Εσείς δεν είστε για να κάθεστε μαζί!
Από τα μικροσκοπικά καρεκλάκια του νηπιαγωγείου ως και τα έδρανα του πανεπιστημίου, το ταξίδι στη γνώση απαιτεί και λίγο χαβαλέ, γιατί αλλιώς γίνεται καταναγκασμός.
Οι παρέες του σχολείου, αν δε δέσουν για τα καλά, είναι καταδικασμένες να λησμονηθούν στο συρτάρι με σκονισμένα άλμπουμ φωτογραφιών. Το ίδιο και το άτομο που τόσα χρόνια μοιράστηκες πολλά περισσότερα από ένα θρανίο.
Μοιράστηκες τη νύστα σου, τις παραξενιές σου και άπειρα εσωτερικά αστεία. Χωρίσατε το κολατσιό σας στα δυο, ίσως για πρώτη και τελευταία φορά, αλλά και το απροειδοποίητο τεστ μαθηματικών που όλως τυχαίως έγερνε λιγάκι προς τα δίπλα.
Οι προσδοκίες και ο φόβος για το μέλλον ελαφραίνουν όταν τους μοιράζεσαι. Από το γνωστό «εγώ όταν μεγαλώσω θα γίνω…» μέχρι όντως να τα καταφέρεις, περνάνε άπειρες ώρες μέσα στη σχολική τάξη, διαγωνίσματα και εκδρομές. Θα τα κατάφερνες μόνος;
Ήταν εκείνη η σφιχτή αγκαλιά, όταν πάτωσες στο διαγώνισμα της κατεύθυνσης ή το ιδρωμένο χέρι που κρατούσες λίγο πριν τις πανελλαδικές. Ήταν το ίδιο πρόσωπο με το οποίο κλάψατε παρέα τη μέρα των αποτελεσμάτων μαζί, αλλά για διαφορετικούς λόγους.
Τα ονόματα από τα πρώτα καρδιοχτύπια γράφονται με μολύβι στα σχολικά θρανία. Στην ηλικία που ξεπερνιέται το σύνθημα «αγόρια ιππότες, κορίτσια μαύρες κότες», η διπλανή είναι εκείνη που θα μάθει για τον πρώτο σου έρωτα και θα φροντίσει να σε κάνει ρεζίλι κάθε φορά που περνάει μπροστά σου ο εκλεκτός.
Σημειωματάκια κάτω από τη μύτη του καθηγητή, παιχνιδιάρικα σκουντήματα και εκείνα τα βλέμματα όλο νόημα προς εξυπηρέτηση της μουγκής συνεννόησης.
Τα σχολικά χρόνια τελειώνουν, ο καθένας ακολουθεί τη δική του πορεία. Είναι κρίμα λοιπόν εσείς οι δύο να χωρίσετε τις ζωές σας όπως κάνατε με το θρανίο στο δημοτικό. Κι αν οι δρόμοι σας φέρουν ξανά στα παλιά λημέρια, χτυπήστε το κουδούνι για έναν καφέ στα γρήγορα.
Περάστε μαζί ακόμα ένα διάλειμμα για να αναπολήσετε μερικά από τα πιο ανέμελα χρόνια της ζωής σας! Εξάλλου, αξίζει να χτίζουμε το παρόν μας πάνω σε χαρούμενες αναμνήσεις του παρελθόντος. Θεοδώρα

«Το γελεκάκι που φορείς».



«Το γελεκάκι που φορείς».

Πώς γράφτηκε ένα από τα πιο διάσημα και διαχρονικά τραγούδια της ελληνικής μουσικής

Στα τέλη της δεκαετία του ’20 και στις αρχές του ’30 οι τάσεις της μόδας πρόσταζαν τα φαντεζί χρωματιστά γιλέκα. Ήταν η εποχή που κάθε μοντέρνος άνδρας έπρεπε απαραιτήτως να φορά πιτσιλωτό γιλέκο από μαύρο ύφασμα. Σε κάθε άλλη περίπτωση θεωρούσε τον εαυτό του υποδεέστερο. Η απόκτηση ενός τέτοιο γιλέκου δεν ήταν εύκολη για τον καθένα, καθώς για τα δεδομένα της εποχής, ήταν πανάκριβο.
Ο Σπύρος Ολλανδέζος, παρόλο που ήταν πολύ καλός βιολιστής, συνθέτης και τραγουδιστής, δεν διέθετε ένα τέτοιο γιλέκο. Από το πάλκο της ταβέρνας, όπου έπαιζε, έβλεπε τους θαμώνες να φοράνε τα φαντεζί γιλέκα και ζήλευε. Είχε καημό να φτιάξει ένα γιλεκάκι και όλο έλεγε μέσα του «άμα μου τα φέρει βολικά ο ύψιστος και μου περισσέψουν θα το φτιάξω, που θα μου πάει…».
Ο Ολλανδέζος ήταν λίγο παχουλός και μελαμψός. Ήταν γνωστός για την καλλιτεχνική του δεξιοτεχνία, ενώ οι δοξαριές του χάρισαν πολλές κατακτήσεις. Μεταξύ αυτών και μία, μεσόκοπη, για την εποχή, μοδίστρα, η Αρετή, η οποία φημιζόταν για την τέχνη της.
Σε κάποιο ραντεβού τους ο Ολλανδέζος εξομολογήθηκε στην Αρετή τον μεγάλο του καημό. Το γιλέκο. Η Αρετή, χωρίς να του πει τίποτα, άρχισε να μαζεύει σιγά σιγά τα χρήματα, που χρειάζονταν ώστε να αγοράσει τα υλικά για το γιλέκο. Πήρε φόδρα μεταξωτή, σιντεφένια κουμπιά και ένα μαύρο ύφασμα με κουκκίδες κόκκινες. Λίγο πριν από τη γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνα, η Αρετή είχε ράψει το γιλέκο του αγαπημένου της. Του το προσέφερε ως δώρο την ημέρα της γιορτής του, που συναντήθηκαν.
Όταν το πήρε στα χέρια του ο Σπύρος πέταξε από τη χαρά του. Έβγαλε αμέσως το σακάκι του και μπροστά στην Αρετή φόρεσε το γιλεκάκι. Ύστερα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, κορδώθηκε και τη ρώτησε: «Σ’αρέσει; Σ’αρέσει; Πες μου, μου πάει; Μου πάει;» Η Αρετή τον κοίταξε στα μάτια τρυφερά και γεμάτη χαρά του απάντησε: «Είναι πάρα πολύ ωραίο, Σπύρο μου, σου πάει τρελά», ενώ πρόσθεσε ακόμη: «το γιλεκάκι που φορείς εγώ στο έχω ραμμένο».
Αυθόρμητα ο Ολλανδέζος την αγκάλιασε και της είπε: «Το ξέρω, Αρετούλα μου, με πίκρες και με βάσανα το’ χεις φοδραρισμένο». Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του ο Σπύρος και μια μελωδία ξεπετάχτηκε από τα χείλη του κι απ’ τα βάθη της ψυχής του… Η μελωδία που του βγήκε εκείνη τη στιγμή έσμιξε με τις φράσεις που είχαν προηγουμένως ειπωθεί και έγιναν ένα πανέμορφο τραγούδι, μια αθάνατη καντάδα, που ακόμα και στις μέρες μας τραγουδιέται. Oι στίχοι του τραγουδιού ολοκληρώθηκαν με τη βοήθεια του Ι. Θεοδωρίδη.


Στίχοι
Το γιλεκάκι που φορείς
εγώ στο χω ραμμένο
με πίκρες και με βάσανα
στο ‘χω φοδράρισμένο

Άντε το μαλώνω, το μαλώνω
άντε κι ύστερα το μετανιώνω
άντε το μαλώνω και το βρίζω
άντε την καρδούλα του ραγίζω

Φόρα το μωρό μου
φόρα το μικρό μου
γιατί δε θα το ξαναφορέσεις άλλο πια
φόρα για να σαι, για να με θυμάσαι
για μετάξι έχω τα σγουρά σου τα μαλλιά

Με πήρε ο ύπνος κι έγειρα
στου καραβιού την πλώρη
και ήρθε και με ξύπνησε
του καπετάνιου η κόρη

Άντε το μαλώνω, το μαλώνω
άντε κι ύστερα το μετανιώνω
άντε το μαλώνω και το βρίζω
άντε την καρδούλα του ραγίζω

Φόρα το μωρό μου
φόρα το μικρό μου
γιατί δε θα το ξαναφορέσεις άλλο πια
φόρα για να σαι, για να με θυμάσαι
για μετάξι έχω τα σγουρά σου τα μαλλιά

Πολλοί λένε ότι το τραγούδι αυτό συνδέεται και με τον Εθνάρχη Ελευθέριο Βενιζέλο μιας και η ίδια του η ζωή – μέσα στην ταραγμένη εποχή του ’30-  έδινε ένα ιδιαίτερο νόημα στους στίχους του τραγουδιού αυτού.