Translate -TRANSLATE -

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2020

30.4.1975 Οι Βιετκόνγκ καταλαμβάνουν τη Σαϊγκόν


30.4.1975

Οι Βιετκόνγκ καταλαμβάνουν τη Σαϊγκόν

Ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν ίσως η μεγαλύτερη ένοπλη σύγκρουση μεταξύ Δύσης και Ανατολής κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Θεωρητικά η μάχη ήταν μεταξύ του Δημοκρατικού Στρατού του Βιετνάμ (Βόρειο Βιετνάμ) και της Δημοκρατίας του Βιετνάμ (Νότιο Βιετνάμ). Στην πραγματικότητα όμως ήταν ένας πόλεμος μέσω αντιπροσώπων μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ, ένας από τους πολλούς που έγιναν λόγω της απροθυμίας των υπερδυνάμεων να εμπλακούν σε απευθείας πόλεμο μεταξύ τους που ίσως θα κατέληγε σε πυρηνική καταστροφή. Αμερικανοί στρατιώτες είχαν ήδη εμπλακεί από το 1959, αλλά σε μεγάλους αριθμούς κατέφθασαν κατά το 1965. Εγκατέλειψαν τη χώρα το 1973, κάτι που οδήγησε τελικά στην παράδοση του Νότου.


30 Απριλίου 1975. Ώρα 8 το πρωί. Στη Σαϊγκόν, την πρωτεύουσα του Νότιου Βιετνάμ, στο κτίριο της πρεσβείας των ΗΠΑ ολοκληρώνεται η μεγάλη φυγή - ή μάλλον, η μεγάλη φυγάδευση: Οι τελευταίοι εκατό Αμερικανοί σύμβουλοι επιβιβάζονται στα ελικόπτερα και εγκαταλείπουν άρον- άρον την πόλη, αλλά και τη χώρα.
Η επιχείρηση άρχισε την προηγούμενη ημέρα, κατόπιν εντολής του προέδρου Τζέραλντ Φορντ: Ογδόντα ένα ελικόπτερα, με συνεχείς πτήσεις απομάκρυναν 1.500 Αμερικανούς και 6.000 Νοτιοβετναμέζους, στελέχη του καταρρέοντος καθεστώτος Θιέου, προτού μπουν στη Σαϊγκόν οι Βιετκόνγκ. Σε κατά συνθήκη «ελικοδρόμια» είχαν μετατρπεί, ένα πάρκινγκ στο περίβολο της πρεσβείας και η ταράτσα του κτηρίου. Την όλη επιχείρηση επέβλεπαν χίλιοι πεζοναύτες, που εστάλησαν στην πόλη για αυτόν ειδικά το λόγο.

Ανάμεσα στους πρώτους που έφυγαν ήταν ο Νοτιοβιετναμέζος αντιπτέραρχος Νγκουγιέν Κάο Κι. Ο ίδιος άνθρωπος, στις 25 Απριλίου λοιδορούσε τους «δειλούς που θέλουν να λακίσουν με τους Αμερικανούς, γιατί φοβούνται τους κομμουνιστές του Βορρά». Στις 30 Απριλίου του 1975, όταν το τελευταίο ελικόπτερο χάνεται στον ορίζοντα, ο πόλεμος του Βιετνάμ λαμβάνει κι επισήμως τέλος. Από ουσιαστικής πλευράς, η έκβασή του είχε κριθεί δυο - τουλάχιστον- χρόνια νωρίτερα.
Δύο ώρες αργότερα ένα σοβιετικής κατασκευής άρμα T-54 του βιετναμέζικου Λαϊκού Στρατού, με διοικητή τον Μπούι Κουάντ Θαν σπάζει την πόρτα του προεδρικού μεγάρου ενώ την ίδια ώρα μικρή δύναμη ανδρών του αντάρτικου των Βιετκόνγκ εισβαλει με τη σειρά της στο προαύλιο του ανακτόρου. O θρίαμβος των ανταρτών εξέπληξε ακόμη και το ίδιο το αντάρτικο κίνημα, αλλά και την ηγεσία του KK Βιετνάμ. H είσοδος των Βιετκόνγκ στην έδρα της κυβέρνησης του θεωρητικά ανεξάρτητου Νότιου Βιετνάμ έδινε τέλος σε πόλεμο τριών δεκαετιών και σηματοδοτούσε την πλέον ταπεινωτική και αιματοβαμμένη ήττα του αμερικανικού στρατού στην ιστορία του.


Δύο ώρες νωρίτερα, στις 8.24 το πρωί, το τελευταίο αμερικανικό ελικόπτερο CH-46 απογειωνόταν -αν και υπέρβαρο- από την οροφή της αμερικανικής πρεσβείας, με προορισμό τα σκάφη του αμερικανικού στόλου σε απόσταση 17 ναυτικών μιλίων στα ανοιχτά του ακρωτηρίου Σεν Ζακ, επινείου της Σαϊγκόν. H επιχείρηση «Frequent Winds» (Συχνοί Ανεμοι), με στόχο την εκκένωση των Αμερικανών υπηκόων και των λίγων εμπίστων του παλαιού καθεστώτος από την πόλη σε επιλεγμένα πολεμικά πλοία «επισήμων», είχε λήξει. Την απελπισία των φτωχών Βιετναμέζων προσφύγων που προσπαθούσαν να επιβιβασθούν στο αεροπλανοφόρο «Τζον Χάνκοκ» περιγράφει αρχικελευστής του πλοίου: 


«Στις πέντε το απόγευμα ήλθε διαταγή να σταματήσουμε τη φόρτωση προσφύγων, καθώς είχαμε ξεπεράσει τους έξι χιλιάδες. Αναγκασθήκαμε να πυροβολήσουμε μπροστά από τα πλοιάριά τους και σταμάτησαν. Στις έξι μας διέταξαν να συνεχίσουμε την επιβίβαση. Σταματήσαμε, αφού έφθασαν τους 10.000. Ήταν παντού, ως το κατάστρωμα και τους διαδρόμους. Στο τέλος αναγκασθήκαμε να κόψουμε τα σχοινιά πολλών σκαφών, ενώ οι επιβιβασμένοι σε αυτά μας ικέτευαν».

Εκτεταμένη διαφθορά
Η αμερικανική πολεμική μηχανή στάθηκε ανήμπορη να υπερισχύσει ενός ελλιπώς εξοπλισμένου και σε διαρκή πολιτική αναταραχή απελευθερωτικού στρατού. Από το 1954, ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ επιτρέπει τη μετάβαση μικρής αρχικά αποστολής στρατιωτικών συμβούλων στο Νότιο Βιετνάμ. H δύναμη αυτή φθάνει να αριθμεί μισό εκατομμύριο άνδρες το 1967, ενώ την ίδια ώρα φθίνει επικίνδυνα η πολιτική νομιμοποίηση του καθεστώτος της Σαϊγκόν.
H βαθύτατα διεφθαρμένη φύση της κυβέρνησης του Νότιου Βιετνάμ και η απόλυτη εξάρτησή της από την αμερικανική βοήθεια απέκλεισε εκ προοιμίου κάθε δυνατή προσέγγιση με τον πληθυσμό της υπαίθρου, αλλά και με τα λαϊκά στρώματα των πόλεων, που στελέχωσαν με αφοσίωση την πολεμική μηχανή των Βιετκόνγκ.
Οι τελευταίες ημέρες της κυβέρνησης του Νοτίου Βιετνάμ προσφέρουν μυθιστορηματικές εικόνες παρακμής, λεηλασίας, απελπισίας, πολιτικής ίντριγκας και αμυντικής ανευθυνότητας. Από τη μεριά τους, οι πάτρωνες του καθεστώτος της Σαϊγκόν στην Ουάσιγκτον, ο πρόεδρος Φορντ και το περιβάλλον του Λευκού Οίκου δηλαδή, συνέβαλαν στην κατάρρευση της Δημοκρατίας του Νοτίου Βιετνάμ, έχοντας αποτύχει λίγους μήνες νωρίτερα στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν κονδύλια οικονομικής βοήθειας προς το Νότιο Βιετνάμ. H πολιτική αντιπαράθεση αυτή, που εκτυλίχθηκε τους τελευταίους μήνες του 1974, είδε το σχηματισμό πρωτοφανούς αλλά νικηφόρας συμμαχίας μεταξύ του Πενταγώνου, του υπουργού Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ και του Κογκρέσου, κατά της πολιτικής του προέδρου Φορντ, που πίεζε ασφυκτικά για ψήφιση νέων κονδυλίων για το Νότιο Βιετνάμ.

Σαν τραπουλόχαρτο...


Ούτε οι ίδιοι οι ηγέτες των Βιετκόνγκ και του KK Βιετνάμ στο Ανόι, όμως, δεν περίμεναν ότι η άμυνα του Νότου θα κατέρρεε με τέτοια ταχύτητα, παρά την κατάρρευση του καθεστώτος της Πνομ Πενχ δώδεκα ημέρες νωρίτερα και την επέλαση των Ερυθρών Χμερ.
Πενήντα δύο μόλις ημέρες μετά την εκδήλωση της επίθεσης των Βιετκόνγκ κατά του Μπαν Με Τουότ στα Κεντρικά Υψίπεδα της χώρας, ο στρατός τους ύψωνε τη γαλάζια και κόκκινη σημαία τους στο προεδρικό μέγαρο. H επιτυχία αυτή, όμως, δεν θα ήταν δυνατή εάν το καθεστώς Θιέου στη Σαϊγκόν δεν διέπραττε κρίσιμα σφάλματα την ύστατη ώρα.
Σημαντικός παράγοντας στη νίκη υπήρξε η απόφαση του κόμματος να διατάξει τον στρατηγό Ντουνγκ, διοικητή του II Σώματος στρατού του Βορείου Βιετνάμ, να παραπλανήσει τους Νότιους, εξαπολύοντας παράλληλες επιθέσεις αντιπερισπασμού σε περιοχές νότια της ιστορικής αυτοκρατορικής πρωτεύουσας Χουέ, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την πραγματική προέλαση των Βιετκόνγκ. Το καθεστώς της Σαϊγκόν επέλεξε έτσι να θυσιάσει τις τελευταίες επίλεκτες δυνάμεις του σε μάταιες μάχες οπισθοχώρησης για ασήμαντους στρατιωτικούς στόχους, πολύ μακριά από την πραγματική απειλή. H αποσύνθεση ήταν τέτοια στις τάξεις του στρατού της Σαϊγκόν, που οι λιποτάκτες προσέφεραν οικειοθελώς τον οπλισμό τους στα μέλη του αντάρτικου. Μεγάλο μέρος των αρμάτων μάχης των Βιετκόνγκ την ημέρα εισόδου τους στη Σαϊγκόν, ήταν αμερικανικά και είχαν «απελευθερωθεί» λίγες ημέρες νωρίτερα.


Αυτήν την κατάληξη είχε το αμερικανικό πείραμα στη NA Ασία, με στόχο την ανάσχεση του κομμουνισμού και την πρόληψη του «φαινομένου του ντόμινο», σύμφωνα με το οποίο καθεστώτα ελεγχόμενα από τη Μόσχα θα εξασφάλιζαν τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής, εξαπλώνοντας την επιρροή τους μέχρι τα παράλια της Αυστραλίας. H ιστορία ανυποταγής του λαού του Βιετνάμ και το ισχυρό πολιτικό κίνητρο του αντάρτικου στο Νότο οδήγησαν τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους στον εξευτελισμό της 30ής Απριλίου, όταν Αμερικανοί αξιωματούχοι της πρεσβείας, στην αγωνία τους να διαφύγουν από τα νύχια των κομμουνιστών, γρονθοκοπούσαν ανηλεώς και απωθούσαν τους πρώην συμμάχους τους, που προσπαθούσαν να ανεβούν στα «ελικόπτερα της σωτηρίας».


Το κόστος του Βιετνάμ για τις ΗΠΑ ήταν μεγάλο. Οι αμερικανικές απώλειες στο σύνολο του πολέμου, ανήλθαν στους 58.000 νεκρούς, ενώ πάνω από 8.000 αμερικάνικα αεροσκάφη καταρρίφθηκαν. Ο πόλεμος οδήγησε στην αύξηση του αντιαµερικανισµού παγκοσμίως. Επιπλέον επέτρεψε στη Σοβιετική Ένωση να υλοποιήσει φιλόδοξα προγράμματα ανάπτυξης των πυρηνικών της εξοπλισμών, ενόσω οι ΗΠΑ ήταν απορροφημένες στο Βιετνάμ, µε αποτέλεσμα να φτάσει την πυρηνική ισοπαλία στα τέλη της δεκαετίας του '60. Το Βιετνάμ συνέβαλε επίσης στην κρίση της αμερικανικής εσωτερικής πολιτικής, που ξέσπασε στα μέσα της δεκαετίας του '60 και αποκορυφώθηκε το 1968.

Πηγές:

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2020

Μετράω... κοκαλάκια!




Μετράω... κοκαλάκια!

Τσακώνεται μ' έναν άλλο σκύλο και κλαψουρίζει ή μήπως βλέπει μια καλοψημένη μπριζόλα στο πιάτο του και κουνάει τα χείλη του όλο ικανοποίηση; Αλήθεια, ονειρεύονται οι σκύλοι μας - και, αν ναι, τι βλέπουν στα όνειρα τους;

Γράφει η ΑΡΓΥΡΩ Κ. ΜΩΡΟΥ

«Βεβαίως και οι σκύλοι ονειρεύονται!» απαντούν οι επιστήμονες. Και, μάλιστα, όπως διαπιστώνεται από τις έρευνες, οι πιστοί μας φίλοι ξυπνούν δύσκολα αν παραδοθούν για τα καλά στην αγκαλιά του Μορφέα, ενώ η ενεργητικότητα του μυαλού τους είναι αυξημένη. Παθαίνουν, δηλαδή, οι σκύλοι μας ό,τι ακριβώς παθαίνουμε κι εμείς.
Αν δείτε, λοιπόν, το σκύλο σας να βγάζει περίεργους ήχους, σαν κλάμα ή σαν αναστεναγμό, γρυλίζει ή γαβγίζει σιγανά, να κουνάει τα χείλη και τα μουστάκια του, να τινάζει τα ποδαράκια του, να κουνάει την ουρά του και να ανοιγοκλείνει γρήγορα τα μισάνοιχτα μάτια του, μην ανησυχήσετε. Ο σκύλος σας έχει μπει στη διαδικασία του βαθύ ύπνου.
Αν παρατηρήσετε το κατοικίδιο σας με προσοχή και συγκρίνετε τις αντιδράσεις αυτές με κάποιο άλλο δίποδο μέλος της οικογένειας σας, θα διαπιστώσετε ότι -στην πραγματικότητα- οι σκύλοι μας αντιδρούν στα όνειρα τους ακριβώς όπως αντιδρούμε και εμείς.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, ο ύπνος των σκύλων χωρίζεται σε τρία στάδια: Στο πρώτο, ο σκύλος έχει κλειστά τα μάτια του, αλλά βρίσκεται σε εγρήγορση. Στο δεύτερο, κοιμάται ελαφρά, οι χτύποι της καρδιάς του... πέφτουν και ξυπνά με το παραμικρό και, στο τρίτο στάδιο, αυτό του βαθύ ύπνου, ονειρεύεται. Τα όνειρα του σκύλου μας (σε σύγκριση με τα δικά μας) είναι πολύ πιο σύντομα σε διάρκεια και πολύ πιο έντονα. Και, όπως έχουν αποδείξει οι έρευνες, η συχνότητα των ονείρων τους φαίνεται πως σχετίζεται με την ηλικία τους. Οι σκύλοι νεαρής ηλικίας ονειρεύονται πιο συχνά από τους μεγαλύτερους σκύλους.
Τι όνειρα βλέπουν, όμως, οι σκύλοι μας; Την ίδια στιγμή που εμείς προσπαθούμε να μπούμε στο μυαλό τους και να καταλάβουμε -ανάλογα με τις αντιδράσεις τους- αν βλέπουν ένα ωραίο όνειρο ή έναν εφιάλτη, σκεπτόμενοι ότι μπορεί να ονειρεύονται ένα λουκούλλειο γεύμα ή ότι τσακώνονται με άλλους άγριους σκύλους, οι ερευνητές αδυνατούν να δώσουν μια σαφή απάντηση. Εικάζουν, ωστόσο, ότι τα όνειρα τους εξαρτώνται από τις καθημερινές τους εμπειρίες, δεδομένου ότι οι αποθήκες της μνήμης του σκύλου μας χρειάζονται αναδιοργάνωση, όπως ακριβώς και οι δικές μας. «Οι σκύλοι σκέφτονται και έχουν μνήμη, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ονειρεύονται θέματα που είναι στη ζωή τους. Ονειρεύονται ανθρώπους, άλλους σκύλους, φαγητό και παιχνίδι» υποστηρίζουν κάποιοι, που θεωρούν ότι μέσω των ονείρων τους οι σκύλοι επεξεργάζονται ό,τι βιώνουν και καταγράφεται στη μνήμη τους.
Αν ο σκύλος μας δεν ροχαλίζει (γιατί υπάρχει και αυτή περίπτωση) και παρατηρήσουμε ότι βλέπει κάποιο όνειρο, καλό θα ήταν να μην τον ξυπνήσουμε, διότι μπορεί να τον τρομάξουμε. Όπως αναφέρουν και οι ειδικοί, οι σκύλοι μας πρέπει να κοιμούνται καλά και αδιάκοπα, και για τη σωματική και για την πνευματική τους υγεία. Αφήστε, λοιπόν, τον πιστό σας φίλο να κοιμηθεί με την ησυχία του, και ας βλέπει ότι σας ξεσκίζει τις παντόφλες ή σας κλέβει το φαγητό από το πιάτο. Πρέπει κι αυτός να πραγματοποιήσει τα όνειρα του - ακόμη κι αν είναι μόνο στον ύπνο του!   

"Ε"                   


28.4.1945 Η εκτέλεση του Μπενίτο Μουσολίνι και της Κλαρέτας Πετάτσι



Η πύλη της βίλας στο Giulino di Mezzegra, κατά της οποίας σκοτώθηκε ο Benito Mussolini μαζί με την Claretta Πετάτσι (Wikimedia Commons)

 28.4.1945
Η εκτέλεση του Μπενίτο Μουσολίνι και της Κλαρέτας Πετάτσι

 Ακριβώς πριν από 75 χρόνια σκοτώθηκαν από ιταλούς παρτιζάνους στο Giulino di Mezzegra, στην επαρχία του Κόμο.
Στις 27 Απριλίου 1945 ο σοσιαλιστής παρτιζάνος και μελλοντικός πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Σάντρο Περτίνι έκανε μια ανακοίνωσηστο Radio Milano Libera: «Εργάτες, ο φασισμός έπεσε [...] Η κεφαλή αυτής της εγκληματικής οργάνωσης, Μουσολίνι, ενώ ήταν κίτρινος από την τρομάρα και τον φόβο, προσπαθώντας να διασχίσει τα ελβετικά σύνορα, συνελήφθη. Θα πρέπει να παραδοθεί σε Λαϊκό Δικαστήριο, για να δικάστει άμεσα. Και για όλα τα θύματα του φασισμού (αλλά) και για τον ιταλικό λαό, που εξ αιτίας του φασισμού έζησε τέτοια καταστροφή θα πρέπει να εκτελεστεί. Αυτό το θέλουμε, αν και πιστεύουμε ότι για αυτόν τον άνθρωπο το εκτελεστικό απόσπασμα είναι πάρα πολύ μεγάλη τιμή. Αξίζει να σκοτωθεί σαν πληγωμένο σκύλος». Η δολοφονία έλαβε χώρα την επόμενη μέρα, το Σάββατο 28 Απριλίου, ακριβώς πριν από 75 χρόνια: με εντολή της  Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης, της οποίας ήταν επικεφαλής ο Pertini,
Ο Μουσολίνι πέθανε μαζί με την ερωμενη του, Κλαρέτα Πετάτσι. Για να καταλάβουμε γιατί η Πετάτσι παρέμεινε δίπλα στον Μουσολίνι μέχρι το θάνατό του, είναι χρήσιμο να δούμε εν συντομία την εξέλιξη της ιστορίας  τους, η οποία ξεκίνησε 13 χρόνια νωρίτερα.


Η Μουσολίνι και ο Πετάτσι συναντήθηκαν για πρώτη φορά διασχίζώντας με αυτοκίνητο τη Via del Mare μεταξύ Ρώμης και Ostia, ενώ ήταν με την οικογένειά της.  Η Πετάτσι ήταν ερωτευμένη με τον Mussolini για χρόνια, ακόμη και χωρίς να τον έχει γνωρίσει από κοντά. Αρκεί να σκεφτείτε ότι του έστειλε το πρώτο γράμμα όταν ήταν 14 ετών, μετά την επίθεση της Violet Gibson που τον τραυμάτησε στο πρόσωπο, το 1926. Με την ευκαιρία εκείνη η Πετάτσι όριζε τον εαυτό της « η μικρή φασίστρια από την πρώτη στιγμή» και δήλωνε την αγάπη της για τον Μουσολίνι. Όταν τον συνάντησε από κοντά, ο έρωτάς της γι’ αυτόν αυξήθηκε, ωθώντας την να επικοινωνήσει μαζί του επίμονα, στέλνοντάς του γράμματα και ζητώντας του να γίνει δεκτή στο Palazzo Venezia. Παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας αφού όταν γνώριστηκαν για πρώτη φορά η Πετάτσι ήταν 20 ετών ενώ εκείνος 49. Οι δυο τους ξεκίνησαν μια ταραχώδη σχέση που αντιστάθηκε επίσης στο γάμο της Πετάτσι με τον αξιωματικό της Πολεμικής Αεροπορίας Ρικάρντο Φεντερίκα, από τον οποίο χώρισε το 1936. Ο Μουσολίνι, ωστόσο, παρέμεινε παντρεμένος με τη Rachele Guidi καθ' όλη τη διάρκεια της σχέσης τους, και περιστασιακά είχε σχέσεις και με άλλες γυναίκες


Της Πετάτσι της άρεσε μετά μανίας το γράψιμο: έτσι κατέγραφε κάθε συνάντηση της με τον Μουσολίνι στο ημερολόγιο της και φύλαγε κάθε γράμμα του ενώ κατέγραφε και κάθε τηλεφώνημά του παρά το γεγονός ότι της είχε ζητήσει ρητά να μην το κάνει. Τα απομνημονεύματά της και οι επιστολές της λένε όχι μόνο για την αγάπη τους αλλά και για τα πολιτικά τεκταινόμενα, και αναδεικνύουν την αφοσίωσή της στη φασιστική υπόθεση, συχνά πιο πειστική και ασυμβίβαστη από αυτόν τον ίδιο τον Μουσολίνι, ειδικά κατά την περίοδο μεταξύ 1943 και 1945. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο φασισμός ασκούσε την περιορισμένη πλέον εξουσία του στη Βόρεια Ιταλία - η κυβέρνηση της νέας φασιστικής εξουσίας είχε την έδρα της στο Salò - και ο Μουσολίνι παράπαιε  μεταξύ της απογοήτευσης και της ελπίδας λύτρωσης, την στιγμή που στην υπόλοιπη Ιταλία οι δυνάμεις της Αντίστασης  αγωνιζόντουσαν για να απελευθερωθεί η χώρα από τη ναζιστική κατοχή.
"Στις επαρχίες των Άλπεων και της Αδριατικής", γράφει ο Μουσολίνι σε επιστολή της 3ης Φεβρουαρίου 1944 που απευθύνεται στην Πετάτσι, "το όνομά μου αγνοείται απολύτως και γελοιοποιείται η κυβέρνησή μου".


Ο Μουσολίνι είχε ένα σχέδιο να αντισταθεί αν τα πράγματα χειροτέρευαν για τη φασιστική του δημοκρατία που  συνίστατο από αυτό που ονομαζόταν “Ridotto Alpino Repubblicano” (RAR), ένα τελευταίο στρατιωτικό προπύργιο στη Valtellina, που ήταν μεταξύ των εδαφών που διοικούσε η κυβέρνηση στο Salò και ήταν εύκολα προσβάσιμο από το Μιλάνο, όπου ο Μουσολίνι έδωσε την τελευταία δημόσια ομιλία του. Στο Teatro Lirico, τον Δεκέμβριο του 1944, έκανε μια έκκληση με τους συνηθισμένους τόνους του για να να διατηρηθεί η λεγόμενη γραμμή του Πάδου ποταμού και να αντισταθεί στην προέλαση των Συμμάχων. Εν τω μεταξύ, ωστόσο, ο Μουσολίνι και τα ανώτερα στελέχη του  ανέπτυσαν σχέδιο να υποχωρήσουν στην Valtellina .
Την εποχή της αγγλοαμερικανικής επίθεσης την άνοιξη, ωστόσο, το πρότζεκτ Alpine Ridotto δεν υλοποιήθηκε για διάφορους λόγους, κυρίως λόγω της εσωτερικής αποδιοργάνωσης του φασιστικού κόμματος. Η μεταφορά προμηθειών και εξοπλισμού δεν ξεκίνησε εγκαίρως και επίσης ο στρατάρχος Graziani, υπουργός του πολέμου, ήταν ενάντια στην επιχείρηση, η οποία ωστόσο δεν είχε εγκριθεί από τους Γερμανούς που είχαν ήδη διαπραγματευτεί με τους Συμμάχους για την παράδοση τους. 


Από τις 19 Απριλίου ο Μουσολίνι εγκαταστάθηκε στο νομό του Μιλάνου μαζί με  την φασιστική ιεραρχία, που στη συνέχεια θα σκοτωνόταν μαζί του, προσπαθώντας να καταλάβει ποιες λύσεις είχε τις στιγμές εκείνες στη διάθεσή του. Ήδη από τον Μάρτιο είχε υποβάλει πρόταση παράδοσης στους Συμμάχους μέσω του αρχιεπισκόπου του Μιλάνου Ildefonso Schuster, αλλά οι Αγγλοαμερικανοί ήθελαν μια άνευ όρων παράδοση τους. Στη συνέχεια, επικοινώνησε με τις ελβετικές αρχές για να του επιτραπεί η συνοριακή διέλευση τους, αλλά του την αρνήθηκαν. Η ιδέα του πρότζεκτ Alpine Ridotto παρέμεινε σε συζήτηση μέχρι τις 25 Απριλίου, αλλά τότε ήταν σαφές πλέον ότι ούτε και αυτή η δυνατότητα ήταν βιώσιμη. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να βρει τρόπο να ξεφύγει.
Στις 25 Απριλίου, ενώ οι εξεγέρσεις έξω από την πόλη ήταν ήδη σε εξέλιξη, ο Μουσολίνι συναντήθηκε για τελευταία φορά με τον Καρδινάλιο Σούστερ, σε μια ακραία προσπάθεια να αποφευχθεί η αναμέτρηση. Σύμφωνα με όσα είπε ο ίδιος ο καρδινάλιος χρόνια αργότερα, ο Μουσολίνι του είπε ότι ήθελε να συνεχίσει να πολεμά από τα βουνά με "τρεις χιλιάδες μαυροχιτώνες " και στη συνέχεια να παραδοθεί. "Μην εξαπατάς τον εαυτό σου, Ντούτσε, ξέρω ότι οι μελανοχιτώνες σου είναι μόνο τριακόσιοι, και όχι τρεις χιλιάδες, καθώς θέλεις να πιστεύεις", είπε ο Schuster. Ο Μουσολίνι απάντησε: "Δεν έχω ψευδαισθήσεις."
Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί αν ο Μουσολίνι είχε πραγματικά σκεφτεί την ιδέα της αντιπαράθεσης, αλλά σε κάθε περίπτωση τις επόμενες ώρες μετά τη συνομιλία με τον Σούστερ αποφάσισε να προσπαθήσει να περάσει παράνομα τα σύνορα. Πήγε στο Κόμο με τις υπόλοιπες δυνάμεις και με μια ομάδα στελεχών του. Από εκεί ενσωματώθηκε σε μια φάλαγγα γερμανικών οχημάτων, μεταμφιεσμένος σε Γερμανό στρατιώτη. Ήταν 27 Απριλίου.


Στα περίχωρα του Ντόνγκο, στη δυτική όχθη της λίμνης Κόμο, η φάλαγγα καθηλώθηκε από τους αντάρτες της 52ης ταξιαρχίας Γκαριμπαλντί "Luigi Clerici". Στη γερμανική διοίκηση δόθηκε η ευκαιρία να περάσει το μπλόκο, αρκεί η σταματημένη φάλαγγα οχημάτων να ελεγχθεί όχημα - όχημα για να εντοπιστούν οι ηγέτες του φασιστικού καθεστώτος. Οι Γερμανοί αποδέχτηκαν τον όρο των ανταρτών, αλλά οι φασίστες αντιτάχθηκαν στην εντολή να παραδώσουν τα όπλα τους. Ξεκίνησε τότε μια 20λεπτη ανταλλαγή πυροβολισμών, στο τέλος της οποίας οι φασίστες παραδόθηκαν και ο Μουσολίνι αναγνωρίστηκε, συνελήφθη και μεταφέρθηκε σε κοντινούς στρατώνες μαζί με την Κλαρέτα Πετάτσι, η οποία είχε προηγουμένως βρεθεί μαζί του στο Μιλάνο και από εκεί έφυγαν μαζί.


Η τελευταία ομιλία του Ντούτσε στο Μιλάνο

Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, ο επικεφαλής - υπεύθυνος για την οργάνωση της επιτήρησης των κρατουμένων είχε την ιδέα να υποχρεώσει τον Μουσολίνι να γράψει ένα σημείωμα ως ιστορική μαρτυρία: είναι πιθανώς και το τελευταίο γνωστό γραπτό του Μουσολίνι. Το όνομα του επικεφαλής ήταν ο Giorgio Buffelli και περιγράφει το συμβάν ως εξής :
Ο Μουσολίνι συνεχίζει να περπατά. Είχα μια ιδέα. Θέλησα να μου γράψει δύο γραμμές αναμνηστικές. Περιμένω να περπατήσει σχεδόν κοντά μου, πέρνω ένα στυλό στο χέρι μου, σχίζω μισό φύλλο χαρτιού και όταν με προσπερνάει, του λέω: «Σας πειράζει να γράψετε δύο γραμμές;». Γίνεται ξαφνικά κατσούφης και στη συνέχεια απαντά: "Τι είναι αυτό, μια έκθεση ανάκρισης;". Τον διαβεβαιώνω: «Όχι, δεν έχω καμία τέτοια διαταγή και αν τυχόν είχα θα την εφάρμοζα πιστά. Είναι απλώς μια δήλωση για να δείξουμε ότι είμαστε η 52η Ταξιαρχία Garibaldi που σας σταμάτησε» "Τι, καυχιέσαι γι 'αυτό;" Δεν ήξερα τι να του απαντήσω καθώς διαπίστωνα  ότι το γεγονός της γραφής τον ενοχλούσε πολύ. "Ξέρετε, θα λυπηθώ να ακούσω, αύριο, ότι ίσως σας σταματήσαμε στο Τσιαβέννα ... Μεράνο ... και έτσι να παρουσιάσουν μια αναληθή ιστορία ... αν πάλι θέλετε να γίνει έτσι ...". Γίνεται πιο υπάκουος και βλέπω ότι λυπάται που δεν είναι ικανοποιημένος με αυτά. «Εντάξει λοιπόν», λέει, «αλλά μόνο με τη μορφή ιστορικού κειμήλιου». «Ας είναι», απαντώ. «Τι πρέπει να γράψω», ρωτάει. "Γράψτε έτσι: (και γράφει) Η 52η Ταξιαρχία Garibaldina με συνέλαβε σήμερα την Παρασκευή 27 Απριλίου στην πλατεία Dongo . " Τότε προσθέτω: "Τώρα πείτε για την συμπεριφορά μας απέναντί σας ". Και προσθέτει με δική του πρωτοβουλία: «Η συμπεριφορά τους κατά τη διάρκεια και μετά τη σύλληψη είναι σωστή . Τότε το υπογράφει και μου το δίνει. Παίρνω το φυλλάδιο, το διπλώνω, τον ευχαριστώ και το βάζω στην τσέπη μου.


Εκείνο το βράδυ ο Μουσολίνι και ο Πετάτσι μεταφέρθηκαν σε μια ιδιωτική κατοικία μεταξύ του Αζζάνο και του Μετζέγκρα, περίπου 20 χιλιόμετρα από το Ντόνγκο, όπου πέρασαν την τελευταία νύχτα. Η ηγεσία της Εθνικής Απελευθερωτικής Επιτροπής (National Liberation Committee)  που εδρεύει στο Μιλάνο ήταν σταθερή στην απόφαση να μην παραδώσει τον Μουσολίνι στους Συμμάχους και ο παρτιζάνος Walter Audisio, γνωστός με το παρατσούκλι "Valerio", έλαβε εντολή για την εκτέλεση της θανατικής ποινής.


Μαζί με τον Μουσολίνι οι αντάρτες συνέλαβαν και πάνω από πενήντα φασίστες ηγέτες με τις οικογένειές τους που βρέθηκαν στο κομβόι και συνελήφθησαν από τους αντάρτες. Εκτός από το Μουσολίνι και την Πετάτσι, δεκαέξι από αυτούς θα εκτελεστούν με συνοπτικές διαδικασίες την επόμενη ημέρα και άλλοι δέκα θα πέσουν νεκροί μέσα σε δύο νύχτες. Οι μάχες συνεχίζονταν στην περιοχή γύρω από το Ντόγκο. Φοβούμενοι ότι υποστηρικτές του φασισμού μπορεί να προσπαθούσαν να διασώσουν τον Μουσολίνι και την Πετάτσι, οι αντάρτες τους οδήγησαν, στη μέση της νύχτας, στο προαναφερόμενο αγρόκτημα. Ο Μουσολίνι και η Πετάτσι πέρασαν εκεί το υπόλοιπο της νύχτας και το μεγαλύτερο μέρος της επόμενης ημέρας.
 Υπάρχουν πολλές και διαφορετικές εξηγήσεις για τη γρήγορη εκτέλεση του Μουσολίνι. Μία από τις πιο δημοφιλείς είναι ότι, ο θάνατός του είχε διαταχθεί πολύ πριν τη σύλληψή του. Γεγονός είναι ότι ο Μουσολίνι και η Πετάτσι αιφνιδιάστηκαν, την ώρα που έκαναν βόλτα στον κήπο του σπιτιού. Τότε ορισμένοι αντάρτες, εκτελώντας εντολές, τους ακινητοποίησαν για να γίνει ένα πρόχειρο λαϊκό δικαστήριο. Όταν άκουσε την ποινή του θανάτου, ο Μουσολίνι φώναξε: «Επιτρέψτε μου να σώσω τη ζωή μου και εγώ θα σας δώσω μια αυτοκρατορία!» Η Πετάτσι πέρασε τα χέρια της γύρω από τον Μουσολίνι και φώναξε, «Όχι, δεν πρέπει να πεθάνει». Εκίνη τη στιγμή ο εκτελεστής τους την πυροβόλησε και η ερωμένη του Ιταλού ηγέτη έπεσε κάτω. Ο Μουσολίνι τότε, άνοιξε το σακάκι του και φώναξε, «Ρίξε μου στο στήθος!» Ο Γουόλτερ Αουντίζιο, που σημάδευε τον Μουσολίνι, δεν δίστασε. Ο Ντούτσε έπεσε αλλά δεν ήταν νεκρός. Μια άλλη σφαίρα καρφώθηκε στο στήθος του για να σιγουρευτούν οι αντάρτες. Οι σοροί τους πετάχτηκαν στο πίσω μέρος ενός φορτηγού, μαζί με εκείνες των 16 συνεργατών του Μουσολίνι, και μεταφέρθηκαν στο Μιλάνο.  


Οι εγκέφαλοι του φασισμού που βούτηξαν στον πόλεμο την Ιταλία, κείτονταν τώρα στην λάσπη και το βούρκο σε μια πλατεία στο κέντρο του Μιλάνου. Περισσότερα από 5.000 άτομα συγκεντρώθηκαν για να δουν τα πτώματα που σηματοδοτούσαν το οριστικό τέλος στο φασισμό. Όσοι κατάφερναν να φτάσουν κοντά στις σορούς ουρούσαν πάνω τους ως ένδειξη χλεύης. Μια γυναίκα που σύμφωνα με τις αναφορές, πυροβόλησε πέντε φορές στο σώμα του νεκρού Μουσολίνι, είπε κλαίγοντας: "Πέντε σφαίρες για τους πέντε γιους μου που δολοφονήθηκαν" Το πλήθος παραληρούσε και μικρή ομάδα ανταρτών κρέμασε τα πτώματα ανάποδα, ενώ οι ένοπλοι αντάρτες έκαναν μεγάλη προσπάθεια να κρατήσουν πίσω τον κόσμο. Ένα κύμα ανθρώπων θα προσπαθήσει να τους περάσει για να διαπομπεύσει ακόμη περισσότερο τις σορούς, ωστόσο αυτό θα αποφευχθεί, με πυροβολισμούς στον αέρα. Νωρίς το πρωί, οι σοροί κατέβηκαν. Το κεφάλι του Μουσολίνι είχε τοποθετηθεί πάνω στο στήθος της νεκρής ερωμένης του. Το σώμα της είχε αρκετές τρύπες από σφαίρες και οι λεκέδες αίματος έδωσαν ένα βυσσινί χρώμα στη φίνα λευκή μπλούζα με βολάν, η οποία ως εκ θαύματος είχε ξεφύγει από τη βρωμιά που κάλυπτε τους υπόλοιπους. Το πρόσωπο του Μουσολίνι ήταν σταχτί γκρι. Φορούσε στρατιωτικό μπουφάν και το γκρι παντελόνι ιππασίας της ιταλικής πολιτοφυλακής, το οποίο είχε μια μικρή κόκκινη λωρίδα στις πλευρές. Όμως, ο αέρας του μεγαλείου, που κάποτε περιέβαλλε το γιο του σιδηρουργού, είχε εξαφανιστεί. Το σώμα του, είχε κακοποιηθεί βάναυσα και ήταν καλυμμένο με βρωμιά. Φορούσε τις ψηλές μαύρες μπότες, αλλά δεν υπήρχε πουθενά η λάμψη τους. 


Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για τις τελευταίες ώρες του Μουσολίνι. Ωστόσο, τα περισσότερα από τα βιβλία και τα ντοκιμαντέρ δεν έχουν επαρκή ιστορική αυστηρότητα: βασίζονται σε μερικές, έμμεσες ή μπερδεμένες μαρτυρίες ή χρησιμοποιούν ορισμένα στοιχεία της ιστορίας, δίνοντας έμφαση στις μυστηριώδεις πτυχές, όπως η εξαφάνιση των περιουσιακών στοιχείων που ανήκαν στον Μουσολίνι ή ο θάνατος σε ασαφείς συνθήκες του κομματικού «Capitano Neri». Σε αυτές τις εκδοχές - όπως αυτή του Giorgio Pisanò, πρώην φασίστα και ενός από τους ιδρυτές του ιταλικού κοινωνικού κινήματος - αμφισβητείται ο εκτελεστής της δολοφονίας και η δυναμική του συμβάντος.  Οι αμφισβητίες βασιζονται στο γεγονός ότι οι μαρτυρίες των τριών δραστών της εκτέλεσης είναι ελαφρώς διαφορετικές σε ορισμένες μη ουσιαστικές λεπτομέρειες.


Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι η εντολή προήλθε από την ηγεσία της Αντίστασης και ότι εκτελέστηκε στο Giulino di Mezzegra από τον "Valerio" και από δύο άλλους αντάρτες, τον Aldo Lampredi και τον Michele Moretti, το απόγευμα της 28ης Απριλίου. Η ποινή, που εκτελέστηκε χωρίς διμοιρία, δεν περιελάμβανε την Πετάτσι: ωστόσο η Πετάτσι φέρεται να προσκολλήθηκε στον Μουσολίνι τη στιγμή των πυροβολισμών και πέθανε επίσης. Τα πτώματα των δύο μεταφέρθηκαν στο Μιλάνο με ένα φορτηγό μαζί με άλλους νεκρούς φασίστες, για να τα εκθέσουν στο ακριβές σημείο της Piazzale Loreto, όπου πυροβολήθηκαν 15 οπαδοί περίπου οκτώ μήνες νωρίτερα.
Όπως έγραψαν οι Mimmo Franzinelli και Marcello Flores στην Ιστορία της Αντίστασης, ο Mussolini, πεθαμένος, παρέμεινε ακούσια συνεπής με ένα επαναλαμβανόμενο σύνθημα του φασισμού: "Αν προχωρήσω, ακολουθήστε με, αν πάω πίσω, σκοτώστε με."
Δύο ημέρες αργότερα, ο σύμμαχός του Χίτλερ θα έπεφτε επίσης νεκρός. 



Πηγές:

Wikipedia