Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Το πολιτικό θέατρο κάτι έχει να μας πει...

Μπέρτολτ Μπρεχτ - Ντάριο Φο 4-3. Επτά παραστάσεις έργων των δύο μεγάλων θεατρικών συγγραφέων επαναφέρουν την ιδέα τής από σκηνής ιδεολογικής παρέμβασης στην Αθήνα της κρίσης
 Του Δημήτρη Ν. Μανιάτη
Aν μείνουμε σε ορισμούς, θα έπρεπε να πω ότι η έκφραση του καλλιτέχνη δεν παύει ποτέ να είναι και πολιτική και υπαρξιακή», έγραφε ο Κάρολος Κουν το 1978. Σήμερα, στην εποχή της αποδόμησης της πολιτικής, η νέα συνθήκη διαπερνά την τέχνη του θεάτρου και θέτει ερωτήματα για τον ρόλο των καλλιτεχνών, την επικαιρότητα των κλασικών έργων, την ανάγκη για πολιτικό λόγο. Ετσι, η επιστροφή του πολιτικού θεάτρου ακουμπά σε δύο άξονες: στην ασφάλεια που παρέχουν στον καλλιτέχνη τα κλασικά πολιτικά έργα, αλλά και στο στοίχημα να μιλήσουν οι ίδιοι μέσα από αυτά με νέους τρόπους, μακριά από εύκολες πολιτικές προπαγάνδες και διδακτισμούς. 
 
Σε αυτή την τάση παρατηρούμε εφέτος στις θεατρικές σκηνές της Αθήνας ότι σκηνοθέτες και ομάδες ανατρέχουν σε δύο «συνήθεις υπόπτους» της πολιτικής γραφής: στον Μπέρτολτ Μπρεχτ και στον Ντάριο Φο.
 
Ο Μπρεχτ συστήνεται εκ νέου στο κοινό με την «Αγία Ιωάννα των Σφαγείων» στο Ακροπόλ, τον «Αφέντη Πούντιλα και τον δούλο του Μάτι» στο θέατρο Τζένη Καρέζη (είχε ανέβει πέρυσι από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στο Βασιλικό Θέατρο) και με τον «Καλό άνθρωπο του Σετσουάν» σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου από τις 23 Ιανουαρίου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Το ίδιο έργο διασκευάζεται από τον Νίκο Δαφνή σε παιδική παράσταση υπό τον τίτλο «Το μυστικό της Γιν».
 
Από την άλλη, ο Ντάριο Φο επανέρχεται στην Αθήνα της κρίσης με τον «Mistero Buffo» στο Θησείον, τη «Γυναίκα από σύμπτωση - Ελισάβετ» στο Αγγέλων Βήμα (πρόφατα ολοκληρώθηκαν οι παραστάσεις σε σκηνοθεσία Γιώργου Καραμίχου, με τη Μάρω Κοντού στον πρωταγωνιστικό ρόλο) και με το «Ανοιχτό ζευγάρι... εντελώς ορθάνοιχτο» στο θέατρο Κάτω απ' τη Γέφυρα. 
 
Ο σκηνοθέτης Νίκος Μαστοράκης, ο οποίος ανεβάζει την «Αγία Ιωάννα των Σφαγείων», επέλεξε να φωτογραφηθούν οι πρωταγωνιστές (Αιμίλιος Χειλάκης και Βίκυ Βολιώτη) εντός της Βαρβακείου Αγοράς.
 
«Ο Μπρεχτ παρότι χιλιοπαιγμένος είναι άψαχτος, τώρα τον ανακαλύπτουμε. Σήμερα που νιώθω ότι και η Ελλάδα μοιάζει με ένα απέραντο κρεοπωλείο ή και σφαγείο ταυτόχρονα», υπογραμμίζει μιλώντας στα «ΝΕΑ» ο Ν. Μαστοράκης και αναπόφευκτα η κουβέντα πάει στο πολιτικό θέατρο: «Πολιτικό είναι το καθετί, αρκεί ο κάθε καλλιτέχνης να έχει κοσμοθεωρία. Υπάρχουν πάντως και απολιτίκ ταλαντούχοι καλλιτέχνες που μπορεί να διαπραγματευθούν ένα προφανώς μη πολιτικό θέμα όπως ο έρωτας, και όμως να αγγίξουν σχεδόν μεταφυσικά την πολιτική διάσταση. Ο καλλιτέχνης οφείλει να παρέμβει. Ας θυμηθούμε τη Μνουσκίν, που όταν ήλθε εδώ πήγε και στο Σύνταγμα (όταν διαδήλωναν οι Αγανακτισμένοι). Εχει κάνει αγώνες για τους Τσετσένους, για τους μετανάστες. Ας κοιτάξουμε πέραν των καλλιτεχνικών της πράξεων, τι κάνει και λίγο παραπέρα», σημειώνει ενώ φωτίζει και τη δική του σκέψη επάνω στο κλασικό κείμενο, το οποίο ζωντανεύει στο Ακροπόλ από 13 ηθοποιούς και έναν τσελίστα.

«Ο Μπρεχτ δούλευε την "Αγία Ιωάννα των Σφαγείων" από το 1929 και ανέβηκε μετά τον θάνατό του. Δεν είχε ξεκαθαρίσει το στίγμα του όταν το πρωτοέγραφε, ενώ δεν το τελείωσε ποτέ. Σήμερα παίζεται παντού σε όλη την Ευρώπη (Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία). Εδώ ο Μπρεχτ μάς λέει κάτι απλό: Οι οικονομικές κρίσεις δεν είναι φυσικές, είναι κατασκευασμένες και προς όφελος κάποιων», ξεκαθαρίζει ο σκηνοθέτης. Με δύο λόγια, στο Σικάγο του 1929, την περίοδο του κραχ, ο Μπρεχτ φαντάζεται μια κρίση στην αγορά του κρέατος. Η κρίση συμπαρασύρει το Χρηματιστήριο και αίφνης δημιουργούνται στρατιές από πεινασμένους. Η Ιωάννα ντ' Αρκ μετέχει σε μια οργάνωση τύπου Στρατού Σωτηρίας, μια θρησκευτική οργάνωση, προσπαθώντας να καταλάβει πώς θα βοηθήσει τους φτωχούς και μεσολαβεί μεταξύ καπιταλιστών και φτωχών. Τελικά συνθλίβεται στις συμπληγάδες ενώ όσο προχωρεί καταδύεται στους μηχανισμούς του συστήματος. 
 
«Το έργο το γνώριζα χρόνια αλλά τώρα ένιωσα πως είναι η κατάλληλη στιγμή γιατί ακριβώς η λύση που θα δοθεί για τον λαό από το ίδιο το σύστημα θα είναι επώδυνη», συμπληρώνει ο Μαστοράκης.
Μερικές εκατοντάδες μέτρα από το Ακροπόλ, ο Μπρεχτ φωτίζει ακόμη μία μαρκίζα. Πούλμαν και κόσμος έξω από το θέατρο Τζένη Καρέζη μια Κυριακή απόγευμα. Κόσμος με εκπτωτικά κουπόνια του ΚΚΕ, σωματείων εργαζομένων και συνδικάτων. Είναι γνωστή η στράτευση του Κώστα Καζάκου, που σκηνοθετεί το έργο του Μπρεχτ «Ο αφέντης Πούντιλα και ο δούλος του Μάτι», όπου και πρωταγωνιστεί - με ορχήστρα την οποία διευθύνει ζωντανά ο Διονύσης Τσακνής. Ο Κώστας Καζάκος έχει τη δική του διαδρομή στο λεγόμενο πολιτικό θέατρο με εμβληματικές παραστάσεις, όπως το «Μεγάλο μας τσίρκο» ή «Ο εχθρός λαός».
 
«Στην ουσία το θέατρο είναι πολιτική πράξη. Είναι επίσης η τέχνη τού τώρα, είναι η τέχνη που παίζεται από ζωντανούς ανθρώπους και απευθύνεται σε ζωντανούς ανθρώπους. Οταν οι συνθήκες δυσκολεύουν, όταν η βαρβαρότητα κατακλύζει τη ζωή μας, δεν μπορεί να παίζονται εύπεπτα έργα· υπάρχουν στην παγκόσμια δεξαμενή έργα κλασικών συγγραφέων που ανταποκρίνονται στο σήμερα και μπορούν να υποψιάσουν το κοινό. Το θέατρο δεν μπορεί να περιμένει την επόμενη γενιά», σημειώνει ο Κώστας Καζάκος και συμπληρώνει: «Συγκινούμαι όταν βλέπω ανθρώπους που έρχονται στο θέατρο και μένουν έκπληκτοι για το πόσο απλά μπορούν να ειπωθούν μεγάλες αλήθειες».
 
http://www.tanea.gr/politismos/article/?aid=4785764

Βρέθηκαν αυθεντικές φωτογραφίες λεπρών από τη Σπιναλόγκα





Bρήκαν το θάρρος οι ίδιοι οι λεπροί να ποζάρουν στον φωτογραφικό φακό πριν από έναν αιώνα. Δύο φωτογραφίες υπάρχουν σήμερα από τις πρώτες που απαθανάτισαν ασθενείς στη Σπιναλόγκα. Χρονολογούνται στα τέλη της δεκαετίας του 1910 ή τις αρχές του 1920, λίγα χρόνια μετά τη λειτουργία του λεπροκομείου.

Οι πρώτοι λεπροί εγκαταστάθηκαν στο νησί στις 13 Οκτωβρίου 1904. Ήταν 251 ασθενείς, 148 άνδρες και 103 γυναίκες. Το λεπροκομείο έκλεισε το 1957 και οι τελευταίοι ασθενείς μεταφέρθηκαν στην Αγία Βαρβάρα Αττικής.

Οι φωτογραφίες, τις οποίες δημοσιεύει το cretalive, δεν είχαν δημοσιευτεί τότε, αλλά αφού πέρασαν αρκετά χρόνια. Τις παρουσίασε στα μέσα της δεκαετίας του 1930 το ιστορικό περιοδικό «Μύσων» που εξέδιδε ο Σητειακός γιατρός και πολιτικός Μιχαήλ Καταπότης.

Λεπροί από την αρχαιότητα

Η λέπρα στην Κρήτη είναι μια υπόθεση που χάνεται στα βάθη των χρόνων του αρχαίου κόσμου. Δεν αποκλείεται η πρώτη μόλυνση να μεταφέρθηκε στο νησί από τις επαφές των εμπόρων με τους Αιγυπτίους και τους Φοίνικες. Μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα, όταν και πλέον αποδείχτηκε ότι η ασθένεια ήταν ιάσιμη και δεν θεωρείτο μεταδοτική, αποτελούσε ένα μεγάλο και διαχρονικό πρόβλημα για την Κρήτη. Οι ξένοι περιηγητές που επισκέπτονταν το νησί από τα τέλη του 17ου αιώνα, μετά δηλαδή την κατάκτηση του από τους Τούρκους, στα 1669, ανέφεραν όλοι την ύπαρξη λεπρών. Σε μερικές περιπτώσεις έκαναν λόγο για μεγάλο πληθυσμό, διάσπαρτο στις πόλεις και σε χωριά, απομονωμένο όμως από τους υπόλοιπους κατοίκους.

Πώς απομονώθηκαν οι λεπροί στη Σπιναλόγκα

Στην πόλη του Χάνδακα ο συνοικισμός των λεπρών, η Μεσκινιά, η σημερινή δηλαδή Χρυσοπηγή, θα πρέπει να διαμορφώθηκε μετά το 1717. Τότε, γράφει ο Στέφανος Ξανθουδίδης στο έργο του «Χάνδαξ, ιστορικά σημειώματα», που εκδόθηκε το 1927, ο Τούρκος Γενικός Διοικητής του νησιού έδωσε εντολή στον καδή και στον αγά των γενίτσαρων να αναζητήσουν και να συγκεντρώσουν τους λεπρούς της πόλης και να βρουν κατάλληλο χώρο εκτός της πόλης για να τους εγκαταστήσουν, όπως γράφει στο εμπεριστατωμένο ρεπορτάζ του το cretalive.

Ίσως τότε εντοπίστηκε η Μεσκινιά, που βεβαίως ήταν έξω από τον Χάνδακα την εποχή εκείνη. Αυτός ήταν ο συνοικισμός των λεπρών της περιοχής, που ονομάστηκαν έτσι μεσκίνηδες. Αυτός δεν ήταν ο μοναδικός οικισμός των λεπρών στην Κρήτη. Ανάλογες θέσεις διαμορφώθηκαν στις πόλεις των Χανίων και του Ρεθύμνου, αλλά και στο «Πετροκεφάλι», έξω από την Ιεράπετρα.

Παράλληλα μικρότεροι οικισμοί ασθενών υπήρχαν και σε περιοχές της υπαίθρου. Οι λεπροί, φτωχοί και απόλυτα περιθωριοποιημένοι, σχεδόν καταδιωγμένοι άνθρωποι, αναγκάζονταν να γίνονται επαίτες για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν ένα κομμάτι ψωμί. Αυτό προκαλούσε νέα προβλήματα, καθώς το κυνηγητό συνεχιζόταν αφού οι υγιείς Κρήτες πίστευαν ότι και μόνο που θα ανέπνεαν τον ίδιο αέρα με τους ασθενείς συμπατριώτες τους θα αρρώσταιναν κι οι ίδιοι. Έτσι το 1884, την εποχή ακόμη της Τουρκοκρατίας, η Γενική Συνέλευση των Κρητών αποφάσισε να δώσει λύση στο πρόβλημα εισηγούμενη στον Τούρκο Γενικό Διοικητή Ιωάννη Φωτιάδη πασά, τον πρώτο που χριστιανό που τοποθετήθηκε στη θέση αυτή σε εφαρμογή της Σύμβασης της Χαλέπας, τη δημιουργία ενός οικισμού αποκλειστικά για τους λεπρούς.

Δημιουργία οικισμού μόνο για λεπρούς

Ο πασάς ανέθεσε το χειρισμό του προβλήματος σε τρεις γιατρούς, τον μετέπειτα πρώτο πρωθυπουργό της Κρήτης Ιωάννη Κ. Σφακιανάκη, πληρεξούσιο της συνέλευσης, ήδη, τον Ιωάννη Τσουδερό, γενικό αρχηγό του τμήματος Ρεθύμνης και τον Ι. Βωμ, οι οποίοι του παρουσίασαν εισήγηση για συνολική αντιμετώπιση του προβλήματος. Ανάμεσα στ’ άλλα πρότειναν τη δημιουργία οικισμού μόνο για λεπρούς, με τη διαμόρφωση κατάλληλων υποδομών, και παράλληλα λεπροκομείου. Εισηγήθηκαν και άλλα μέτρα ώστε η ζωή των ασθενών να γίνει ανθρώπινη και να μην αντιμετωπίζονται ως κατώτερα πλάσματα.

Ήταν ίσως η πρώτη φορά που τέθηκε θέμα σωστής συμπεριφοράς απέναντι στους ανθρώπους αυτούς, αλλά και οργανωμένης προσέγγισης του προβλήματός τους από την τότε πολιτεία. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι τρεις γιατροί εισηγήθηκαν τη δημιουργία του λεπροκομείου σ’ ένα από τα ερημονήσια που βρίσκονται κοντά στη Σητεία: σε κάποιο από το σύμπλεγμα των Διονυσάδων ή το Κουφονήσι. Η πρόταση έγινε δεκτή από τη Γενική Συνέλευση, που ψήφισε και πίστωση 300.000 γροσίων για την αντιμετώπιση του προβλήματος, αλλά ουδέποτε εφαρμόστηκε.

Αρχές 20ού αιώνα βρέθηκε το νησί Σπιναλόγκα ως λύση

Με την εγκαθίδρυση της Κρητικής Πολιτείας, σε μια από τις πρώτες συνεδριάσεις της πρώτης Κρητικής Βουλής του 1901 τέθηκε και πάλι το θέμα. Σε συνεδρίαση στα τέλη Μαΐου εκείνης της χρονιάς οι βουλευτές Ιωάννης Μυλωνογιαννάκης και Εμμανουήλ Αγγελάκης έθεσαν το θέμα της διαχείρισης του προβλήματος.

Πράγματι λίγες ημέρες αργότερα το θέμα συζητήθηκε και για πρώτη φορά τέθηκε το θέμα της δημιουργίας λεπροκομείου στη Σπιναλόγκα, την οποία μόλις είχαν εγκαταλείψει οι μουσουλμάνοι κάτοικοί της. Παράλληλα συζητήθηκε η πρόταση για της Διονυσάδες.

Τελικά τον Ιούλιο ψηφίστηκε από τη βουλή ο νόμος «Περί απομονώσεως των εν Κρήτη λεπρών», και το 1903 αυτός που προέβλεπε την εγκατάστασή τους στη Σπιναλόγκα, όπου το λεπροκομείο άρχισε να λειτουργεί το 1904.

Πηγή: cretalive
http://www.alexiptoto.com


ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΕΛΠΙΔΕΣ ΣΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ

Μας λένε ψέματα. Σιγά το νέο. Καμία ανάκαμψη δεν πρόκειται να έρθει. Αυτοί που το πιστεύουν είναι οι ίδιοι που πιστεύουν ότι οι Ινδιάνοι χόρευαν το χορό της βροχής κι ύστερα έβρεχε. Ελπίδες στα σκουπίδια του Στουρνάρα ψάχνουμε. Από κάπου να κρατηθούμε ψάχνουμε.


Παλιότερα, οι κυβερνήσεις απλώς μας έλεγαν ψέματα. Οι τρεις τελευταίες κυβερνήσεις δε μας δίνουν καν λογαριασμό για το τι κάνουν. Δε μας εξηγούν. Δεν μας ενημερώνουν. Διότι απλώς δεν υπάρχει στόχος. Αυτό που κάνουν είναι να κρατάνε καθυστέρηση μέχρι τις γερμανικές εκλογές κι ύστερα ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
 
Όμως και ποιος να μας πει την αλήθεια; Η κυβέρνηση είναι με τη Μέρκελ και η αξιωματική αντιπολίτευση με τη Λαγκάρντ. Το πράγμα ξεκαθαρίζει όλο και περισσότερο. Με την Ελλάδα, ως αυτόνομη ύπαρξη δεν είναι κανείς. Και δεν είναι, γιατί όποιος αποφασίσει να πει την πικρή αλήθεια δε θα δει όχι κυβέρνηση, αλλά ούτε ψηφοδέλτιό του στις επόμενες εκλογές.
 
Με το ευρώ τελειώσαμε. Τόσο ήταν. Δε μπορούμε να συζητάμε ότι θα υπάρξει ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μ’ ένα τόσο ακριβό νόμισμα. Δεν το αντέχει η πλάτη μας. Καλό ήταν για να σαλιαρίσουμε με τους ισχυρούς, όμως δε μας παίρνει άλλο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να συνεχίζει το όραμα της «μαμάς της», δηλαδή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα  που ιδρύθηκε για να μονοπωλήσουν την αγορά και την οικονομία της Ευρώπης 5 κεντροευρωπαϊκές χώρες και η Ιταλία που χώνεται όπου βρει κι ύστερα τρώει τα μούτρα της.
 
Ξεχάστηκαν εύκολα και γρήγορα τα περί εξόδου από το ευρώ και της επιστροφής στη δραχμή. Δεν τα θέλουν αυτά οι «νοικοκυραίοι». Δεν τ’ αντέχει η ψυχή τους. Βλέπετε, αν αποφάσιζε η Ελλάδα να φύγει από την ευρωζώνη, γεννιόταν πλέον ένας άλλος μονόδρομος. Θα έπρεπε να στηριχθεί αποκλειστικά στις δικές της δυνάμεις. Τουτέστιν στη δική της παραγωγή, άρα στην ανάπτυξη του πρωτογενή τομέα.
 
Πώς, όμως, μια χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να βασιστεί στην αγροτική της ανάπτυξη την ώρα που οι ποσότητες των παραγόμενων προϊόντων καθορίζονται αυστηρά από τις Βρυξέλλες; Τόσες ελιές θα παράγεις, τόσα σταφύλια, τόσο σιτάρι, τόσα καΐκια επιτρέπεται να έχεις, τα υπόλοιπα θα τα κάνεις καυσόξυλα.  Απαγορεύεται διά ροπάλου και ποινών να παράγεις περισσότερα, να έχεις περισσότερα καΐκια. Με αυστηρά καθορισμένες ποσότητες παραγωγής, όμως, πόσο ανταγωνιστικός μπορείς να γίνεις στις εξαγωγές; Η απάντηση είναι απλή: Καθόλου! Άρα για ποιον ανταγωνισμό μιλάμε και σε τί;
Όταν, λοιπόν, μας λένε ότι η Ελλάδα πρέπει να γίνει ανταγωνιστική δεν εννοούν κάτι άλλο πέρα απ’ το να παράγει ανταγωνιστικά φθηνότερο εργατικό δυναμικό. Να παράγει, δηλαδή, χέρια. Όλο το υπόλοιπο σώμα του εργαζόμενου είναι τελείως άχρηστο. Με απλά λόγια, η επιστροφή στη δραχμή από μόνη της δε λέει τίποτα αν η έξοδος από την ευρωζώνη δε συνοδεύεται κι από την έξοδο από την Ε.Ε.
 
Εδώ τώρα τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο ζόρικα. Δεν υπάρχει περίπτωση να πείσεις την ελληνική κοινωνία ότι αυτή είναι η μόνη λύση, αν θέλει να εξασφαλίσει προοπτικές και ελπίδα στην επόμενη γενιά.
 
Αυτά τα «θες να γίνουμε Αλβανία του Χότζα» είναι μ@λ@κίες που τις έχω βαρεθεί, ειδικά από ανθρώπους που μας έχουν καταντήσει βρωμοπουτ@ν@κι@ της Μέρκελ και πιθανόν αύριο της Λαγκάρντ. Όπως και να το δούμε, απ’ όπου κι αν το πιάσουμε, ΑΝ το κάνουμε σοβαρά θα καταλήξουμε ότι δεν υπάρχει άλλη λύση για να ζήσουμε σαν ελεύθεροι άνθρωποι σε ελεύθερη χώρα.
 
Επίσης, μια τέτοια αλλαγή δεν μπορεί να προέλθει μέσα από εκλογές. Αυτό το παιχνίδι είναι τόσο στημένο που σου δίνει επιλογές μόνο από το καλάθι της συνέχισης της ίδιας πολιτικής με ελάχιστες διαφοροποιήσεις μεταξύ τους για να υπάρχει και το οπαδικό ενδιαφέρον.
 
Όταν, λοιπόν, γράφω συνέχεια ότι δεν υπάρχει ελπίδα εννοώ απλά ότι δεν υπάρχει ελπίδα εντός ευρωζώνης και Ε.Ε. Δεν είμαι ένας καταθλιπτικός που τα βλέπει όλα μαύρα. Την πραγματικότητα βλέπω και τα στοιχεία. Το καταλαβαίνω. Είναι αδιανόητο να πείσεις κάποιον που ονειρεύεται πότε θα έρθει το Σάββατο για να κάνει spa, μανικιούρ και πεντικιούρ ότι θα πρέπει να χώσει τα φροντισμένα του δάχτυλα στο χωράφι. Αυτό το κάνει μόνο σε ακριβοπληρωμένες εκδρομές για να μπορεί ύστερα να λέει στους φίλους του ότι έπαιξε για μια εβδομάδα τον αγρότη και ήταν πολύ ουάου εμπειρία.
 
Τα υπόλοιπα περί αναδιαπραγματεύσεων του Μνημονίου, ανακάμψεων της οικονομίας και λάμψεων στην άκρη του τούνελ, είναι παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του. Σήμερα η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να ακούσει ριζικές λύσεις. Αρκείται στο να βολεύεται με μεσοβέζικα λόγια και υποσχέσεις ενώ μέσα μου πιστεύω ότι αντιλαμβάνεται πως κάθε λίγο κατεβαίνει κι ένα σκαλί προς τον τάφο της. Δυστυχώς,  ακόμη και ως βρωμοπουτ@ν@κια της Μέρκελ και της Λαγκάρντ δεν έχουμε μέλλον. Ημερομηνία λήξης έχουμε όπως όλες οι πόρνες για τους νταβατζήδες τους.
http://activistika.blogspot.gr/2013/01/blog-post_2989.html

Η Ελλάδα στα όρια του πολιτικού εκτροχιασμού!

i-ellada-sta-oria-toy-politikou-ektroxiasmou

Η Ελλάδα στα όρια του πολιτικού εκτροχιασμού!

Μια εξόχως επικίνδυνη ισορροπία- μοιάζει και με σχοινοβασία- καλείται να κρατήσει η κυβέρνηση προκειμένου να μην οδηγηθεί σε εκτροχιασμό η πολιτική ζωή του τόπου. Η διελκυστίνδα είναι ιδιαιτέρως αμφίρροπη.

Από τη μία, η χώρα βρίσκεται στα «νύχια» των διεθνών δανειστών- εξ’ αφορμής των πολιτικών των κ.κ Παπανδρέου και Παπακωνσταντίνου- αναγκασμένη να λαμβάνει συνεχή μέτρα αντιλαϊκού χαρακτήρα. Και μάλιστα με έναν Υπουργό Οικονομικών να  αρέσκεται ιδιαιτέρως σε αυτά θεωρώντας μάλιστα ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να διασωθεί η πατρίδα.

Από την άλλη, η κυβέρνηση γνωρίζει ότι υπάρχει άμεση ανάγκη να αποκατασταθεί η αίσθηση της «κοινωνικής δικαιοσύνης» ώστε οι πολίτες να γνωρίζουν ότι δεν σηκώνουν μόνοι τους τα βάρη. Αν δεν συμβεί αυτό, τα όποια πρόσκαιρα πολιτικά κέρδη από την πολιτική πυγμής έναντι των απεργών (π.χ. του μετρό) θα εξανεμιστούν και θα δώσουν τη θέση τους στη διόγκωση της δυσαρέσκειας με καταστροφικές- για την κυβέρνηση και κατ’ επέκταση για την κοινωνία- συνέπειες.

Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση οφείλει να πάρει μέτρα τα οποία «χτυπούν» στα όνειρα του μέσου έλληνα, με κυριότερο από αυτά τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας. Η αίσθηση της υπερφορολόγησης που έχει προκληθεί, όχι αδίκως αφού οι πληροφορίες προέρχονται από το οικονομικό επιτελείο, εκτιμάται ότι ήδη προκαλεί κακό κλίμα. Η συνεχής φορολόγηση των ασθενέστερων, οικονομικά, πολιτών έχει ήδη ξεπεράσει τα όρια και κάθε νέα χειρονομία προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι καταστροφική.

Στο μεταξύ η φοροδιαφυγή δεν πατάσσεται και αυτό εξακολουθεί να αποτελεί το κεντρικό πρόβλημα της οικονομικής πολιτικής την οποία ασκεί ο Υπουργός Οικονομικών.

Ωστόσο τα μέτρα, αναμένεται να επανακριθούν την άνοιξη οπότε και θα υπάρξει το αποκαλούμενο «μεγάλο» φορολογικό νομοσχέδιο.

Όλα αυτά, με δεδομένο ότι ανάκαμψη το 2013 δεν μπορεί να υπάρξει, δημιουργούν ένα εκρηκτικό περιβάλλον στο οποίο η κυβέρνηση και ο Αντώνης Σαμαράς καλούνται να ισορροπήσουν.

Αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο ενός ιδιότυπου πολιτικού εκτροχιασμού…

newpost

Το ΔΝΤ ομολογεί ξανά το ολέθριο λάθος του με τη συνταγή λιτότητας της Ελλάδας


Το ΔΝΤ ομολογεί ξανά το ολέθριο λάθος του με τη συνταγή λιτότητας της Ελλάδας
 
Ο εκπρόσωπος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Τζέρι Ράις, παραδέχθηκε ξανά ότι η έκθεση Μπλανσάρ που κάνει λόγο για λάθος στο πρόγραμμα λιτότητας της χώρας μας, ισχύει, δηλώνοντας παράλληλα κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου σστην Ουάσιγκτον, ότι προς τα τέλη Φεβρουαρίου θα πραγματοποιηθεί η αποστολή κλιμακίου της τρόικας για την επιθεώρηση του ελληνικού προγράμματος.

Στην ερώτηση ότι «στις 3 Ιανουαρίου, ο Ολιβιέ Μπλανσάρ εξέδωσε έκθεση με τον Ντάνιελ Λι και, σύμφωνα με πολλά μέσα ενημέρωσης σε όλο τον κόσμο, αυτό που έγραψε είναι ένα καταπληκτικό mea culpa και ότι η εφημερίδα Washington Post υποστήριξε ότι κορυφαίος οικονομολόγος του ΔΝΤ αναγνώρισε ότι το Ταμείο τίναξε στον αέρα τις προβλέψεις του για την Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, επειδή δεν κατανόησαν πλήρως πως οι προσπάθειες λιτότητας της κυβέρνησης θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την οικονομική ανάπτυξη. Μπορείτε να μας πείτε τη θέση του ΔΝΤ, επειδή ο κ. Μπλανσάρ είναι ο κορυφαίος οικονομολόγος εδώ στο ΔΝΤ;», ο κ. Ράις απάντησε καταρχάς ως εξής:

«Έχεις δίκιο», σημειώνοντας ότι τόσο ο κ. Μπλανσάρ όσον και η κυρία Λαγκάρντ έχουν μιλήσει εκτενώς γι' αυτό το θέμα. «Πρέπει να πάμε πίσω το 2010, που όλοι ήταν πολύ αισιόδοξοι στις προβλέψεις τους για την ανάκαμψη της Ελλάδας -όπως επισήμανε-, τονίζοντας ότι δεν είχαν συνυπολογίσει την επίπτωση των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής στη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και την πολιτική κρίση που επηρέασε την κατάσταση στην Ελλάδα και καθυστέρησε την υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών».

Ο κ. Ράις πρόσθεσε ότι «όταν έγιναν φανερές οι συνθήκες και ήταν διαφορετικές, εμείς κινηθήκαμε όσο γρήγορα μπορούσαμε. Ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής είναι μόνο μια συνιστώσα για το πως αναλύεται σε κάθε χώρα».

Στη συνέχεια, διατύπωσε την άποψη ότι υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν κάποια μαθηματική παλινδρόμηση που με μηχανιστικό τρόπο καθορίζει την δημοσιονομική προσαρμογή που πρέπει να γίνει σε κάθε χώρα. Και σε κάθε χώρα είναι πολύ διαφορετική. Είναι πολύ υγιές πράγμα που το ΔΝΤ και ο Ολιβιέ Μπλανσάρ ήταν απολύτως διαφανείς για το πώς έγινε αυτό, για το συνολικό πλαίσιο, κι αυτή είναι η βάση που θέλουμε να προχωρήσουμε. Επομένως, ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής έχει προσαρμοστεί σε συνεχή βάση από το 2010, ανέφερε.

Οι εκπρόσωποι του ΔΝΤ, της ΕΕ και της ΕΚΤ θα παραμείνουν στην Αθήνα μέχρι τα μέσα Μαρτίου για να εξετάσουν την πρόοδο όσον αφορά την εφαρμογή των μέτρων και των διαρθρωτικών αλλαγών, είπε ακόμα ο κ. Ράις, επισημαίνοντας ότι οι ελληνικές αρχές είναι δεσμευμένες για την υλοποίησή τους.

Απαντώντας σε ερωτήσεις για την Κύπρο, κ. Ράις τόνισε ότι οι διεθνείς δανειστές εργάζονται για να υπάρξει «βιώσιμη λύση», σημειώνοντας ότι οι αρχές της χώρας είχαν τη δυνατότητα να καλύψουν τις ανάγκες χρηματοδότησής τους μέσα από την εγχώρια αγορά τους τελευταίους μήνες και αναμένεται να είναι σε θέση να συνεχίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, όπως δήλωσε. Επίσης, ανέφερε ότι οι συνομιλίες συνεχίζονται και το πρόγραμμα χρηματοδότησης είναι πιθανό να προχωρήσει μετά τις εκλογές στην Κύπρο.

Απαντώντας σε ερώτηση για την πρόσφατη συνάντηση στην έδρα του ΔΝΤ του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα, με τον Ντέιβιντ Λίπτον, πρώτο αναπληρωτή γενικό διευθυντή του ΔΝΤ, ο κ. Ράις επανέλαβε αυτό που είχε δηλώσει ο εκπρόσωπος του Ταμείου μετά τη συνάντηση ότι είχαν μια "εποικοδομητική και ειλικρινή συζήτηση" για τις οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα. Ο εκπρόσωπος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Τζέρι Ράις, παραδέχθηκε ξανά ότι η έκθεση Μπλανσάρ που κάνει λόγο για λάθος στο πρόγραμμα λιτότητας της χώρας μας, ισχύει, δηλώνοντας παράλληλα κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου σστην Ουάσιγκτον, ότι προς τα τέλη Φεβρουαρίου θα πραγματοποιηθεί η αποστολή κλιμακίου της τρόικας για την επιθεώρηση του ελληνικού προγράμματος.

Στην ερώτηση ότι «στις 3 Ιανουαρίου, ο Ολιβιέ Μπλανσάρ εξέδωσε έκθεση με τον Ντάνιελ Λι και, σύμφωνα με πολλά μέσα ενημέρωσης σε όλο τον κόσμο, αυτό που έγραψε είναι ένα καταπληκτικό mea culpa και ότι η εφημερίδα Washington Post υποστήριξε ότι κορυφαίος οικονομολόγος του ΔΝΤ αναγνώρισε ότι το Ταμείο τίναξε στον αέρα τις προβλέψεις του για την Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, επειδή δεν κατανόησαν πλήρως πως οι προσπάθειες λιτότητας της κυβέρνησης θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την οικονομική ανάπτυξη. Μπορείτε να μας πείτε τη θέση του ΔΝΤ, επειδή ο κ. Μπλανσάρ είναι ο κορυφαίος οικονομολόγος εδώ στο ΔΝΤ;», ο κ. Ράις απάντησε καταρχάς ως εξής:

«Έχεις δίκιο», σημειώνοντας ότι τόσο ο κ. Μπλανσάρ όσον και η κυρία Λαγκάρντ έχουν μιλήσει εκτενώς γι' αυτό το θέμα. «Πρέπει να πάμε πίσω το 2010, που όλοι ήταν πολύ αισιόδοξοι στις προβλέψεις τους για την ανάκαμψη της Ελλάδας -όπως επισήμανε-, τονίζοντας ότι δεν είχαν συνυπολογίσει την επίπτωση των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής στη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και την πολιτική κρίση που επηρέασε την κατάσταση στην Ελλάδα και καθυστέρησε την υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών».

Ο κ. Ράις πρόσθεσε ότι «όταν έγιναν φανερές οι συνθήκες και ήταν διαφορετικές, εμείς κινηθήκαμε όσο γρήγορα μπορούσαμε. Ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής είναι μόνο μια συνιστώσα για το πως αναλύεται σε κάθε χώρα».

Στη συνέχεια, διατύπωσε την άποψη ότι υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν κάποια μαθηματική παλινδρόμηση που με μηχανιστικό τρόπο καθορίζει την δημοσιονομική προσαρμογή που πρέπει να γίνει σε κάθε χώρα. Και σε κάθε χώρα είναι πολύ διαφορετική. Είναι πολύ υγιές πράγμα που το ΔΝΤ και ο Ολιβιέ Μπλανσάρ ήταν απολύτως διαφανείς για το πώς έγινε αυτό, για το συνολικό πλαίσιο, κι αυτή είναι η βάση που θέλουμε να προχωρήσουμε. Επομένως, ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής έχει προσαρμοστεί σε συνεχή βάση από το 2010, ανέφερε.

Οι εκπρόσωποι του ΔΝΤ, της ΕΕ και της ΕΚΤ θα παραμείνουν στην Αθήνα μέχρι τα μέσα Μαρτίου για να εξετάσουν την πρόοδο όσον αφορά την εφαρμογή των μέτρων και των διαρθρωτικών αλλαγών, είπε ακόμα ο κ. Ράις, επισημαίνοντας ότι οι ελληνικές αρχές είναι δεσμευμένες για την υλοποίησή τους.

Απαντώντας σε ερωτήσεις για την Κύπρο, κ. Ράις τόνισε ότι οι διεθνείς δανειστές εργάζονται για να υπάρξει «βιώσιμη λύση», σημειώνοντας ότι οι αρχές της χώρας είχαν τη δυνατότητα να καλύψουν τις ανάγκες χρηματοδότησής τους μέσα από την εγχώρια αγορά τους τελευταίους μήνες και αναμένεται να είναι σε θέση να συνεχίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, όπως δήλωσε. Επίσης, ανέφερε ότι οι συνομιλίες συνεχίζονται και το πρόγραμμα χρηματοδότησης είναι πιθανό να προχωρήσει μετά τις εκλογές στην Κύπρο.

Απαντώντας σε ερώτηση για την πρόσφατη συνάντηση στην έδρα του ΔΝΤ του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα, με τον Ντέιβιντ Λίπτον, πρώτο αναπληρωτή γενικό διευθυντή του ΔΝΤ, ο κ. Ράις επανέλαβε αυτό που είχε δηλώσει ο εκπρόσωπος του Ταμείου μετά τη συνάντηση ότι είχαν μια "εποικοδομητική και ειλικρινή συζήτηση" για τις οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα. 
 
http://www.moneypost.gr
 

Γ. ΔΕΛΑΣΤΙΚ : Το παραμύθι της «επιστροφής των καταθέσεων»



Του Γιώργου Δελαστίκ
Εκνευριστική έχει καταντήσει πλέον αυτή η ιστορία με τους αλλεπάλληλους ανά μήνα κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για τη διαβόητη «επιστροφή των καταθέσεων» στις ελληνικές τράπεζες. Αντιλαμβανόμαστε την πολιτική σκοπιμότητα της καλλιέργειας τεχνητού κλίματος αισιοδοξίας μήπως... στραβωθεί κανένας αφελής και καταθέσει τα λεφτά του στην τράπεζα, αλλά δεν είναι ανάγκη να χειρίζεται τόσο προκλητικά το θέμα η κυβέρνηση σαν να απευθύνεται σε ηλιθίους. Κανένας λόγος αλαλαγμών δεν υπάρχει.

Το πολύ πολύ ένας στεναγμός ανακούφισης και «δυστυχούς παρηγορίας» που η μείωση -ναι, η μείωση!- των καταθέσεων κατά τη διάρκεια του 2012 δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο κατά τη διάρκεια του 2010 και του 2011! Τίποτα περισσότερο! Ας δούμε καλύτερα τους αριθμούς βάσει των στοιχείων της Τράπεζας της Ελλάδος. Την 1η Ιανουαρίου του 2012 το σύνολο των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες ανερχόταν στα 168,96 δισεκατομμύρια ευρώ. Στις 31 Δεκεμβρίου 2012 οι καταθέσεις είχαν πέσει στα 161,36 δισ. ευρώ. Μια απλή αφαίρεση μας δείχνει ότι μέσα στο 2012 οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά 7,6 δισεκατομμύρια ευρώ.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα 7,6 δισ. είναι πολύ μικρότερα από τα 40,6 δισεκατομμύρια ευρώ που είχαν μειωθεί οι καταθέσεις κατά το 2011 και τα 27,9 δισ. ευρώ που είχαν φύγει από τις τραπεζικές καταθέσεις μέσα στο 2010. Στα τέλη του 2009 δηλαδή οι καταθέσεις ήταν 237,53 δισ. ευρώ και στα τέλη του 2010 είχαν πέσει στα 209,6 δισεκατομμύρια.

Αυτά σημαίνουν ότι οι καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες έχουν μειωθεί κατά 76,2 δισεκατομμύρια ευρώ (ποσοστό περίπου 32%) σε σχέση με τα τέλη του 2009. Μέσα σε τρία μόλις χρόνια χάθηκε το ένα τρίτο των καταθέσεων.  Αυτό συνιστά οικονομική καταστροφή για τις τράπεζες. Ο λόγος είναι πως αυτές δεν μπορούν με την ίδια ταχύτητα να περιορίσουν τα δάνεια που έχουν χορηγήσει σε τράπεζες και ιδιώτες, όσο και αν «στραγγαλίσουν» τη χορήγηση νέων δανείων. Οι αριθμοί που αφορούν αυτή την πτυχή είναι αποκαλυπτικοί.

Το 2009, το σύνολο των δανείων προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά που είχαν χορηγήσει οι ελληνικές τράπεζες ανερχόταν σε 249,68 δισ. ευρώ - ήταν δηλαδή κατά 12,2 δισ. ευρώ περισσότερα από τις καταθέσεις, οι οποίες υπενθυμίζουμε ότι ανέρχονταν σε 237,53 δισ. Στα τέλη του 2012 η κατάσταση για τις τράπεζες είχε επιδεινωθεί δραματικά. Παρόλο που μέσα στη «μαύρη τριετία» του Μνημονίου περιόρισαν κατά 22 δισεκατομμύρια τις χορηγήσεις δανείων και τις έριξαν στα 227,7 δισ. ευρώ, το ποσό αυτό είναι κατά... 66,3 δισεκατομμύρια μεγαλύτερο από εκείνο των καταθέσεων, που έπεσαν -παρά τους πανηγυρισμούς της κυβέρνησης- στα 161,4 δισ. ευρώ.

Υπερπενταπλασιάστηκε (!) δηλαδή σε απόλυτους αριθμούς το ποσό της απόκλισης ανάμεσα στις χορηγήσεις δανείων εκ μέρους των τραπεζών και τις καταθέσεις σε αυτές. Αυτό δεν προοιωνίζεται τίποτα καλό για την πραγματική οικονομία, γιατί σημαίνει ότι όσες καταθέσεις και αν τυχόν επιστρέψουν στις τράπεζες, οι τράπεζες θα κρατούν το μέγιστο τμήμα των καταθέσεων αυτών για τον εαυτό τους, προκειμένου να μειώσουν τους κινδύνους για την ίδια τους την ύπαρξη.

Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει ότι αποκλείεται στο ορατό μέλλον οι ελληνικές τράπεζες να μπορούν να χορηγήσουν τα δάνεια που περιμένουν σαν μάννα εξ ουρανού οι επιχειρήσεις και ο κοσμάκης! Θα τα περιμένουν επί ματαίω! Οπως είναι ευνόητο, η ανωτέρω εξήγηση της συμπεριφοράς των τραπεζών καμιά παρηγοριά δεν αποτελεί για τους επιχειρηματίες και τα νοικοκυριά, που έχουν στερηθεί αυτή την τριετία δανειακή ρευστότητα ύψους 22 δισεκατομμυρίων. Ρευστότητα ύψους 12 δισ. ευρώ έχουν χάσει οι επιχειρήσεις και άλλα 10 δισεκατομμύρια τα νοικοκυριά.

Στο υπάρχον περιβάλλον της δραματικής συρρίκνωσης των εισοδημάτων όλου του πληθυσμού και της καταβαράθρωσης του τζίρου πολλών επιχειρήσεων, η δανειακή ασφυξία από τις τράπεζες έχει τραγικά αποτελέσματα για την ελληνική οικονομία, αλλά και την ελληνική κοινωνία γενικότερα. Οι καταθέσεις των νοικοκυριών όλο και λιγότερο μπορούν να χρηματοδοτήσουν τη δανειοδότηση των επιχειρήσεων.

Το 2009 «περίσσευαν» 77,3 δισ. ευρώ αφού τα νοικοκυριά είχαν καταθέσεις 196,9 δισεκατομμυρίων και δάνεια 119,6 δισ. Το 2012 το ποσό αυτό είχε συρρικνωθεί δραστικότατα: 135 δισ. καταθέσεις νοικοκυριών μείον 106,6 δισ. δάνεια μας κάνει μόλις 28,4 δισεκατομμύρια - σχεδόν το ένα τρίτο! Με άλλα λόγια, η λεηλασία των εισοδημάτων του λαού μας γκρέμισε και τη δυνατότητα τραπεζικού δανεισμού των επιχειρήσεων!

Πηγή: Έθνος
http://newpost.gr/post/187445/to-paramuthi-tis-epistrofis-ton-katatheseon/

Moody’s διαψεύδει τον Στουρνάρα:


Ύφεση και το 2014 με ορατό τον κίνδυνο χρεοκοπίας

 

Υπενθυμίζεται ότι ο Γ. Στουρνάρας σε πρόσφατη συνέντευξή του εμφανίσθηκε βέβαιος πως η ανάκαμψη θα έρθει το 2014.


Στον κίνδυνο μιας νέας ελληνικής χρεοκοπίας, αναφέρεται ο οίκος αξιολόγησης Moody’s σε έκθεσή που δημοσιοποίησε στις 28 Ιανουαρίου με τίτλο «Ελλάδα: Η χρηματοδότηση του ΔΝΤ και του EFSF βελτιώνει τη ρευστότητα, αλλά το χρέος παραμένει ευάλωτο σε σημαντικούς κινδύνους».

Στην έκθεση της Moody’s τονίζεται πως η Ελλάδα έλαβε προσφάτως επιπρόσθετη χρηματοδότηση 12,44 δισ. ευρώ από το ΔΝΤ και τον EFSF, η οποία θα προσφέρει ανάσα ρευστότητας στην οικονομία και θα επιτρέψει την εκκίνηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Επισημαίνεται δε πως η καλύτερη του αναμενόμενου εκτέλεση του Προϋπολογισμού 2012 παρέχει στήριξη για την αύξηση της επενδυτικής εμπιστοσύνης

Υψηλά το χρέος 2012- 2016

Ωστόσο, ο οίκος υπογραμμίζει πως παρά τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους από τους επίσημους πιστωτές και τις επιπτώσεις από το PSI και την επαναγορά ομολόγων, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης στην Ελλάδα θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα σε όλη τη διάρκεια της περιόδου 2012-2016.

Για το λόγο αυτό ο οίκος υποστηρίζει πως ο κίνδυνος μιας ακόμα χρεοκοπίας για το υπόλοιπο χρέος του ιδιωτικού τομέα παραμένει υψηλός λόγω των σημαντικών κινδύνων που απορρέουν από την αδύναμη οικονομία, την εύθραυστη κοινωνική σταθερότητα και το τεταμένο πολιτικό κλίμα.

Μάλιστα, η Moody’s σημειώνει ότι παρά τις δεσμεύσεις των Ευρωπαίων για παροχή μεγαλύτερης ελάφρυνσης στο χρέος από το 2014, υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα γύρω από αυτό το θέμα.

Ύφεση και το 2014

Η Moody’s περιγράφει το 2014 ως πολύ δύσκολο έτος και διατηρεί αποστάσεις από τις εκτιμήσεις της ελληνικής κυβέρνησης και της τρόικας.

Ειδικότερα, εκτιμά ότι το 2013 η ύφεση στην Ελλάδα θα ανέλθει στο 5% και ότι η συρρίκνωση θα εξακολουθήσει και το 2014 λόγω της υποτονικής εξωτερικής ζήτησης στη ζώνη του ευρώ, της αργής προόδου στην απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων που περιορίζει τις επενδύσεις και τον ανταγωνισμό, αλλά και λόγω των επιπτώσεων των πρόσφατων δημοσιονομικών μέτρων στην ιδιωτική κατανάλωση.

Στο πλαίσιο αυτό η Moody’s, αν και αναγνωρίζει τις προσπάθειες που καταβάλλει η ελληνική κυβέρνηση για την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και τη δημοσιονομική εξυγίανση και διαπιστώνει βελτίωση των επιπέδων ρευστότητας, ωστόσο θεωρεί πως υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι στην ελληνική οικονομία, που θα συνεχίσουν να επιδρούν στην πιστοληπτική της ικανότητα.

Έτσι, σημειώνει ότι η πιθανότητα μιας ακόμη χρεοκοπίας στο υφιστάμενο απόθεμα χρέους του ιδιωτικού τομέα παραμένει υψηλή λόγω των κινδύνων εφαρμογής του δεύτερου προγράμματος οικονομικής στήριξης, των ιδιαίτερα αβέβαιων οικονομικών προοπτικών ανάπτυξης της χώρας, των πολιτικών και κοινωνικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία και της δύσκολης διαχείρισης του χρέους της χώρας.

http://www.agonaskritis.gr

ΑΓΓΛΙΚΑ ΑΡΑΓΕ ΠΩΣ ΛΕΓΕΤΑΙ ΤΟ COMPUTER ;

Υπολογιστές computer

Όταν πλημμύριζε ο Νείλος στην Αρχαία Αίγυπτο, οι αγρότες που είχαν χωράφια δίπλα στο ποτάμι έχαναν τα όρια τους.

Όταν βρέθηκε εκεί ο Θαλής ο Μιλήσιος να μετρήσει την μεγάλη πυραμίδα από την σκιά της, του ανέθεσαν να βρει έναν τρόπο έτσι ώστε μετά την άμπωτη να μπορούν να ξαναβρούν οι Αιγύπτιοι αγρότες τα όρια των χωραφιών τους. Ο Θαλής έβαλε πασσάλους ανά τακτά διαστήματα στην άκρη του ποταμού κατά μήκος της ακτής. Από κάθε πάσσαλο έδεσε μακριά σχοινιά προς τα έξω, προς τα χωράφια, δηλαδή κάθετα σε διεύθυνση προς τον ποταμό. Τα σχοινιά κατά μήκος τους, ανάλογα με τις αποστάσεις έφεραν κόμβους !!! Με την βοήθεια των κόμβων μέτρησε ακριβώς τα σύνορα του κάθε αγρού αφού είχε σταθερή απόσταση από τον ποταμό.

Η μέθοδος αυτή, του να υπολογίζεις δηλαδή με ακρίβεια, ονομάστηκε κομβέω. (υπολογίζω, μετρώ ακριβώς με την βοήθεια κόμβων…) Αργότερα το πήραν οι Λατίνοι όπου όσοι ήξεραν να εκτελούν μαθηματικές ή αριθμητικές πράξεις, το φώναζαν δυνατά (εξού κομπασμός), και ο υπολογισμός σε αυτούς έγινε combaso, ή compasso (Υπάρχει και σήμερα όργανο στη ναυσιπλοΐα για υπολογισμό της πορείας του πλοίου κλπ). Έκτoτε το μετρώ ή υπολογίζω με ακρίβεια compaso => computer.
Αγγλικά άραγε πως λέγεται το computer; Γιατί Ελληνικά ξέρουμε.

Από το περιοδικό «Ελλάνιον Ήμαρ», τεύχος 30
http://www.votegreece.gr/archives/28204

Αλλάζουν οι αντικειμενικές τιμές των ακινήτων


ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΛΙΣΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΤΙΜΩΝ



Αλλάζουν οι αντικειμενικές τιμές των ακινήτων
 

Στην αναπροσαρμογή των αντικειμενικών τιμών των ακινήτων προχωρά το υπουργείο Οικονομικών με στόχο να υπάρξει σύγκλιση με τις αγοραίες τιμές τους, οι οποίες, σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό σήμερα, βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα λόγω της κρίσης.

Με απόφαση του υπουργού Οικονομικών, Γιάννη Στουρνάρα, συγκροτείται επιτροπή που θα υποβάλει τις προτάσεις της έως τις 28 Φεβρουαρίου καθως θα πρέπει να σημειωθεί οτι η σύγκλιση αντικειμενικών και εμπορικών τιμών αποτελεί δέσμευση που έχει αναληφθεί με το μνημόνιο.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αναπροσαρμογή θα οδηγήσει σε μείωση των σημερινών αντικειμενικών τιμών των ακινήτων στα χαμηλότερα επίπεδα που βρίσκονται οι εμπορικές τιμές τους, με αποτέλεσμα στις περιοχές αυτές να προσαρμοστούν ανάλογα και οι φόροι που καταβάλλονται σήμερα στις μεταβιβάσεις ακινήτων.

Σημειώνεται ότι οι αντικειμενικές τιμές των ακινήτων θα αποτελέσουν τη βάση επι της οποίας θα υπολογισθεί ο ενιαίος φόρος ακινήτων που επεξεργάζεται το υπουργείο Οικονομικών, προκειμένου να εφαρμοσθεί απο το δεύτερο εξάμηνο του 2013, μέτρο το οποίο προβλέπεται επίσης στο μνημόνιο. Οι αντικειμενικές τιμές των ακινήτων θα επεκταθουν σε όλη τη χώρα αφού με το νέο φόρο θα επιβαρύνονται πλέον και τα αγροτεμάχια.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=26516&subid=2&pubid=112986842

Guardian: «Οι τεμπέληδες Έλληνες δουλεύουν περισσότερο από τους Γερμανούς»



gr.de 
Γνωστός οικονομολόγος, γράφει για το «παιχνίδι» που βοηθά τους πλούσιους να φτιάχνουν πάντα αυτοί τους κανόνες του παιχνιδιού 

 Guardian: «Οι τεμπέληδες Έλληνες δουλεύουν περισσότερο από τους Γερμανούς» 

Σε «ένα φάντασμα που πλανιέται πάνω από την Ευρώπη” αναφέρεται άρθρο της Γκάρντιαν. Όπως σημειώνει ο αρθρογράφος, το φάντασμα αυτό δεν μοιάζει με εκείνο του Κομμουνιστικού Μανιφέστου των Μαρξ και Έγκελς. Σήμερα η Ευρώπη είναι στοιχειωμένη από το φάντασμα της τεμπελιάς
.
Το φάντασμα αυτό εξοργίζει, όπως γράφει, τους πλούσιους καθώς ο ράθυμος τρόπος ζωής των τεμπέληδων χρηματοδοτείται από εξοντωτικούς φόρους στους πλούσιους και έτσι οι τεμπέληδες ρουφάνε το αίμα της οικονομίας.

Το πρόβλημα με αυτή την ιστορία είναι ότι, είναι απλώς και μόνο ένας μύθος, ξεκαθαρίζει ο αρθρογράφος και αφού αναφέρει ότι η λιτότητα τροφοδοτεί την κρίση, υπερασπίζεται τους Έλληνες, στην κατηγορία ότι είναι οι τεμπέληδες του νότου.

Για να αντικρούσει τις κρατούσες αντιλήψεις ο Ha Joon Chang χρειάζεται μόνο…τα στοιχεία του ΟΟΣΑ που λένε ότι οι Έλληνες, δουλεύουν περισσότερο από τους Γερμανούς και τους Ολλανδούς, οι οποίοι είναι και οι σκληρότεροι στην κριτική τους. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι στην Ελλάδα το 2011, όσοι είχαν εργασία, δούλεψαν κατά μέσο όρο 2.032 ώρες, λίγο λιγότερες από τους Νοτιοκορεάτες (2.090). Το ίδιο έτος, ο μέσος όρος ωρών εργασίας στη Γερμανία ήταν 1.413 ώρες ενώ στην Ολλανδία, από τις τελευταίες χώρες παγκοσμίως μόλις 1.379 ώρες.

Για τον αρθρογράφο του Γκάρντιαν, οι αριθμοί αυτοί είναι η απόδειξη ότι δεν είναι η τεμπελιά το λάθος της Ελλάδας και της Ισπανίας.

Σημειώνει ότι στην ελεύθερη οικονομία της αγοράς η πίστη είναι στο άτομο και ο καθένας είναι υπεύθυνος για ό,τι κάνει. Και μέσα σε αυτή τη λογική είναι δύσκολο για τους φτωχούς να κερδίσουν τον αγώνα, αφού συχνά οι αγορές μεροληπτούν υπέρ των πλουσίων, όπως φάνηκε και από μια σειρά χρηματοοικονομικών σκανδάλων όπως π.χ. αυτό της στημένης πώλησης χρηματοοικονομικών προϊόντων, με τη νοθεία του επιτοκίου Libor .

Το τελικό αποτέλεσμα όμως του χαρακτηρισμού «τεμπελόγατος» είναι η διάλυση μιας ολόκληρης σειράς πολιτικών και κοινωνικών θεσμών, στο όνομα της τιμωρίας του τεμπέλη.

Και το πιο σημαντικό, τα χρήματα δίνουν στους σούπερ-πλούσιους την δύναμη να ξαναγράψουν όπως θέλουν τους κανόνες του παιχνιδιού, εξαγοράζοντας πολιτικούς. Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και της οικονομίας, καθώς και οι φορολογικές ελαφρύνσεις τους πλούσιους, είναι ακριβώς το αποτέλεσμα αυτών των πρακτικών.

«Με την περιστροφή της συζήτησης σε μια ηθική ιστορία περί τεμπελιάς, οι πλούσιοι και ισχυροί μπορούν να αποσπάσουν την προσοχή των ανθρώπων μακριά από όλα αυτά τα διαρθρωτικά προβλήματα που δημιουργούν περισσότερη φτώχεια και ανισότητα από ό, τι είναι απαραίτητο.»

(Ο Ha Joon Chang είναι οικονομολόγος, καθηγητής του Κέμπριτζ και συγγραφέας ενός βιβλίου με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τίτλος του: «23 αλήθειες που δεν μας λένε για τον καπιταλισμό.». Στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.)

Πηγή
http://udemand.wordpress.com/

Η Ελληνική συνείδηση κατά τους Βυζαντινούς χρόνους




Οι μεταμοντέρνοι εκπρόσωποι του ιστοριογραφικού αναθεωρητισμού, αντιστρέφοντας και ουσιαστικά διαστρεβλώνοντας το γνωστό σολωμικό αφορισμό (εθνικό για τους Έλληνες πρέπει να είναι το αληθές), θεωρούν ότι αληθές για τους Έλληνες πρέπει οπωσδήποτε να είναι το αντεθνικό και γι’ αυτό επιδίδονται με ιερό ζήλο στην αποδόμηση της έννοιας του ελληνικού έθνους και την εκμηδένιση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού. Μεταξύ άλλων, πασχίζουν να μας πείσουν πως οι Έλληνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, λόγω του βίαιου εκχριστιανισμού και του συστηματικού αφελληνισμού τους, είχαν χάσει τελείως την ελληνική συνείδησή τους, δεν είχαν καμιά σχέση με την Αρχαία Ελλάδα και θεωρούσαν τους εαυτούς τους απλώς και μόνο χριστιανούς υπηκόους της Aνατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Απάντηση στις ανιστόρητες αυτές θέσεις θα μπορούσε να αποτελέσει το ακόλουθο διάγραμμα, που απεικονίζει πρόχειρα και σχηματικά την αφύπνιση της ελληνικής εθνικής συνείδησης στους Βυζαντινούς χρόνους. Χωρίς αμφιβολία, το μόνο που πετυχαίνει μέχρι στιγμής ο ενορχηστρωμένος εθνομηδενισμός είναι το ότι μας υποχρεώνει κάθε φορά να επισημαίνουμε τα αυτονόητα…

Το 146 π.Χ. η Ελλάδα υποτάχτηκε στους Ρωμαίους, αλλά ο πολιτιστικός, τουλάχιστον, βίος της δε σταμάτησε μετά το γεγονός αυτό. Αντίθετα, η Ελλάδα κατέκτησε πολιτιστικά τον άγριο κατακτητή σύμφωνα με τη μαρτυρία του μεγάλου Λατίνου ποιητή Οράτιου και γνώρισε περιόδους πολιτιστικής ανάκαμψης λόγω και της ευνοϊκής στάσης που τήρησαν απέναντί της ορισμένοι φιλέλληνες Ρωμαίοι και πρωτίστως ο αυτοκράτορας Αδριανός. Το 212 μ.Χ. οι Έλληνες γίνονται Ρωμαίοι πολίτες χάρη στην ConstitutioAntoniniana (γνωστή και ως διάταγμα του Καρακάλα), που απένειμε αυτό το δικαίωμα σε όλους τους ελεύθερους πολίτες της αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως της εθνολογικής προέλευσής τους. Κατά συνέπεια, οι Έλληνες θα λάβουν, όπως και εκείνοι, την προσωνυμία «Ρωμαίοι». Επιπλέον, ο αναγκαστικός εκχριστιανισμός των Ελλήνων, τον οποίο επέβαλε η κεντρική εξουσία από τον 4. ως και τον 6. μ.Χ. αιώνα (είχε ήδη συντελεστεί το 330 μ.Χ. η μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους στο Βυζάντιο, τη μετέπειτα Κωνσταντινούπολη), θα αφαιρέσει από την ονομασία «Έλλην» την πολιτιστική και την εθνική της υποδήλωση και θα την ταυτίσει με την ιδιότητα του μη χριστιανού, του «ειδωλολάτρη». Είναι χαρακτηριστικό το ότι ακόμη και ένας μη ελληνόφωνος Σύρος, εφόσον δεν ήταν χριστιανός, ονομαζόταν από τα συναξάρια «Έλλην»!

Παρ’ όλα αυτά, το πολιτιστικό και το εθνικό παρελθόν των Ελλήνων δεν είχε ξεχαστεί. Απόδειξη το ότι, με αφετηρία τον 6. μ.Χ. αιώνα, οι Έλληνες θα χρησιμοποιήσουν επιπροσθέτως την ονομασία «Γραικοί», σε μια προσπάθεια να υπογραμμίσουν την ιστορική τους προέλευση και να αντιδιασταλούν από τους υπόλοιπους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Παράλληλα, στον ελλαδικό χώρο θα εισδύσουν και θα εγκατασταθούν διάφοροι ξένοι λαοί, που όμως δεν έφερναν συνήθως μαζί τους το σταθερό εκείνο στοιχείο της διατήρησης και της εδραίωσης ενός επείσακτου πολιτισμού, δηλαδή τη γυναίκα, και για το λόγο αυτό αφομοιώθηκαν με χαρακτηριστική ευκολία από τους γηγενείς Έλληνες, των οποίων άλλωστε το πολιτιστικό επίπεδο υπερείχε συντριπτικά. Εξάλλου, το ελληνικό στοιχείο υπερτερούσε και στις ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας, όπου, βέβαια, βρισκόταν στο εσωτερικό μιας πανσπερμίας λαών. Ήταν όμως ευρύτατα διαδεδομένη και εκεί η ελληνική γλώσσα, που αποτελούσε τoφορέα μιας υπέρτερης κουλτούρας, το όργανο μεταλαμπάδευσης μιας τεράστιας πολιτιστικής παράδοσης και το μέσο πρόσβασης στον ανεξάντλητο θησαυρό της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ο βαθμιαίος μάλιστα διαποτισμός των λαών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά, που λειτουργούσε προς πάσα κατεύθυνση ως πηγή φωτός και ως πόλος έλξης, είχε ως αποτέλεσμα να διευρύνει το ελληνικό στοιχείο ακόμη περισσότερο την επικράτησή του και να αναδειχτεί τελικά κυρίαρχο.

Ωστόσο, η «ελληνικότητα» αυτή, ενώ θεμελιωνόταν σε μια πολιτιστική και, σε σημαντικό βαθμό, εθνολογική υποδομή και ενώ ως υπόγειο ρεύμα παραδόσεων, ιδεών, νοοτροπίας και κοσμοαντίληψης συνεχιζόταν περισσότερο ή λιγότερο αδιατάρακτη από την αρχαία εποχή ως τους τελευταίους βυζαντινούς χρόνους, δεν ισοδυναμούσε πάντοτε με μια διαμορφωμένη ελληνική συνείδηση. Ο μεσαιωνικός ελληνισμός δεν ήταν ο ίδιος με τον αρχαίο ελληνισμό — και δε θα μπορούσε άλλωστε να είναι, αφού κατά τη διαδρομή των αιώνων ανακύπτουν πολλαπλές κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές. Ωστόσο, ο μεσαιωνικός ελληνισμός, παρά το χριστιανικό χαρακτήρα του, δεν ήταν και κάτι το διαφορετικό από τον αρχαίο ελληνισμό ή, ακόμη περισσότερο, κάτι το ξένο προς αυτόν. Αντίθετα, επρόκειτο για «μια νέα φάση του ίδιου λαού» (Ν. Σβορώνος). Επομένως, η ελληνική συνείδηση κατά τη βυζαντινή περίοδο, έστω και αν βρισκόταν αρχικά σε μια «δυνάμει» κατάσταση, εξακολουθούσε να είναι κάτι το υπαρκτό Αυτό σημαίνει ότι συγκέντρωνε όλες τις προϋποθέσεις της τελικής διαμόρφωσης και της εμφάνισής της, αλλά δεν υπήρχαν ακόμη οι κατάλληλες εκείνες συνθήκες που θα λειτουργούσαν ως οι απαραίτητοι «ιστορικοί καταλύτες». Όταν αυτό συνέβη, η εθνική συνείδηση των Ελλήνων αφυπνίσθηκε, ενεργοποιήθηκε και εξελίχθηκε σε μια εθνική συνείδηση με επίγνωση του εαυτού της.

Οι ιστορικοί αυτοί καταλύτες που εμφανίστηκαν πραγματικά –όχι, όμως, μονομιάς αλλά σταδιακά– επενήργησσαν σε γενικές γραμμές ως εξής:

1. Η στέψη το Καρολομάγνου ως αυτοκράτορα των Ρωμαίων (Χριστούγεννα του 800 μ.Χ.) και η συνακόλουθη μονοπώληση από το κράτος του της ρωμαϊκής οικουμενικότητας, που άφηνε κατά κάποιο τρόπο «εκτός Ρώμης» τους Βυζαντινούς Έλληνες, η αποψίλωση της αυτοκρατορίας από τους μη ελληνικούς λαούς με αποτέλεσμα τη συρρίκνωσή της σε περιοχές όπου υπερτερούσε συντριπτικά το ελληνικό στοιχείο και, τέλος, η κυριαρχία της ελληνικής γλώσσας, που από την εποχή του Ηρακλείου (7. μ.Χ. αιώνας) είχε καθιερωθεί ως η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, συνέβαλαν στο να εξελιχθεί τελικά η Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε «Ελληνική Αυτοκρατορία –ή (Μεσαιωνικό) Ελληνικό κράτος– της χριστιανικής ανατολής».

2. Η αδιαφιλονίκητη επικράτηση και εδραίωση του Χριστιανισμού είχε ως αποτέλεσμα το όνομα «Έλλην» να μη θεωρείται πλέον ανταγωνιστικό ή και επικίνδυνο σε σχέση με την ιδιότητα του χριστιανού και, άρα, να αρχίσει ολοένα και περισσότερο να προσλαμβάνει ξανά την πολιτιστική, αρχικά, και αργότερα την εθνική σημασία του. Παράλληλα. θα παραμεριστεί βαθμιαία η ονομασία «Ρωμαίοι», που αποτελούσε πλέον λόγο κενό, και θα αντικατασταθεί σταδιακά από την ονομασία «Έλληνες», που απέδιδε εύστοχα την πολιτιστική και την εθνική ταυτότητα των φορέων της

3. Το τελικό σχίσμα μεταξύ των δύο εκκλησιών, της ανατολικής και της δυτικής (το 1054 μ.Χ. επί του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου), η οικονομική και η πολιτική διείσδυση του λατινικού στοιχείου προς ανατολάς, η οποία κορυφώθηκε βίαια με τις στρατιωτικές επιδρομές των Σταυροφόρων και κυρίως με την άλωση της «Βασιλεύουσας» (1204), καθώς και οι τρεις μεγάλες εκστρατείες των Νορμανδών, τον 11. και το 12. αιώνα, έστρεψαν τους Βυζαντινούς Έλληνες –με επικεφαλής την πνευματική ηγεσία και την αστική τάξη– εναντίον της Δύσης και συνέβαλαν αποφασιστικά στον εθνικό αυτοπροσδιορισμό τους.

4. Η «απενοχοποίηση» της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, η οποία πολλούς αιώνες πριν από την άλωση του 1453 συγκέντρωνε ήδη το ερευνητικό ενδιαφέρον και το θαυμασμό των Βυζαντινών λογίων, αποτέλεσε διαδικασία πανηγυρικής επανασύνδεσης με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, του οποίου τα μεγάλα επιτεύγματα –η επιστήμη, η ιστοριογραφία, η ποίηση και η φιλοσοφία– παρά τις αρνητικές υποδηλώσεις που τους είχε προσδώσει κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η ταύτιση της ελληνικότητας με την «ειδωλολατρία», εξακολουθούσαν ολοένα και περισσότερο να θεωρούνται ανεκτίμητο παιδευτικό αγαθό. Η διαδικασία της επανασύνδεσης αυτής θα συνεχιστεί αδιάκοπα και θα συνδυαστεί με την άνθηση της τέχνης, σε μια εποχή μάλιστα κατά την οποία η αυτοκρατορία είχε πια παραδοθεί στη ραγδαία παρακμή και αποσύνθεσή της.

Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα να διαμορφωθεί κατά τους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα κατά τον 11. και το 12., μια σαφής ελληνική εθνική συνείδηση, της οποίας όμως οι πρωταρχές ανάγονταν σε πολύ παλαιότερες χρονικές περιόδους, αφού υπήρξε καρπός μιας μακραίωνης διαδικασίας, και της οποίας η περαιτέρω εξέλιξη θα συνεχιστεί ακόμη για πολύ. Γράφει σχετικά ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος στο έργο του «Το Ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού» (εκδ. «Πόλις», 2004), το οποίο τίναξε κυριολεκτικά στον αέρα τα εθνοαποδομητικά φληναφήματα για το Βυζάντιο:«Η νέα τούτη πορεία του Ελληνισμού αρχίζει να διαγράφεται καθαρά από το τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, για να διαρκέσει, περνώντας από διάφορα στάδια, ως τις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι η περίοδος που ένας παλαιός λαός, με την προοδευτική του διαμόρφωση σε συντελεσμένο έθνος, ανανεώνεται και αποτελεί μια καινούργια ιστορική οντότητα, τον Νέο Ελληνισμό, δηλαδή το Ελληνικό έθνος». Ακόμη: «Το όνομα Έλλην αρχίζει και ξαναπαίρνει το διπλό πολιτιστικό και εθνολογικό του περιεχόμενο. Έλλην είναι όποιος μετέχει ελληνικής παιδείας και έχει ελληνική καταγωγή. Για άλλη μια φορά οι Βυζαντινοί λόγιοι χωρίζουν τον κόσμο σε Έλληνες και βαρβάρους». Και, τέλος: «Από το τελευταίο, λοιπόν, τέταρτο του 11ου αιώνα ως το 1204, ο Βυζαντινός αρχίζει να συνδέεται με το ιστορικό του παρελθόν και να ξαναβρίσκει σιγά-σιγά τις λαϊκές ρίζες του πολιτισμού του. Αρχαία Ελληνική κληρονομιά και χριστιανική πίστη αρχίζουν να συμβιβάζονται στη συνείδησή του και να γίνονται τα συστατικά της στοιχεία».

Όσοι επικαλούνται το βίαιο εκχριστιανισμό και «αφελληνισμό» των Ελλήνων, στις αρχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με σκοπό να αμφισβητήσουν τη διαχρονικότητα της ελληνικής συνείδησης χρησιμοποιούν ανεπίγνωστα ένα επιχείρημα, που σαν το αυτεπίστροφο όπλο («μπούμερανγκ») επανέρχεται, ακριβώς, εναντίον των θέσεων τις οποίες πασχίζουν να υποστηρίξουν και καταφέρνει εναντίον τους καίριο πλήγμα. Ο λόγος είναι απλός: αν, παρά τον αναγκαστικό εκχριστιανισμό του ελληνισμού, η συνείδηση ελληνικότητας επέζησε διαμέσου των αιώνων και, όταν ωρίμασαν οι ιστορικές συνθήκες, επανεμφανίστηκε ακμαία ως φυσικό επακόλουθο μακροχρόνιων διεργασιών (και όχι, βέβαια, όπως συνηθίζεται σήμερα, ως «εν ψυχρώ» μεθοδευμένο εγχείρημα για την εξυπηρέτηση ενός τυχοδιωκτικού αλυτρωτισμού, και μάλιστα υπό την αιγίδα και με τη χρηματοδότηση της Νέας Τάξης …), αυτό αποκτά ξεχωριστή σπουδαιότητα. Επιβεβαιώνει, ακριβώς, τη μοναδική αντοχή της ελληνικής συνείδησης στη φθορά του ιστορικού χρόνου και, κατά συνέπεια, την εκπληκτική ικανότητά της να επιβιώνει σε πείσμα των πολλαπλών περιπετειών και αντιξοοτήτων. Επιπλέον, καταδεικνύει περίτρανα τη διαχρονική εμβέλεια του ελληνικού πνεύματος.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ

Περισσότερα: http://www.antibaro.gr/article/3287, Ἀντίβαρο
Οι μεταμοντέρνοι εκπρόσωποι του ιστοριογραφικού αναθεωρητισμού, αντιστρέφοντας και ουσιαστικά διαστρεβλώνοντας το γνωστό σολωμικό αφορισμό (εθνικό για τους Έλληνες πρέπει να είναι το αληθές), θεωρούν ότι αληθές για τους Έλληνες πρέπει οπωσδήποτε να είναι το αντεθνικό και γι’ αυτό επιδίδονται με ιερό ζήλο στην αποδόμηση της έννοιας του ελληνικού έθνους και την εκμηδένιση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού. Μεταξύ άλλων, πασχίζουν να μας πείσουν πως οι Έλληνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, λόγω του βίαιου εκχριστιανισμού και του συστηματικού αφελληνισμού τους, είχαν χάσει τελείως την ελληνική συνείδησή τους, δεν είχαν καμιά σχέση με την Αρχαία Ελλάδα και θεωρούσαν τους εαυτούς τους απλώς και μόνο χριστιανούς υπηκόους της Aνατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Απάντηση στις ανιστόρητες αυτές θέσεις θα μπορούσε να αποτελέσει το ακόλουθο διάγραμμα, που απεικονίζει πρόχειρα και σχηματικά την αφύπνιση της ελληνικής εθνικής συνείδησης στους Βυζαντινούς χρόνους. Χωρίς αμφιβολία, το μόνο που πετυχαίνει μέχρι στιγμής ο ενορχηστρωμένος εθνομηδενισμός είναι το ότι μας υποχρεώνει κάθε φορά να επισημαίνουμε τα αυτονόητα… Το 146 π.Χ. η Ελλάδα υποτάχτηκε στους Ρωμαίους, αλλά ο πολιτιστικός, τουλάχιστον, βίος της δε σταμάτησε μετά το γεγονός αυτό. Αντίθετα, η Ελλάδα κατέκτησε πολιτιστικά τον άγριο κατακτητή σύμφωνα με τη μαρτυρία του μεγάλου Λατίνου ποιητή Οράτιου και γνώρισε περιόδους πολιτιστικής ανάκαμψης λόγω και της ευνοϊκής στάσης που τήρησαν απέναντί της ορισμένοι φιλέλληνες Ρωμαίοι και πρωτίστως ο αυτοκράτορας Αδριανός. Το 212 μ.Χ. οι Έλληνες γίνονται Ρωμαίοι πολίτες χάρη στην ConstitutioAntoniniana (γνωστή και ως διάταγμα του Καρακάλα), που απένειμε αυτό το δικαίωμα σε όλους τους ελεύθερους πολίτες της αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως της εθνολογικής προέλευσής τους. Κατά συνέπεια, οι Έλληνες θα λάβουν, όπως και εκείνοι, την προσωνυμία «Ρωμαίοι». Επιπλέον, ο αναγκαστικός εκχριστιανισμός των Ελλήνων, τον οποίο επέβαλε η κεντρική εξουσία από τον 4. ως και τον 6. μ.Χ. αιώνα (είχε ήδη συντελεστεί το 330 μ.Χ. η μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους στο Βυζάντιο, τη μετέπειτα Κωνσταντινούπολη), θα αφαιρέσει από την ονομασία «Έλλην» την πολιτιστική και την εθνική της υποδήλωση και θα την ταυτίσει με την ιδιότητα του μη χριστιανού, του «ειδωλολάτρη». Είναι χαρακτηριστικό το ότι ακόμη και ένας μη ελληνόφωνος Σύρος, εφόσον δεν ήταν χριστιανός, ονομαζόταν από τα συναξάρια «Έλλην»! Παρ’ όλα αυτά, το πολιτιστικό και το εθνικό παρελθόν των Ελλήνων δεν είχε ξεχαστεί. Απόδειξη το ότι, με αφετηρία τον 6. μ.Χ. αιώνα, οι Έλληνες θα χρησιμοποιήσουν επιπροσθέτως την ονομασία «Γραικοί», σε μια προσπάθεια να υπογραμμίσουν την ιστορική τους προέλευση και να αντιδιασταλούν από τους υπόλοιπους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Παράλληλα, στον ελλαδικό χώρο θα εισδύσουν και θα εγκατασταθούν διάφοροι ξένοι λαοί, που όμως δεν έφερναν συνήθως μαζί τους το σταθερό εκείνο στοιχείο της διατήρησης και της εδραίωσης ενός επείσακτου πολιτισμού, δηλαδή τη γυναίκα, και για το λόγο αυτό αφομοιώθηκαν με χαρακτηριστική ευκολία από τους γηγενείς Έλληνες, των οποίων άλλωστε το πολιτιστικό επίπεδο υπερείχε συντριπτικά. Εξάλλου, το ελληνικό στοιχείο υπερτερούσε και στις ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας, όπου, βέβαια, βρισκόταν στο εσωτερικό μιας πανσπερμίας λαών. Ήταν όμως ευρύτατα διαδεδομένη και εκεί η ελληνική γλώσσα, που αποτελούσε τoφορέα μιας υπέρτερης κουλτούρας, το όργανο μεταλαμπάδευσης μιας τεράστιας πολιτιστικής παράδοσης και το μέσο πρόσβασης στον ανεξάντλητο θησαυρό της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ο βαθμιαίος μάλιστα διαποτισμός των λαών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά, που λειτουργούσε προς πάσα κατεύθυνση ως πηγή φωτός και ως πόλος έλξης, είχε ως αποτέλεσμα να διευρύνει το ελληνικό στοιχείο ακόμη περισσότερο την επικράτησή του και να αναδειχτεί τελικά κυρίαρχο. Ωστόσο, η «ελληνικότητα» αυτή, ενώ θεμελιωνόταν σε μια πολιτιστική και, σε σημαντικό βαθμό, εθνολογική υποδομή και ενώ ως υπόγειο ρεύμα παραδόσεων, ιδεών, νοοτροπίας και κοσμοαντίληψης συνεχιζόταν περισσότερο ή λιγότερο αδιατάρακτη από την αρχαία εποχή ως τους τελευταίους βυζαντινούς χρόνους, δεν ισοδυναμούσε πάντοτε με μια διαμορφωμένη ελληνική συνείδηση. Ο μεσαιωνικός ελληνισμός δεν ήταν ο ίδιος με τον αρχαίο ελληνισμό — και δε θα μπορούσε άλλωστε να είναι, αφού κατά τη διαδρομή των αιώνων ανακύπτουν πολλαπλές κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές. Ωστόσο, ο μεσαιωνικός ελληνισμός, παρά το χριστιανικό χαρακτήρα του, δεν ήταν και κάτι το διαφορετικό από τον αρχαίο ελληνισμό ή, ακόμη περισσότερο, κάτι το ξένο προς αυτόν. Αντίθετα, επρόκειτο για «μια νέα φάση του ίδιου λαού» (Ν. Σβορώνος). Επομένως, η ελληνική συνείδηση κατά τη βυζαντινή περίοδο, έστω και αν βρισκόταν αρχικά σε μια «δυνάμει» κατάσταση, εξακολουθούσε να είναι κάτι το υπαρκτό Αυτό σημαίνει ότι συγκέντρωνε όλες τις προϋποθέσεις της τελικής διαμόρφωσης και της εμφάνισής της, αλλά δεν υπήρχαν ακόμη οι κατάλληλες εκείνες συνθήκες που θα λειτουργούσαν ως οι απαραίτητοι «ιστορικοί καταλύτες». Όταν αυτό συνέβη, η εθνική συνείδηση των Ελλήνων αφυπνίσθηκε, ενεργοποιήθηκε και εξελίχθηκε σε μια εθνική συνείδηση με επίγνωση του εαυτού της. Οι ιστορικοί αυτοί καταλύτες που εμφανίστηκαν πραγματικά –όχι, όμως, μονομιάς αλλά σταδιακά– επενήργησσαν σε γενικές γραμμές ως εξής: 1. Η στέψη το Καρολομάγνου ως αυτοκράτορα των Ρωμαίων (Χριστούγεννα του 800 μ.Χ.) και η συνακόλουθη μονοπώληση από το κράτος του της ρωμαϊκής οικουμενικότητας, που άφηνε κατά κάποιο τρόπο «εκτός Ρώμης» τους Βυζαντινούς Έλληνες, η αποψίλωση της αυτοκρατορίας από τους μη ελληνικούς λαούς με αποτέλεσμα τη συρρίκνωσή της σε περιοχές όπου υπερτερούσε συντριπτικά το ελληνικό στοιχείο και, τέλος, η κυριαρχία της ελληνικής γλώσσας, που από την εποχή του Ηρακλείου (7. μ.Χ. αιώνας) είχε καθιερωθεί ως η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, συνέβαλαν στο να εξελιχθεί τελικά η Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε «Ελληνική Αυτοκρατορία –ή (Μεσαιωνικό) Ελληνικό κράτος– της χριστιανικής ανατολής». 2. Η αδιαφιλονίκητη επικράτηση και εδραίωση του Χριστιανισμού είχε ως αποτέλεσμα το όνομα «Έλλην» να μη θεωρείται πλέον ανταγωνιστικό ή και επικίνδυνο σε σχέση με την ιδιότητα του χριστιανού και, άρα, να αρχίσει ολοένα και περισσότερο να προσλαμβάνει ξανά την πολιτιστική, αρχικά, και αργότερα την εθνική σημασία του. Παράλληλα. θα παραμεριστεί βαθμιαία η ονομασία «Ρωμαίοι», που αποτελούσε πλέον λόγο κενό, και θα αντικατασταθεί σταδιακά από την ονομασία «Έλληνες», που απέδιδε εύστοχα την πολιτιστική και την εθνική ταυτότητα των φορέων της 3. Το τελικό σχίσμα μεταξύ των δύο εκκλησιών, της ανατολικής και της δυτικής (το 1054 μ.Χ. επί του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου), η οικονομική και η πολιτική διείσδυση του λατινικού στοιχείου προς ανατολάς, η οποία κορυφώθηκε βίαια με τις στρατιωτικές επιδρομές των Σταυροφόρων και κυρίως με την άλωση της «Βασιλεύουσας» (1204), καθώς και οι τρεις μεγάλες εκστρατείες των Νορμανδών, τον 11. και το 12. αιώνα, έστρεψαν τους Βυζαντινούς Έλληνες –με επικεφαλής την πνευματική ηγεσία και την αστική τάξη– εναντίον της Δύσης και συνέβαλαν αποφασιστικά στον εθνικό αυτοπροσδιορισμό τους. 4. Η «απενοχοποίηση» της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, η οποία πολλούς αιώνες πριν από την άλωση του 1453 συγκέντρωνε ήδη το ερευνητικό ενδιαφέρον και το θαυμασμό των Βυζαντινών λογίων, αποτέλεσε διαδικασία πανηγυρικής επανασύνδεσης με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, του οποίου τα μεγάλα επιτεύγματα –η επιστήμη, η ιστοριογραφία, η ποίηση και η φιλοσοφία– παρά τις αρνητικές υποδηλώσεις που τους είχε προσδώσει κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η ταύτιση της ελληνικότητας με την «ειδωλολατρία», εξακολουθούσαν ολοένα και περισσότερο να θεωρούνται ανεκτίμητο παιδευτικό αγαθό. Η διαδικασία της επανασύνδεσης αυτής θα συνεχιστεί αδιάκοπα και θα συνδυαστεί με την άνθηση της τέχνης, σε μια εποχή μάλιστα κατά την οποία η αυτοκρατορία είχε πια παραδοθεί στη ραγδαία παρακμή και αποσύνθεσή της. Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα να διαμορφωθεί κατά τους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα κατά τον 11. και το 12., μια σαφής ελληνική εθνική συνείδηση, της οποίας όμως οι πρωταρχές ανάγονταν σε πολύ παλαιότερες χρονικές περιόδους, αφού υπήρξε καρπός μιας μακραίωνης διαδικασίας, και της οποίας η περαιτέρω εξέλιξη θα συνεχιστεί ακόμη για πολύ. Γράφει σχετικά ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος στο έργο του «Το Ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού» (εκδ. «Πόλις», 2004), το οποίο τίναξε κυριολεκτικά στον αέρα τα εθνοαποδομητικά φληναφήματα για το Βυζάντιο:«Η νέα τούτη πορεία του Ελληνισμού αρχίζει να διαγράφεται καθαρά από το τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, για να διαρκέσει, περνώντας από διάφορα στάδια, ως τις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι η περίοδος που ένας παλαιός λαός, με την προοδευτική του διαμόρφωση σε συντελεσμένο έθνος, ανανεώνεται και αποτελεί μια καινούργια ιστορική οντότητα, τον Νέο Ελληνισμό, δηλαδή το Ελληνικό έθνος». Ακόμη: «Το όνομα Έλλην αρχίζει και ξαναπαίρνει το διπλό πολιτιστικό και εθνολογικό του περιεχόμενο. Έλλην είναι όποιος μετέχει ελληνικής παιδείας και έχει ελληνική καταγωγή. Για άλλη μια φορά οι Βυζαντινοί λόγιοι χωρίζουν τον κόσμο σε Έλληνες και βαρβάρους». Και, τέλος: «Από το τελευταίο, λοιπόν, τέταρτο του 11ου αιώνα ως το 1204, ο Βυζαντινός αρχίζει να συνδέεται με το ιστορικό του παρελθόν και να ξαναβρίσκει σιγά-σιγά τις λαϊκές ρίζες του πολιτισμού του. Αρχαία Ελληνική κληρονομιά και χριστιανική πίστη αρχίζουν να συμβιβάζονται στη συνείδησή του και να γίνονται τα συστατικά της στοιχεία». Όσοι επικαλούνται το βίαιο εκχριστιανισμό και «αφελληνισμό» των Ελλήνων, στις αρχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με σκοπό να αμφισβητήσουν τη διαχρονικότητα της ελληνικής συνείδησης χρησιμοποιούν ανεπίγνωστα ένα επιχείρημα, που σαν το αυτεπίστροφο όπλο («μπούμερανγκ») επανέρχεται, ακριβώς, εναντίον των θέσεων τις οποίες πασχίζουν να υποστηρίξουν και καταφέρνει εναντίον τους καίριο πλήγμα. Ο λόγος είναι απλός: αν, παρά τον αναγκαστικό εκχριστιανισμό του ελληνισμού, η συνείδηση ελληνικότητας επέζησε διαμέσου των αιώνων και, όταν ωρίμασαν οι ιστορικές συνθήκες, επανεμφανίστηκε ακμαία ως φυσικό επακόλουθο μακροχρόνιων διεργασιών (και όχι, βέβαια, όπως συνηθίζεται σήμερα, ως «εν ψυχρώ» μεθοδευμένο εγχείρημα για την εξυπηρέτηση ενός τυχοδιωκτικού αλυτρωτισμού, και μάλιστα υπό την αιγίδα και με τη χρηματοδότηση της Νέας Τάξης …), αυτό αποκτά ξεχωριστή σπουδαιότητα. Επιβεβαιώνει, ακριβώς, τη μοναδική αντοχή της ελληνικής συνείδησης στη φθορά του ιστορικού χρόνου και, κατά συνέπεια, την εκπληκτική ικανότητά της να επιβιώνει σε πείσμα των πολλαπλών περιπετειών και αντιξοοτήτων. Επιπλέον, καταδεικνύει περίτρανα τη διαχρονική εμβέλεια του ελληνικού πνεύματος. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ

Περισσότερα: http://www.antibaro.gr/article/3287, Ἀντίβαρο
Οι μεταμοντέρνοι εκπρόσωποι του ιστοριογραφικού αναθεωρητισμού, αντιστρέφοντας και ουσιαστικά διαστρεβλώνοντας το γνωστό σολωμικό αφορισμό (εθνικό για τους Έλληνες πρέπει να είναι το αληθές), θεωρούν ότι αληθές για τους Έλληνες πρέπει οπωσδήποτε να είναι το αντεθνικό και γι’ αυτό επιδίδονται με ιερό ζήλο στην αποδόμηση της έννοιας του ελληνικού έθνους και την εκμηδένιση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού. Μεταξύ άλλων, πασχίζουν να μας πείσουν πως οι Έλληνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, λόγω του βίαιου εκχριστιανισμού και του συστηματικού αφελληνισμού τους, είχαν χάσει τελείως την ελληνική συνείδησή τους, δεν είχαν καμιά σχέση με την Αρχαία Ελλάδα και θεωρούσαν τους εαυτούς τους απλώς και μόνο χριστιανούς υπηκόους της Aνατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Απάντηση στις ανιστόρητες αυτές θέσεις θα μπορούσε να αποτελέσει το ακόλουθο διάγραμμα, που απεικονίζει πρόχειρα και σχηματικά την αφύπνιση της ελληνικής εθνικής συνείδησης στους Βυζαντινούς χρόνους. Χωρίς αμφιβολία, το μόνο που πετυχαίνει μέχρι στιγμής ο ενορχηστρωμένος εθνομηδενισμός είναι το ότι μας υποχρεώνει κάθε φορά να επισημαίνουμε τα αυτονόητα… Το 146 π.Χ. η Ελλάδα υποτάχτηκε στους Ρωμαίους, αλλά ο πολιτιστικός, τουλάχιστον, βίος της δε σταμάτησε μετά το γεγονός αυτό. Αντίθετα, η Ελλάδα κατέκτησε πολιτιστικά τον άγριο κατακτητή σύμφωνα με τη μαρτυρία του μεγάλου Λατίνου ποιητή Οράτιου και γνώρισε περιόδους πολιτιστικής ανάκαμψης λόγω και της ευνοϊκής στάσης που τήρησαν απέναντί της ορισμένοι φιλέλληνες Ρωμαίοι και πρωτίστως ο αυτοκράτορας Αδριανός. Το 212 μ.Χ. οι Έλληνες γίνονται Ρωμαίοι πολίτες χάρη στην ConstitutioAntoniniana (γνωστή και ως διάταγμα του Καρακάλα), που απένειμε αυτό το δικαίωμα σε όλους τους ελεύθερους πολίτες της αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως της εθνολογικής προέλευσής τους. Κατά συνέπεια, οι Έλληνες θα λάβουν, όπως και εκείνοι, την προσωνυμία «Ρωμαίοι». Επιπλέον, ο αναγκαστικός εκχριστιανισμός των Ελλήνων, τον οποίο επέβαλε η κεντρική εξουσία από τον 4. ως και τον 6. μ.Χ. αιώνα (είχε ήδη συντελεστεί το 330 μ.Χ. η μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους στο Βυζάντιο, τη μετέπειτα Κωνσταντινούπολη), θα αφαιρέσει από την ονομασία «Έλλην» την πολιτιστική και την εθνική της υποδήλωση και θα την ταυτίσει με την ιδιότητα του μη χριστιανού, του «ειδωλολάτρη». Είναι χαρακτηριστικό το ότι ακόμη και ένας μη ελληνόφωνος Σύρος, εφόσον δεν ήταν χριστιανός, ονομαζόταν από τα συναξάρια «Έλλην»! Παρ’ όλα αυτά, το πολιτιστικό και το εθνικό παρελθόν των Ελλήνων δεν είχε ξεχαστεί. Απόδειξη το ότι, με αφετηρία τον 6. μ.Χ. αιώνα, οι Έλληνες θα χρησιμοποιήσουν επιπροσθέτως την ονομασία «Γραικοί», σε μια προσπάθεια να υπογραμμίσουν την ιστορική τους προέλευση και να αντιδιασταλούν από τους υπόλοιπους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Παράλληλα, στον ελλαδικό χώρο θα εισδύσουν και θα εγκατασταθούν διάφοροι ξένοι λαοί, που όμως δεν έφερναν συνήθως μαζί τους το σταθερό εκείνο στοιχείο της διατήρησης και της εδραίωσης ενός επείσακτου πολιτισμού, δηλαδή τη γυναίκα, και για το λόγο αυτό αφομοιώθηκαν με χαρακτηριστική ευκολία από τους γηγενείς Έλληνες, των οποίων άλλωστε το πολιτιστικό επίπεδο υπερείχε συντριπτικά. Εξάλλου, το ελληνικό στοιχείο υπερτερούσε και στις ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας, όπου, βέβαια, βρισκόταν στο εσωτερικό μιας πανσπερμίας λαών. Ήταν όμως ευρύτατα διαδεδομένη και εκεί η ελληνική γλώσσα, που αποτελούσε τoφορέα μιας υπέρτερης κουλτούρας, το όργανο μεταλαμπάδευσης μιας τεράστιας πολιτιστικής παράδοσης και το μέσο πρόσβασης στον ανεξάντλητο θησαυρό της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ο βαθμιαίος μάλιστα διαποτισμός των λαών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά, που λειτουργούσε προς πάσα κατεύθυνση ως πηγή φωτός και ως πόλος έλξης, είχε ως αποτέλεσμα να διευρύνει το ελληνικό στοιχείο ακόμη περισσότερο την επικράτησή του και να αναδειχτεί τελικά κυρίαρχο. Ωστόσο, η «ελληνικότητα» αυτή, ενώ θεμελιωνόταν σε μια πολιτιστική και, σε σημαντικό βαθμό, εθνολογική υποδομή και ενώ ως υπόγειο ρεύμα παραδόσεων, ιδεών, νοοτροπίας και κοσμοαντίληψης συνεχιζόταν περισσότερο ή λιγότερο αδιατάρακτη από την αρχαία εποχή ως τους τελευταίους βυζαντινούς χρόνους, δεν ισοδυναμούσε πάντοτε με μια διαμορφωμένη ελληνική συνείδηση. Ο μεσαιωνικός ελληνισμός δεν ήταν ο ίδιος με τον αρχαίο ελληνισμό — και δε θα μπορούσε άλλωστε να είναι, αφού κατά τη διαδρομή των αιώνων ανακύπτουν πολλαπλές κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές. Ωστόσο, ο μεσαιωνικός ελληνισμός, παρά το χριστιανικό χαρακτήρα του, δεν ήταν και κάτι το διαφορετικό από τον αρχαίο ελληνισμό ή, ακόμη περισσότερο, κάτι το ξένο προς αυτόν. Αντίθετα, επρόκειτο για «μια νέα φάση του ίδιου λαού» (Ν. Σβορώνος). Επομένως, η ελληνική συνείδηση κατά τη βυζαντινή περίοδο, έστω και αν βρισκόταν αρχικά σε μια «δυνάμει» κατάσταση, εξακολουθούσε να είναι κάτι το υπαρκτό Αυτό σημαίνει ότι συγκέντρωνε όλες τις προϋποθέσεις της τελικής διαμόρφωσης και της εμφάνισής της, αλλά δεν υπήρχαν ακόμη οι κατάλληλες εκείνες συνθήκες που θα λειτουργούσαν ως οι απαραίτητοι «ιστορικοί καταλύτες». Όταν αυτό συνέβη, η εθνική συνείδηση των Ελλήνων αφυπνίσθηκε, ενεργοποιήθηκε και εξελίχθηκε σε μια εθνική συνείδηση με επίγνωση του εαυτού της. Οι ιστορικοί αυτοί καταλύτες που εμφανίστηκαν πραγματικά –όχι, όμως, μονομιάς αλλά σταδιακά– επενήργησσαν σε γενικές γραμμές ως εξής: 1. Η στέψη το Καρολομάγνου ως αυτοκράτορα των Ρωμαίων (Χριστούγεννα του 800 μ.Χ.) και η συνακόλουθη μονοπώληση από το κράτος του της ρωμαϊκής οικουμενικότητας, που άφηνε κατά κάποιο τρόπο «εκτός Ρώμης» τους Βυζαντινούς Έλληνες, η αποψίλωση της αυτοκρατορίας από τους μη ελληνικούς λαούς με αποτέλεσμα τη συρρίκνωσή της σε περιοχές όπου υπερτερούσε συντριπτικά το ελληνικό στοιχείο και, τέλος, η κυριαρχία της ελληνικής γλώσσας, που από την εποχή του Ηρακλείου (7. μ.Χ. αιώνας) είχε καθιερωθεί ως η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, συνέβαλαν στο να εξελιχθεί τελικά η Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε «Ελληνική Αυτοκρατορία –ή (Μεσαιωνικό) Ελληνικό κράτος– της χριστιανικής ανατολής». 2. Η αδιαφιλονίκητη επικράτηση και εδραίωση του Χριστιανισμού είχε ως αποτέλεσμα το όνομα «Έλλην» να μη θεωρείται πλέον ανταγωνιστικό ή και επικίνδυνο σε σχέση με την ιδιότητα του χριστιανού και, άρα, να αρχίσει ολοένα και περισσότερο να προσλαμβάνει ξανά την πολιτιστική, αρχικά, και αργότερα την εθνική σημασία του. Παράλληλα. θα παραμεριστεί βαθμιαία η ονομασία «Ρωμαίοι», που αποτελούσε πλέον λόγο κενό, και θα αντικατασταθεί σταδιακά από την ονομασία «Έλληνες», που απέδιδε εύστοχα την πολιτιστική και την εθνική ταυτότητα των φορέων της 3. Το τελικό σχίσμα μεταξύ των δύο εκκλησιών, της ανατολικής και της δυτικής (το 1054 μ.Χ. επί του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου), η οικονομική και η πολιτική διείσδυση του λατινικού στοιχείου προς ανατολάς, η οποία κορυφώθηκε βίαια με τις στρατιωτικές επιδρομές των Σταυροφόρων και κυρίως με την άλωση της «Βασιλεύουσας» (1204), καθώς και οι τρεις μεγάλες εκστρατείες των Νορμανδών, τον 11. και το 12. αιώνα, έστρεψαν τους Βυζαντινούς Έλληνες –με επικεφαλής την πνευματική ηγεσία και την αστική τάξη– εναντίον της Δύσης και συνέβαλαν αποφασιστικά στον εθνικό αυτοπροσδιορισμό τους. 4. Η «απενοχοποίηση» της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, η οποία πολλούς αιώνες πριν από την άλωση του 1453 συγκέντρωνε ήδη το ερευνητικό ενδιαφέρον και το θαυμασμό των Βυζαντινών λογίων, αποτέλεσε διαδικασία πανηγυρικής επανασύνδεσης με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, του οποίου τα μεγάλα επιτεύγματα –η επιστήμη, η ιστοριογραφία, η ποίηση και η φιλοσοφία– παρά τις αρνητικές υποδηλώσεις που τους είχε προσδώσει κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η ταύτιση της ελληνικότητας με την «ειδωλολατρία», εξακολουθούσαν ολοένα και περισσότερο να θεωρούνται ανεκτίμητο παιδευτικό αγαθό. Η διαδικασία της επανασύνδεσης αυτής θα συνεχιστεί αδιάκοπα και θα συνδυαστεί με την άνθηση της τέχνης, σε μια εποχή μάλιστα κατά την οποία η αυτοκρατορία είχε πια παραδοθεί στη ραγδαία παρακμή και αποσύνθεσή της. Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα να διαμορφωθεί κατά τους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα κατά τον 11. και το 12., μια σαφής ελληνική εθνική συνείδηση, της οποίας όμως οι πρωταρχές ανάγονταν σε πολύ παλαιότερες χρονικές περιόδους, αφού υπήρξε καρπός μιας μακραίωνης διαδικασίας, και της οποίας η περαιτέρω εξέλιξη θα συνεχιστεί ακόμη για πολύ. Γράφει σχετικά ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος στο έργο του «Το Ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού» (εκδ. «Πόλις», 2004), το οποίο τίναξε κυριολεκτικά στον αέρα τα εθνοαποδομητικά φληναφήματα για το Βυζάντιο:«Η νέα τούτη πορεία του Ελληνισμού αρχίζει να διαγράφεται καθαρά από το τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, για να διαρκέσει, περνώντας από διάφορα στάδια, ως τις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι η περίοδος που ένας παλαιός λαός, με την προοδευτική του διαμόρφωση σε συντελεσμένο έθνος, ανανεώνεται και αποτελεί μια καινούργια ιστορική οντότητα, τον Νέο Ελληνισμό, δηλαδή το Ελληνικό έθνος». Ακόμη: «Το όνομα Έλλην αρχίζει και ξαναπαίρνει το διπλό πολιτιστικό και εθνολογικό του περιεχόμενο. Έλλην είναι όποιος μετέχει ελληνικής παιδείας και έχει ελληνική καταγωγή. Για άλλη μια φορά οι Βυζαντινοί λόγιοι χωρίζουν τον κόσμο σε Έλληνες και βαρβάρους». Και, τέλος: «Από το τελευταίο, λοιπόν, τέταρτο του 11ου αιώνα ως το 1204, ο Βυζαντινός αρχίζει να συνδέεται με το ιστορικό του παρελθόν και να ξαναβρίσκει σιγά-σιγά τις λαϊκές ρίζες του πολιτισμού του. Αρχαία Ελληνική κληρονομιά και χριστιανική πίστη αρχίζουν να συμβιβάζονται στη συνείδησή του και να γίνονται τα συστατικά της στοιχεία». Όσοι επικαλούνται το βίαιο εκχριστιανισμό και «αφελληνισμό» των Ελλήνων, στις αρχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με σκοπό να αμφισβητήσουν τη διαχρονικότητα της ελληνικής συνείδησης χρησιμοποιούν ανεπίγνωστα ένα επιχείρημα, που σαν το αυτεπίστροφο όπλο («μπούμερανγκ») επανέρχεται, ακριβώς, εναντίον των θέσεων τις οποίες πασχίζουν να υποστηρίξουν και καταφέρνει εναντίον τους καίριο πλήγμα. Ο λόγος είναι απλός: αν, παρά τον αναγκαστικό εκχριστιανισμό του ελληνισμού, η συνείδηση ελληνικότητας επέζησε διαμέσου των αιώνων και, όταν ωρίμασαν οι ιστορικές συνθήκες, επανεμφανίστηκε ακμαία ως φυσικό επακόλουθο μακροχρόνιων διεργασιών (και όχι, βέβαια, όπως συνηθίζεται σήμερα, ως «εν ψυχρώ» μεθοδευμένο εγχείρημα για την εξυπηρέτηση ενός τυχοδιωκτικού αλυτρωτισμού, και μάλιστα υπό την αιγίδα και με τη χρηματοδότηση της Νέας Τάξης …), αυτό αποκτά ξεχωριστή σπουδαιότητα. Επιβεβαιώνει, ακριβώς, τη μοναδική αντοχή της ελληνικής συνείδησης στη φθορά του ιστορικού χρόνου και, κατά συνέπεια, την εκπληκτική ικανότητά της να επιβιώνει σε πείσμα των πολλαπλών περιπετειών και αντιξοοτήτων. Επιπλέον, καταδεικνύει περίτρανα τη διαχρονική εμβέλεια του ελληνικού πνεύματος. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ

Περισσότερα: http://www.antibaro.gr/article/3287, Ἀντίβαρο
Οι μεταμοντέρνοι εκπρόσωποι του ιστοριογραφικού αναθεωρητισμού, αντιστρέφοντας και ουσιαστικά διαστρεβλώνοντας το γνωστό σολωμικό αφορισμό (εθνικό για τους Έλληνες πρέπει να είναι το αληθές), θεωρούν ότι αληθές για τους Έλληνες πρέπει οπωσδήποτε να είναι το αντεθνικό και γι’ αυτό επιδίδονται με ιερό ζήλο στην αποδόμηση της έννοιας του ελληνικού έθνους και την εκμηδένιση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού. Μεταξύ άλλων, πασχίζουν να μας πείσουν πως οι Έλληνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, λόγω του βίαιου εκχριστιανισμού και του συστηματικού αφελληνισμού τους, είχαν χάσει τελείως την ελληνική συνείδησή τους, δεν είχαν καμιά σχέση με την Αρχαία Ελλάδα και θεωρούσαν τους εαυτούς τους απλώς και μόνο χριστιανούς υπηκόους της Aνατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Απάντηση στις ανιστόρητες αυτές θέσεις θα μπορούσε να αποτελέσει το ακόλουθο διάγραμμα, που απεικονίζει πρόχειρα και σχηματικά την αφύπνιση της ελληνικής εθνικής συνείδησης στους Βυζαντινούς χρόνους. Χωρίς αμφιβολία, το μόνο που πετυχαίνει μέχρι στιγμής ο ενορχηστρωμένος εθνομηδενισμός είναι το ότι μας υποχρεώνει κάθε φορά να επισημαίνουμε τα αυτονόητα… Το 146 π.Χ. η Ελλάδα υποτάχτηκε στους Ρωμαίους, αλλά ο πολιτιστικός, τουλάχιστον, βίος της δε σταμάτησε μετά το γεγονός αυτό. Αντίθετα, η Ελλάδα κατέκτησε πολιτιστικά τον άγριο κατακτητή σύμφωνα με τη μαρτυρία του μεγάλου Λατίνου ποιητή Οράτιου και γνώρισε περιόδους πολιτιστικής ανάκαμψης λόγω και της ευνοϊκής στάσης που τήρησαν απέναντί της ορισμένοι φιλέλληνες Ρωμαίοι και πρωτίστως ο αυτοκράτορας Αδριανός. Το 212 μ.Χ. οι Έλληνες γίνονται Ρωμαίοι πολίτες χάρη στην ConstitutioAntoniniana (γνωστή και ως διάταγμα του Καρακάλα), που απένειμε αυτό το δικαίωμα σε όλους τους ελεύθερους πολίτες της αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως της εθνολογικής προέλευσής τους. Κατά συνέπεια, οι Έλληνες θα λάβουν, όπως και εκείνοι, την προσωνυμία «Ρωμαίοι». Επιπλέον, ο αναγκαστικός εκχριστιανισμός των Ελλήνων, τον οποίο επέβαλε η κεντρική εξουσία από τον 4. ως και τον 6. μ.Χ. αιώνα (είχε ήδη συντελεστεί το 330 μ.Χ. η μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους στο Βυζάντιο, τη μετέπειτα Κωνσταντινούπολη), θα αφαιρέσει από την ονομασία «Έλλην» την πολιτιστική και την εθνική της υποδήλωση και θα την ταυτίσει με την ιδιότητα του μη χριστιανού, του «ειδωλολάτρη». Είναι χαρακτηριστικό το ότι ακόμη και ένας μη ελληνόφωνος Σύρος, εφόσον δεν ήταν χριστιανός, ονομαζόταν από τα συναξάρια «Έλλην»! Παρ’ όλα αυτά, το πολιτιστικό και το εθνικό παρελθόν των Ελλήνων δεν είχε ξεχαστεί. Απόδειξη το ότι, με αφετηρία τον 6. μ.Χ. αιώνα, οι Έλληνες θα χρησιμοποιήσουν επιπροσθέτως την ονομασία «Γραικοί», σε μια προσπάθεια να υπογραμμίσουν την ιστορική τους προέλευση και να αντιδιασταλούν από τους υπόλοιπους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Παράλληλα, στον ελλαδικό χώρο θα εισδύσουν και θα εγκατασταθούν διάφοροι ξένοι λαοί, που όμως δεν έφερναν συνήθως μαζί τους το σταθερό εκείνο στοιχείο της διατήρησης και της εδραίωσης ενός επείσακτου πολιτισμού, δηλαδή τη γυναίκα, και για το λόγο αυτό αφομοιώθηκαν με χαρακτηριστική ευκολία από τους γηγενείς Έλληνες, των οποίων άλλωστε το πολιτιστικό επίπεδο υπερείχε συντριπτικά. Εξάλλου, το ελληνικό στοιχείο υπερτερούσε και στις ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας, όπου, βέβαια, βρισκόταν στο εσωτερικό μιας πανσπερμίας λαών. Ήταν όμως ευρύτατα διαδεδομένη και εκεί η ελληνική γλώσσα, που αποτελούσε τoφορέα μιας υπέρτερης κουλτούρας, το όργανο μεταλαμπάδευσης μιας τεράστιας πολιτιστικής παράδοσης και το μέσο πρόσβασης στον ανεξάντλητο θησαυρό της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ο βαθμιαίος μάλιστα διαποτισμός των λαών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά, που λειτουργούσε προς πάσα κατεύθυνση ως πηγή φωτός και ως πόλος έλξης, είχε ως αποτέλεσμα να διευρύνει το ελληνικό στοιχείο ακόμη περισσότερο την επικράτησή του και να αναδειχτεί τελικά κυρίαρχο. Ωστόσο, η «ελληνικότητα» αυτή, ενώ θεμελιωνόταν σε μια πολιτιστική και, σε σημαντικό βαθμό, εθνολογική υποδομή και ενώ ως υπόγειο ρεύμα παραδόσεων, ιδεών, νοοτροπίας και κοσμοαντίληψης συνεχιζόταν περισσότερο ή λιγότερο αδιατάρακτη από την αρχαία εποχή ως τους τελευταίους βυζαντινούς χρόνους, δεν ισοδυναμούσε πάντοτε με μια διαμορφωμένη ελληνική συνείδηση. Ο μεσαιωνικός ελληνισμός δεν ήταν ο ίδιος με τον αρχαίο ελληνισμό — και δε θα μπορούσε άλλωστε να είναι, αφού κατά τη διαδρομή των αιώνων ανακύπτουν πολλαπλές κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές. Ωστόσο, ο μεσαιωνικός ελληνισμός, παρά το χριστιανικό χαρακτήρα του, δεν ήταν και κάτι το διαφορετικό από τον αρχαίο ελληνισμό ή, ακόμη περισσότερο, κάτι το ξένο προς αυτόν. Αντίθετα, επρόκειτο για «μια νέα φάση του ίδιου λαού» (Ν. Σβορώνος). Επομένως, η ελληνική συνείδηση κατά τη βυζαντινή περίοδο, έστω και αν βρισκόταν αρχικά σε μια «δυνάμει» κατάσταση, εξακολουθούσε να είναι κάτι το υπαρκτό Αυτό σημαίνει ότι συγκέντρωνε όλες τις προϋποθέσεις της τελικής διαμόρφωσης και της εμφάνισής της, αλλά δεν υπήρχαν ακόμη οι κατάλληλες εκείνες συνθήκες που θα λειτουργούσαν ως οι απαραίτητοι «ιστορικοί καταλύτες». Όταν αυτό συνέβη, η εθνική συνείδηση των Ελλήνων αφυπνίσθηκε, ενεργοποιήθηκε και εξελίχθηκε σε μια εθνική συνείδηση με επίγνωση του εαυτού της. Οι ιστορικοί αυτοί καταλύτες που εμφανίστηκαν πραγματικά –όχι, όμως, μονομιάς αλλά σταδιακά– επενήργησσαν σε γενικές γραμμές ως εξής: 1. Η στέψη το Καρολομάγνου ως αυτοκράτορα των Ρωμαίων (Χριστούγεννα του 800 μ.Χ.) και η συνακόλουθη μονοπώληση από το κράτος του της ρωμαϊκής οικουμενικότητας, που άφηνε κατά κάποιο τρόπο «εκτός Ρώμης» τους Βυζαντινούς Έλληνες, η αποψίλωση της αυτοκρατορίας από τους μη ελληνικούς λαούς με αποτέλεσμα τη συρρίκνωσή της σε περιοχές όπου υπερτερούσε συντριπτικά το ελληνικό στοιχείο και, τέλος, η κυριαρχία της ελληνικής γλώσσας, που από την εποχή του Ηρακλείου (7. μ.Χ. αιώνας) είχε καθιερωθεί ως η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, συνέβαλαν στο να εξελιχθεί τελικά η Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε «Ελληνική Αυτοκρατορία –ή (Μεσαιωνικό) Ελληνικό κράτος– της χριστιανικής ανατολής». 2. Η αδιαφιλονίκητη επικράτηση και εδραίωση του Χριστιανισμού είχε ως αποτέλεσμα το όνομα «Έλλην» να μη θεωρείται πλέον ανταγωνιστικό ή και επικίνδυνο σε σχέση με την ιδιότητα του χριστιανού και, άρα, να αρχίσει ολοένα και περισσότερο να προσλαμβάνει ξανά την πολιτιστική, αρχικά, και αργότερα την εθνική σημασία του. Παράλληλα. θα παραμεριστεί βαθμιαία η ονομασία «Ρωμαίοι», που αποτελούσε πλέον λόγο κενό, και θα αντικατασταθεί σταδιακά από την ονομασία «Έλληνες», που απέδιδε εύστοχα την πολιτιστική και την εθνική ταυτότητα των φορέων της 3. Το τελικό σχίσμα μεταξύ των δύο εκκλησιών, της ανατολικής και της δυτικής (το 1054 μ.Χ. επί του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου), η οικονομική και η πολιτική διείσδυση του λατινικού στοιχείου προς ανατολάς, η οποία κορυφώθηκε βίαια με τις στρατιωτικές επιδρομές των Σταυροφόρων και κυρίως με την άλωση της «Βασιλεύουσας» (1204), καθώς και οι τρεις μεγάλες εκστρατείες των Νορμανδών, τον 11. και το 12. αιώνα, έστρεψαν τους Βυζαντινούς Έλληνες –με επικεφαλής την πνευματική ηγεσία και την αστική τάξη– εναντίον της Δύσης και συνέβαλαν αποφασιστικά στον εθνικό αυτοπροσδιορισμό τους. 4. Η «απενοχοποίηση» της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, η οποία πολλούς αιώνες πριν από την άλωση του 1453 συγκέντρωνε ήδη το ερευνητικό ενδιαφέρον και το θαυμασμό των Βυζαντινών λογίων, αποτέλεσε διαδικασία πανηγυρικής επανασύνδεσης με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, του οποίου τα μεγάλα επιτεύγματα –η επιστήμη, η ιστοριογραφία, η ποίηση και η φιλοσοφία– παρά τις αρνητικές υποδηλώσεις που τους είχε προσδώσει κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η ταύτιση της ελληνικότητας με την «ειδωλολατρία», εξακολουθούσαν ολοένα και περισσότερο να θεωρούνται ανεκτίμητο παιδευτικό αγαθό. Η διαδικασία της επανασύνδεσης αυτής θα συνεχιστεί αδιάκοπα και θα συνδυαστεί με την άνθηση της τέχνης, σε μια εποχή μάλιστα κατά την οποία η αυτοκρατορία είχε πια παραδοθεί στη ραγδαία παρακμή και αποσύνθεσή της. Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα να διαμορφωθεί κατά τους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα κατά τον 11. και το 12., μια σαφής ελληνική εθνική συνείδηση, της οποίας όμως οι πρωταρχές ανάγονταν σε πολύ παλαιότερες χρονικές περιόδους, αφού υπήρξε καρπός μιας μακραίωνης διαδικασίας, και της οποίας η περαιτέρω εξέλιξη θα συνεχιστεί ακόμη για πολύ. Γράφει σχετικά ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος στο έργο του «Το Ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού» (εκδ. «Πόλις», 2004), το οποίο τίναξε κυριολεκτικά στον αέρα τα εθνοαποδομητικά φληναφήματα για το Βυζάντιο:«Η νέα τούτη πορεία του Ελληνισμού αρχίζει να διαγράφεται καθαρά από το τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, για να διαρκέσει, περνώντας από διάφορα στάδια, ως τις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι η περίοδος που ένας παλαιός λαός, με την προοδευτική του διαμόρφωση σε συντελεσμένο έθνος, ανανεώνεται και αποτελεί μια καινούργια ιστορική οντότητα, τον Νέο Ελληνισμό, δηλαδή το Ελληνικό έθνος». Ακόμη: «Το όνομα Έλλην αρχίζει και ξαναπαίρνει το διπλό πολιτιστικό και εθνολογικό του περιεχόμενο. Έλλην είναι όποιος μετέχει ελληνικής παιδείας και έχει ελληνική καταγωγή. Για άλλη μια φορά οι Βυζαντινοί λόγιοι χωρίζουν τον κόσμο σε Έλληνες και βαρβάρους». Και, τέλος: «Από το τελευταίο, λοιπόν, τέταρτο του 11ου αιώνα ως το 1204, ο Βυζαντινός αρχίζει να συνδέεται με το ιστορικό του παρελθόν και να ξαναβρίσκει σιγά-σιγά τις λαϊκές ρίζες του πολιτισμού του. Αρχαία Ελληνική κληρονομιά και χριστιανική πίστη αρχίζουν να συμβιβάζονται στη συνείδησή του και να γίνονται τα συστατικά της στοιχεία». Όσοι επικαλούνται το βίαιο εκχριστιανισμό και «αφελληνισμό» των Ελλήνων, στις αρχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με σκοπό να αμφισβητήσουν τη διαχρονικότητα της ελληνικής συνείδησης χρησιμοποιούν ανεπίγνωστα ένα επιχείρημα, που σαν το αυτεπίστροφο όπλο («μπούμερανγκ») επανέρχεται, ακριβώς, εναντίον των θέσεων τις οποίες πασχίζουν να υποστηρίξουν και καταφέρνει εναντίον τους καίριο πλήγμα. Ο λόγος είναι απλός: αν, παρά τον αναγκαστικό εκχριστιανισμό του ελληνισμού, η συνείδηση ελληνικότητας επέζησε διαμέσου των αιώνων και, όταν ωρίμασαν οι ιστορικές συνθήκες, επανεμφανίστηκε ακμαία ως φυσικό επακόλουθο μακροχρόνιων διεργασιών (και όχι, βέβαια, όπως συνηθίζεται σήμερα, ως «εν ψυχρώ» μεθοδευμένο εγχείρημα για την εξυπηρέτηση ενός τυχοδιωκτικού αλυτρωτισμού, και μάλιστα υπό την αιγίδα και με τη χρηματοδότηση της Νέας Τάξης …), αυτό αποκτά ξεχωριστή σπουδαιότητα. Επιβεβαιώνει, ακριβώς, τη μοναδική αντοχή της ελληνικής συνείδησης στη φθορά του ιστορικού χρόνου και, κατά συνέπεια, την εκπληκτική ικανότητά της να επιβιώνει σε πείσμα των πολλαπλών περιπετειών και αντιξοοτήτων. Επιπλέον, καταδεικνύει περίτρανα τη διαχρονική εμβέλεια του ελληνικού πνεύματος. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ

Περισσότερα: http://www.antibaro.gr/article/3287, Ἀντίβαρο