Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Για τον 3ο θάλαμο του τάφου της Αμφίπολης

Το δεύτερο φύλο της μαρμάρινης πόρτας

Οι ανασκαφές στον 3ο θάλαμο έφεραν στο φως το δεύτερο φύλο της μαρμάρινης πόρτας σε καλή κατάσταση.
The second leaf of the marble door
Date: 10/2014     source: ΥΠΠΟ

Η ομάδα σκάβει στο πάτωμα του 3ου θαλάμου

Το βάθος προς το παρόν έχει βάθος 1.40m και αυτή φαίνεται ως τεχνητή τάφρος περίπου  8τ.μ γεμάτα με άμμο.
The team is digging in the floor of the 3rd Chamber.
Date: 10/2014     source: ΥΠΠΟ

Οι οδηγοί που οδηγούν την στροφή της μαρμάρινης πόρτας

The tracks to guide the swing of Pivoting Marble doors
Date: 10/2014     source: ΥΠΠΟ

Μια λεπτομερής εικόνα από τις μαρμαρινες πόρτες

Αυτό είναι ένα μέρος της δυτικής πλευράς της  [από δύο μέρη] μαρμάρινης πόρτας, που βρέθηκε στην είσοδο του 3ου θαλάμου.
A detail view of a broken section from the Marble Pivot doors
Date: 10/2010     source: ΥΠΠΟ

Το ταβάνι

Οι αψίδες του 3ου θαλάμου την ημέρα που ανακαλύφθηκαν
The Ceiling
Date: 9/2014     source: ΥΠΠΟ

Το χαμένο μάρμαρο απάνω δεξιά που φαινόταν σαν είσοδος

Όταν οι αρχαιολόγοι είδαν για πρώτη φορά το ανοιγμα, υπέθεσαν ότι επρόκειτο για πόρτα εύρους 0,96 μέτρα που μπορούσε να οδηγήσει στην είσοδο ενός 4ου θαλάμου. Στην ανακοίνωση της 28ης Οκτωβρίου οι αρχαιολόγοι δήλωσαν ότι σαυτό το μέρος υπήρξε μάρμαρο που είχε μετακινηθεί. 
The missing marble upright that looked like a door
Date: 9/2014     source: ΥΠΠΟ

ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΣΤΟΝ 3ο ΘΑΛΑΜΟ

Supporting works inside the 3rd Chamber
Date: 10/2014     source: ΥΠΠΟ

Λίγο πριν πεθάνεις…

Λίγο πριν πεθάνεις…

Ο παππούς μου ήταν φυσικός. Ήταν και 96 χρονών (όπως ο Μητσοτάκης). Όταν τον ρωτούσαν πόσων χρονών είναι απαντούσε «χοντρικά… λίγο πριν πεθάνω». Το καλύτερο είναι ότι χαμογελούσε όταν το 'λεγε. Γνήσια, όχι μ’ αυτό το χαμόγελο-μορφασμό-κάλυμμα τρόμου. Ο παππούς μου χώρισε από τη γιαγιά μου όταν ήταν 75 χρονών. Όχι γιατί βρήκε γκόμενα αυτός. Όχι επειδή βρήκε γκόμενο η γιαγιά. Χώρισε γιατί δεν ήθελε να πηγαίνει εκδρομές σε μοναστήρια μαζί της. Σιχαινόταν επίσης τις φίλες της, που αφού γλεντοκόπησαν με συζύγους και εραστές στις Μυκόνους και τα Καζίνα της Ευρώπης, αποφάσισαν να κάνουν πλέον Πάσχα στον πανάγιο τάφο μόνο και μόνο γιατί φοβήθηκαν ότι έχουν πάρει την άγουσα για τον δικό τους τον τάφο. «Αυτές παιδί μου είναι συνηθισμένες να τα ρυθμίζουν όλα ζητώντας ρουσφέτια από τους βουλευτάδες τους», μου είπε τότε. «Ε, δεν μπορώ να τις βλέπω να μετατρέπουν και το θεό σε βουλευτή. Ανάβουν κεριά, κάνουν τάματα, φτιάχνουν φανουρόψωμα, φιλάνε οστά και κάρες αγίων, γιατί αυτή τη φορά είναι γιγάντιο το ρουσφέτι: ρετιρέ στον παράδεισο. Καλύτερα μόνος μου.»

Και πράγματι. Έζησε άλλα 20 χρόνια καλύτερα μόνος του. Ο θεός του έδωσε υγεία – ίσως επειδή δεν το ζήτησε φιλώντας στα ξεκούδουνα την κάρα του Αγίου Μηνά. Επισκεύασε και αποσύρθηκε στο σπίτι της μάνας του σ' ένα χωριό με δέκα σπίτια κάπου στη νότια Πίνδο. Το πρωί έκανε μια μεγάλη βόλτα στο βουνό και μετά διάβαζε, έφτιαχνε το φαγάκι του και έπαιρνε ένα υπνάκι. Το απόγευμα πήγαινε στο καφενείο-μπακάλικο-ταβέρνα-πρόχειρο ιατρείο και συναντούσε τους άλλους 16 κατοίκους του χωριού. Έπιναν το κρασάκι που έφερνε αυτός (είχε τρελές προμήθειες σαββατιανού που ήταν η αδυναμία του), έτρωγαν ομελέτα με αυγά απ' το κοτέτσι της κυρά Μάγδας και μανιτάρια που μαζεύει ο ανιψιός του Θωμά. Μετά το τρίτο ποτηράκι παίζανε μπιρίμπα ή τάβλι. Όταν ο παππούς ήταν στα μεγάλα κέφια του τους εξηγούσε τους νόμους που διέπουν τον κόσμο μετά παραδειγμάτων. Η αντοχή των υλικών λ.χ. εξηγήθηκε με το διαζύγιό του. «Μαλώνεις, μαλώνεις για χρόνια και νομίζεις ότι δεν πειράζει. Τα βρίσκεις και συνεχίζεις. Όμως η σχέση έχει κουραστεί. Και όταν μια μέρα ξαφνικά χωρίζεις, απορείς αφού δεν έγινε τίποτα σπουδαίο. Αλλά δεν χρειάζεται να γίνει ένα σπουδαίο. Η καταπόνηση για χρόνια κάποια στιγμή θα φέρει το σπάσιμο. Έτσι και το πανί που το βλέπει ο ήλιος καθημερινά κάποια στιγμή ξαφνικά θα διαλυθεί». Μετά γυρνούσε σπίτι του, διάβαζε λίγο ακόμα και πήγαινε για ύπνο. Ήταν ήρεμος κι ευτυχισμένος. Η μόνη με την οποία μιλούσε στην οικογένεια ήμουν εγώ.

Χτες με ειδοποίησε η κυρά Μάγδα ότι δεν είναι καλά. Πέταξα κι έφτασα δίπλα του σε μισή μέρα. Όταν μπήκα σπίτι του τον βρήκα στο κρεβάτι χάλια αλλά με καθαρές ριγέ μπυτζάμες, τριζάτα σεντόνια, μια κούπα χαμομήλι και ένα βιβλίο στο χέρι. Χαμογέλασε με όλο του το μούτρο όταν με είδε. Και μετά με μάλωσε που άφησα τις δουλειές μου και ήρθα.

-Τι κάνεις παππού; τον ρώτησα προσπαθώντας να κρύψω άτσαλα την αγωνία μου.

-Προσπαθώ να καταλάβω ποιες από τις 8 άγνωστες διαστάσεις του σύμπαντος είναι η πιο ωραία για να μετεγκατασταθώ, μου είπε και ανέμισε το βιβλίο. Το πήρα στα χέρια μου. Ήταν ένα βιβλίο που ανέλυε τη θεωρία των υπερχορδών, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της οποίας υπάρχουν, όπως μου εξήγησε, παράλληλα σύμπαντα αόρατα για μας που ζούμε στις τρεις διαστάσεις.

-Σοβαρά τώρα παππού, λες να αληθεύει αυτό; Λες να είμαστε κλεισμένοι σε μια γυάλα σαν ψάρια και να νομίζουμε ότι αυτό είναι όλο, ενώ έξω είναι το σπίτι, η πόλη, ο κόσμος, ο γαλαξίας; Λες να είμαστε κοντόφθαλμοι σαν χρυσόψαρα;

-Θα σου πω σε λίγο μετά λόγου γνώσεως, μου είπε και γέλασε περιπαικτικά. Με ξέρεις εμένα τι ψαχτήρι είμαι. Θα βρω τρόπο, θα βρω ταχυδρόμο με άδεια κυκλοφορίας μεταξύ συμπάντων και θα σε ειδοποιήσω. Υπόσχεση!

Σκάσαμε στα γέλια και αγκαλιαστήκαμε. Το βράδυ πέθανε ήσυχα στον ύπνο του. Και ξαφνικά κατάλαβα τι θα πει ακριβώς «θανάτω θάνατον πατήσας» και τον ζήλεψα.

Καλό ταξίδι παππού. Θα χω το νου μου για τον ταχυδρόμο σου…

το κορίτσι του διπλανού portal  

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.blog&id=37332

Στεργιος Μανουράς : Σιωπή



Σιωπή

στη βόλτα με τον άνεμο, συνάντησα τη σιωπή,
απρόσωπη, μελαγχολική και δύστροπη,
κοιτούσε με θολά μάτια το απέραντο κενό,
με βλέμμα που διέσχιζε τον καπνό απ' τα τσιγάρα
των ανθρώπων.
έπιασα τους κόκκους της άμμου που κυλούσαν
απ' το χέρι μου, προσπάθησα να ακούσω
τον ήχο τους όπως σάρωναν τα φθαρμένα μάρμαρα,
παρατήρησα τις στάλες της βροχής, άηχες, νότες
σε πιάνο χαλασμένο.
βημάτισα πάνω στο νοτισμένο γρασίδι,
η απουσία του ήχου ταυτίστηκε με την απουσία
του ήχου των παλμών της καρδιάς, μιας καρδιάς
που είχε αυτονομηθεί, είχε επιλέξει να σπάσει
σε χίλια κομμάτια.
ήμουν στο κέντρο της πολύβουης πόλης,
ο ήχος των πολύχρωμων φώτων ήταν ο μόνος
που μου μίλαγε, τ' απόκρυφα σοκάκια,
τα στενά με τις περίεργες φιγούρες συμπλήρωναν
το παζλ της σιωπής.
παντού ο θόρυβος της σιωπής, ο θόρυβος της μοναξιάς,
ο ήχος ενός άηχου σύμπαντος βαπτισμένου στη μοναδικότητα
της απουσίας, προσπάθησα να της μιλήσω,
να της πω λόγια που κρύβαν τα μυστήρια
του σύμπαντος.
με κοίταξε αγέρωχη, σκληρή, με περιφρόνηση
για το θάρρος μου να της απευθύνω τον λόγο,
για την ερώτηση που της έκανα, για τον ήχο
που έβγαινε απ' το λαρύγγι μου, γέλασε προκλητικά
και μου απάντησε: "σώπαινε"....


και γυρνώντας μου την πλάτη, την άκουσα
να ψιθυρίζει: "άνθρωπε".




Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Στο κυνήγι των likes

Βρίσκω την εποχή των social media συναρπαστική. Και δεν το λέω απλά παρατηρώντας τα από απόσταση. Είναι μέρος της ζωής μου και συμμετέχω σχεδόν σε όλα – αν και το κέντρο των online δραστηριοτήτων μου είναι και θα είναι πάντα το blog μου.

#like

Τα social media όμως, με πρώτο και καλύτερο το Facebook, βάζουν καμιά φορά τους χρήστες στη λογική να κυνηγούν τα likes. Δεν είναι βέβαια απαραίτητα κακό να θέλεις να παίρνεις likes.

Για κάποιον που είναι blogger για παράδειγμα, τα likes είναι ένας τρόπος να καταλάβει ότι το post που έγραψε, άρεσε στους άλλους. Είναι μια αναγνώριση, ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη. Ύστερα, το γεγονός ότι κάποιος πατάει like στο post σου ή στη φωτογραφία σου, σημαίνει ότι το Facebook θα το δείξει (ή πιο σωστά ενδέχεται να το δείξει)  και στους δικούς του φίλους. Για παράδειγμα το post μου για τα εκτάκια που υιοθετούν πρωτάκια έχει φτάσει τα 11.000 likes και συνεχώς ανεβαίνει. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν διαβάσει αυτό το post, πολλοί από τους οποίους δε θα το είχαν διαβάσει αν δεν υπήρχε το κουμπί like (και το share φυσικά που είναι ακόμα πιο σημαντικό).

Θα μπορούσα να μιλάω με τις ώρες για τα likes και την ψυχολογία πίσω από το πάτημα αυτού του κουμπιού μέσα από τα δικά μου μάτια. Ποια posts κερδίζουν likes, ποια δεν κερδίζουν, γιατί κάποιος κάνει likes, γιατί κάποιος δεν κάνει, γιατί κάποιος αρνείται κατηγορηματικά να κάνει. Αλλά δε θέλω να επισκιάσω το παρακάτω βιντεάκι που νομίζω ότι περνάει τα δικά του σημαντικά μηνύματα.

Η Kirsten Dunst, που είναι ηθοποιός, τραγουδίστρια και μοντέλο, περιμένει κάποιον στο δρόμο. Όταν ξαφνικά περνάει από μπροστά της ένα αυτοκίνητο. Οι δυο κοπέλες που είναι μέσα την αναγνωρίζουν και κατεβαίνουν να… φωτογραφηθούν μαζί της προκειμένου να ανεβάσουν φυσικά τη φωτογραφία στα social media.

Αν τυχόν δεν μιλάτε καλά Αγγλικά, θα περιγράψω με δυο λόγια το διάλογο που ακολούθησε μετά τη φωτογράφιση. Αφού οι κοπέλες φωτογραφίζονται με την Kirsten χωρίς καν να τη ρωτήσουν και μετά χάνονται στον κόσμο του κινητού τους προκειμένου να ανεβάσουν επί τόπου τις φωτογραφίες που έβγαλαν, η Kirsten τους ρωτάει:

«Θέλετε να πούμε κάτι; Εννοώ μπορείτε να μου κάνετε κάποια ερώτηση. Είστε περίεργες για κάτι;»
Η απάντηση ήταν «Μπορείς να με κάνεις tag?»  Γιατί άλλο να βγεις απλά μια selfie με την Kirsten Dunst και άλλο να σε ταγκάρει η ίδια. Πόσο πιο σημαντικός θα φανείς αν σε ταγκάρει η ίδια η Kirsten! OMG! Άσε που θα δει τη φωτογραφία το σύμπαν. Θα κερδίσεις  χιλιάδες likes!

Τα likes έχουν την αξία τους, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός. Και αν ποτέ βρεθεί στο δρόμο σου η Kirsten Dunst φυσικά και να φωτογραφηθείς μαζί της και να την ανεβάσεις, γιατί όχι; Αλλά μίλησέ της κιόλας! Ο διάλογος μαζί της μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο ουσιαστικός από τα  εκατοντάδες likes που μέχρι αύριο θα έχουν ξεχαστεί.

Τα social media έχουν την αξία τους, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός.

Όπως λέει και  η Krissy Venosdale που είναι δασκάλα στην Αμερική και την έχω γνωρίσει μέσα από το blog της, «Tα social media δεν τα έχουμε για να μαζεύουμε likes και followers. Τα έχουμε για να συνδεόμαστε και να κάνουμε τη διαφορά».

http://www.aspaonline.gr/2014/10/30/sto-kinigi-ton-likes/

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

ΘΥΜΑ… ΠΟΣΟ ΑΘΩΟ;





ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ

ΘΥΜΑ… ΠΟΣΟ ΑΘΩΟ;

Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ

Αμάν διαμαρτυρόμενο θύμα, πάλι στην κλάψα έστησες το μοιρολόι; Απηύδησα πια, τα ίδια ολημερίς να αναμοχλεύεις και την θλίψη σου ν΄αναμασάς.

Κι εγώ τι φταίω; Προξενήτρα της δυστυχίας σου έχεις καταντήσει, με το έτσι θέλω να της βρίσκεις συντροφιά.
Τα αυτιά του θύτη σου καλή μου, τα έχουν ακούσει αυτά που του προσάπτεις;
Εμ ,τότε; Αν δεν σταθείς ενώπιος ενωπίω με τον εξολοθρευτή σου και με τόλμη να τον πυροβολήσεις λεκτικά, σε ξένα τύμπανα, άδικα ψάχνεις να βρεις την γιατρειά.

Αλήθεια, αυτή η υστεροβουλία της ένοχης σιωπής σου, σε τι ελπίζει; Ότι στις φλόγες των δακρύων σου, θα αυτοπυρποληθεί αυτό το τέρας, για να σου φέρει πίσω της ψυχής τα δανεικά;
Α, ναι! Τώρα την δειλία, την βαπτίσαμε ανωτερότητα; Ξέρεις πόσοι ‘’ανώτεροι’’ βρίσκονται φυλακισμένοι στης κατάθλιψης τα κάγκελα, γιατί ο φόβος έθαψε την δικαίωση που καρτερούσαν;

Τόλμα επιτέλους να γίνεις ανυπότακτη και να σταθείς μπροστά του εχθρικά. Ως πότε θα πετάς το δίκιο σου, στ΄αζήτητα της τρομοκρατημένης οντότητάς σου;
Και πάψε πια με την βολική σου καραμέλα, ολημερίς να κλαψουρίζεις:
-Μα όλα τα κτήνη, πάντοτε σε μένα;
-Και βέβαια σε σένα. Εσύ τους προσελκύεις. Μέσα απ΄την φοβισμένη ανασφάλειά σου, η σφραγίδα του θύματος, έχει χαραχτεί στο μέτωπό σου. Η ανεπαρκής αυτοπεποίθησή σου, μαγνητίζει τους θύτες σου, να περιμένουν στην ουρά.

Βάλε στην ΤΟΛΜΗ σου φτερά, να ευνουχιστεί ο ΦΟΒΟΣ απ΄ την ρίζα!

Τρέχα λοιπόν, προτού η ταπεινωτική στιγμή σε τιμωρήσει, όχι γι΄ αυτά που ψέλλισες, αλλά για κείνα που εσιώπησες.

Αυτό το ξέρω πολύ καλά. Όλοι οι αχρείοι, νοιώθουν τόσο τιποτένιοι, που μέσα απ΄ την ασημαντότητά τους, υψώνουν απειλητική φωνή, να σε τρομοκρατήσουν, και να βυθίσουν το θάρρος σου στην κρυψώνα της φυγοπονίας.

Α, να! Πάνω στην ώρα. Να΄τος με τσαμπουκά μπροστά, ‘’αθώος ο κατηγορούμενος’’ αφού ποτέ κανείς δεν τόλμησε να του ‘’τινάξει’’ στον αέρα τα αδίστακτα μυαλά.
Τι είναι; Συγγενής; Μα γιατί δεν μου το λες να καταλάβω!

Την Οικογένεια πολλοί Αγάπησαν, το φίδι της φαμίλιας, ποτέ κανείς.

Όρμα λοιπόν και μην λιποτακτείς. Σε μετωπική μονομαχία, δείξ΄του την ματωμένη μάχαιρα που σου βύθισε μέσα στην ψυχή.
Ασφαλώς και ο δήμιός σου τ΄ αγνοεί. Αυτός έμεινε αλώβητος, αφού η δική σου θλίψη αυτοκτόνησε στις λίμνες των ματιών σου.
Όχι, να τον νικήσεις, μην ελπίζεις. Είναι αήττητοι, όσοι έχουν κάνει κόμμα με τον σατανά. Ο μεγάλος Νικητής όμως θα είσαι Εσύ, ένας άνθρωπος Ελεύθερος, αποκομμένος από τον ομφάλιο λώρο της φοβίας.

Κι ύστερα, συγχώρεσέ τον σιωπηλά, βγάζοντας την κραυγή της απελευθέρωσής σου Δυνατά:
-Αυτά ‘’είχε’’ στην ψυχή του να μου δώσει, αυτά μου έδωσε. Πώς μπορούσε να βγάλει θησαυρό, από άδειο κουμπαρά;
Αν πάλι αρνηθείς ν΄απαλλαγείς απ΄την μνησικακία, τότε θα σημαίνει, ότι εσύ επέλεξες τις αλυσίδες της θυματοποίησής σου, εσαεί να προσκυνάς.

Και σαν στα στερνά σου νιώσεις,
ότι αθώο θύμα δεν υπάρχει,
τότε, διπλά θα ματωθείς
απ΄της Αυτοταπείνωσης
την αγιάτρευτη πληγή, εκτός…

Εκτός, αν εγκαίρως θυμηθείς
Ότι ‘’η τέχνη της λησμονιάς’’
Και της συγχώρεσης το αντίδωρο,
χαρίζει την δύναμη στον άνθρωπο
για την Αυτοθεραπεία της Καρδιάς!!!

Πίνακας: Εύα Πελεκίδου

Δυό άρθρα του "ΕΘΝΟΥΣ" για τον μεγάλο στοχαστή Κορνήλιο Καστοριάδη

 
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ Η ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ Η «ΕΞΟΡΙΑ» ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ

Η άγνωστη νεότητα 

του Κορνήλιου Καστοριάδη

Η ιδιοφυΐα, που διατύπωσε ένα πρωτότυπο θεωρητικό έργο οικουμενικής εμβέλειας, ξανά στο προσκήνιο. Η βιογραφία «Καστοριάδης - Μια ζωή» του Γάλλου μελετητή των σύγχρονων ρευμάτων Φρανσουά Ντος, που κυκλοφόρησε τον περασμένο μήνα στο Παρίσι, προκαλεί ήδη πολλαπλό ενδιαφέρον.


Αφενός επειδή είναι το πρώτο συνθετικό βιβλίο της προσωπικής και πνευματικής πορείας ενός «τιτάνα του πνεύματος» (κατά τον Ε. Μορέν). Αφετέρου γιατί αναδεικνύει δυο κόσμους στην Ευρώπη της καπιταλιστικής κρίσης, καθώς η βιογραφία βρίσκεται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων με την ταυτόχρονη έκδοση του πονήματος της Τριερβελέρ για τις περιπέτειές της με τον Γάλλο πρόεδρο.

Μ΄ αφορμή την έκδοση, και όσα πυροδοτεί, το «ΕΘΝΟΣ» αναδεικνύει ορισμένες άγνωστες λίγο-πολύ πλευρές της ζωής και της δράσης του Κορνήλιου Καστοριάδη (1922-1997). Την καθαυτό ελληνική περίοδό του. Από τα πρώτα βήματά του στην Αθήνα του Μεσοπολέμου και της δικτατορίας Μεταξά έως τη γερμανική κατοχή και την «εξορία» στη Γαλλία. «Η άγνωστη νεότητα» του στοχαστή της «Φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας» βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην πρωτογενή μελέτη του Μ. Η. Μελετόπουλου. Το κείμενο είχε δημοσιευτεί σε αφιέρωμα του περιοδικού «Νέα Κοινωνιολογία», υπό τη διεύθυνση του συγγραφέα (Ανοιξη 2008, τεύχος 44). Τα όσα περιέχονται προέρχονται από συνεντεύξεις φίλων του Καστοριάδη, τις οποίες ο Μελετόπουλος διασταύρωσε με πηγές.Το κείμενο συνοδεύεται μ΄ ένα βασικό χρονολόγιο, που ξεδιαλύνει ορισμένες ασάφειες για τα νεανικά χρόνια του Καστοριάδη.

Γράφει ο ΤΑΚΗΣ ΚΑΤΣΙΜΑΡΔΟΣ

Φεύγουν από την Πόλη και εγκαθίστανται στην Πλάκα

Η οικογένεια του Καστοριάδη, με μωρό τον Κορνήλιο, εγκαταλείπει την Κωνσταντινούπολη τον Ιούλιο του 1922, ενώ κατέρρεε το μικρασιατικό μέτωπο. Ο πατέρας του Καίσαρ ήταν έμπορος και στην Αθήνα συνέχισε το εμπόριο. Καθώς γνώριζε γαλλικά, εισήγαγε υφάσματα από τη Γαλλία, τα οποία διοχέτευε χονδρικώς σε καταστήματα της οδού Ερμού, χωρίς να διατηρεί ο ίδιος κατάστημα. Το κοινωνιολογικό προφίλ της οικογένειας Καστοριάδη ήταν αστικό. Κατοικούσαν στην Πλάκα, στην οδό Υπατίας 4 ή 5, στον δεύτερο όροφο, σ' ένα διαμέρισμα 4 δωματίων.

Ο πατέρας Καστοριάδης, ένας Ανατολίτης με βαριά προφορά, ήταν σκαιός και είχε, σύμφωνα με πληροφορίες, κάκιστη σχέση με τον γιο του. Τηρούσε στάση απογοητευμένου πατρός, ο δε Κορνήλιος μετά βίας του απαντούσε. Η μητέρα του ήταν Πελοποννήσια, από τη Μεσσηνία το γένος Παπαχελά. Ηταν ψυχικά άρρωστη, αλλά πατέρας και γιος είχαν αποφασίσει να την κρατήσουν στο σπίτι, εκτός ασύλου.

Ετσι κυκλοφορούσε στο σπίτι παραληρώντας, μέχρι που πέθανε κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Ο Γ. Καρτάλης τον αποκαλούσε «ο ευφυέστερος Ελλην»

Στις συνθήκες αυτές δεν είναι περίεργο που ο νεαρός Κορνήλιος έπαθε αλωπεκίαση και έχασε όλα τα μαλλιά του, όχι όταν πέθανε η μητέρα του, όπως γενικώς πιστεύεται, αλλά πολύ νωρίτερα. Ετσι, από νωρίς η αλωπεκίαση και τα μυωπικά γυαλιά του του έδωσαν τη χαρακτηριστική του φυσιογνωμία.

Ως αντιστάθμισμα ο Καστοριάδης ανέπτυξε τρομακτική δύναμη για τη ζωή. Πιθανώς τα προβλήματά του του δημιούργησαν την ανάγκη για διάκριση, ως μηχανισμό υπεραναπλήρωσης. Ηταν εξαιρετικά πολυμαθής. Φαίνεται, όμως, ότι διέθετε και μεγάλη νοημοσύνη. Δεν είναι τυχαίο που ο Γεώργιος Καρτάλης, ένας εξαιρετικά ευφυής και χαρισματικός άνθρωπος, αποκαλούσε τον Καστοριάδη «ο ευφυέστερος Ελλην».

12 χρόνων ανακάλυψε τον μαρξισμό και τη φιλοσοφία

Ο Καστοριάδης φοίτησε στο 8ο Γυμνάσιο Αρρένων, στην πλατεία Κολιάτσου. Ηδη από τα δώδεκα χρόνια του, όπως αναφέρει ο ίδιος, ανακάλυψε τον μαρξισμό και τη φιλοσοφία. Το 1937 ολοκλήρωσε τις σχολικές του σπουδές και έδωσε εξετάσεις στη Νομική Σχολή Αθηνών. Μεταξύ των υποψηφίων, πρώτος πέρασε ο μετέπειτα πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, ένατη η καθηγήτρια φιλοσοφίας στο Παρίσι Μιμίκα Κρανάκη και εκ των τελευταίων ο Καστοριάδης. Ας λάβουμε, όμως υπόψη ότι ο Καστοριάδης ήταν μόνο δεκαέξι χρονών, ενώ ο Παπανδρέου δεκαοκτώ.

Ο Ανδρέας και η σύλληψή του από την Ασφάλεια

Ηδη από μαθητής, και συγκεκριμένα το τελευταίο έτος του σχολείου (1937), ο Καστοριάδης εντάχθηκε στη νεολαία του ΚΚΕ. Λίγο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνέβη ένα περιστατικό που έμεινε ζωντανό στη μνήμη του Καστοριάδη: ο Ανδρέας Παπανδρέου, που εξέδιδε με φίλους του ένα τροτσκιστικό έντυπο, συνελήφθη. Είτε ο Παπανδρέου (όπως ισχυριζόταν ο Καστοριάδης και κατήγγειλε μ΄ επιστολή του στην εφημερίδα «Το Βήμα» παραμονές των εκλογών του 1985) τον κατέδωσε στην Ασφάλεια ως τροτσκιστή και αναγνώστη της εφημερίδας του, είτε βρέθηκε πάνω στον Παπανδρέου κάποιος κατάλογος αποδεκτών της εφημερίδας του. Γεγονός, πάντως, που οδήγησε σε νέα σύλληψη του Καστοριάδη από την Ασφάλεια (όπου είχε τον κωδικό «Γλόμπος»), αλλά πάλι χωρίς σοβαρές συνέπειες. Αντιθέτως ο Παπανδρέου αναγκάστηκε να φύγει κακήν - κακώς στις ΗΠΑ. Ο Καστοριάδης επαναλάμβανε έκτοτε διαρκώς ότι «τον πούλησε ο Ανδρέας» .

Νάρκισσοι και αρχομανείς στη Νομική Σχολή της Αθήνας

Καστοριάδης και Παπανδρέου έκαναν στενή παρέα το διάστημα πριν από τον πόλεμο. Ηταν και οι δύο αρχομανείς και νάρκισσοι. Μεταξύ τους υπέβοσκε έντονος ανταγωνισμός. Ο Καστοριάδης φθονούσε τον κατά τρία χρόνια μεγαλύτερό του Πανανδρέου, ενώ δεν συνέβαινε το αντίθετο. Ο Καστοριάδης είχε περισσότερο έντονη πνευματική διάσταση, ενώ ο Παπανδρέου πολιτική. Και οι δύο πάντως, απέφευγαν τις συγκρούσεις και τις κακοτοπιές.

Ποιο ήταν το κλίμα στη Νομική Σχολή, τα τελευταία χρόνια του Μεσοπολέμου; Πολύ αργότερα ο Καστοριάδης είχε αποκαλέσει τους καθηγητές του ελληνικού πανεπιστημίου «αναλφάβητους Ελληνοχριστιανούς». Δεν ήταν, όμως, μονοδιάστατη η εικόνα εκείνη την εποχή. Στη Νομική Σχολή δίδασκαν προσωπικότητες όπως ο Αγγελος Αγγελόπουλος, ο Ξενοφών Ζολώτας και κυρίως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο εκπρόσωπος της καντιανής φιλοσοφίας, που εξέπεμπε τη μεγαλύτερη ακτινοβολία και οι φοιτητές θαύμαζαν. Τα μαθήματα του Τσάτσου παρακολουθούσε πλήθος από φοιτητές όλων των σχολών καθώς και εξωπανεπιστημιακό ακροατήριο. Ο εύληπτος λόγος του Τσάτσου γινόταν δυσνόητος και στα έδρανα βρισκόταν ο νεαρός Καστοριάδης. Ο διάλογός τους έφθανε σε τέτοια επίπεδα, ώστε ελάχιστοι ήταν σε θέση να τον παρακολουθήσουν.

Μαθήματα φιλοσοφίας από τον Κωνσταντίνο Τσάτσο

Προς το τέλος της Κατοχής, ο Καστοριάδης δίδασκε ο ίδιος σε κύκλο συμφοιτητών του, τα Προλεγόμενα εις πάσαν Μεταφυσικήν και την Φαινομενολογία του Πνεύματος του Hegel, ενώ η φίλη του Μιμίκα Κρανάκη δίδασκε Rickert. Στον κύκλο αυτόν μετείχαν οι Σ. Πεπονής, Θ. Φραγκόπουλος, Δ. Τσάκωνας, Λ. Πάτρας κ.ά. Σύμφωνα με την αφήγηση του Δ. Πουλάκου, ουδέποτε ο Καστοριάδης παρουσίασε μαρξιστικές θέσεις σ' αυτούς τους κύκλους. Αντιθέτως εξέφερε συγκροτημένο αντισταλινικό λόγο, με αναφορές στις δίκες της Μόσχας κ.λπ. χρήσιμο στους νεαρούς γόνους της αστικής τάξης.

Το όλο ιδεολογικό κλίμα είχε διαμορφώσει ο κύκλος του Παναγιώτη Κανελλόπουλου με τον ιδεαλισμό του και τη ριζοσπαστική ενωτική ιδεολογία του. Τσάτσος και Κανελλόπουλος προπολεμικά είχαν καθιερώσει ομάδα φιλοσοφικών συζητήσεων κάθε Σάββατο βράδυ στη Φοιτητική Λέσχη.

Εκεί διδάσκονταν Καρτέσιος, Αριστοτέλης, Πλάτων, Kαντ. Μετά το 1937 το φροντιστήριο διηύθυνε πλέον μόνον ο Τσάτσος, λόγω της εξορίας του Κανελλόπουλου από τη δικτατορία του Μεταξά. Στον κύκλο αυτόν συμμετείχαν, ανάμεσα στους άλλους, ο Παναγής Παπαληγούρας, ο Ιωάννης Πεσματζόγλου, ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης (Ελύτης), ο Βασίλειος Γόντικας, ο Δήμης Καπετανάκης, ο Γεώργιος Δασκαλάκης, ο Δημήτριος Κοπανίτσας, ο Γιώργος Σαραντάρης, ο Βασίλειος Λαούρδας, ο Κορνήλιος Καστοριάδης και η Μιμίκα Κρανάκη. Σε δύο συνεδρίες είχε παρευρεθεί και ο Α. Παπανδρέου.

Το χαστούκι από τον Δεσποτόπουλο

Ο Δεσποτόπουλος διηγείται ένα περιστατικό, το καλοκαίρι του 1944 την ημέρα της απόπειρας δολοφονίας του Χίτλερ. Δεσποτόπουλος, Καστοριάδης και μερικοί ακόμη φίλοι είχαν μεταβεί για μπάνιο στη θάλασσα, στην περιοχή της Βούλας. Ο Καστοριάδης, όμως, αδιαφορούσε για την ώρα που έφευγε το τελευταίο λεωφορείο για την Αθήνα και καθυστέρησε, θέτοντας σε κίνδυνο και τη ζωή των άλλων και τη δική του, ενώ γίνονταν γερμανικά μπλόκα. Ο Δεσποτόπουλος υποχρέωσε με τέχνασμα τον οδηγό του λεωφορείου να περιμένει τον Καστοριάδη, ο οδηγός εξεμάνη και τον πλησίασε απειλητικά. Στο μεταξύ ο Καστοριάδης έφτασε και ο Δεσποτόπουλος τον χαστούκισε. Ετσι η κατάσταση εκτονώθηκε και έφυγαν σώοι.

Η προσχώρηση στην τροτσκιστική ομάδα του Στίνα

Στις αρχές της Κατοχής, ο Καστοριάδης επανασυνδέθηκε με το ΚΚΕ. Εκδίδει την εφημερίδα «Νέα Εποχή» μαζί με άλλους. Η ομάδα διασπάται, κάποιοι αποχωρούν και τη Νέα Εποχή συνεχίζουν να εκδίδουν οι Καστοριάδης - Δέδες - Ιερόπαις, που διαφωνούσαν με τη γραμμή του ΚΚΕ και εμφορούνταν από τροτσκιστικές αντιλήψεις. Ο ίδιος ο Καστοριάδης αναφέρει ότι γρήγορα ανακάλυψε πως το ΚΚ δεν είχε τίποτα το επαναστατικό και ότι ήταν απλώς μία σοβινιστική και εντελώς γραφειοκρατική οργάνωση. Λίγο αργότερα (τέλη 1942 - αρχές 1943), ο Καστοριάδης προσχωρεί στην ολιγάριθμη (περιθωριακή ακόμη και στον ήδη περιθωριακό τροτσκιστικό χώρο) ομάδα του Κερκυραίου τροτσκιστή Σπύρου Πρίφτη (Αγις Στίνας).

Το κυριότερο χαρακτηριστικό του Στίνα και των ομοϊδεατών του ήταν η λυσσαλέα αντίθεση προς το ΚΚΕ και το ΕAM. Θεωρούσαν ότι η Εθνική Αντίσταση ήταν σοβινισμός, εθνικισμός και προδοσία της μαρξιστικής θεωρίας και των αρχών του επαναστατικού διεθνισμού. Αν και λίγα χρόνια μετά ο Καστοριάδης θα ξεκόψει και από τον τροτσκισμό και θα τον καταγγείλει, θα διατηρήσει μέχρι τέλους την προσωπική του φιλία με τον Στίνα.

Στην κηδεία του Στίνα, το 1987, έστειλε μάλιστα στεφάνι με την επιγραφή «Στον οιονεί πατέρα μου».

Ο Προβελέγγιος τον έσωσε από την ΟΠΛΑ

Ο Καστοριάδης κινδύνευσε την κρίσιμη εκείνη περίοδο. Ηδη τον Σεπτέμβριο του 1942 είχε υποστεί επίθεση στο πανεπιστήμιο, όταν ένας φοιτητής τον χτύπησε με καρεκλοπόδαρο στο κεφάλι και τον άφησε λιπόθυμο. Καταγράφεται σε διήγηση κι ένα περιστατικό με τον Αριστομένη Προβελέγγιο, εγγονό του ποιητή και διάσημο αρχιτέκτονα αργότερα, όταν ήταν επικεφαλής σε παρέλαση τμήματος του εφεδρικού ΕΛΑΣ στην οδό Πανεπιστημίου, μετά την απελευθέρωση. Ο Καστοριάδης παρακολουθούσε την παρέλαση απέναντι από το ζαχαροπλαστείο Ζώναρς. Κάποιος τον αναγνώρισε (ως έναν από τους τροτσκιστές που βρίσκονταν υπό απηνή διωγμό από την ΟΠΛΑ, την «αστυνομία του ΚΚΕ»). Κινήθηκαν να τον συλλάβουν. Ο Προβελέγγιος τον έσωσε, λέγοντας: «Συνεχίζουμε...» και τον ειδοποίησε να φύγει.

Ο Καστοριάδης, παρά την αντίθετη φιλολογία, πήρε το πτυχίο της Νομικής και Πολιτικών - Οικονομικών Επιστημών το 1945 πριν από το θρυλικό ταξίδι με το πλοίο Ματαρόα προς τη Γαλλία.

To χρονολόγιο
Από την Πόλη έως το ταξίδι με το θρυλικό «Ματαρόα»
1922: Γέννηση (11 Μαρτίου) στην Κωνσταντινούπολη.
1935: Ερχεται σ΄ επαφή με τον μαρξισμό.
1936 -1937 (μεταξική δικτατορία): Αποφοίτησε από το 8ο Γυμνάσιο Αρρένων (πλατεία Κολιάτσου). Από την τελευταία τάξη, μέλος της Οργάνωσης Κομμουνιστικών Ελλάδας (ΟΚΝΕ). Εγγραφή στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
1937-38: Τα μέλη του πυρήνα στην ΟΚΝΕ και ο ίδιος συλλαμβάνονται από τα όργανα της Ασφάλειας του Μανιαδάκη και ανακρίνονται για τη δράση τους.
1939: Σύλληψη, λόγω σχέσεων ? επαφών με την τροτσκιστική ομάδα (Ενιαία Οργάνωση Κομμουνιστών ? Διεθνιστών Ελλάδας) στην οποία ανήκε ο Ανδρέας Παπανδρέου και κυκλοφορούσε τον παράνομο «Προλετάριο».
1941: Στις αρχές της γερμανικής κατοχής επανασυνδέεται με την ανασυγκροτημένη ΟΚΝΕ και το ΚΚΕ.
1941-42: Εναντιώνεται στους προσανατολισμούς του ΚΚΕ, όταν έκρινε ως «τεράστια απόκλιση τη γραμμή του ΚΚΕ απ' αυτό που θα ήταν μια αληθινή μαρξιστική πολιτική, μέσα στις συνθήκες του πολέμου, δηλαδή μια πολιτική επαναστατική και διεθνιστική». Μετέχει, μαζί με άλλους συνομηλίκους του, στην τροτσκίζουσα κίνηση της «Νέας Εποχής» (έντυπο της «Επαναστατικής Παράταξης του ΚΚΕ).
1942-43: Από τα τέλη του 1942 προσχωρεί στην τροτσκιστική ομάδα του Αγι Στίνα, που δραστηριοποιείται με τον τίτλο «Κομμουνιστικό Διεθνιστικό Κόμμα Ελλάδος».
1944: Δημοσιεύει τα πρώτα κείμενά του στο περιοδικό «Αρχείον Κοινωνιολογίας και Ηθικής».
1945: Στα τέλη Δεκεμβρίου, με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης, όπως κι άλλοι 150 περίπου νέοι, που θα διαπρέψουν αργότερα, πηγαίνει στο Παρίσι.
1946: Μέλος του Διεθνιστικού Κόμματος (PCI), που ανήκε στην τροτσκιστική 4η Διεθνή.
1946-47: Στο εσωτερικό του PCI συγκροτεί ομάδα με τον Claude Lefort και άλλους (γνωστή ως τάση Claulie- Montal από τα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούν). Αρχίζει να εργάζεται ως οικονομικός στατιστικολόγος. Δημοσιεύει ανάλυση «Για το καθεστώς της Σοβιετικής Ενωσης και κατά της υπεράσπισής του».
1948: Αποχωρεί από το PCI διακόπτοντας την τροτσκιστική δράση. Με τον Lefort και δυο δεκάδες άλλους διαφωνούντες τροτσκιστές, ιδρύουν την ομάδα «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα». Εργάζεται στην υπηρεσία «Στατιστικής Εθνικών Λογαριασμών και Μελετών Ανάπτυξης» του Οργανισμού Οικονομικής Ανάπτυξης και Συνεργασίας (στη θέση θα παραμείνει μέχρι το 1970).
1949: Κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του διάσημου αργότερα περιοδικού «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» με υπότιτλο «Οργανο κριτικού και επαναστατικού προσανατολισμού». Ο Καστοριάδης είναι ο εμψυχωτής και ο ιθύνων νους. Οριοθετούνται οι διαφωνίες με το ρεύμα του τροτσκισμού και διαγράφονται οι θέσεις απέναντι στην ΕΣΣΔ (δικτατορία προλεταριάτου =δικτατορία ΚΚ). Ξεκινά η μετα-τροτσκιστική και μετα-μαρξιστική περίοδος του Καστοριάδη, που θα οδηγήσει στη διατύπωση της πρωτότυπης θεωρίας του .

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22768&subid=2&pubid=64080742


Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΤΟΧΑΣΤΗ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΟ «ΕΘΝΟΣ»

Κυβέλη Καστοριάδη: Ο πατέρας μου θλιβόταν αλλά και λάτρευε την Ελλάδα

Χαρισματικό πατέρα, αιχμηρό σχολιαστή κι ως έναν άνθρωπο που είχε σχέση αγάπης και μίσους με την πατρίδα του, την Ελλάδα, περιγράφει τον πατέρα της, Κορνήλιο Καστοριάδη, η κόρη του Κυβέλη.


Η Ελληνογαλλίδα «Σιμπέλ», όπως τη φωνάζουν οι φίλοι της, με τα «αιγαιοπελαγίτικα» μπλε μάτια, μίλησε στο «Εθνος της Κυριακής» με αφορμή την έκδοση της βιογραφίας Καστοριάδη, γραμμένη από τον Γάλλο ιστορικό Φρανσουά Ντος, με τίτλο «Καστοριάδης, μία ζωή».

«Αισθάνομαι πολύ περήφανη για τον πατέρα μου. Συγκινούμαι όταν ακούω να μιλάνε με θαυμασμό γι' αυτόν, όταν βλέπω να τον σκέπτονται ακόμη με αγάπη και σεβασμό, τόσα χρόνια μετά», λέει η 33χρονη σήμερα Κυβέλη, που είναι καρπός του δεύτερου γάμου του σπουδαίου διανοητή. Γεννήθηκε στο κέντρο του Παρισιού, το 1980, και σήμερα μένει στη Μονμάρτη, σε ένα διαμέρισμα που δεν πιάνει καν ραδιόφωνο, όπως η ίδια διατείνεται.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης καθόρισε εκτός από τις ζωές των ξένων που τον άκουσαν ή τον διάβασαν, την πορεία της Κυβέλης αλλά και της πρώτης του κόρης, της Σπάρτης, που είναι ψυχαναλύτρια και έχει σχεδόν τα διπλάσια χρόνια από την αδελφή της.

Τα ελληνικά ονόματά τους τα διάλεξε ο ίδιος, αφιερωμένα στην πατρίδα του. «Ο πατέρας μου λάτρευε τη μουσική. Ακουγε τζαζ και κλασικά κομμάτια κι έμαθα κι εγώ μαζί του να δένομαι με αυτά τα ακούσματα. Η μεγάλη αγάπη του όμως ήταν τα δημοτικά τραγούδια. Ιδιαίτερα τα ηπειρώτικα μοιρολόγια. Είχε δίσκους και τους έβαζε να τους ακούμε στο σπίτι. Η μουσική είναι πάντα άμεσα συνδεδεμένη με τις παιδικές μου μνήμες.

Ο πατέρας μου, όταν ήταν μικρός, ήθελε να γίνει συνθέτης και διευθυντής ορχήστρας. Ηξερε να γράφει μουσική και παρτιτούρες για ορχήστρα. Πιστεύω ότι έτσι ξεκίνησα να θέλω να γίνω τραγουδίστρια. Ο ίδιος δεν ήταν αντίθετος σε αυτό. Επικρότησε την απόφασή μου να ασχοληθώ με το τραγούδι, αλλά πάντα μου έλεγε ότι πρώτα πρέπει να πάρω το πτυχίο μου. Ετσι λοιπόν σπούδασα Αρχαία Λογοτεχνία γιατί μου άρεσαν και τα αρχαία, αλλά αυτό δεν είχε τελικώς κανέναν πρακτικό σκοπό, αφού με κέρδισε ο καλλιτεχνικός χώρος».

Η Κυβέλη Καστοριάδη πήρε μαθήματα τραγουδιού στο Ωδείο Ραχμάνινοφ και υποκριτικής στη θεατρική σχολή του Μοντενμπλό. Σήμερα είναι και ηθοποιός, αισθάνεται όμως μόνο τραγουδίστρια. Ετσι λέει εκείνη, μιλώντας για τον εαυτό της.

Τιμώντας τα χνάρια του φιλοσόφου Καστοριάδη, η κόρη του ανεβάζει στο «Θέατρο του Ηλιου» στο Παρίσι, από τις 19 Νοεμβρίου μέχρι και τις 28 Δεκεμβρίου, θεατρική παράσταση στην οποία πρωταγωνιστεί και φέρει τον τίτλο «Ματαρόα». Ο πατέρας της, ένας από τους σημαντικότερους διανοουμένους του 20ού αιώνα, έφυγε από την Ελλάδα μετά τα Δεκεμβριανά, με το θρυλικό πλοίο «Ματαρόα», το οποίο μετέφερε την πνευματική ελίτ της Ελλάδας εκτός συνόρων.

Πρόβες για το «Ματαρόα»

Τόσο πολύ έχει στιγματιστεί η Κυβέλη από αυτό, που το έκανε θεατρικό: «Κάνω ήδη πρόβες για το "Ματαρόα". Θεώρησα ότι όλη αυτή η ιστορία του πλοίου και συνάμα του Καστοριάδη, είναι ενδιαφέρουσα και εν πολλοίς άγνωστη σε Γαλλία και Ελλάδα. Αυτό το ταξίδι σηματοδότησε την πορεία του». Η Κυβέλη μιλάει για τον πατέρα της και η συγκίνηση είναι διάχυτη στα λόγια της: «Ηταν ένας εξαίρετος πατέρας, έπαιζε μαζί μου και με βοηθούσε στα μαθήματα, όσο ήμουν μικρούλα. Ηταν θερμός αλλά και αιχμηρός όπου έπρεπε. Σε δύσκολες στιγμές, μου έρχεται στον νου η φράση του: "Δεν είναι ανάγκη να ελπίζεις για να προσπαθήσεις, ούτε να πετύχεις για να ξαναδοκιμάσεις". Τον θυμάμαι να διαβάζει πολύ, να γράφει στο γραφείο του, να καπνίζει μανιωδώς, να παίζει πιάνο, να κάνει ψυχαναλυτική δουλειά. Θυμάμαι ακόμη τις ατέλειωτες συζητήσεις της οικογένειας, στο τραπέζι».

Το κεφάλαιο Ελλάδα-πατρίδα απασχολούσε πολύ τον Καστοριάδη. Η τελευταία φορά που την επισκέφτηκε, ήταν το καλοκαίρι του 1997, λίγο πριν πεθάνει. Εκανε διακοπές στην Τήνο, όπου η οικογένεια διατηρεί ακόμη το σπίτι της: «Την Ελλάδα την αγαπούσε και την αντιπαθούσε το ίδιο. Δεν του άρεσε η στροφή του Ελληνα, μετά τις δεκαετίες '60 και '70, στον άκρατο καταναλωτισμό, δεν του άρεσε η οικολογική καταστροφή της χώρας, καθώς και το γεγονός ότι οι Ελληνες, για ό,τι τους συμβαίνει, θεωρούν πως φταίνε... πάντα οι άλλοι. Τον έθλιβε κι ο τρόπος που η Αθήνα άλλαζε άσχημα, αλλά συγχρόνως τη λάτρευε. Νομίζω πως για την πατρίδα του σήμερα θα είχε μια ανάλυση μάλλον αιχμηρή, γιατί όλα πήγαν προς το χειρότερο. Κι εγώ παρότι έρχομαι στην Ελλάδα τέσσερις φορές τον χρόνο και την αγαπάω πολύ, δεν ξέρω εάν θα μπορούσα να ζήσω εκεί. Με ενοχλεί η νοοτροπία της ανευθυνότητας».

Η Σιμπέλ χαρακτηρίζει τον πατέρα της αριστερό ως φιλόσοφο. Δεν ανήκε κάπου και δεν είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση τους πολιτικούς, Γάλλους και Ελληνες: «Ηταν αριστερός και οικολόγος, όχι με την έννοια που δίνουμε για τον αριστερό στην Ελλάδα. Και προς Θεού, σήμερα δεν θα ήταν ούτε Συριζαίος ούτε ΚΚΕ. Δυστυχώς, δεν έβλεπε τεράστιες διαφορές μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς».
Από την περίφημη πρώτη επίσημη βιογραφία του πατέρα της, η ίδια πρόλαβε να διαβάσει τα τρία κεφάλαια:

«Δεν την έχω ολοκληρώσει για να σχηματίσω άποψη που θα αξίζει να συζητήσουμε. Τον αποδίδει σε μεγάλο βαθμό, κι άλλωστε είναι προϊόν πολλών συνεντεύξεων από τους ανθρώπους που τον γνώριζαν καλά. Οταν τελειώσω το βιβλίο θα πούμε περισσότερα...».

ΒΙΒΙΑΝ ΜΠΕΝΕΚΟΥ
bibian@pegasus.gr

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22768&subid=2&pubid=64080745

ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ Σ' ΑΥΤΟΥΣ




ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ Σ' ΑΥΤΟΥΣ
Γράφει η Χρύσσα Λουλοπούλου
Οι φαντάροι ήταν σκυθρωποί, παραταγμένοι σε σειρά με τα όπλα στον ώμο.
Μια φωνή βροντερή, κοφτή, θλιμμένη έκοβε τη σιωπή στα δύο: "Στρατιώτης Κολπάμης Νικόλαος του Μενελάου. Απών. Έπεσεν υπέρ πατρίδος."
Οι στρατιώτες σήκωναν τα όπλα στον αέρα και πυροβολούσαν.
Η φωνή έλεγε κι άλλο όνομα. Κι άλλο, κι άλλο...Και οι πυροβολισμοί έσκιζαν τον ουρανό σαν χασέ παλιό κι ανέβαιναν στον παράδεισο κι έλεγαν 'ευχαριστώ'  στους ήρωες. Κι ύστερα μια σάλπιγγα τους έκλαιγε. Όλοι νέοι. Όλοι γεμάτοι ζωή και όνειρα.
Ανατρίχιαζα. Έκλαιγα. Ήμουν μικρό παιδί, μα ένοιωθα τις ψυχές που πετούσαν ανάμεσά μας και μας ψιθύριζαν στο αυτί ν' αγαπάμε την πατρίδα που για χάρη της ήταν απόντες.
Έτσι έμαθα να αγαπώ την Ελλάδα, την Ελλάδα 'μου', τη Μακεδονία 'μου', την Ιστορία 'μου' και τους ήρωές 'μου'. Από τα Προσκλητήρια νεκρών στα οποία με έπαιρνε ο πατέρας μου κάθε τέτοια μέρα.
Πες με όπως θες. Είναι σχεδόν της μόδας να αποκαλείς 'φασίστα' ή 'σωβινιστή' κάποιον που δηλώνει πως αγαπά πολύ τον τόπο του. Μα εγώ προτιμώ να αρέσω σε κείνους τους ήρωες, παρά σε σένα που όλο λόγια είσαι. Τίποτα δεν είσαι μπροστά τους. Ούτε κι εγώ άλλωστε. Αλλά αν κληθώ να αποδείξω την αγάπη μου, θα τους μιμηθώ.
Εσύ;;...