Translate -TRANSLATE -

Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2019

Νικου Μαραντζιδη : Η διαχείριση του τέλους του Εμφυλίου από το ΚΚΕ


Ο Βαν Φλιτ στέκεται τέρμα δεξιά, δίπλα του ο στρατηγός Θρασύβουλος Τσακαλώτος και ο αξιωματικός που δείχνει είναι λογικά ο Δημήτριος Γιαντζής ί


Η διαχείριση του τέλους του Εμφυλίου από το ΚΚΕ

Του Νικου Μαραντζιδη*

Στις 27 Αυγούστου 1948, μετά δηλαδή τις μάχες στον Γράμμο και την υποχώρηση στο Βίτσι, η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση δημιούργησε με τον υπ' αριθμ. 17 νόμο, το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο του ΔΣΕ, που: «εξετάζει τη στρατιωτικο-πολιτική κατάσταση και τα ζητήματα της οργάνωσης και διοίκησης του Στρατού και αποφασίζει για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων». Στην πραγματικότητα, η συγκρότηση του Ανώτατου Πολεμικού Συμβουλίου ήταν απόφαση του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ, δύο ημέρες νωρίτερα με στόχο την περιθωριοποίηση του Μάρκου Βαφειάδη, την οργανωτική ανασυγκρότηση και τον στενότερο ακόμη έλεγχο της ηγεσίας του κόμματος πάνω στον ΔΣΕ.
Βασικό αποτέλεσμα αυτής της οργανωτικής ανασυγκρότησης ήταν η μετατροπή του ΔΣΕ σε τακτικό στρατό με Γενικό Αρχηγείο που ήταν οργανωμένο σε τρία επιτελικά Γραφεία και μια σειρά από Διευθύνσεις (Επιμελητεία, Υγειονομικό, Μεταφορές, Οχύρωση, Μηχανικό, Διαφώτιση, Διαβιβάσεις, Κρυπτογραφικό, Υπηρεσία Στρατιωτικής Ασφάλειας και Δικαστικό).
Οι μεγάλες μονάδες του ΔΣΕ ήταν οι παρακάτω: 1η Μεραρχία (Θεσσαλία), 2η Μεραρχία (Ρούμελη), 3η Μεραρχία (Πελοπόννησος), 6η Μεραρχία (Κεντρική Μακεδονία), 7η Μεραρχία (Ανατολική Μακεδονία και Θράκη), 8η Μεραρχία (Ηπειρος), 9η Μεραρχία (Καστοριά), 10η Μεραρχία (Καστοριά), 11η Μεραρχία (Φλώρινα), 24η Ταξιαρχία (Καϊμακτσαλάν). Παρά τις διάφορες δομές που συγκροτήθηκαν (Γενικό Αρχηγείο, Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο), προκειμένου να εμφανιστεί μία κεντρική δομή στο εσωτερικό της οποίας κατανέμονται ρόλοι και ευθύνες, είναι σαφές πως τα πολεμικά πεπραγμένα περνούσαν στο σύνολό τους από το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ.

«Τα καθήκοντα του ΔΣΕ» σε συνθήκες Ψυχρού Πολέμου





Από τους πρώτους μήνες του 1949 οι Σοβιετικοί άρχισαν να προσανατολίζονται στη λήξη του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα. Έβλεπαν πως το κομμουνιστικό αντάρτικο όχι μόνο δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες που η ηγεσία του είχε δημιουργήσει, αλλά επιπλέον αποτελούσε έναν παράγοντα που μπορούσε να αποσταθεροποιήσει την περιοχή προς όφελος των Αμερικανών. Τα ελληνικά στρατιωτικά σχέδια για εισβολή στην Αλβανία αναδείκνυαν την ανάγκη για κάποιο συμβιβασμό από την πλευρά των κομμουνιστών και είχαν άμεση επίπτωση στην ποσότητα της παρεχόμενης βοήθειας.
Στις αρχές Απριλίου 1949, ο Ζαχαριάδης κλήθηκε στη Μόσχα για να του ανακοινωθούν τα άσχημα νέα: έπρεπε το αντάρτικο να σταματήσει. Με την επιστροφή στον Γράμμο στις 19 Απριλίου 1949 γνωστοποίησε το πρόβλημα στους συντρόφους του. Αμέσως η αποστολή βοήθειας διακόπηκε όπως και κάθε διέλευση από τα ελληνο-αλβανικά και τα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα. Τον Μάιο, πάντως, άνοιξαν και πάλι τα σύνορα και η βοήθεια ξανάρχισε να έρχεται, και η ηγεσία του ΚΚΕ ετοιμάστηκε εκ νέου για τη μεγάλη αντεπίθεση. Επρόκειτο για μια αλλαγή στη στάση της ΕΣΣΔ, συνδεδεμένη με τις διεθνείς διπλωματικές εξελίξεις. Η αλλαγή στάσης δείχνει αναμφίβολα τη δυστοκία των Σοβιετικών να σταματήσουν πολιτικά τον ένοπλο αγώνα στην Ελλάδα. Οποιαδήποτε θετική για αυτούς εξέλιξη στο πεδίο των μαχών θα μπορούσε να σημάνει την αναζωπύρωσή του.
Όμως, η κατάσταση δεν ήταν, πλέον, αναστρέψιμη για το ΚΚΕ. Ουσιαστικά, από την ήττα στον Γράμμο το προηγούμενο καλοκαίρι, και οριστικά, μετά την παταγώδη αποτυχία του ΔΣΕ στη μάχη της Φλώρινας στις 12 Φεβρουαρίου 1949, τα πράγματα οδηγούσαν σταθερά στην τελική ήττα. Οι δυνάμεις του ΚΚΕ συρρικνώνονταν, ενώ οι αντίπαλοί τους του Εθνικού Στρατού δυνάμωναν.

Η παραδοχή της ήττας


Το τέλος του Εμφυλίου, στις βουνοκορφές του όμορφου όρους Γράμμου ήρθε τον Αύγουστο του 1949. Από πλευράς όμως στρατηγικών, φιλοδοξιών και κινήσεων η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας έκανε κάποιο διάστημα μέχρι να αποδεχτεί αυτό που πολλοί είχαν καταλάβει από νωρίς: την ήττα του ΚΚΕ στον Εμφύλιο.
Τον Σεπτέμβριο του 1949, ο Ζαχαριάδης συνέταξε επιστολή προς τον Στάλιν, με την οποία ανακοίνωσε την ήττα και την υποχώρηση του ΔΣΕ αλλά ταυτόχρονα διατύπωσε την επιδίωξή του για «διατήρηση και ενίσχυση του παρτιζάνικου αγώνα σ' όλη τη χώρα» και έκρινε απαραίτητη την προετοιμασία και ενίσχυση «πολιτικά, οργανωτικά και στρατιωτικά» των δυνάμεων του ΚΚΕ στο εξωτερικό. Τελικά, υπογράμμιζε πως «εφόσον θα αναπτύξουμε τους μαζικούς και λαϊκούς αγώνες, θα διατηρήσουμε την παρτιζάνικη δραστηριότητα σ' όλη τη χώρα έχοντας έτοιμες τις δυνάμεις μας στο εξωτερικό και σε σχέση με τη διαμόρφωση της διεθνούς κατάστασης θα μπορέσουμε την κατάλληλη στιγμή να γενικεύσουμε πάλι τον ένοπλο αγώνα για την ανατροπή του μοναρχοφασισμού».
Τον Σεπτέμβριο του 1949 δημοσιεύτηκε με τίτλο «Η εξέλιξη της κατάστασης και τα καθήκοντα του ΔΣΕ» η απόφαση του Πολιτικού Γραφείου που κινούνταν στο παραπάνω πνεύμα.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 9 Οκτωβρίου 1949, συνήλθε η 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, που οι αποφάσεις της συμπυκνώθηκαν στο σύνθημα «το όπλο παρά πόδα». Η πολιτική του «όπλου παρά πόδα», δηλαδή, η πολιτική θέση της ηγεσίας πως αυτό που συνέβη τον Αύγουστο του 1949 στον Γράμμο επρόκειτο για προσωρινή υποχώρηση μέχρι να διαμορφωθούν οι όροι για μια νέα αντεπίθεση, παρέμεινε η βασική γραμμή του κόμματος μέχρι τον θάνατο του Στάλιν το 1953. Η γραμμή αυτή δεν ήταν ένα σύνθημα για εσωτερική κατανάλωση, ούτε απηχούσε απλώς την ανάγκη του κόμματος για προσαρμογή στις νέες συνθήκες μετά την ήττα. Προσαρμοσμένη στις ελληνικές συνθήκες, εναρμονιζόταν απολύτως με τη γραμμή της έντασης που η γραμμή της Κομινφόρμ, με την υιοθέτηση της έκθεσης Ζντάνοφ, περί δύο αντίπαλων παγκοσμίων στρατοπέδων από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής της το 1947 οριοθέτησε απέναντι στον δυτικό κόσμο.

Διαφωνίες των αρχηγών και τραγωδίες των μαχητών


Με το τέλος του Εμφυλίου, η επιθυμία της ηγεσίας του ΚΚΕ ήταν να γίνει η Αλβανία ο χώρος ανασυγκρότησης των δυνάμεων του ΔΣΕ, προκειμένου από εκεί να επιχειρήσει το κομμουνιστικό αντάρτικο μια νέα είσοδο στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, η γειτονική χώρα προοριζόταν να γίνει το καθοδηγητικό κέντρο όλων των δράσεων του κόμματος στην Ελλάδα, επειδή «η Αλβανία προσφέρεται γεωγραφικά περισσότερο από κάθε άλλη χώρα για την καθοδήγηση από το εξωτερικό της δράσης του ΚΚΕ στην Ελλάδα» ιδιαίτερα μάλιστα για τα «αντάρτικα τμήματά μας που παρέμειναν και δρουν στην Ελλάδα και που έχουν ανάγκη απεδώ καθοδήγησης και ανεφοδιασμού». Οι Αλβανοί ρώτησαν τον Στάλιν για το θέμα αυτό. Ο τελευταίος ήταν αρνητικός καθώς θεώρησε εξαιρετικά επικίνδυνο για την εδαφική ακεραιότητα της Αλβανίας ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Μετά μια ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δύο κομμάτων οι τόνοι ανέβηκαν και άρχισαν οι αλληλοκατηγορίες.
Τον Νοέμβριο του 1949, ο Ενβέρ Χότζα ειδοποίησε τον Ζαχαριάδη πως αυτός και οι δικοί του ήταν ανεπιθύμητοι στη χώρα και πως θα έπρεπε να την εγκαταλείψουν. Τον Ιανουάριο του 1950, ο Ζαχαριάδης και ο Παρτσαλίδης εκ μέρους του ΚΚΕ και ο Χότζα με τον Σέχου, εκ μέρους του Αλβανικού Κόμματος Εργασίας, συναντήθηκαν στη Μόσχα παρουσία του Στάλιν, προκειμένου να ασκηθεί κριτική στο ΚΚΕ για την ήττα στον Εμφύλιο και να βρεθεί και ένας συμβιβασμός ανάμεσα στα δύο κόμματα.
Η άρνηση της ηγεσίας του ΚΚΕ να αποδεχτεί την ήττα του στρατού της στον Εμφύλιο, είχε αρνητικές συνέπειες, τόσο για το ΚΚΕ όσο και για τη χώρα. Στο εσωτερικό, ο ΔΣΕ σκόρπισε μερικές εκατοντάδες ανταρτών σε διάφορα σημεία της χώρας. Συνέβαλε έτσι στη διαιώνιση της προσωπικής τραγωδίας των εναπομεινάντων μαχητών του ΔΣΕ, και στην παράταση του κλίματος εμφυλίου πολέμου. Πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της τραγωδίας της 7ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, που υποχρεώθηκε να παραμείνει στο ελληνικό έδαφος και μετά το καλοκαίρι του 1949. Μετά μια σειρά αποτυχημένων επιχειρήσεων στη μονάδα επικράτησε παράνοια. Πολλοί μαχητές της μονάδας βασανίστηκαν άγρια από τους καθοδηγητές συντρόφους τους, στην προσπάθεια αναζήτησης των «πρακτόρων» που κυκλοφορούσαν στις γραμμές του ΔΣΕ και υπονόμευαν την αποτελεσματικότητά του.
Στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, το ΚΚΕ σε πλήρη συνεργασία με τις Λαϊκές Δημοκρατίες οργάνωσε στρατόπεδα εκπαίδευσης ανταρτών, προκειμένου αυτοί στη συνέχεια να εισέλθουν παράνομα στην Ελλάδα με σκοπό να προξενήσουν δολιοφθορές και να συμμετάσχουν και σε άλλες παράνομες δραστηριότητες. Η δράση του αυτή το ενέπλεξε σε «ιστορίες κατασκοπείας» που βρίσκονταν, βέβαια, σε απόλυτη αντιστοιχία με την κουλτούρα του Ψυχρού Πολέμου.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και το Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.


28 Αυγούστου 1948. Εκτελείται η Ελένη Γκατζογιάννη

Η Ελένη Γκατζογιάννη με τον γιο της, Νίκο, στα δεξιά


28 Αυγούστου 1948. Η εκτέλεση της Ελένης Γκατζογιάννη από κομμουνιστές αντάρτες

Η «Ελένη» του Ελληνοαμερικανού Νίκου Γκατζογιάννη ήταν η ταινία που τη δεκαετία του ’80 έδωσε το έναυσμα ώστε να ανοίξει  ξανά ο δημόσιος διάλογος για τον Εμφύλιο Πόλεμο στην Ελλάδα. Πολλές φορές με αφορισμούς και πάθος.
Το κεντρικό της θέμα, η εκτέλεση της Ελένης Γκατζογιάννη από κομμουνιστές αντάρτες, ξεσήκωσε κύματα αντιδράσεων στους κόλπους της αριστεράς και αναζωπύρωσε τη διαμάχη μεταξύ των δύο ιδεολογικών πόλων.
Η ιστορία
Ο Νίκος Γκατζογιάννης γεννήθηκε στη Λια της Θεσπρωτίας το 1939. Ο ίδιος και οι αδερφές του πέρασαν την παιδική τους ηλικία εν μέσω μίας από τις πιο ταραχώδεις δεκαετίες στην Ελλάδα. Τα χρόνια της κατοχής, αλλά κυρίως η μετέπειτα περίοδος του Εμφυλίου Πολέμου στιγμάτισαν την οικογένεια Γκατζογιάννη. Η μητέρα τους, Ελένη, μεγάλωνε μόνη της τα τρία παιδιά, καθώς ο σύζυγός της είχε φύγει στην Αμερική για να εργαστεί. 
Το 1948, το χωριό Λια, όπου ζούσε η Ελένη με τα παιδιά της, είχε μετατραπεί σε προπύργιο των δυνάμεων του «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας». Ήταν η χρονιά που οι αντάρτες του «ΔΣΕ» αποφάσισαν να στρατολογήσουν τα μεγαλύτερα αγόρια, ενώ σκόπευαν να στείλουν τα μικρότερα σε γειτονικές λαϊκές δημοκρατίες.
Η Ελένη Γκατζογιάννη δεν μπορούσε να αποδεχθεί κάτι τέτοιο. Επιχείρησε να φυγαδεύσει τον μοναχογιό της, Νίκο, μαζί με άλλα είκοσι άτομα, εκτός της περιοχής που βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Δημοκρατικού Στρατού. Ωστόσο, οι αντάρτες τους πρόλαβαν. Αρχικά συνέλαβαν την Ελένη κι αφού την ανέκριναν και τη βασάνισαν, την οδήγησαν σε δημόσια δίκη.
Στις 28 Αυγούστου 1948 η 41χρονη γυναίκα εκτελέστηκε, αφήνοντας ορφανούς το Νίκο και τις αδερφές του. Μην έχοντας άλλους συγγενείς στην Ελλάδα, τα τρία παιδιά ήταν αναγκασμένα να αφήσουν τη χώρα και να εγκατασταθούν μόνιμα στην Αμερική όπου βρισκόταν ο πατέρας τους.

Η δημιουργία της «Ελένης»


Το 1983, ο 44χρονος Νίκολας Γκέιτζ, όπως λεγόταν πλέον ο Νίκος Γκατζογιάννης στην Αμερική, εξέδωσε ένα βιβλίο που εξιστορούσε τα τραγικά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στη Λια Θεσπρωτίας. Ο Νίκολας, εν τω μεταξύ, είχε εξελιχθεί σε πετυχημένο δημοσιογράφο που μεταξύ άλλων αρθρογραφούσε μόνιμα για τους «New York Times». Η «Ελένη» ήταν καρπός μιας πολύχρονης και εκτενούς έρευνας του Ελληνοαμερικανού, ο οποίος ήταν αποφασισμένος να ξετυλίξει το κουβάρι του θανάτου της μητέρας του. 


Ο Νίκολας Γκέιτζ αρθρογραφεί για τους «New York Times

Το βιβλίο σημείωσε τεράστια επιτυχία στην Αμερική. Η πρώτη έκδοση κυκλοφόρησε σε 250.000 αντίτυπα, ενώ η δεύτερη έφτασε το 1.000.000. Λίγους μήνες αργότερα, στα τέλη της ίδιας χρονιάς, το έργο διατέθηκε και στο ελληνόφωνο αναγνωστικό κοινό σε μετάφραση Αλέξανδρου Κοτζιά. Η επιτυχία που σημείωσε και στη γενέτειρά του ήταν μεγάλη, αφού μέσα σε ένα χρόνο εξαντλήθηκαν 40.000 αντίτυπα. Ωστόσο, ο έντονος διάλογος και οι αντιδράσεις άρχισαν να πυροδοτούνται όταν έγινε γνωστή η επικείμενη παραγωγή της ομώνυμης ταινίας.

Κύμα αντιδράσεων

Τα προβλήματα άρχισαν πριν ακόμα να ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Παρά τις διευκολύνσεις που παρείχε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ για τη διεξαγωγή των γυρισμάτων, τα σωματεία των τεχνικών αντέδρασαν έντονα με αποτέλεσμα το φιλμ να γυριστεί τελικά στην Ισπανία.
Η πρεμιέρα στους ελληνικούς κινηματογράφους έγινε στις 20 Μαρτίου του 1984. Η ταινία αμέσως μπήκε στο στόχαστρο των αριστερών παρατάξεων και χαρακτηρίστηκε ως «αντικομμουνιστική», «προπαγανδιστική» και «κράχτης της χρεοκοπημένης εθνικοφροσύνης». Ειδικότερα, το ΚΚΕ εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση που καλούσε τους ψηφοφόρους του να εναντιωθούν στην προβολή της «Ελένης». 

 Η ανακοίνωση της ΚΝΕ δημοσιευμένη στην εφημερίδα «Τα Νέα»


Έξω από τους κινηματογράφους, ομάδες νέων άρχισαν να μοιράζουν φέιγ βολάν και να φωνάζουν συνθήματα κατά της ταινίας, χαρακτηρίζοντάς τη φασιστική. Μάλιστα, σημειώθηκαν και προπηλακισμοί αιθουσαρχών και θεατών, πράγμα που οδήγησε τελικά στη διακοπή της προβολής της στους κινηματογράφους της επαρχίας.
Εξαιτίας των γεγονότων, άρχισαν να παίρνουν θέση και τα υπόλοιπα κόμματα για το ζήτημα, ενώ και οι αναφορές στον Τύπο μέρα με τη μέρα πλήθαιναν. Η Νέα Δημοκρατία σε ανακοίνωσή της ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «στη δημοκρατική Ελλάδα οι Έλληνες είναι ελεύθεροι να εκφράζουν τις ιδεολογικές πεποιθήσεις τους, έχουν το δικαίωμα να βλέπουν όποιες ταινίες θέλουν, η τέχνη είναι ελεύθερη και έθεσε το ερώτημα αν τόσο η ελευθερία και η τέχνη, όσο και η έκφραση γνώμης μπορεί να υπόκειται στον καταναγκασμό της ανοιχτής τρομοκρατίας και της οργανωμένης βίας ή της απειλής».
Παράλληλα, στις εφημερίδες και στα περιοδικά της εποχής πλήθος αριστερών διανοούμενων αλλά και απλών πολιτών κατέθεταν τις απόψεις τους στις αντίστοιχες στήλες. Δημιουργήθηκε, στην ουσία, ένας δημόσιος διάλογος ο οποίος συνεχίστηκε, πολλές φορές με πάθος, για τουλάχιστον ενάμιση χρόνο. 


Η Κέιτ Νέλιγκαν ως Ελένη Γκατζογιάννη στην ταινία «Ελένη»

Τελικά, αυτή η τεταμένη κατάσταση αποτέλεσε το έναυσμα μιας ευρύτερης συζήτησης, ακόμη και αν κάθε πλευρά «άκουγε» μόνο τα δικά της επιχειρήματα, τελικά εκτονώθηκε με μία υπαρκτή ανάγκη για δημόσιο διάλογο, η οποία εκκρεμούσε τρεις δεκαετίες, από τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου.