Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Ο ερωτικός Κωστής Παλαμάς





Ο ερωτικός Κωστής Παλαμάς
Τα Χριστούγεννα του 1921, ο Κωστής Παλαμάς ήταν 62 χρονών. Ήταν ήδη ένας γνωστός και καταξιωμένος ποιητής, παντρεμένος για 34 χρόνια με τη Μαρία Βάλβη, με την οποία είχε αποκτήσει και τρία παιδιά. Η Ελένη Κορτζά τα Χριστούγεννα του 1921, είχε κλείσει τα 20. Ήταν όμορφη, τρυφερή και μελαγχολική. Έπασχε από φυματίωση και η γνώση της ασθένειας, της είχε προσφέρει μία ωριμότητα και μία ευαισθησία σπάνια για κάποια τόσο νέα.
Γνωρίστηκαν στο σπίτι του ανιψιού του Παλαμά, Χρήστου Ξανθόπουλου. Η Ελένη εντυπωσίασε τον ποιητή με την καλλιέργεια και τις γνώσεις της. Παρ' ότι έδειξε ότι αγνοούσε την ύπαρξή του («Δεν γνωρίζω ποιητή Παλαμά»), κατάφερε να εντυπωσιάσει τον εξηντάρη τότε Παλαμά, όχι μόνο με τη μορφή αλλά και με τη μόρφωσή της. Η συζήτησή τους γύρω από τον Μποντλέρ και τον Ουγκό αποδείχθηκε τόσο ενδιαφέρουσα που συμφώνησαν ότι πρέπει να συνεχιστεί.  Για αρκετό καιρό, παρά τα 42 χρόνια διαφοράς, συνήθιζαν να συναντιούνται στο σπίτι του Ξανθόπουλου, ο οποίος οργάνωνε λογοτεχνικές βραδιές κάθε Σάββατο, κάτι σαν λογοτεχνικό σαλόνι, ίσως για να δώσει ένα “κάλυμμα” στις συναντήσεις τους.
Αργότερα, όμως, η Ελένη άρχισε να επισκέπτεται τον Παλαμά στο σπίτι του, όπου περνούσαν ατελείωτες ώρες στο “Κελί”, όπως αποκαλούσαν το γραφείο του. Αυτό οφείλετο στο γεγονός ότι ο Παλαμάς δεν άντεχε την πολυκοσμία και ζήτησε από την Ελένη να τον επισκέπτεται στο «ησυχαστήριο» και σπουδαστήριό του στην οδό Ασκληπιού 3. Εκεί λοιπόν, μιλούσαν για ώρες ολόκληρες. Και μιλούσαν για τα πάντα. Θέματα πολιτικά, κοινωνικά, φιλολογικά, λογοτεχνικά και άλλοτε θέματα προσωπικά. Σε ένα γράμμα του, της αναφέρει σχετικά:
«Όταν η πόρτα ανοίγεται του καλυβιού και μπαίνεις
σου το είπα, το ερμοκάλυβο γίνεται δόξας ναός...
Όταν η πόρτα ανοίγεται του καλυβιού και μπαίνεις
μπαίνει μ' εσέ, θαμπώνοντας τη σκέψη μου, ένα φως...»
Σιγά σιγά αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια ερωτική σχέση που έδωσε νέα πνοή στον κουρασμένο ποιητή: οι φόβοι, οι αμφιβολίες και οι ανησυχίες καταλάγιασαν χάρη στο γεμάτο προσμονή και πίστη βλέμμα της Ελένης. Και εκείνη όμως με τη σειρά της - που έπασχε από φυματίωση και είχε μια μελαγχολική φύση - άντλησε δύναμη από την προσοχή αυτή που την κολάκευε τόσο. Συχνά, κυρίως τους χειμώνες, αναγκάζονταν να μείνουν χωριστά, εφόσον η άρρωστη Ελένη έπρεπε να αναζητήσει ηπιότερα κλίματα. Τα διαστήματα αυτά αλληλογραφούσαν εκτεταμένα. Στα γράμματά του ο Παλαμάς άρχισε να την αποκαλεί «Ραχήλ». 

Τα γράμματα στη Ραχήλ 

Λόγω της ασθένειας της Ελένης, υπήρχαν όπως προαναφέραμε περίοδοι που οι δυο τους δεν μπορούσαν να συναντηθούν. Τότε ήταν που ξεκίνησαν να αλληλογραφούν και από αυτά τα γράμματα γνωρίζουμε πλέον την ύπαρξη της νεαρής, που “μάγεψε” τον μεγάλο ποιητή. Στα γράμματα, δεν έγραφαν σχεδόν ποτέ προσφωνήσεις, κάτι που δε συνηθιζόταν εκείνο τον καιρό, όπου η αλληλογραφία
Ο Κωστής Παλαμάς το 1900. ακολουθούσε πολύ συγκεκριμένους κανόνες. Όσες φορές ο Παλαμάς είχε γράψει κάποια προσφώνηση προς την αγαπημένη του Ελένη, δεν την είχε αποκαλέσει με το πραγματικό όνομά της. Για εκείνον ήταν η “Ραχήλ” ή η “Chere Clarte”, δηλαδή “αγαπημένη λάμψη”. “Αν ποτέ γράφοντάς σας σε κάποια σας απουσία, μου ερχόταν έξαφνα η όρεξη να παραβώ τον κανόνα που ακολουθούμε οι δυο, μη προτάσσοντας τίτλους στα γράμματα και προσφωνήσεις, θα σας προσφωνούσα απλούστατα : Chere Clarte. Αξίζει κανείς για τέτοια ωραία, εγκάρδια, εκφραστική φρασούλα, να παραβαίνει τον κανόνα”.
Τα γράμματα του ποιητή προς την νεαρή, δείχνουν ότι ο Παλαμάς έτρεφε πολύ έντονα συναισθήματα για την κοπέλα, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο αν η σχέση τους παρέμεινε πλατωνική ή αν υπήρξε και ερωτική σχέση. Με τα χρόνια, τα γράμματα του Παλαμά γίνονταν όλο και πιο προσωπικά. Φαίνεται πως η Ελένη ήταν ένα άτομο, στο οποίο μπορούσε να εκμυστηρευτεί τα πάντα. Οι επιστολές του έμοιαζαν με προσωπικό ημερολόγιο, το οποίο εμπιστεύτηκε μόνο στην αγαπημένη “Ραχήλ”.
«Συγχώρεσέ μου, ξεχνώντας τη στιγμή αυτή πολλά πολλά πράγματα, που θα έπρεπε να μου κρατούν μετρημένα τα λόγια μου μπροστά σου, συγχώρεσέ μου να σου το τονίσω στο άσπρο χαρτί, καθαρά και ξάστερα, πως σ’ αγαπώ, όπως εγώ γνωρίζω να αγαπώ. Kαι με κάποιες λαχτάρες που ήμουν ως την ώρα ανύποπτος πως θα μπορούσα για σε να δοκιμάσω. Kαι τώρα η αρρώστια σου, η όποια σου αρρώστια, που εύχομαι πάντα περαστική να είναι, σε δείχνει μπροστά στα μάτια της ψυχής μου, σε φέρνει μπροστά στα μάτια μου με το στέφανο τον ακτινωτό δεν ξέρω ποιας μαρτυρικής αγίας . Kαι σε λατρεύω, λατρεία μου, τα ακούς; Και ήθελα, όχι μόνο με τη φαντασία μου, μα με την καρδιά μου να μην έλειπα μήτε στιγμή από το προσκέφαλό σου, μόνο να σε κοιτάζω, και να στοχάζομαι πως σε ανακουφίζει η παρουσιά μου και να είμαι ευτυχής για τούτο, και ήθελα με κίνδυνο να νομισθώ πως τραυλίζω λυρικά παραληρήματα, και ήθελα, αφού δεν μπορώ να ζήσω με την υγεία σου, να ζήσω με την αρρώστια σου, και να την πιω στο ποτήρι την αρρώστια σου, να αρρωστήσω κι εγώ μαζί σου, να είμαι καθώς κι εσύ, απαράλλαχτα κι εγώ, α! τι ωραιότερη σκέψη μπορούσε να μου δώση τη χαρά της ζωής, που ποτέ ως την ώρα δεν τη χάρηκα, εκτός ίσως από κάποιες ώρες γοργές διανοητικής δημιουργίας…»
Τέτοια λόγια χρησιμοποιούσε ο Κωστής Παλαμάς για να εκφράσει τα συναισθήματα του στην νεαρή Ελένη. Γιατί μπορεί να τους χώριζαν 40 ολόκληρα χρόνια, αλλά αυτό δεν μπορούσε να σταθεί εμπόδιο ούτε στα συναισθήματα τους, ούτε στην ιδιαίτερη σχέση που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους. Σχέση που δεν είναι ξεκάθαρο αν εξελίχθηκε ποτέ σε ερωτική ή παρέμεινε πλατωνική. Τα γράμματα όμως του ποιητή προς την Ελένη, δείχνουν ότι ο ίδιος έτρεφε πολύ έντονα συναισθήματα για την νεαρή κοπέλα. Το ίδιο και αυτή. Ο Παλαμάς της έδινε δύναμη. Η προσοχή και αφοσίωση του, γέμιζε χαρά την μελαγχολική ζωή της. Αυτός πάλι, την έβλεπε σαν μία μοναδική παρουσία μέσα στη μοναχικότητά του. Ως μία αθώα ύπαρξη που έδινε πνοή στη ζωή του. Μία διαφυγή, από τη ρηχή και ανιαρή καθημερινότητα του.
«Είμαι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος». Της έγραφε όταν εκείνη βρισκόταν μακριά του: « Ένας τρόμος, μυστηριακό θα τον ειπώ κι αυτόν, την ώρα αυτή που σου γράφω, περιχύνει το σώμα μου όλο(…), οι στιγμές αυτές που σε βλέπω είναι οι στιγμές της ευτυχίας μου (…). Σ’ αγαπώ. Μέσα στη μουσικότατη σιωπή της ώρας ποτέ άλλοτε δεν αισθάνθηκα τόσο σιμά μου όσο την ώρα εκείνη που σε περίμενα».
Αυτά τα γράμματα μας δίνουν την ευκαιρία να δούμε για πρώτη φορά, έναν διαφορετικό Παλαμά. Πιο ανθρώπινο. Πιο αληθινό. Πιο απολαυστικό. Πιο «εύθραυστο» και ευάλωτο μπροστά στην γυναίκα που αγαπά. Έναν Παλαμά που πάει κόντρα στις συνθήκες, στις κοινωνικές συμβάσεις και στα ηθικά εμπόδια της εποχής. Τα γράμματα του, έχουν το πάθος ενός ερωτευμένου άντρα και ταυτόχρονα την ειλικρίνεια ενός μικρού παιδιού. Σαν μία ελπίδα και ένα «μακάρι»  να ξεπροβάλλει πίσω από την πένα του…
 «Επέρασα μια νύχτα, τη νύχτα της Δευτέρας προς την Τρίτη, με το λυρικό, το μεθυστικό πυρετό της ενθύμησής σου. Το δειλινό της Δευτέρας μου το εξακολούθησε και μου το συμπλήρωσε η νύχτα ίσα με τα ξημερώματα της Τρίτης, με όλη την αχαλίνωτη ελευθερία της φαντασίας, με όλη την ωραία, την ηδονόπαθη, τη λογική, τη βαθυστόχαστη, την τρομαχτική, την εντατική ασυναρτησία του ονείρου(…)Μα πως μου παρουσιάζοσουν εσύ, όνειρο του ονείρου μου, είναι αδύνατο να σου παραστήσω. Δε με βοηθά η σκέψη μου, ούτε η γλώσσα μου, ούτε η πέννα μου (…) Πώς ήθελα να πεθάνω και πώς ήθελα να αναστηθώ στη χώρα των πνευμάτων μαζί σου για να πραγματοποιηθεί μια για πάντα το όνειρο το άλλο, το όνειρο που ξέρεις από τους στίχους των τραγουδιών της Ραχήλ (…) Έτσι τη νύχτα αυτή την τόσο αλλόκοτη, ανέκφραστη και ωραία της αϋπνίας μου έπεφτα, μια δυο τρεις δέκα φορές στα πόδια σου, φεγγόβολα, σαν όλο το κορμί σου… Συγχώρησε τον ποιητή που όσο προχωρούν τα χρόνια του, τόσο περισσότερη νύχτα έχει, μα και περισσότερο φως». Και κλείνει το γράμμα του: « Chere et divine Clarte, πεθαίνω για σένα».
και σε άλλο,
«Η αλήθεια είναι πως τα γράμματά σου - και μάλιστα το τελευταίο σου - είναι σαν κάποια ωραία μάτια εκφραστικά που σε κοιτάζουν δακρυοπνιγμένα, μα χωρίς να στάζουνε τα δάκρυά τους, και χωρίς να χάνουν τίποτε από την ομορφιά τους τα μάτια αυτά. Μάλιστα γίνονται ομορφότερα. Μα η αλήθεια είναι πως θα τα ήθελα τα μάτια αυτά (παραμερίζοντας κάθε αισθητικό εγωισμό), πως θα τα ήθελα να μη πνίγονται δακρυσμένα, θα τα ήθελα ολοκάθαρα να λάμπουν και να χαμογελούν με το χαμόγελο εκείνο των ωραίων ματιών που κάποτε και πότε είναι εκφραστικώτερο και ποθητότερο από το χαμόγελο που ανατέλλει στα χείλη• κάποτε και πότε σημειώνω, γιατί δεν είναι τίποτε ωραιότερο - καθώς κάπου το παρατηρεί και ο Τολστόης - από το χαμόγελο του ανθρώπου• το μειδίαμα, βέβαια, που κέντρο του το στόμα είναι, μα που απλώνεται φωτίζοντας, με το φως μιας αυγής, ολόκληρο το πρόσωπο... Τα γράμματά σου πώς πονούν! Παλμός τους είναι η μελαγχολία, μια deception τα τρεμοσαλεύει κ' ένας φόβος τα κιτρινίζει. Αστείος και αφελής θα ήμουν αν προσπαθούσα να σε παρηγορήσω. Μα και δεν πρέπει να σου σιωπήσω δυο πράγματα: Πρώτα, πως μου δίνουν κ' εμένα ένα πένθος που όσο κι αν είναι δυσκολοέκφραστο, εύκολα θα μπορής να το εννοήσης. Επειτα και μαζί πως μου δίνουν μια χαρά. Το πένθος είναι από το πένθος σου, και η χαρά από τη σκέψη πως με θεωρείς άξιο της εμπιστοσύνης σου ώστε να γέρνης προς την ψυχή μου το πρόσωπο της θλίψης σου» (31 Αυγούστου 1924).
Το τελευταίο γράμμα που διασώθηκε, είναι από τον Αύγουστο του 1935. Μετά  ακολουθεί ένα διάστημα «σιωπής»… Δεν έγραφαν ή δεν διασώθηκαν γράμματα τους. 


Το ποίημα «Ραχήλ» του Κωστή Παλαμά
Γιατί Ραχήλ την έκραξα,
Δεν ξέρω, Δέσποινά μου.
Μπορεί έτσι την εικόνα της
Να την κρατάω μπροστά μου.
Ραχήλ! Και μόνο τ’ όνομα
Τραγούδι ως να είναι ωραίο,
Της πάει •Ραχήλ τη λέω
Κ’ είναι ως να τραγουδώ.
Στάσου στο πλάι μου,
και χωρίς να ειπείς «ανέβα»
θα με ειδείς
να μου ταράζει το κορμί
σαν αϊτοφτέρουγη μια ορμή.
Μόνο το χέρι σου απλωτό.
Μου φτάνει αυτό
Κάμε πως ήρθες, πως κρατάς
Ένα ποτήρι, όποιο, και πας
Μια η δίψα για να σβύσεις, ω!
-δος το ποτήρι, θα σου ειπώ.
Μου φτάνει αυτό.
Βόηθα με, αγνάντια μου, Ψυχή,
Με τη θωριά σου μοναχή,
Γελαστή, αγέλαστη, καθώς
Προβάλλεις πάντα, στάσου, φως,
Με τη θωριά σου, αμίλητη
Μου φτάνει αυτή.
Όταν η πόρτα ανοίγεται του καλυβιού και μπαίνεις
Μπαίνει με σε, θαμπώνοντας τη σκέψη μου, ένα φως,
Όπου στέκομαι όπου πάω
- θα στο πω!
Με το νου μου λέω:- δε σ’ αγαπώ
Σ’ αγαπάω!
Μέσα στο –άω, μέσα στο –άω
Πότε πως ουρλιάζει ένα σκυλί,
Πότε να στενάζει ένα φιλί
Γρικάω
Και όπου στέκομαι, όπου πάω,
Τραγουδάω τον ίδιο τον σκοπό.
Και ρωτιέμαι: – σ’ αγαπώ;
Κι αποκρίνομαι: – όχι. σ’ αγαπάω.

Chère Clarté, c’ est de toi même,
……………………………..
je forme l’ amour dont je t’ aime….
Η Ελένη Κορτζά αναγκάστηκε το 1935 να εγκαταλείψει την Ελλάδα, ακολουθώντας τον στρατηγό πατέρα της, πρώτα στην Αίγυπτο και έπειτα στη Νότια Αφρική. Όσο για τον Κωστή Παλαμά, λίγα χρόνια αργότερα, άφησε την τελευταία του πνοή στις 27 Φεβρουαρίου του 1943. Δεκαοχτώ μέρες πριν, είχε πεθάνει και η σύζυγός του, Μαρία.
 Η Ελένη ή «η αγαπημένη του λάμψη» όπως συνήθιζε να την αποκαλεί, επέστρεψε στην Ελλάδα τον επόμενο χρόνο,  χωρίς να έχει προλάβει να πει το τελευταίο αντίο στον άνθρωπο που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή της για 14 ολόκληρα χρόνια. Ίσως, όμως, να ήξερε ότι η τελευταία του σκέψη ήταν για εκείνη και αυτό γιατί μπορεί αυτή η ιδιόμορφη σχέση τους να ήταν καταδικασμένη από την αρχή, αλλά ο έρωτας τους (αν και απροσδιόριστος), έμεινε για πάντα αιώνιος… μέσα από τα γράμματα τους.



Η κηδεία του έγινε στις 28 Φεβρουαρίου, στο Α” Νεκροταφείο Αθηνών. Χιλιάδες άνθρωποι ακολούθησαν τη σορό του μέχρι το νεκροταφείο. Μέσα σε λίγη ώρα, η κηδεία είχε μετατραπεί σε αντι-κατοχική διαδήλωση, όπου όλοι οι παρευρισκόμενοι τραγουδούσαν με μια φωνή τον Εθνικό Ύμνο. Ήταν τέτοιος ο σεβασμός που έτρεφε όλος ο κόσμος για τον ποιητή, που ακόμα και ο Χίτλερ έστειλε στεφάνι στην κηδεία του, απευθείας απ” το Βερολίνο.

http://www.mixanitouxronou.gr
http://www.aixmi.gr/index.php/teleftaiamousakwsthpalama/
http://www.sakketosaggelos.gr/Article/4604/
http://www.globalview.gr/2016/02/27/ο-τρυφερός-έρωτας-του-κωστή-παλαμά-για/

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Ένας σκύλος που λεγόταν Όλεθρος




Ένας σκύλος που λεγόταν Όλεθρος
Πώς τα λάθη και οι παραλείψεις των ανθρώπων μπορούν να μετατρέψουν ένα σκυλί σε άγριο ζώο.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑΚΗ
Θα σας διηγηθώ την αληθινή ιστορία του σκύλου με το παράξενο όνομα «Όλεθρος». Τον μάζεψε ένας φίλος από το δρόμο, πριν από 4 καλοκαίρια. Ήταν ήδη σχεδόν δύο χρόνων, αλλά τόσο λιμάρης, τόσο απισχνασμένος, τόσο ταλαίπωρος, που είχε το μέγεθος ενός εξαμηνίτικου κουταβιού. Όταν τον έβαλαν στο αυτοκίνητο για να τον πάνε στον κτηνίατρο, ο δυστυχής ούρλιαζε τόσο δυνατά από τον ανείπωτο τρόμο, που τα διπλανά οχήματα παραμέριζαν νομίζοντας ότι ακούνε τη σειρήνα ασθενοφόρου. Του πήρε δύο ολόκληρους μήνες μέχρι να εξερευνήσει και τα 65 τετραγωνικά μέτρα του νέου του σπιτιού. Έβγαινε βόλτα με κατεβασμένη την ουρά, έτρεμε στη θέα των άλλων ζώων, απέφευγε τις γάτες, τις νερολακκούβες, τα παπάκια με τις τρύπιες εξατμίσεις, τα τακούνια των κοριτσιών στα πεζοδρόμια. Ήταν ένας σκύλος γεμάτος φοβίες. Και αυτό τον σκότωσε...
Βλέπετε, εμείς οι φιλόζωοι είμαστε σχεδόν ανίκανοι να φερθούμε αυστηρά στους αδύνατους. Από μια πρώτη ματιά, αυτό είναι τόσο δικαιολογημένο που θα απορήσετε γιατί το θεωρώ σφάλμα. Όμως τα σκυλιά, ειδικά αυτά με τα ψυχολογικά ελλείμματα, αυτό ακριβώς χρειάζονται: ένα στιβαρό χέρι και μια αταλάντευτη προσωπικότητα. Ένα αφεντικό που μπορεί να τους μιλήσει στη γλώσσα τους και να τους δείξει ότι, εδώ, τα προβλήματα τους τελειώνουν. Ότι από δω και πέρα, εγώ αναλαμβάνω όλα τα ζητήματα της αγέλης μας. Εσύ μπορείς να τρως, να πίνεις και να προσφέρεις μόνο συντροφιά και κοινωνικότητα.
Τους πρώτους μήνες της κοινωνικοποίησης του, ο Όλεθρος έφαγε όλα τα έπιπλα. Τότε ήταν που πήρε και το όνομα του. Καθώς δεν είχε εκπαιδευτεί στη μοναξιά και απαιτούσε την αδιάλειπτη παρουσία των αφεντικών του, έτρωγε ένα κομμάτι της οικοσκευής κάθε ημέρα, σε ώρες γραφείου, 9 με 5. Επειδή όμως ήταν «πρώην αδέσποτος, ο κακόμοιρος», και «είχε περάσει πολλά», του
το συγχωρούσαν. Αργότερα, και όσο μεγάλωνε σε ηλικία και δέμας, άρχισε να ζορίζεται με τους επισκέπτες. Ειδικά με εκείνους που είχαν διαχυτικές σχέσεις με τα αφεντικά του. Στους περισσότερους γρύλιζε επιθετικά και στους πιο λιπόψυχους γάβγιζε λυσσαλέα, με ολοφάνερες φονικές διαθέσεις. Ήταν όμως ένα σκυλί που σώθηκε από το δρόμο και οι άνθρωποι που ήταν υπεύθυνοι γι' αυτόν πίστευαν ότι θα προσαρμοστεί. Από μόνος του. Κάποια φορά, μου είπαν: «Δεν μπορεί να μην καταλαβαίνει ότι δεν πρόκειται να τον πετάξουμε στο πεζοδρόμιο. Όταν σιγουρευτεί ότι τον αγαπάμε για πάντα, θα ηρεμήσει». Τους είπα «μάλλον όχι», αλλά...
Τον περασμένο μήνα, ο Όλεθρος επιτέθηκε στη μητέρα του αφεντικού. Την πρώτη φορά της έκοψε μια βαθιά δαγκωνιά στα μαλακά μόρια. Τη δεύτερη, μερικές ώρες αργότερα, τη δάγκωσε άγρια στο πρόσωπο...
Τις επόμενες μέρες ο Όλεθρος τις πέρασε σε απομόνωση. Σαν θανατοποινίτης. Ουρλιάζοντας και δείχνοντας τους κυνόδοντες του σε όσους τον πλησίαζαν. Και τελικά, μέσα σε θρήνους και βαριές ενοχές πέρασε στον άλλο κόσμο με μια ένεση ευθανασίας.
Ο Όλεθρος μπορεί να ήταν και δικός σας σκύλος. Και να πήρε όλα τα λάθος μηνύματα για το ποιος πρέπει να είναι το αφεντικό στο σπίτι, με αφετηρία όλες τις καλές προθέσεις του κόσμου. Άλλωστε, ο κακομοίρης, έκανε ό,τι μπορούσε για να τους προειδοποιήσει...
Υπάρχει ένα σημείο χωρίς επιστροφή για κάθε σκυλί στον πλανήτη. Είναι το σημείο όπου δεν μπορείς πια να τον πείσεις ότι δεν χρειάζεται να φέρεται σαν άγριο ζώο, δεν υπάρχει λόγος να προτιμήσει τα ένστικτα του από τις δικές σου παραινέσεις. Αν πιστεύετε ότι βρίσκεστε κοντά σ' αυτό το σημείο, ζητήστε επαγγελματική βοήθεια το συντομότερο. Η ιστορία του Ολέθρου είναι αληθινή. Και αυτό δεν είναι το χειρότερο. Το χειρότερο είναι πως δεν είναι μοναδική...
Κ9

ΑΡΓΥΡΗ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗ : ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ





ΑΡΓΥΡΗ  ΕΦΤΑΛΙΩΤΗ : ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ
Πρέπει να ήμουν ως δώδεκα χρονών, και πρέπει να ήταν εκείνη ως έντεκα. Δεν την έβλεπα μήτε στην εκκλησιά, μήτε στον κλήδωνα, μήτε στη βρύση, μήτε στο παραθύρι. Η μάνα της και η μάνα μου δεν είχαν πολλές φιλίες.
Εκεί που την έβλεπα δεν είμαστε οι δύο μοναχοί. Είμαστε οχτώ δέκα αγόρια της προκοπής, αποφασισμένα να μάθουμε τι θα πει  παρέμφατο και να φέρουμε τον πολιτισμό στο χωριό. Και πέντε έξι κορίτσια, που ερχότανε δύο ώρες τη μέρα, και κάθιζαν από το άλλο πλάγι του γέρου δασκάλου, και τεχνολογούσανε με μία χάρη, που σ΄ έκαναν ήθελες δεν ήθελες, να την αγαπάς τη γραμματική.
Τη χάρη φυσικά την είχανε, γιατί ήταν όλες μικρούλες, όχι πως ήταν όμορφες κι όλες. Για το δικό μου το γούστο, όμορφη ήτανε μία μοναχή, κι αυτή ήταν – η αγαπητικιά μου!
Τι  λόγο ξεστόμισα! Από πού κι ως που αγαπητικιά! Μήτε λέξη δεν της είπα ποτές. Μήτε με το δαχτυλάκι μου δεν τ΄ άγγιξα τα’ αφράτο το χέρι της. Μήτε η αναπνοή μου δεν μπορούσε να πάει κοντά της να την χαϊδέψει. Το μόνο που πηδούσε κάποτες από τα χείλη μου στα χειλάκια της, ήταν το ρήμα «λείπω», σαν το κλείναμε ο καθένας από ένα χρόνο με τη σειρά και ταίριαζε να είμαι  ‘γώ στερνός στη δική μας τη σειρά, και εκείνη πρώτη στων κοριτσιών. «Ελελείμμεθα, ελέλειφθε» πήγαινε να πει και σκόνταφτε, και χαμογελούσε και τότες πια εγώ, που περίμενα μέρες και μέρες αφορμή, να της δώσω ένα ας είναι και μαζεμένο, χαμόγελο, έλαμπα ολοπρόσωπος καθώς την κοίταζα, χωρίς φόβο να μην το νοιώσει ο δάσκαλος το τρομερό μυστικό μας. Έπεφταν τότε τα μάτια της στο βιβλίο απάνω, κοκκίνιζαν τα δύο μάγουλά της, κι άρχιζε το πλαγινό κορίτσι τον άλλο χρόνο.
Μάτια και πάλι μάτια! Δίχως εσάς μήτε πρώτη, μήτε στερνή αγάπη δεν θα είχαμε. Οι ματιές μας σαν έμπαινε στην παράδοση, οι ματιές μας σαν έβγαινε να πάει σπίτι, αυτές ήταν οι όρκοι μας, τα τραγούδια μας, τα φιλιά μας, αυτές και τα ραβασάκια μας. Με τον καιρό, και  χωρίς να αλλάξουμε αναμεταξύ μας μία λέξη, την κάμαμε επιστήμη την τέχνη αυτή των ματιών. Ήτανε λογής λογής οι ματιές  της. Η ματιά της αδιαφορίας που μου την έσκιζε την καρδιά, του θυμού που με έκαιγε σαν αστροπελέκι. Η άπιστη ματιά σε κανέναν άλλο, που με έλιωνε σαν το κερί και με αφάνιζε. Ύστερα πάλι η ήρεμη και γλυκιά ματιά της αγάπης, που ξανάβαζε την ψυχή μου στον τόπο της, και ΄σύχαζα. Οι  δικές μου οι ματιές, όσο πολυσήμαντες κι αν ήταν  κι αυτές, δεν είχαν όμως τέτοιες τρομερές αλλαγές.  Η ίδια η αφοσίωση, ο ίδιος ο καημός, το ίδιο βάσανο πάντα.
Τρεις μήνες πρέπει να πέρασαν έτσι. Ξυπνούσα από το πρώτο λάλημα και την ώρα δεν έβλεπα να πάω στο σχολειό. Η μάνα μου με καμάρωνε και με έβλεπε από τώρα Δεσπότη.
Ήμουν πρώτος -  πρώτος στο σχολειό πάντα κι ωστόσο δεν το κατάφερνα να τη βρω  μοναχή μια φορά, μήτε πηγαινάμενη, μήτε φτασμένη. Αυτό ήταν η λαχτάρα μου τώρα, αυτό ήταν τ’ όνειρό μου. Να την δω μοναχή, ας είναι και μία στιγμή. Να της πω μια και καλή πως πεθαίνω, πως έσβησα, πως άλλη σωτεριά δεν έχ’ η ζωή μου παρά την παντοτινή της αγάπη. Τα’ λεγα όλα αυτά με τις φλογερές τις ματιές μου, μα η αχόρταγη η καρδιά γύρευε λόγια. Αυτή δεν ήξερε τι θα πει μέτρο και γνώση, αυτή όλο μου φώναζε :  «Μπρός!  Έχει κι άλλες απόλαψες η αγάπη!»
Μα πώς να της δώσω να καταλάβει, πως θέλω να της μιλήσω! Εδώ οι ματιές δε σώνουν. Εδώ χρειάζεται  ραβασάκι. Χίλιες φορές το έγραψα και το ξανάγραψα. Το’ παιρνα μαζί μου αποφασισμένος να μην ντραπώ, να μην φοβηθώ μήτε δάσκαλο, μήτε πρωτόσκολο, μόνο να της δώσω κρυφά το χαρτάκι σ΄ ένα βιβλίο, καλαμάρι, ό,τι τύχει. Ήρχουνταν η ώρα, και κόβουνταν η καρδιά μου Δεν αποκοτούσα ! Κι έπαιρνα μαζί μου το χαρτί βγαίνονας και το ’κανα κομμάτια και καταριούμουν την ώρα που γεννήθηκε τέτοιος ανωφέλητος φοβητσιάρης.
Ήταν ότι άρχιζε καλοκαίρι σα σηκώθηκα ένα πρωί και πήγα μπροστά στην Παναγιά και το ’καμα όρκο, πως θα της δώσω εκείνη τη μέρα το ραβασάκι κι αν δε της το δώσω να πέσει φωτιά να με κάψει.
Πήγα στο σκολειό πρώτος πάλι. Έρχουνται όλα τ’ αγόρια, όλα τα κορίτσια. Μαυρίζουν τα μάτια μου να κοιτάζω την πόρτα, του κάκου! Η μικρή μου δεν φαίνεται. Διαβάζει ο δάσκαλος τον κατάλογο, έρχεται στην Αργυρώ … σιωπή.
--Πού είναι η Αργυρώ; Ρωτά ο δάσκαλος μια συντρόφισσα της. Η μάνα της αρρώστησε κι έμεινε σπίτι. Βαριά  καρδιά που την έπαιρνα μαζί μου γυρίζοντας σπίτι το μεσημέρι εκείνο! Τι να κάμω, που να πάω, να βραδιάσει γλήγορα, και να ξημερώσει!
Ξημερώνει, ξαναπηγαίνω στο σκολειό –τα ίδια! Περνά μια βδομάδα, δύο βδομάδες –ένας μήνας ήταν περασμένος σαν είπε ένα κορίτσι του δάσκαλου, πως πέθανε η μάνα της Αργυρώς και πως δεν θα ξανάρθει στο σκολείο πια η μικρή.
Πρέπει να ήμουν ως εικοσιπέντε χρονών τότες που πρωτογύρισα από την ξενιτιά να δω τους δικούς μου. Ήρθαν όλοι οι παλιοί φίλοι κι όλες οι παλιές φιλενάδες να με δουν. Ήρθε από την άλλη άκρη του χωριού η Αργυρώ, παντρεμένη κοπέλα με δύο παιδιά. Της μίλησα και μου μίλησε πρώτη φορά. Της είπα και μου είπε χίλια πράγματα, για τα παιδιά της, την ομορφιά, την εξυπνάδα τους, τη χαρά μου,  που βρίσκω τη γριά μου τόσο καλά. Για όλα αυτά χύθηκε ένας ποταμός λόγια, και για την πρώτη μας  την αγάπη την αξέχαστη εκείνη αγάπη, καθώς τότες, έτσι και τώρα --- δεν είπαμε μήτε λέξη!

http://mytilinia-dialektos.blogspot.gr/2011/01/blog-post_8056.html 



Αργύρης Εφταλιώτης

1849-1923

Ο Αργύρης Εφταλιώτης (1849-1923) (ψευδώνυμο του Κλεάνθη Μιχαηλίδη) γεννήθηκε στο Μόλυβο της Λέσβου, γιος του δασκάλου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη. Στη γενέτειρά του πέρασε τα παιδικά και μαθητικά χρόνια του και πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο ιδιωτικό σχολείο του πατέρα του. Το 1866 πέθανε ο πατέρας του και ο δεκαεφτάχρονος τότε Αργύρης ανέλαβε να συνεχίσει τη διδασκαλία των συμμαθητών του ως το τέλος της χρονιάς.
Το 1866 ξενιτεύτηκε λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε η οικογένειά του. Εργάστηκε αρχικά στην Πόλη, κοντά στον τραπεζίτη αδερφό της μητέρας του και κατόπιν στο Μάντσεστερ της Αγγλίας, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον Αλέξανδρο Πάλλη και τον Δ.Π.Πετροκόκκινο και εντάχτηκε στον πυρήνα του δημοτικιστικού κινήματος. παράλληλα υπήρξε ενεργό μέλος του ελληνικού φιλολογικού συλλόγου Λόγιος Ερμής του Μάντσεστερ, πραγματοποίησε ομιλίες, μελέτησε τους αρχαίους έλληνες κλασικούς, καθώς επίσης άγγλους και γάλλους λογοτέχνες και μπήκε σε λόγιους και λογοτεχνικούς κύκλους.
Η εμπορική του σταδιοδρομία στην Αγγλία υπήρξε επιτυχημένη και σύντομα άνοιξε κατάστημα με τη δική του επωνυμία. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 1870-1880 προσλήφθηκε στον εμπορικό οίκο των αδελφών Ράλλη και εγκαταστάθηκε στο Λίβερπουλ. Εκεί παντρεύτηκε την Ελισσάβετ Γκράχαμ. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας ταξίδεψε σε διάφορες πόλεις της Αγγλίας και στη Βομβάη των Ινδιών με έξι ενδιάμεσες επισκέψεις στην Ελλάδα ως το τέλος της ζωής του.
Το 1891 επισκέφτηκε το Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τον Ψυχάρη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του κλονίστηκε η ψυχική υγεία του και αποσύρθηκε στο Cab d' Antibes της Γαλλίας, όπου πέθανε σε ηλικία 74 χρόνων.
Η είσοδος του Εφταλιώτη στο χώρο της λογοτεχνίας τοποθετείται χρονικά γύρω στο 1869 με μεταφράσεις ποιημάτων και συγγραφή πρωτοτύπων ποιητικών έργων σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως η Ελληνική Βιβλιοθήκη. Ακολούθησαν μεταφράσεις έργων των Μπάιρον και Μακώλεϋ. Το 1889 με προτροπή του Αλέξανδρου Πάλλη που στάθηκε στενός φίλος και πνευματικός οδηγός του πήρε μέρος στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό με τη συλλογή του Τραγούδια ξενιτευμένου, που τιμήθηκε με έπαινο. Τον επόμενο χρόνο πήρε ξανά μέρος στον ίδιο διαγωνισμό με τις συλλογές "Ο καθρέφτης του πύργου μου" και "Αγάπης λόγια". Δεν βραβεύτηκε ωστόσο, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση μεταξύ άλλων και του Παλαμά, ο οποίος επαίνεσε το έργο του Εφταλιώτη, απέδωσε την αδικία κατά του ποιητή στο ότι η γλώσσα του ήταν δημοτική και εναντιώθηκε στον τότε εισηγητή της κριτικής επιτροπής του Φιλαδέλφειου Άγγελο Βλάχο.
Ο Εφταλιώτης συνέχισε να γράφει ποιήματα, όχι όμως συστηματικά. Από το 1891 στράφηκε συστηματικά προς την πεζογραφία, καλλιεργώντας τη δημοτική γλώσσα και εμμένοντας θεματικά στον πόνο της ξενιτιάς και τη λαχτάρα των ξενιτεμένων για την πατρίδα. Το πιο χαρακτηρηστικό πεζογράφημά του είναι οι Νησιώτικες ιστορίες, που εκδόθηκαν το 1894 και αποτελούν συλλογή ηθογραφικών διηγημάτων που δημοσίευε από το 1889 στην Εστία.
Το 1900 εξέδωσε τη Μαζώχτρα και το Βουρκόλακα το μοναδικό θεατρικό έργο του (εμπνευσμένο από το τραγούδι Του νεκρού αδελφού και με στόχο την ανανέωση της νεοελληνικής δραματουργίας με θέματα από τη σύγχρονη ιστορία). Στη Μαζώχτρα ο Εφταλιώτης αποπειράται ένα πέρασμα από την απλή ηθογραφία στην ψυχογραφική διείσδυση. Έγραψε επίσης ένα μυθιστόρημα το Ο Μανόλης ο Ντελμπεντέρης. Παράλληλα από το 1892 ασχολήθηκε με τη διδακτική πεζογραφία και τις ιστορικές μελέτες, εκδίδοντας την Ιστορία της Ρωμιοσύνης (1901) και τα Ιστορικά ξεγυμνώματα (1908).
Το 1914 ξεκίνησε να μεταφράζει την Οδύσσεια του Ομήρου, έργο που έμεινε ανολοκλήρωτο λόγω του θανάτου του. Τη συνέχισή του (ραψωδίες φ΄ - ω΄) ανέλαβε ο Νικόλαος Ποριώτης.
 Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αργύρη Εφταλιώτη βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Εφταλιώτης Αργύρης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Θωμαΐδου- Μώρου Μάρθα , «Εφταλιώτης Αργύρης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985, Μερακλής Μ.Γ., «Αργύρης Εφταλιώτης», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ.262-265. Αθήνα, Σοκόλης, 1977 και Παγανός Γ.Δ. «Αργύρης Εφταλιώτης», Η παλαιότερη πεζογραφική μας παράδοση · Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Η΄ (1880-1900). Αθήνα, Σοκόλης, 1997.
(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).
http://www.biblionet.gr/author/1492/Αργύρης_Εφταλιώτης