Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Θεοφάνη Γραικιώτη : Η γιαγιά και η κουβέρτα



Αυτή η ιστορία του ΘΓ που σας παρουσιάζω είναι μεν διανθισμένη αλλά στη βάση της στηρίζεται σε πραγματικό περιστατικό. Δεν έχει σημασία αν αναφέρεται σε κάποιον γυαλάκια γιατί τέτοια περιστατικά και τέτοια καμώματα είδαμε να επαναλαμβάνονται πολλές φορές  μέχρι σήμερα στον καιρό των μνημονίων και γι’ αυτό το «γυαλάκιας» μπορείτε να το αντικαταστήσετε με οποιοδήποτε άλλο όνομα όπως λ.χ.  Αντώνης, Αλέξης, Κυριάκος, Πάνος κ.ο.κ. και μπορεί να μην αφορά σεισμό αλλά απλά μια «περαντζάδα ευσπλαχνίας". Άλλωστε αν και τα πολιτικά πρόσωπα διαδέχονται άλληλα στην εξουσία  -απολαμβάνοντας χρήμα και «δόξα» και ισχύ- η ουσία για την γιαγιάκα και για την κάθε γιαγιάκα και παππού δεν αλλάζει σε τίποτε. Στον καιρό των μνημονίων  η συμπόνια των πολιτικών και το κοινωνικό κράτος έχουν καταστεί πεδίο επίδειξης προς ενίσχυση των προφίλ των πολιτικών με επιδίωξη εκλογής ή επανεκλογής τους ενώ η ουσία του προβλήματος για τον λαό παραμένει αναλλοίωτη. Οι πολιτικοί μας δουλεύουν ψιλό γαζί γιατί ΔΥΣΤΥΧΩΣ εμείς τους το επιτρέπουμε και το ανεχόμαστε.  ΚΓ 

Η γιαγιά και η κουβέρτα

Του Θεοφάνη Γραικιώτη

-Περίεργο, αναρωτήθηκε η γιαγιούλα
Ο γυαλάκιας με όλη την σαβουροειδή κουστωδία την πλησίαζε επικίνδυνα.
Τέτοιος φόβος δεν την είχε ζώσει ούτε όταν έγινε ο σεισμός.
-Περίεργο τι θέλει τώρα ο γυαλάκιας αναρωτήθηκε ξανά.
Ύστερα σκέφτηκε
-Τι να θέλει άραγε. Το ΕΕτηδε το πλήρωσα, το ΕΤΑΚ επίσης, τους φόρους επίσης. Τί στο διάολο θέλει;;;;;;
ΩΧ! ΩΧ!!!!  Να δεις που ήρθε για την κουβέρτα .Ναι ναι ήρθε να μου πάρει την κουβέρτα.

Ο γυαλάκιας πλησίαζε επικίνδυνα.
Ο γυαλάκιας χαμογελούσε. Η γιαγιά το ήξερε αυτό το χαμόγελο.
Χαμογελούσε και φορολογούσε. Φορολογούσε και χαμογελούσε.
Φοβόταν αυτό το χαμόγελο
-Να δεις θα ήρθε για την κουβέρτα σκέφτηκε η γιαγιούλα.
Όχι· την κουβέρτα με την οποία ήταν τυλιγμένη θα την υπερασπιζότανε.
Όλα της τα πήρε ο μπαγάσας. Την κουβέρτα λοιπόν δεν θα του την έδινε.

Ο γυαλάκιας με την κουστωδία πλησίασε σε απόσταση αναπνοής.
Ο γυαλάκιας άπλωσε το χέρι του.
Το χέρι του πλησίαζε επικίνδυνα τον ώμο της γιαγιάς.
Αυτή έσφιξε την κουβέρτα γερά πάνω της
-Όχι δεν θα μου την πάρεις κερατά. Μόνο πάνω απ το πτώμα μου.
Ο σεισμός δεν την είχε σκοτώσει την γιαγιούλα. Αυτός την σκότωνε κάθε μέρα. Της έκοψε την σύνταξη που είχε, την ασφάλισή της και τώρα ερχόταν  … για την κουβέρτα…
-Μόνο πάνω απ το πτώμα μου μουρμούρισε η γιαγιά.

Ο γυαλάκιας χαμογελούσε. Αυτό το υποκριτικό χαμόγελο συμπάθειας.
Για τις τηλεοράσεις βεβαίως που ήταν παρούσες.
-Στο πήρε ο σεισμός ρώτησε συμπαθητικά τη γιαγιούλα ο γυαλάκιας, καθώς προσγείωνε την χερούκλα του στην κουβέρτα που κάλυπτε τον ώμο της.
-Ποιό;;;;; έκανε η γιαγιούλα
-Το σπίτι;;;; της απήντησε ο γυαλάκιας
Η γιαγιούλα όρεξη δεν είχε να γελάσει μα χαμογέλασε πικρά.
-Όχι αυτό μας το πήρε η Τράπεζα.
Είμαστε άστεγοι παιδάκι μου. Μας αφήσατε άστεγους παιδάκι μου, είπε η γιαγιά.
Δεν αφήσατε τίποτα να πάρει ο σεισμός. Τα πήρατε όλα εσείς.

Ο γυαλάκιας έσφιγγε τώρα την κουβέρτα περισσότερο. Η γιαγιά την έσφιγγε και κείνη.
Ο γυαλάκιας έσφιξε τα χείλια του. Το χαμόγελο είχε παγώσει.
Παράτησε την κουβέρτα και απομακρύνθηκε. Μαζί του και όλη η σαβουροειδής κουστωδία.
Η γιαγιά άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης.
Είτα το πιστεύετε είτε όχι την κουβέρτα την είχε πάντως σώσει.............

Τα θρυλικά πορτρέτα του David Bailey

Eye of the lens: David Bailey’s 2009 self-portrait



Τα θρυλικά πορτρέτα του David Bailey

Ο διάσημος φωτογράφος μιλάει για τα φτωχικά παιδικά του χρόνια, το γάμο του με την Κατρίν Ντενέβ και το... γαλαξία αστέρων που πόζαραν στο φακό του.

ΤΗΣ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: COURTESY OF BONHAMS

 John Lennon & Paul McCartney, 1965. 
 Τα Σκαθάρια βρέθηκαν πολλές φορές στο στούντιο του. 
Ο Μπέιλι, όμως, έχει αποκαλύψει ότι η μουσική τους δεν του άρεσε· 
προτιμούσε τους Monkees!

Λονδίνο, 18 Αυγούστου 1965. Η 23χρονη Κατρίν Ντενέβ παντρεύεται τον Βρετανό φωτογράφο Ντέιβιντ Μπέιλι ενώπιον θεού και... εκατοντάδων φωτορεπόρτερ. Την επόμενη ημέρα, τα πρωτοσέλιδα των ευρωπαϊκών εφημερίδων δημοσιεύουν δεκάδες εικόνες και αποκαλύπτουν πικάντικες λεπτομέρειες: η νύφη φορούσε ένα απλό μαύρο φόρεμα και άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο στη διάρκεια της τελετής, ενώ ο γαμπρός, που είχε εμφανιστεί με ένα φθαρμένο μπλουτζίν, αστειευόταν συνεχώς με τον κουμπάρο τους, τον Μικ Τζάγκερ. «Ήμασταν όλοι παιδιά!» λέει σήμερα ο Ντέιβιντ Μπέιλι. «Άλλωστε, για μένα ακολούθησαν άλλοι τρεις γάμοι. Και, πιστέψτε με, ήμουν πιο σοβαρός στους επόμενους...»

Jean Shrimpton, 1965.  
To «υπερμοντέλο» των sixties ήταν ένας από τους μεγάλους έρωτες 
του Βρετανού φωτογράφου.

Μου μιλάει από το στούντιο του, στο Κλέρκενγουελτης βρετανικής πρωτεύουσας, με αφορμή μια έκθεση του στον οίκο Bonhams. Στη διάρκεια της, επρόκειτο να δημοπρατηθούν 21 εμβληματικά ασπρόμαυρα πορτρέτα μεγάλων σταρ της δεκαετίας του '60 (και προσωπικών φίλων του) - όλα με το φακό του: ανάμεσα τους του Αντί Γουόρχολ, της Τζέιν Μπίρκιν, του Μάικλ Κέιν, των Μπιτλς, των Στόουνς, του Ρούντολφ Νουρέγεφ και ένα ακόμη, συνδεδεμένο με μια τραγωδία: η Σάρον Τέιτ ποζάρει γυμνή με τον σύζυγο της Ρομάν Πολάνσκι το 1969, λίγους μήνες πριν δολοφονηθεί από οπαδούς της αίρεσης του Τσαρλς Μάνσον. «Τι ιστορία κι αυτή! Ξέρετε, ο Πολάνσκι ήταν εκείνος που μου γνώρισε την Κατρίν. Γύριζαν την "Αποστροφή". Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μας φέρει σε επαφή, "θα ξετρελαθείς με αυτήν τη Γαλλίδα", επέμενε. Εγώ αρνιόμουν. "Είναι κοντή", του έλεγα, "και φαίνεται ψυχρή και απόμακρη". Είχα άδικο... για τα δύο τελευταία, (γέλια) Ήταν γλυκιά, είχε απίστευτο χιούμορ, της άρεσαν τα βρώμικα αστεία (!) και παντρευτήκαμε μόλις λίγες εβδομάδες μετά τη γνωριμία μας».

 The Rolling Stones, 1968. 
Ο Μικ Τζάγκερκαι ο Ντέιβιντ Μπέιλι ήταν στενοί φίλοι.
 Συγκατοίκησαν, μάλιστα, για μερικούς μήνες, 
στην αρχή της δεκαετίας του '60.

Ο γάμος παρά ταύτα δεν στέριωσε. Διήρκεσε, βέβαια, επτά χρόνια -το διαζύγιο τους εκδόθηκε το 1972-, αλλά το ζευγάρι είχε ήδη από νωρίς αποξενωθεί. Υπήρξε, μάλιστα, φορά που, ενώ βρέθηκαν και οι δύο το ίδιο διάστημα για δουλειές στη Νέα Υόρκη, έμεναν σε διαφορετικά ξενοδοχεία στο Μανχάταν και δεν έκαναν καν τον κόπο να συναντηθούν... Άλλωστε, ο Μπέιλι, ήδη από εκείνα τα χρόνια, δεν ήταν απλώς ο σύζυγος μιας σταρ - ήταν διασημότητα ο ίδιος. Οι φωτογραφίες του φιγουράριζαν στα εξώφυλλα των μεγαλύτερων περιοδικών στον κόσμο -ήταν σταθερός συνεργάτης της Vogue και του Vanity Fair-, υπέγραφε «χρυσά» συμβόλαια για διαφημίσεις, κυκλοφορούσε με τις ωραιότερες γυναίκες της εποχής (ανάμεσα τους τα μοντέλα Τζιν Σρίμπτον και Πενέλοπε Τρι), μέχρι και για μια ταινία του Μικελάντζε-λο Αντονιόνι έγινε η αφορμή: Ο παραγωγός Κάρλο Πόντι είχε αποκαλύψει ότι έμπνευση του Ιταλού σκηνοθέτη για τον ήρωα του «Blowup» αποτέλεσε ο Ντέιβιντ Μπέιλι...


Ένα δυσλεκτικό αγόρι από το Ιστ Εντ
Γεννήθηκε στο Ιστ Εντ του Λονδίνου «πριν παραδοθεί στους Ινδούς και τους Πακιστανούς», γιος ενός ράφτη και μιας νοικοκυράς. Το πατρικό του σπίτι καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς των Γερμανών, ο πατέρας του σύντομα εγκατέλειψε την οικογένεια και ο Ντέιβιντ έμεινε με τη μητέρα του, τη θεία του και τη μικρότερη αδελφή του. Μοναδική του διέξοδος, ο κινηματογράφος. «Στα χρόνια μετά τον Β ' Παγκόσμιο Πόλεμο, κόστιζε λιγότερο να πηγαίνουμε τα βράδια στο σινεμά, παρά να πληρώνουμε για θέρμανση. Έβλεπα 7-8 ταινίες κάθε εβδομάδα και ονειρευόμουν να γίνω σαν τον Φρεντ Αστέρ!» Στο σχολείο η απόδοση του ήταν απογοητευτική, λόγω της μη διαγνωσμένης δυσλεξίας του. Αποφοίτησε με μεγάλη δυσκολία και κατετάγη στη RAF. Επιστρέφοντας, λίγα χρόνια μετά, έπρεπε να λύσει το πρόβλημα του επαγγελματικού προσανατολισμού του.
«Τότε, ένα αγόρι από φτωχή οικογένεια όπως η δική μου ή κλέφτης αυτοκινήτων θα γινόταν ή μποξέρ ή μουσικός. Στην καλύτερη περίπτωση, πωλητής παπουτσιών ή ράφτης, όπως ο πατέρας μου...» Όμως, ο νεαρός ήταν φιλόδοξος. Θυμήθηκε τη Rolleiflex που είχε αγοράσει στην εφηβεία του και αποφάσισε να γίνει φωτογράφος. Έστειλε επιστολές στους δύο διασημότερους φωτογράφους εκείνης της εποχής, τον Τόνι Αρμστρονγκ-Τζόουνς και τον Τζον Φρεντς. Ο πρώτος ζήτησε να τον δει. « Ξέρεις να δουλεύεις το ξύλο; Θέλω να φτιάξω μερικά σκηνικά στο στούντιο μου», τον ρώτησε. «Φωτογράφος θέλω να γίνω, όχι μαραγκός», απάντησε ο πιτσιρικάς θυμωμένος και έφυγε για το δεύτερο ραντεβού του, που αποδείχθηκε πιο τυχερό: ο Φρεντς τον προσέλαβε ως βοηθό του. Το 1960 τον βρήκε μόνιμο φωτογράφο μόδας στην αγγλική Vogue.
Ο δρόμος του από τότε έμελλε να είναι γεμάτος επιτυχίες. Και χρήμα; «Υπάρχουν άνθρωποι που βγάζουν λεφτά ακόμη και όταν κοιμούνται. Σίγουρα δεν είμαι από αυτούς. Έχω δουλέψει για κάθε "πένι" που έχω βγάλει. Και έχω πολύ καλή σχέση με τα χρήματα. Ποτέ δεν το έκρυψα...» Ειλικρινές μού ακούγεται αυτό, καθώς κοιτάζω τις τιμές εκκίνησης των πορτρέτων του στη δημοπρασία του Bonhams - από 10.000 έως 50.000 στερλίνες...


«Υπάρχουν σταρ... στον ουρανό»
Στα 72 του σήμερα (η συνέντευξη δόθηκε το 2009), ο Ντέιβιντ Μπέιλι εξακολουθεί να δουλεύει. «Ε, όχι και να βγω στη σύνταξη από τώρα!» διαμαρτύρεται. Δεν κρύβει το θαυμασμό του για την Κέιτ Μος. «Είναι ό,τι καλύτερο βγήκε στο χώρο της μόδας - μετά την Τζιν Σρίμπτον, φυσικά. Η Κέιτ είναι το κορίτσι που θα ήθελες πολύ να μένει στο γειτονικό διαμέρισμα. Και ας ξέρεις ότι αυτό δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί». Εκνευρίζεται, πάντως, όταν ακούει εκφράσεις όπως «η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου». «Αυτές είναι αηδίες των δημοσιογράφων. Υπάρχουν πολλά και διαφορετικά είδη ομορφιάς» . Σε κάθε νέο φωτογράφο που ονειρεύεται μια καριέρα όπως η δική του, η συμβουλή του είναι «να αγοράσει ένα ζευγάρι γερά και άνετα παπούτσια. Θα έχει πολύ περπάτημα μπροστά του». Η ζωή του αύριο θέλει να είναι «ίδια με σήμερα» - με τη γυναίκα του Κάθριν (που ελπίζει να είναι η τελευταία!) και τα δύο παιδιά τους, την Παλόμα και τον Φέντον, που μοιράζονται το πάθος του για τη φωτογραφία. Τα ονόματα τους αποκαλύπτουν δύο μεγάλες αγάπες του: τον Πάμπλο Πικάσο (Παλόμα λέγεται και η κόρη του) και τον πολεμικό φωτογράφο Ρότζερ Φέντον. Είχα διαβάσει πως αρνήθηκε κάποτε να φωτογραφίσει τον Ισπανό ζωγράφο και υποκύπτω στον πειρασμό να τον ρωτήσω γιατί. «Δεν ήθελα να χαλάσει η εικόνα που είχα για εκείνον. Έτσι νόμιζα, τουλάχιστον. Ήταν λάθος μου και το έχω μετανιώσει». Και γιατί τον θαυμάζει τόσο πολύ; «Γιατί ο Πικάσο δεν είχε κανόνες. Ούτε στη ζωή ούτε στην τέχνη του ».


Λίγο πριν τον αποχαιρετήσω, ρισκάρω να τον κουράσω με μερικές ακόμη ερωτήσεις, στις οποίες ο Ντέιβιντ Μπέιλι θα απαντήσει σχεδόν μονολεκτικά.
Τι είναι το καλύτερο και τι το χειρότερο πράγμα όταν είναι κανείς φωτογράφος;
Οι άλλοι φωτογράφοι.
Ποια είναι για σας η ιδανική φωτογραφία;
Η πιο εύκολη. Τι λέτε στον εαυτό σας όταν ξυπνάτε το πρωί και αισθάνεστε πολύ καλά;
Σήκω πάνω!
Τελικά, υπάρχουν σταρ σήμερα;
Μα φυσικά! Στον ουρανό... Μ