Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Θεοφάνη Γραικιώτη : Η γιαγιά και η κουβέρτα



Η γιαγιά και η κουβέρτα
Του Θεοφάνη Γραικιώτη
-Περίεργο, αναρωτήθηκε η γιαγιούλα
Ο γυαλάκιας με όλη την σαβουροειδή κουστωδία την πλησίαζε επικίνδυνα.
Τέτοιος φόβος δεν την είχε ζώσει ούτε όταν έγινε ο σεισμός.
-Περίεργο τι θέλει τώρα ο γυαλάκιας αναρωτήθηκε ξανά.
Ύστερα σκέφτηκε
-Τι να θέλει άραγε. Το ΕΕτηδε το πλήρωσα, το ΕΤΑΚ επίσης, τους φόρους επίσης. Τί στο διάολο θέλει;;;;;;
ΩΧ! ΩΧ!!!!  Να δεις που ήρθε για την κουβέρτα .Ναι ναι ήρθε να μου πάρει την κουβέρτα.
Ο γυαλάκιας πλησίαζε επικίνδυνα.
Ο γυαλάκιας χαμογελούσε. Η γιαγιά το ήξερε αυτό το χαμόγελο.
Χαμογελούσε και φορολογούσε. Φορολογούσε και χαμογελούσε.
Φοβόταν αυτό το χαμόγελο
-Να δεις θα ήρθε για την κουβέρτα σκέφτηκε η γιαγιούλα.
Όχι· την κουβέρτα με την οποία ήταν τυλιγμένη θα την υπερασπιζότανε.
Όλα της τα πήρε ο μπαγάσας. Την κουβέρτα λοιπόν δεν θα του την έδινε.
Ο γυαλάκιας με την κουστωδία πλησίασε σε απόσταση αναπνοής.
Ο γυαλάκιας άπλωσε το χέρι του.
Το χέρι του πλησίαζε επικίνδυνα τον ώμο της γιαγιάς.
Αυτή έσφιξε την κουβέρτα γερά πάνω της
-Όχι δεν θα μου την πάρεις κερατά. Μόνο πάνω απ το πτώμα μου.
Ο σεισμός δεν την είχε
σκοτώσει την γιαγιούλα. Αυτός την σκότωνε κάθε μέρα. Της έκοψε την σύνταξη που είχε, την ασφάλισή της και τώρα ερχόταν  … για την κουβέρτα…
-Μόνο πάνω απ το πτώμα μου μουρμούρισε η γιαγιά.
Ο γυαλάκιας χαμογελούσε. Αυτό το υποκριτικό χαμόγελο συμπάθειας.
Για τις τηλεοράσεις βεβαίως που ήταν παρούσες.
-Στο πήρε ο σεισμός ρώτησε συμπαθητικά τη γιαγιούλα ο γυαλάκιας, καθώς προσγείωνε την χερούκλα του στην κουβέρτα που κάλυπτε τον ώμο της.
-Ποιό;;;;; έκανε η γιαγιούλα
-Το σπίτι;;;; της απήντησε ο γυαλάκιας
Η γιαγιούλα όρεξη δεν είχε να γελάσει μα χαμογέλασε πικρά.
-Όχι αυτό μας το πήρε η Τράπεζα.
Είμαστε άστεγοι παιδάκι μου. Μας αφήσατε άστεγους παιδάκι μου, είπε η γιαγιά.
Δεν αφήσατε τίποτα να πάρει ο σεισμός .Τα πήρατε όλα εσείς.
Ο γυαλάκιας έσφιγγε τώρα την κουβέρτα περισσότερο. Η γιαγιά την έσφιγγε και κείνη.
Ο γυαλάκιας έσφιξε τα χείλια του. Το χαμόγελο είχε παγώσει.
Παράτησε την κουβέρτα και απομακρύνθηκε. Μαζί του και όλη η σαβουροειδής κουστωδία.
Η γιαγιά άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης.
Είτα το πιστεύετε είτε όχι την κουβέρτα την είχε πάντως σώσει.............

Τα θρυλικά πορτρέτα του David Bailey

Eye of the lens: David Bailey’s 2009 self-portrait



Τα θρυλικά πορτρέτα του David Bailey

Ο διάσημος φωτογράφος μιλάει για τα φτωχικά παιδικά του χρόνια, το γάμο του με την Κατρίν Ντενέβ και το... γαλαξία αστέρων που πόζαραν στο φακό του.

ΤΗΣ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: COURTESY OF BONHAMS

 John Lennon & Paul McCartney, 1965. 
 Τα Σκαθάρια βρέθηκαν πολλές φορές στο στούντιο του. 
Ο Μπέιλι, όμως, έχει αποκαλύψει ότι η μουσική τους δεν του άρεσε· 
προτιμούσε τους Monkees!

Λονδίνο, 18 Αυγούστου 1965. Η 23χρονη Κατρίν Ντενέβ παντρεύεται τον Βρετανό φωτογράφο Ντέιβιντ Μπέιλι ενώπιον θεού και... εκατοντάδων φωτορεπόρτερ. Την επόμενη ημέρα, τα πρωτοσέλιδα των ευρωπαϊκών εφημερίδων δημοσιεύουν δεκάδες εικόνες και αποκαλύπτουν πικάντικες λεπτομέρειες: η νύφη φορούσε ένα απλό μαύρο φόρεμα και άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο στη διάρκεια της τελετής, ενώ ο γαμπρός, που είχε εμφανιστεί με ένα φθαρμένο μπλουτζίν, αστειευόταν συνεχώς με τον κουμπάρο τους, τον Μικ Τζάγκερ. «Ήμασταν όλοι παιδιά!» λέει σήμερα ο Ντέιβιντ Μπέιλι. «Άλλωστε, για μένα ακολούθησαν άλλοι τρεις γάμοι. Και, πιστέψτε με, ήμουν πιο σοβαρός στους επόμενους...»

Jean Shrimpton, 1965.  
To «υπερμοντέλο» των sixties ήταν ένας από τους μεγάλους έρωτες 
του Βρετανού φωτογράφου.

Μου μιλάει από το στούντιο του, στο Κλέρκενγουελτης βρετανικής πρωτεύουσας, με αφορμή μια έκθεση του στον οίκο Bonhams. Στη διάρκεια της, επρόκειτο να δημοπρατηθούν 21 εμβληματικά ασπρόμαυρα πορτρέτα μεγάλων σταρ της δεκαετίας του '60 (και προσωπικών φίλων του) - όλα με το φακό του: ανάμεσα τους του Αντί Γουόρχολ, της Τζέιν Μπίρκιν, του Μάικλ Κέιν, των Μπιτλς, των Στόουνς, του Ρούντολφ Νουρέγεφ και ένα ακόμη, συνδεδεμένο με μια τραγωδία: η Σάρον Τέιτ ποζάρει γυμνή με τον σύζυγο της Ρομάν Πολάνσκι το 1969, λίγους μήνες πριν δολοφονηθεί από οπαδούς της αίρεσης του Τσαρλς Μάνσον. «Τι ιστορία κι αυτή! Ξέρετε, ο Πολάνσκι ήταν εκείνος που μου γνώρισε την Κατρίν. Γύριζαν την "Αποστροφή". Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μας φέρει σε επαφή, "θα ξετρελαθείς με αυτήν τη Γαλλίδα", επέμενε. Εγώ αρνιόμουν. "Είναι κοντή", του έλεγα, "και φαίνεται ψυχρή και απόμακρη". Είχα άδικο... για τα δύο τελευταία, (γέλια) Ήταν γλυκιά, είχε απίστευτο χιούμορ, της άρεσαν τα βρώμικα αστεία (!) και παντρευτήκαμε μόλις λίγες εβδομάδες μετά τη γνωριμία μας».

 The Rolling Stones, 1968. 
Ο Μικ Τζάγκερκαι ο Ντέιβιντ Μπέιλι ήταν στενοί φίλοι.
 Συγκατοίκησαν, μάλιστα, για μερικούς μήνες, 
στην αρχή της δεκαετίας του '60.

Ο γάμος παρά ταύτα δεν στέριωσε. Διήρκεσε, βέβαια, επτά χρόνια -το διαζύγιο τους εκδόθηκε το 1972-, αλλά το ζευγάρι είχε ήδη από νωρίς αποξενωθεί. Υπήρξε, μάλιστα, φορά που, ενώ βρέθηκαν και οι δύο το ίδιο διάστημα για δουλειές στη Νέα Υόρκη, έμεναν σε διαφορετικά ξενοδοχεία στο Μανχάταν και δεν έκαναν καν τον κόπο να συναντηθούν... Άλλωστε, ο Μπέιλι, ήδη από εκείνα τα χρόνια, δεν ήταν απλώς ο σύζυγος μιας σταρ - ήταν διασημότητα ο ίδιος. Οι φωτογραφίες του φιγουράριζαν στα εξώφυλλα των μεγαλύτερων περιοδικών στον κόσμο -ήταν σταθερός συνεργάτης της Vogue και του Vanity Fair-, υπέγραφε «χρυσά» συμβόλαια για διαφημίσεις, κυκλοφορούσε με τις ωραιότερες γυναίκες της εποχής (ανάμεσα τους τα μοντέλα Τζιν Σρίμπτον και Πενέλοπε Τρι), μέχρι και για μια ταινία του Μικελάντζε-λο Αντονιόνι έγινε η αφορμή: Ο παραγωγός Κάρλο Πόντι είχε αποκαλύψει ότι έμπνευση του Ιταλού σκηνοθέτη για τον ήρωα του «Blowup» αποτέλεσε ο Ντέιβιντ Μπέιλι...


Ένα δυσλεκτικό αγόρι από το Ιστ Εντ
Γεννήθηκε στο Ιστ Εντ του Λονδίνου «πριν παραδοθεί στους Ινδούς και τους Πακιστανούς», γιος ενός ράφτη και μιας νοικοκυράς. Το πατρικό του σπίτι καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς των Γερμανών, ο πατέρας του σύντομα εγκατέλειψε την οικογένεια και ο Ντέιβιντ έμεινε με τη μητέρα του, τη θεία του και τη μικρότερη αδελφή του. Μοναδική του διέξοδος, ο κινηματογράφος. «Στα χρόνια μετά τον Β ' Παγκόσμιο Πόλεμο, κόστιζε λιγότερο να πηγαίνουμε τα βράδια στο σινεμά, παρά να πληρώνουμε για θέρμανση. Έβλεπα 7-8 ταινίες κάθε εβδομάδα και ονειρευόμουν να γίνω σαν τον Φρεντ Αστέρ!» Στο σχολείο η απόδοση του ήταν απογοητευτική, λόγω της μη διαγνωσμένης δυσλεξίας του. Αποφοίτησε με μεγάλη δυσκολία και κατετάγη στη RAF. Επιστρέφοντας, λίγα χρόνια μετά, έπρεπε να λύσει το πρόβλημα του επαγγελματικού προσανατολισμού του.
«Τότε, ένα αγόρι από φτωχή οικογένεια όπως η δική μου ή κλέφτης αυτοκινήτων θα γινόταν ή μποξέρ ή μουσικός. Στην καλύτερη περίπτωση, πωλητής παπουτσιών ή ράφτης, όπως ο πατέρας μου...» Όμως, ο νεαρός ήταν φιλόδοξος. Θυμήθηκε τη Rolleiflex που είχε αγοράσει στην εφηβεία του και αποφάσισε να γίνει φωτογράφος. Έστειλε επιστολές στους δύο διασημότερους φωτογράφους εκείνης της εποχής, τον Τόνι Αρμστρονγκ-Τζόουνς και τον Τζον Φρεντς. Ο πρώτος ζήτησε να τον δει. « Ξέρεις να δουλεύεις το ξύλο; Θέλω να φτιάξω μερικά σκηνικά στο στούντιο μου», τον ρώτησε. «Φωτογράφος θέλω να γίνω, όχι μαραγκός», απάντησε ο πιτσιρικάς θυμωμένος και έφυγε για το δεύτερο ραντεβού του, που αποδείχθηκε πιο τυχερό: ο Φρεντς τον προσέλαβε ως βοηθό του. Το 1960 τον βρήκε μόνιμο φωτογράφο μόδας στην αγγλική Vogue.
Ο δρόμος του από τότε έμελλε να είναι γεμάτος επιτυχίες. Και χρήμα; «Υπάρχουν άνθρωποι που βγάζουν λεφτά ακόμη και όταν κοιμούνται. Σίγουρα δεν είμαι από αυτούς. Έχω δουλέψει για κάθε "πένι" που έχω βγάλει. Και έχω πολύ καλή σχέση με τα χρήματα. Ποτέ δεν το έκρυψα...» Ειλικρινές μού ακούγεται αυτό, καθώς κοιτάζω τις τιμές εκκίνησης των πορτρέτων του στη δημοπρασία του Bonhams - από 10.000 έως 50.000 στερλίνες...


«Υπάρχουν σταρ... στον ουρανό»
Στα 72 του σήμερα (η συνέντευξη δόθηκε το 2009), ο Ντέιβιντ Μπέιλι εξακολουθεί να δουλεύει. «Ε, όχι και να βγω στη σύνταξη από τώρα!» διαμαρτύρεται. Δεν κρύβει το θαυμασμό του για την Κέιτ Μος. «Είναι ό,τι καλύτερο βγήκε στο χώρο της μόδας - μετά την Τζιν Σρίμπτον, φυσικά. Η Κέιτ είναι το κορίτσι που θα ήθελες πολύ να μένει στο γειτονικό διαμέρισμα. Και ας ξέρεις ότι αυτό δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί». Εκνευρίζεται, πάντως, όταν ακούει εκφράσεις όπως «η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου». «Αυτές είναι αηδίες των δημοσιογράφων. Υπάρχουν πολλά και διαφορετικά είδη ομορφιάς» . Σε κάθε νέο φωτογράφο που ονειρεύεται μια καριέρα όπως η δική του, η συμβουλή του είναι «να αγοράσει ένα ζευγάρι γερά και άνετα παπούτσια. Θα έχει πολύ περπάτημα μπροστά του». Η ζωή του αύριο θέλει να είναι «ίδια με σήμερα» - με τη γυναίκα του Κάθριν (που ελπίζει να είναι η τελευταία!) και τα δύο παιδιά τους, την Παλόμα και τον Φέντον, που μοιράζονται το πάθος του για τη φωτογραφία. Τα ονόματα τους αποκαλύπτουν δύο μεγάλες αγάπες του: τον Πάμπλο Πικάσο (Παλόμα λέγεται και η κόρη του) και τον πολεμικό φωτογράφο Ρότζερ Φέντον. Είχα διαβάσει πως αρνήθηκε κάποτε να φωτογραφίσει τον Ισπανό ζωγράφο και υποκύπτω στον πειρασμό να τον ρωτήσω γιατί. «Δεν ήθελα να χαλάσει η εικόνα που είχα για εκείνον. Έτσι νόμιζα, τουλάχιστον. Ήταν λάθος μου και το έχω μετανιώσει». Και γιατί τον θαυμάζει τόσο πολύ; «Γιατί ο Πικάσο δεν είχε κανόνες. Ούτε στη ζωή ούτε στην τέχνη του ».


Λίγο πριν τον αποχαιρετήσω, ρισκάρω να τον κουράσω με μερικές ακόμη ερωτήσεις, στις οποίες ο Ντέιβιντ Μπέιλι θα απαντήσει σχεδόν μονολεκτικά.
Τι είναι το καλύτερο και τι το χειρότερο πράγμα όταν είναι κανείς φωτογράφος;
Οι άλλοι φωτογράφοι.
Ποια είναι για σας η ιδανική φωτογραφία;
Η πιο εύκολη. Τι λέτε στον εαυτό σας όταν ξυπνάτε το πρωί και αισθάνεστε πολύ καλά;
Σήκω πάνω!
Τελικά, υπάρχουν σταρ σήμερα;
Μα φυσικά! Στον ουρανό... Μ

Αναστασία Κορινθίου: Είμαστε όλοι λαθρομετανάστες - Δεν μας ανήκουν οι ζωές μας




Μεγάλες αλήθειες λέει η συγγραφέας πολλών best seller Αναστασία Κορινθίου
Είμαστε όλοι λαθρομετανάστες - Δεν μας ανήκουν οι ζωές μας
της ΜΑΡΙΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
Κατάντησαν οι δανειστές έναν ολόκληρο λαό επαίτη στο όνειρο... - Μας λείπει ένας Ελύτης, ένας Θεοδωράκης, μια Μελίνα για να βγουν στους δρόμους οι νέοι μας - Μόνοι μας φακελωνόμαστε στο Facebook
 «Πηγαινοέρχομαι με το τρένο και με το μετρό. Κάθομαι και βλέπω ανθρώπους χαμένους στις σκέψεις τους, με κατεβασμένο το βλέμμα, δεν λένε κουβέντα, επιθυμούν την απομόνωση και όταν μπαίνει ένας πρόσφυγας μέσα στο τρένο, ένας άνεργος, ένας άπορος, ένας μετανάστης, δεν θέλουν ούτε να τον ακούσουν ούτε να τον ακουμπήσουν. Σαν να είναι η φτώχεια ασθένεια και να κολλάει. Σαν να είναι η φτώχεια μεταδοτική», λέει η Αναστασία Κορινθίου και συγκλονίζει με τη διαπίστωσή της.
Η συγγραφέας των πολλών best sellers μιλά στο «ΠΑΡΟΝ» για την προσπάθεια 17 συναδέλφων της να γράψουν ένα διήγημα και να δώσουν τα δικαιώματα από τις πωλήσεις στην Κοινωνική Κουζίνα «Ο άλλος άνθρωπος».
> Είστε μέσα στους 17 συγγραφείς που δέχτηκαν φέτος να γράψουν ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα με τον τίτλο «Για πού το έβαλες χριστουγεννιάτικα» που εκδόθηκε από την Εμπειρία Εκδοτική. Την Τρίτη που μας πέρασε, σε μια πολύ βαθιά, ανθρώπινη και αισιόδοξη εκδήλωση, δώσατε τα χρήματα από τις πωλήσεις του βιβλίου στην Κοινωνική Κουζίνα «Ο άλλος άνθρωπος» του Κωνσταντίνου Πολυχρονόπουλου. Ήταν μια απάντηση σε όσους λένε ότι οι πνευματικοί άνθρωποι σιωπούν;
Ο Κωνσταντίνος Πολυχρονόπουλος είναι ένας άνθρωπος που όταν έμεινε άνεργος, το 2011, είδε σε μια λαϊκή αγορά δύο παιδάκια 13 ετών να τσακώνονται πάνω από έναν κάδο απορριμμάτων για κάτι σάπια μήλα και ντομάτες, από αυτά που πετάνε από τις λαϊκές στο τέλος.
Αυτό ήταν η αιτία να πάει στο σπίτι της μητέρας του, να φτιάξει δέκα τοστ και να τα μοιράσει στα παιδιά. Έτσι του ήρθε η ιδέα να δημιουργήσει την Κοινωνική Κουζίνα «Ο άλλος άνθρωπος» και να μαγειρεύει καθημερινά σε όλες τις γειτονιές της Αθήνας και να τρώει μαζί με άλλους ανθρώπους. Όλα αυτά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης αυτό κάνει.
Δεν είναι ούτε συσσίτια ούτε ελεημοσύνη. Άνθρωποι βάζουνε ρεφενέ ό,τι χρήματα έχουν, μαγειρεύουν και επικοινωνούν. Καθημερινά τρώνε 100 άτομα μαζί και 3.000 τον μήνα. Τα πάγια έξοδα της κουζίνας, εκτός από τα τρόφιμα, είναι τέσσερις φιάλες προπάνιο, που κοστίζουν 96 ευρώ, 150 ευρώ για ψωμί κάθε μήνα και 180 ευρώ για συσκευασίες μπολάκια, κουταλάκια. Δεν υπάρχει τιμή φαγητού, είναι δωρεάν. Βάζει όσο θέλει ο καθένας μέσα στο «κατσαρολάκι» κουμπαρά, 20 λεπτά, μισό ευρώ. Μετά τα μαζεύει ο Κώστας και ψωνίζει ανάλογα με τις ανάγκες. Οι πνευματικοί άνθρωποι ποτέ δεν είναι απόντες. Τα βιβλία είναι φως στη μοναξιά των καθημερινών ανθρώπων.
> Ποιο ήταν το θέμα των διηγημάτων;
Δεκαεπτά μοναχικοί άνθρωποι μπαίνουν σε διάφορα ταξί στις άγιες ημέρες των Χριστουγέννων και διηγούνται τη δική τους ιστορία, τη στιγμή που βλέπουν διάφορες παρέες να πηγαίνουν σε ρεβεγιόν. Η Εμπειρία Εκδοτική, που υπάγεται στο Όμιλο Νίκη Εκδοτική, είχε την ιδέα οι 17 συγγραφείς αλλά και η ίδια η εκδότρια η Μαρία Καρβέλα, ανήμερα των εορτών, να μπουν μέσα σε ταξί και να δώσουν το βιβλίο στους οδηγούς ταξί, στους πελάτες τους και να τους κεράσουμε ως «δώρο» την κούρσα. Ξέρετε τι παρατήρησα;
Ότι οι Έλληνες ήταν καχύποπτοι. Δεν χαμογελούσαν με την ιδέα. Ρωτούσαν γιατί τους δίναμε το βιβλίο, γιατί τους κάναμε δώρο την κούρσα προς το σπίτι τους, τη δουλειά τους. Είναι τραγικό αλλά το Μνημόνιο έκανε τον πιο χαμογελαστό και αισιόδοξο λαό κατηφή, δύσπιστο, στενάχωρο. Αυτό δεν το συγχωρώ στους πολιτικούς μας. Στέρησαν από τον ελληνικό λαό το χαμόγελο.
> Έπειτα από 15 χρόνια συγγραφής και με 14 μυθιστορήματα που έχουν γίνει best seller -μόνο το βιβλίο σας «Για την καρδιά ενός αγγέλου» έχει πουλήσει 125.000 αντίτυπα, το «Γυναίκες από πέτρα» 60.000 αλλά και το νέο σας βιβλίο «Ομερτά» μέσα σε λίγες εβδομάδες έφτασε τις 20.000-, αλλά και ως μάνα τριών παιδιών, θεωρείτε ότι αυτή η Ευρώπη μας αρμόζει;
Η Ευρώπη και η Ελλάδα του πολιτισμού δεν είναι οι μεγάλες παραστάσεις, οι βραδιές όπερας, θεάτρου, μουσικής και εικαστικών. Η Ευρώπη και η Ελλάδα του πολιτισμού είναι οι γονείς που μπορούν να περάσουν στα παιδιά τους την ιδέα ότι μπορούν να κάνουν όνειρα. Αυτά τα επτά δυστυχισμένα χρόνια των Μνημονίων κατάντησαν οι ξένοι έναν ολόκληρο λαό να γίνει επαίτης στο όνειρο. Είναι δυνατόν να βλέπουμε νέους απογοητευμένους να κοιτάνε με βλέμμα χαμηλωμένο τις λάσπες και τους σκονισμένους δρόμους; Δεν ξέρω, αλλά πιστεύω ότι αυτοί οι νέοι πρέπει να επαναστατήσουν και να αντιδράσουν. Ίσως τους λείπει ένας Ελύτης, ένας Θεοδωράκης, μια Μελίνα για να βγουν στους δρόμους. Αλλά τους πνευματικούς ανθρώπους η τηλεόραση δεν τους θέλει. Με τον Θεοδωράκη ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους. Τώρα ποιος θα τους ξεσηκώσει; Εύχομαι οι νέοι μας να κοιτάξουν κάποια στιγμή προς τον ουρανό.
> Οι πολιτικοί μας έχουν εκτόπισμα;
Ποιοι; Αυτοί που άλλαξαν το νόημα ενός δημοψηφίσματος; Οι πολιτικοί αυτοί δημιούργησαν μόνο θυμωμένους ψηφοφόρους. Δεν μπορούν να δώσουν όραμα σε αυτόν τον ταλαιπωρημένο λαό. Η ίδια μου η κόρη μου είπε ότι κανείς από τους τωρινούς πολιτικούς δεν της έχει δώσει το έναυσμα να γράψει έστω ένα σύνθημα σε έναν τοίχο…
> Το 2016 βραβευτήκατε, στο πλαίσιο των 27 χρόνων ιδιωτικής τηλεόρασης και ενός μεγάλου διαδικτυακού διαγωνισμού, για το βιβλίο σας «Για την καρδιά ενός αγγέλου». Και αυτό γιατί η σειρά που βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημά σας ενέπνευσε τον παραγωγό Στράτο Μαρκίδη και ένα επιτελείο δημοφιλών πρωταγωνιστών (Ναταλία Δραγούμη, Γιώργο Νινιό, Πασχάλη Τσαρούχα, Αναστασία Τσιλιμπίου) να ζωντανέψουν μοναδικά τους ήρωές σας, ενώ ο Δημήτρης Μητροπάνος είχε ντύσει μελωδικά το σίριαλ με τη φωνή του. Το βραβείο έχει τη σημασία του όταν οι «ανταγωνιστές» σας ήταν το «Νησί», «Η πρόβα νυφικού». Ξαφνιαστήκατε;
Η... «τριλογία» της ζωής μου είναι τα τρία παιδιά μου. Έτσι τα αποκαλώ. Η κοπέλα που με βοηθούσε στο μεγάλωμά τους, ένα θαυμάσιο κορίτσι από την Αλβανία, μια μέρα με είχε συγκλονίσει με όσα είχε διαβάσει σε μια αλβανική εφημερίδα. Συγκεκριμένα ότι μια μητέρα κλείστηκε σε ψυχιατρείο γιατί ο πατέρας πούλησε το παιδί τους σε έμπορο οργάνων για 600 λεκ, ενώ ήξερε ότι το παιδί του θα πεθάνει. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Το έψαξα και είδα ότι στην Αλβανία υπάρχει κύκλωμα εμπορίας ανθρώπινων οργάνων σε συνεργασία με κλινικές, γιατρούς. Σοκαρίστηκα. Πήρα την πένα μου και άρχισα να γράφω σαν τρελή για μια μάνα που ο πατέρας απήγαγε την κόρη της, αυτή ορκίστηκε εκδίκηση, να βρει αυτόν, τους εμπόρους και, ως τιμωρός, να αποδώσει δικαιοσύνη. Ευχαριστώ τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Γιώργο Τσούκαλη, που έχει προσφέρει τόσα πολλά και στην υπόθεση του μικρού Άλεξ, για την αμέριστη βοήθειά του.
> Σε τι κόσμο ζούμε;
Σε ένα άκοσμο... κόσμο. Δεν μου αρέσει που το διαπιστώνω, αλλά δεν νιώθω ασφαλής. Είμαστε όλοι μας λαθρομετανάστες. Δεν μας ανήκουν οι ζωές μας. Πολύ εύστοχα κάποιοι μας έστησαν μια παγίδα και ελέγχουν τις αδύναμες τσέπες μας. Και όταν δεν έχεις εσύ το πορτοφόλι σου δεν μπορείς να ονειρευτείς το μέλλον του παιδιού σου, τη μόρφωσή του, την ψυχαγωγία του. Και μέσα από όλα αυτά δημιουργούνται οι ωραίες αναμνήσεις. Ήταν ένα καλοστημένο παιχνίδι από το κεφάλαιο, από τους λίγους πλούσιους του πλανήτη, να χώσουν στη σκλαβιά των δανείων τους πολλούς, να δημιουργήσουν μια τεχνητή κρίση και τώρα να πουλάμε τα σπίτια μας και τη γη μας για να ξεχρεώσουμε.
> Με την τεχνολογία πώς τα πάτε; Θεωρείτε πως μας έφερε πιο κοντά;
Πιστεύετε ότι μπορεί ένας άνθρωπος να έχει 5.000 φίλους στο Facebook; Φίλοι μας είναι αυτοί που μας λένε καλημέρα και πίνουμε ένα κρασάκι μαζί τους. Ούτε φλερτ γίνονται μέσα από το Facebook. Αυτές οι σχέσεις που δημιουργούνται μέσα από το διαδίκτυο μου θυμίζουν τη σειρά «Sex in the city». Το Facebook θεωρώ ότι μπορεί να σε βοηθήσει μόνο ως μέσο προβολής της δουλειάς σου. Αλλιώς το θεωρώ πολύ μοναχικό σπορ. Και πραγματικά απογοητεύομαι όταν διαπιστώνω πόσο μοναχικοί ήμασταν όλοι μας, που από μόνοι μας φακελωθήκαμε και κοινοποιούμε την ηλικία μας, την οικογενειακή μας κατάσταση, τη διεύθυνσή μας, τους προβληματισμούς μας, τις παρέες μας, τη διασκέδασή μας. Αν ήμουν νεράιδα θα ήθελα όλοι οι άνθρωποι να περνάνε τόσα καλά στην προσωπική τους ζωή που δεν θα έχουν ανάγκη να προστρέξουν στο Facebook για να τη διαφημίσουν, γιατί θα τη νιώθουν, θα τη ζουν, θα την απολαμβάνουν και δεν θα θέλουν να ασχοληθούν με το «έξυπνο» κινητό τους.
> Τι δίνει σε έναν συγγραφέα την έμπνευση;
Τον τίτλο του συγγραφέα στον δίνει το κοινό σου. Δεν νιώθω καλά όταν με αποκαλούν συγγραφέα. Εγώ πιστεύω ότι γράφω κάποια ωραία παραμύθια. Η έμπνευση μπορεί να είναι μια λέξη, ένα τραγούδι, ένα βλέμμα, ένα ζευγάρι στον δρόμο. Αμέσως όταν έρθει ξέρω και το τέλος της ιστορίας. Συνήθως μου αρέσει να γράφω για τις σχέσεις. Οι άνθρωποι τον καιρό του Μνημονίου φοβούνται να αγαπηθούν. Γυναίκες και άνδρες μόνοι τους ψάχνουν το άλλο τους μισό, αλλά όταν το βρίσκουν το συναίσθημά τους βρίσκεται σε σύγχυση. Ο έρωτας είναι σε κρίση λοιπόν, όπως και η ζωή μας. Οργώνοντας την Ελλάδα μέσα από τις παρουσιάσεις μου, οι αναγνώστες μου, όταν με γνωρίζουν, δεν στέκονται στα βιβλία μου. Τους κάνει εντύπωση, όπως λένε, το αληθινό μου χαμόγελο ή η αγκαλιά μου. Είμαι Κρητικιά και εμείς σ’ αυτόν τον τόπο όταν χορεύουμε κρατάμε ο ένας τον άλλον από τον ώμο, βαράμε μαζί τα πόδια στη γη, αγαπάμε τα χώματά μας και μέσα από τα λάθη μας, όταν τα παραδεχόμαστε, γινόμαστε καλύτεροι.