Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΥΠΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΥΠΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021

Μιρό : Ο «κηπουρός» που ζούσε για την τέχνη

 


Μιρό : Ο «κηπουρός» που ζούσε για την τέχνη

Ο Χουάν Μιρό (στα καταλανικά αποδίδεται Zουάν ή Zοάν Μιρό) (Joan Miró i Ferrá, Βαρκελώνη, 20 Απριλίου 1893– Πάλμα (Μαγιόρκα), 25 Δεκεμβρίου 1983)  ήταν Καταλανός ζωγράφος και γλύπτης και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους υπερρεαλιστές καλλιτέχνες του 20ού αιώνα. O Νταλί τον αποκαλούσε χωριάτη. Ο Πικάσο τον επισκεπτόταν συχνά, και πάντα τον ρωτούσε: «εσύ, άλλη γυναίκα δεν θα πάρεις;».

Ο Μιρό ήταν ήσυχος άνθρωπος, «παππούς» από τη γέννα του. Τον ενδιέφερε μόνο να έχει καλή υγεία ώστε να έχει όρεξη για δουλειά. Ξυπνούσε στις 5, καθόταν για λίγο στο κρεβάτι του να σκεφτεί το πρόγραμμα της ημέρας και μετά κατέβαινε στο εργαστήριό του. Το μεσημέρι, η γυναίκα του, η Πιλάρ, του ετοίμαζε τη σούπα του αφού προηγουμένως εκείνος είχε απολαύσει τον περίπατό του ψάχνοντας για στοιχεία της Φύσης, κόκκαλα, ξύλα, πέτρες. «Ο, τι είναι απ’ τη Φύση, είναι καλό», έλεγε. Αυτό ήταν το καθημερινό πρόγραμμα του σπουδαίου Καταλανού καλλιτέχνη, στην ωριμότητα της ζωής του στην τελευταία του περίοδο, από το 1956, στα 61 του χρόνια δηλαδή, μέχρι και τον θάνατό του το 1983, όταν εγκαταστάθηκε στη Μαγιόρκα, πατρίδα της γυναίκας του, και δούλεψε στο εργαστήριο που σχεδίασε ο αρχιτέκτονας φίλος του Ζοζέφ-Λουίς Σερτ. Είχε ήδη περάσει πολλά, είχε εξοριστεί στη Γαλλία, και σε αντίθεση με τον Πικάσο και τον Νταλί, επέστρεψε για να πολεμήσει τον Φράνκο, με όπλο την τέχνη του.

Εκεί, σε έναν πολύ μεγάλο χώρο, με εσωτερικό περιστύλιο που του επέτρεπε να παρατηρεί τα έργα του από ψηλά, ο Μιρό, διάσημος και χορτάτος, από τις μεγάλες εκθέσεις της Ευρώπης και της Αμερικής -αγορά που του άνοιξε ο εγγονός του Ματίς εκτελώντας χρέη ατζέντη του- έκανε ένα μεγάλο ξεκαθάρισμα και έζησε τη σπουδαία καλλιτεχνική του φάση. Έκαψε έργα, άλλα τα επιζωγράφισε, «πάντρεψε» παλιά και καινούργια, σχεδίασε μελλοντικές δουλειές, καθώς ποτέ δεν φοβήθηκε τον θάνατο, αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι στην τέχνη του.

«Ο κύριος Μιρό απουσιάζει»


 

Για τον Μιρό, το εργαστήριό του ήταν χώρος ιερός. «Χαρακτηριστικό είναι ότι τα εγγόνια του δεν μπήκαν ποτέ εκεί», λέει ο Μ. Ελευθεριάδης*, «εκτός από τον Χουάν που μπήκε μόνο μια φορά όταν ήταν 11 ετών. Μάλιστα, πείραξε ένα μολύβι, και ο παππούς του έσπευσε αμέσως να το βάλει στη σωστή του θέση.

Ο Μιρό ζούσε για την τέχνη. Είναι από τους πιο παραγωγικούς καλλιτέχνες του 20ού αιώνα. Αν υπολογίσουμε όλα τα έργα του, ξεπερνάμε τις 100 χιλιάδες. Είχε τεράστια τεχνογνωσία και ασχολήθηκε με ό, τι είχε να κάνει με γραφικές τέχνες. Σε αντίθεση με τους Νταλί και Πικάσο, δεν επιθύμησε ποτέ τη διασημότητα ούτε τα χρήματα. Και τα δύο ιδρύματα Μιρό, στη Μαγιόρκα και στη Βαρκελώνη, έγιναν με δικά του λεφτά. Δεν ήθελε να τον αναγνωρίζουν και το είχε πετύχει σε μεγάλο βαθμό. Όταν κατέβαινε με τη σύζυγό του στην πόλη της Πάλμα -είχαν ένα μικρό αυτοκίνητο που οδηγούσε πάντοτε εκείνη- ο κόσμος έλεγε «ήρθε η Πιλάρ με τον σύζυγό της». Μια φορά, ένας δημοσιογράφος χτύπησε την πόρτα του σπιτιού του λέγοντας ότι θέλει να κάνει συνέντευξη με τον κύριο Μιρό κι εκείνος του απάντησε ”Ξέρετε εγώ είμαι ο κηπουρός, ο κύριος Μιρό απουσιάζει”».

 

Πώς έγιναν η σειρά τα Σκυλιά

 


 

«Στη Μαγιόρκα, ο Μιρό άρχισε να κάνει μεγάλες μήτρες», εξηγεί ο Μάριος Ελευθεριάδης. «Χρησιμοποιεί την οξυγραφία για να κάνει τη χαρακτική και στην οξυγραφία βάζουμε πολλές φορές σινική μελάνη και ζάχαρη η οποία οξειδώνει το χαλκό και γι’ αυτό το έργο πρέπει να ζεσταθεί. Οπότε, βγάζει τα έργα του στον καυτό μεσογειακό ήλιο. Αλλά… Πέρασαν σκυλιά, μύρισαν τη ζάχαρη και έγλειψαν τα έργα. Υπάρχουν σημάδια από τη γλώσσα και τις πατούσες τους. Το τυχαίο ο καλλιτέχνης συχνά το εκμεταλλεύεται και το ίδιο έκανε και ο Μιρό. Και ονόμασε τη σειρά αυτή ”Τα Σκυλιά”».

 «Η σειρά ”Οι άνθρωποι της θάλασσας” έγινε από την επιθυμία του Μιρό να αφιερώσει κάποια έργα σε όσους βρίσκονται μέσα στη θάλασσα αλλά και σ’ αυτούς που τους περιμένουν στη στεριά. Κι έτσι προέκυψαν ”Ο ναυαγός”, ”Το μωρό γαρίδα”, ”Ο καβουροφάγος”, ”Η γυναίκα μέδουσα”, ”Ο φαροφύλακας”… Αυτά τα έργα μαζί με τη σειρά Fundacio Palma είναι από τα τελειότερα που έχει κάνει. Είναι έργα μιας ανάσας. Δεν επιστρέφει να διορθώσει τίποτα. Ο Μιρό ό, τι κάνει είναι πάντα προσχεδιασμένο. Το επεξεργάζεται μέσα του και μετά το γεννάει».

Ο Μιρό ενοχλούνταν από την παρουσία άλλων όταν δούλευε στο εργαστήριό του, γι’ αυτό οι φωτογραφικές μαρτυρίες, που είναι λίγες, είναι πολύτιμες.

Από άρθρο της Γιούλης Επτακοίλη στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ με αφορμή την έκθεση «Ο Μιρό της Μαγιόρκα» που έγινε κατόπιν πρότασης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στον επιμελητή της έκθεσης, Μάριο Ελευθεριάδη, εικαστικό και καθηγητή στην Ανωτάτη Εθνική Σχολή Καλών Τεχνών Λιμόζ-Ομπισόν στη Γαλλία.

 

Κυριακή 19 Ιουλίου 2020

ΤΑ ΓΥΨΙΝΑ ΓΛΥΠΤΑ ΤΟΥ DEGAS



ΤΑ ΓΥΨΙΝΑ ΓΛΥΠΤΑ ΤΟΥ DEGAS

«Για τον κόσμο της τέχνης, η ανακάλυψη των γύψινων γλυπτών του Ντεγκά ήταν κάτι ανάλογο με το άνοιγμα του τάφου του βασιλιά Τουταγχαμών...» Γουόλτερ Μαϊμπάουμ, επιμελητής

Οι επισκέπτες της Πέμπτης Εκθεσης Ιμπρεσιονιστών στο Παρίσι του 1880 δεν είχαν την ευκαιρία να δουν τη «Μικρή δεκατετράχρονη χορεύτρια». Εκείνη τη χρονιά, ο Γάλλος καλλιτέχνης Εντγκάρ Ντεγκά αποφάσισε τελικά να μην τοποθετήσει το γλυπτό του μέσα στη γυάλινη προθήκη που είχε στηθεί επί τούτου στη σάλα της έκθεσης, κι ας είχε αναγγείλει τη συμμετοχή του με το συγκεκριμένο έργο. Ένα χρόνο μετά, στην ίδια έκθεση, έκανε την τολμηρή κίνηση παρουσιάζοντας το μυστηριώδες γλυπτό σε ένα κοινό που περίμενε με ανυπομονησία την αποκάλυψη της μυστηριώδους χορεύτριας.
Φτιαγμένη από χρωματιστό κερί, με πραγματικές τρίχες αλόγου για μαλλιά, μια υφασμάτινη φούστα, μπούστο και κορδέλες και πραγματικά παπούτσια χορού, η χορεύτρια σκανδάλισε πολλούς με τον υπέρμετρο ρεαλισμό που τη χαρακτήριζε. Σε κάποιους προκαλούσε την περιφρόνηση και την αποστροφή, σε άλλους θαυμασμό. Ο κριτικός και συγγραφέας του 19ου αιώνα Joris - Karl Huysmans είχε γράψει: «Η αλήθεια είναι ότι, μονομιάς, ο κύριος Ντεγκά έχει ανατρέψει τις παραδόσεις της γλυπτικής, όπως για μια μακρά περίοδο έχει αναταράξει τους κανόνες της ζωγραφικής... Αυτό το μικρό άγαλμα είναι η μοναδική, αληθινά μοντέρνα προσπάθεια στη γλυπτική..-.».

Ο Degas των «πολυμέσων»


Η «Μικρή δεκατετράχρονη χορεύτρια» αποτελούσε το καλύτερο παράδειγμα για το είδος της γλυπτικής του Ντεγκά. Είχε ένα στυλ προσωπικό και οικείο, που ερχόταν σε αντίθεση με την κρατούσα αντίληψη, που ήθελε τα έργα να λειτουργούν ως δημόσια μνημεία. Και ενώ για πολύ καιρό εθεωρείτο ότι ο Ντεγκά άρχισε να δημιουργεί γλυπτά σε κερί και πηλό λόγω της επιδεινούμενης όρασης του, στην ουσία ήταν ένας «αληθινός καλλιτέχνης πολυμέσων» της εποχής του.
Γιατί, εκτός από τη ζωγραφική του, για την οποία είναι και πιο διάσημος, είχε ασχοληθεί και επηρεαστεί σοβαρά από τη φωτογραφία -ένα μέσο αρκετά καινούργιο για την εποχή του-, την ποίηση και τη γλυπτική. Η πρακτική του στο ένα μέσο τον βοηθούσε στο άλλο. Χρησιμοποιούσε τις φωτογραφικές γνώσεις του, π.χ., για να κατανοήσει και να αποτυπώσει καλύτερα τις πιο ανεπαίσθητες λεπτομέρειες στην κίνηση ενός σώματος. Έγραφε στίχους που θα βοηθούσαν στην εκ των υστέρων καλύτερη κατανόηση κάποιου ζωγραφικού του έργου. Έπλαθε χορεύτριες, άλογα και λουόμενους από κερί και πηλό, με σκοπό να χρησιμοποιηθούν αργότερα ως μοντέλα για τις ζωγραφικές συνθέσεις του.
Η ιστορία έχει δείξει ότι έβλεπε τα γλυπτά του ως πρόχειρα, μισοτελειωμένα σκίτσα, ως «εργαλεία» για τη μελέτη της κίνησης, ως μια ανεξάντλητη πηγή δημιουργίας στάσεων που τροφοδοτούσαν με τον τρόπο τους τους πιο γνωστούς του πίνακες. Σκηνές από ιπποδρομίες, cafe και θέατρα, γυναίκες να εργάζονται ως καπελούδες, να ασχολούνται με το σιδέρωμα ή την προσωπική τους υγιεινή. Σε λάδι, παστέλ, κάρβουνο ή συνδυασμό και των τριών, οι χορεύτριες ήταν και οι πρωταγωνίστριες. Και όχι ως πορτρέτα συγκεκριμένων προσώπων, αλλά ως μια συνολική μελέτη της αποτύπωσης των δυνατοτήτων του ανθρώπινου σώματος.
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που η «Μικρή δεκατετράχρονη χορεύτρια», το μόνο γλυπτό που εξέθεσε ποτέ ο Ντεγκά ενώ βρισκόταν εν ζωή, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα του, κι ας είναι τρισδιάστατη... Πόσοι όμως από εμάς την έχουν θαυμάσει από κοντά;
Εβδομήντα τέσσερα μπρούντζινα γλυπτά του Γάλλου καλλιτέχνη, από τη συλλογή του Μ.Τ. Abraham Center for the Visual Arts παρουσιάζουν ένα κύριο χαρακτηριστικό. Είναι τα μόνα μπρούντζινα γλυπτά του Ντεγκά που βασίζονται σε γύψινα εκμαγεία, δημιουργημένα όταν ο καλλιτέχνης βρισκόταν ακόμα εν ζωή. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή...
Ο επιμελητής τέχνης, Γουόλτερ Μαϊμπάουμ (αυθεντία σε θέματα γλυπτικής), είναι εκείνος που ανακάλυψε αυτά τα μέχρι πρότινος άγνωστα εκμαγεία. Σε συνέντευξή του λέει: « Όλα άρχισαν το 2001, όταν κάποιος με πληροφόρησε ότι μια νέα χάλκινη έκδοση της "Μικρής δεκατετράχρονης χορεύτριας" βρισκόταν σε διαδικασία παραγωγής στη Γαλλία. Μου φαινόταν αδύνατο, εφόσον υπήρχαν μόνο δύο γνωστά γύψινα εκμαγεία του συγκεκριμένου γλυπτού, και τα δύο σε μουσεία».
Με την υποψία ότι ίσως υπήρχε ένα τρίτο, άγνωστο έως τώρα, ο Μαϊμπάουμ έφτασε στο Παρίσι και στο Χυτήριο Valsuani, που λειτουργούσε από το 1899, και μετέτρεπε σε μπρούντζο έργα του Ροντέν, του Ματίς, του Γκογκέν και άλλων σημαντικών καλλιτεχνών. Ο Μαϊμπάουμ ανακάλυψε ότι οι αποθήκες του Valsuani φιλοξενούσαν το τρίτο γύψινο εκμαγείο της διάσημης χορεύτριας από το 1955. Και αν αυτό αποτελούσε μια ευχάριστη έκπληξη, τότε ο επιμελητής σίγουρα δεν περίμενε να βρει ότι η χορεύτρια «συγκατοικούσε τόσα χρόνια με άλλα 73 εκμαγεία γλυπτών του Ντεγκά, επίσης άγνωστα σε ειδικούς και ακαδημαϊκούς...

Μια σημαντική ανακάλυψη


Δημιουργός τους ήταν ο Μπαρτολομέ, γλύπτης και στενός φίλος του Ντεγκά, ο οποίος τα έφτιαξε με βάση τα κέρινα γλυπτά του καλλιτέχνη. Γιατί, όπως αναφέρει ο Μαϊμπάουμ, «ο Ντεγκά δημιουργούσε γλυπτά μόνο από κερί και μαλακό πηλό, ώστε να μπορεί να τα δουλεύει για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, κάτι το οποίο τον ικανοποιούσε πολύ ως διαδικασία». Επέτρεπε, βέβαια, τη δημιουργία εκμαγείων, όπως στην περίπτωση του Μπαρτολομέ. Όμως. ενώ κάποτε ο Ντεγκά επισήμανε στον γλυπτή Αριστίντ Μαγιόλ ότι «ναι, κατασκευάζω εκμαγεία και ίσως μία από αυτές τις ημέρες θα τα χυτεύσω στον μπρούντζο», δεν προχώρησε ποτέ όσο ζούσε στη δημιουργία μπρούντζινων γλυπτών. Σύμφωνα με τον Μαϊμπάουμ, « δεν πίστευε ποτέ ότι τα γλυπτά του ήταν αρκετά φινιρισμένα για δημόσια έκθεση και αποδοχή».
«Για τον κόσμο της τέχνης, γενικότερο. η ανακάλυψη αυτών των εντυπωσιακών γύψινων εκμαγείων είναι κάτι ανάλογο με το άνοιγμα του τάφου του βασιλιά Τουταγχαμών. Δεδομένης της σημασίας αυτής της ανακάλυψης, ξεκίνησα να δουλεύω με έναν αξιόλογο ιστορικό τέχνης, τον δρα Γκρεγκορι Χέντμπεργκ. Μέσα από την έρευνα του, κατέληξε ότι τα συγκεκριμένα γλυπτά είχαν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της ζωής του Ντεγκά». Το συμπέρασμα αυτό αποτέλεσε και το πιο σημαντικό στοιχείο της ανακάλυψης, εφόσον έως τώρα όλα τα μπρούντζινα γλυπτά του Ντεγκά που βρίσκονται σε συλλογές μουσείων έχουν βασιστεί σε εκμαγεία που δημιουργήθηκαν, ανεξαιρέτως, μετά το θάνατο του καλλιτέχνη. Φέροντας, βέβαια, και όλες εκείνες τις αναπόφευκτες μορφολογικές διαφοροποιήσεις λόγω των διαδοχικών μετατροπών που έγιναν μετά το θάνατο του Ντεγκά, από κερί σε γύψο και από γύψο σε μπρούντζο.
Μοιραία σημάδια ενός ασυνήθιστου «χαλασμένου τηλεφώνου», που, σύμφωνα με τους ειδικούς, σήμερα καθιστούν τα 74 νέα μπρούντζινα γλυπτά, πολύ πιο «κοντά» στην αρχική ιδέα του Ντεγκά...

Από ρεπορτάζ της Νελλης Αμπραβανελ ΓΙΑ ΤΟ «Κ»




Ο Edgar Degas (19 Ιουλίου 1834 - 27 Σεπτεμβρίου 1917), με το πλήρες όνομα Hilaire-Germain-Edgar De Gas, ήταν Γάλλος καλλιτέχνης, διάσημος για το έργο του στη ζωγραφική, γλυπτική, χαρακτική και σχέδιο. Θεωρείται ως ένας από τους ιδρυτές του Ιμπρεσιονισμού, αν και απέρριψε τον όρο και προτιμούσε να αποκαλείται ρεαλιστής. Δεν τον ενδιέφερε να εργάζεται στην ύπαιθρο, αλλά στο στούντιό του, με μοντέλα ή πιο συχνά από μνήμης. Νωρίς στην σταδιοδρομία του, φιλοδοξούσε να γίνει ιστορικός ζωγράφος, κλίση για την οποία ήταν καλά προετοιμασμένος από την αυστηρή, ακαδημαϊκή του κατάρτιση και τη στενή μελέτη της κλασσικής τέχνης. Λίγο μετά τα τριάντα του, άλλαξε πορεία και εφαρμόζοντας τις παραδοσιακές μεθόδους του ιστορικού ζωγράφου σε σύγχρονα θέματα, έγινε ένας κλασικός ζωγράφος της σύγχρονης ζωής. Έξοχος στο σχέδιο, έχει ταυτιστεί με το θέμα του χορού και περίπου τα μισά από τα έργα του απεικονίζουν χορεύτριες. Αυτά επιδεικνύουν την άρτια γνώση του στην απεικόνιση της κίνησης, όπως και τα άλογα αγώνων και τα γυναικεία γυμνά. Τα πορτρέτα του συγκαταλέγονται ανάμεσα στα καλύτερα στην ιστορία της τέχνης.


Διαβάστε επίσης :

Εντγκάρ Ντεγκάς : Ο χορός της φαντασίας  

Ντεγκά : ο «ηδονοβλεψίας» ζωγράφος 

 http://boraeinai.blogspot.com/2011/09/blog-post_17.html

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019

Ηλέκτρα Παυλίδου : H ιστορία του μπάρμπα Γιαννούλη Χαλεπά



H ιστορία του μπάρμπα Γιαννούλη Χαλεπά

Γράφει η Ηλέκτρα Παυλίδου

Μόλις στα 24 του είχε ήδη φτιάξει το αριστούργημα του, τότε εμφανίστηκαν και τα πρώτα σημάδια της ψυχικής του ασθένειας, πιθανώς κάποια ερωτική απογοήτευση σε συνδυασμό με κληρονομική προδιάθεση.
Η αυταρχική μάνα του θεώρησε ότι αυτή που τον τρελαίνει είναι η γλυπτική, ενώ συνέβαινε ακριβώς το ανάποδο.
Μόνο η γλυπτική θα μπορούσε να τον γλιτώσει, όπως φάνηκε αργότερα.
Του απαγόρευσε αυστηρά να ασκεί την τέχνη του.
Τον πήγανε στο εξωτερικό, αλλά δε είδαν βελτίωση.
Δέκα χρόνια βολόδερνε στην Τήνο, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει κι έπειτα τον κλείσαν για 16 χρόνια στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας.
Εκεί, χωρίς φάρμακα, μέσα στη βρόμα, δεμένος με αλυσίδες, αποτρελάθηκε.
Η προσωπικότητα του αποδομήθηκε εντελώς.
Όταν πέθανε ο πατέρας του, η μάνα του τον ξαναπήρε στην Τήνο, ενώ ήταν πια 51 ετών.
Η γριά συνέχισε να του απαγορεύει κάθε επαφή με το μάρμαρο και τη γλυπτική.
Είχε πετάξει ανάκατα τα έργα του στο υπόγειο που το έχει κλειδωμένο.
Μερικές φορές τον έπιανε να φτιάχνει κάποια προπλάσματα κρυφά και του τα έσπαγε.
Ο μπάρμπα-Γιάννης, έτσι τον φώναζαν, στα 51 του χρόνια είχε γίνει ο τρελός του χωριού.
Έγινε νεροκουβαλητής, οι χωριανοί του έδιναν τις κατσίκες τους να τις βοσκήσει, τα παιδιά τον κοροϊδεύαν κι αυτός τριγύριζε κουρελής, μαζεύοντας από χάμω τις γόπες για να τις καπνίσει.
Τα βράδια γύριζε στο σπίτι του και καθόταν αμίλητος σε μια γωνιά, για να μην τον μαλώσει η γριά μάνα του.
Η Αθήνα τον έχει ξεχάσει, το έργο του έχει τελειώσει πρόωρα.


Και γίνεται το θαύμα!
Το 1916, η μάνα του πεθαίνει.
Και τότε ο 65χρονος Γιαννούλης κάνει το απίστευτο.
Δε χύνει σταγόνα δάκρυ, δεν ακολουθεί την κηδεία της, αλλά ανοίγει το υπόγειο και αρχίζει αμέσως να δουλεύει.
Οι χωριανοί το θεώρησαν ως την αναμενόμενη αντίδραση ενός τρελού, αλλά δεν ήταν έτσι.
Η καταπιεσμένη τέχνη του εκρήγνυται.
Μέσα σε λίγους μήνες είχε θεραπευτεί εντελώς.
Η σμίλη του άρχισε να βγάζει και πάλι αριστουργήματα, και μάλιστα με μια εντελώς νέα τεχνοτροπία.
Το φαινόμενο μοναδικό.
40 χρόνια δε δούλεψε την τέχνη του, δεν ενημερώθηκε για τις εξελίξεις και ξαφνικά αναδύθηκε ένας ολοκαίνουριος καλλιτέχνης, σαν να φοιτούσε σε ένα δικό του εσωτερικό σχολείο.
Από τα 65 του χρόνια, ως τα 84 που πέθανε, έφτιαξε μια ολόκληρη σειρά από αριστουργήματα.
Αυτή ήταν η ιστορία του μπάρμπα Γιάννη, του Γιαννούλη, του τρελού του χωριού . Του Γιαννούλη Χαλεπά.
Το πρώτο του έργο, που έφτιαξε στην ηλικία των 24, βρίσκεται στο Α' Νεκροταφείο και είναι η γνωστή σε όλους "Κοιμωμένη ".

Facebook/ Hlektra Paulidou

Αναμφίβολα, το πιο γνωστό έργο είναι η «Κοιμωμένη» του Γ. Χαλεπά πάνω από τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη. Το κλασικιστικό μοτίβο της «Κοιμωμένης» ή «Αναπαυομένης» έχει δοθεί και από άλλους γλύπτες στο ίδιο νεκροταφείο – κανένα όμως από τα έργα αυτά δεν έχει τη θερμότητα του έργου του Χαλεπά, που υπερβαίνει τα όρια του νεοκλασικισμού στην κατεύθυνση της προσωπικής του ερμηνείας. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο Χαλεπάς φιλοτέχνησε μόνο το πρόπλασμα, ότι το μαρμάρινο έργο βγήκε από τα χέρια δύο Τήνιων μαρμαρογλυπτών και αρχικά δεν έφερε την υπογραφή του Χαλεπά! Ωραίες, τρυφερές, γαλήνιες υπάρξεις, οι «κοιμώμενες» είναι μια άλλη μορφή αγγέλων του θανάτου. Πρόκειται για ήπιες, χαμηλόφωνες παραφράσεις ευρωπαϊκών προτύπων. Πηγή: www.lifo.gr
 
Αναμφίβολα, το πιο γνωστό έργο είναι η «Κοιμωμένη» του Γ. Χαλεπά πάνω από τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη. Το κλασικιστικό μοτίβο της «Κοιμωμένης» ή «Αναπαυομένης» έχει δοθεί και από άλλους γλύπτες στο ίδιο νεκροταφείο – κανένα όμως από τα έργα αυτά δεν έχει τη θερμότητα του έργου του Χαλεπά, που υπερβαίνει τα όρια του νεοκλασικισμού στην κατεύθυνση της προσωπικής του ερμηνείας. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο Χαλεπάς φιλοτέχνησε μόνο το πρόπλασμα, ότι το μαρμάρινο έργο βγήκε από τα χέρια δύο Τήνιων μαρμαρογλυπτών και αρχικά δεν έφερε την υπογραφή του Χαλεπά! Ωραίες, τρυφερές, γαλήνιες υπάρξεις, οι «κοιμώμενες» είναι μια άλλη μορφή αγγέλων του θανάτου. Πρόκειται για ήπιες, χαμηλόφωνες παραφράσεις ευρωπαϊκών προτύπων.