Translate -TRANSLATE -

Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

Ιστορίες πνευματικού ρατσισμού




Ιστορίες πνευματικού ρατσισμού

Τι συνδέει τον αμερικανό ιστορικό Μπέρναρνι Λιούις, τον ινδό συγγραφέα των «Σατανικών Στίχων» Σάλμαν Ρούσντι και τον αποβιώσαντα το 1995, «αριστοκράτη των βανδάλων», γαλλορουμάνο φιλόσοφο Εμίλ Σιοράν; Το ερώτημα μοιάζει ρητορικό αλλά δεν είναι, αφού διάφορες υποθέσεις ρατσισμού, αντισημιτισμού και ιδεολογικής τρομοκρατίας συνδέθηκαν με αυτά τα τρία ονόματα.




Μπέρναρντ Λιούις (1916 - 2018)



Ο Μπέρναρντ Λιούις ήταν ίσως ο σημαντικότερος ισλαμολόγος και ειδικός στη μελέτη της Τουρκίας. Η μόρφωση και η πολυμάθειά του ήταν εντυπωσιακές. Μιλούσε συγχρόνως για τα οικονομικά, τα ιδεολογικά, τα πολιτικά και τον πολιτισμό των ισλαμικών χωρών σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους. Αναζητώντας τη χρήση της βίας στο αραβικό παρελθόν, ο Λιούις προέβλεψε την 11η Σεπτεμβρίου 2001 λίγα χρόνια πριν συμβεί το γεγονός με ένα προφητικό του άρθρο στο «Foreign Affairs» με τίτλο «License to Kill» («Αδεια για να Σκοτώνουν»). Ο θάνατός του στέρησε τη μελέτη του Ισλάμ από τον πιο πολύπλευρο γνώστη του.


Το δικαστήριο των Παρισίων τον Μάη του 1995 απεφάνθη, έναν μήνα μετά την ακροαματική διαδικασία ότι ο αμερικανός ιστορικός Μπέρναρντ Λιούις είναι ένοχος «πλάνης» απέναντι στον αρμενικό λαό για τις θέσεις που είχε υποστηρίξει σε συνέντευξη του στην εφημερίδα Le Monde (13 Νοεμβρίου 1993) ότι η γενοκτονία των Αρμενίων από τους Τούρκους, το 1915, αποτελεί «μίαν αρμενική εκδοχή της ιστορίας».
Το δικαστήριο καταδίκασε τον ιστορικό να καταβάλει αποζημίωση ενός γαλλικού φράγκου (περίπου πενήντα δραχμές), συν τους τόκους, στο Φόρουμ των Αρμενικών Οργανώσεων της Γαλλίας και στη Διεθνή Λίγκα εναντίον του ρατσισμού και του αντισημιτισμού, δηλαδή τις δύο οργανώσεις που είχαν προσφύγει στη δικαιοσύνη. Το ποσό είναι συμβολικό αλλά αντιστρόφως ανάλογο προς την τεράστια ικανοποίηση των οργανώσεων.
Βέβαια το δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην ουσία του θέματος, που σε τελευταία ανάλυση έχει σχέση με την θεμελιώδη ελευθερία του επιστήμονα να εκθέτει τις προσωπικές του απόψεις για τα γεγονότα. Ούτε η απόφαση του έχει σχέση με ποιοτικούς χαρακτηρισμούς του τύπου «προπαγανδιστής» ή όχι. Δικαιολόγησε όμως την καταδίκη επειδή «η αντικειμενικότητα και η σύνεση του ιστορικού αμβλύνθηκαν, αφού αυτός εκφράστηκε χωρίς αποχρώσεις για ένα θέμα τόσο λεπτό που θα αναζωπύρωνε αδίκως τον πόνο της αρμενικής κοινότητας».


 Εμίλ Σιοράν (1911 - 1995)

Ο θάνατος του Εμίλ Σιοράν (8 Απριλίου 1911 -20 Ιουνίου 1995) προκάλεσε μια έκρηξη (αντι)σημιτικής φιλολογίας. Οι σχολιαστές, κάθε είδους, δεν περίμεναν να συμπληρωθεί ικανό διάστημα από τους φρεσκοτυπωμένους επαινετικούς επικήδειους (κατά το νεκρός δεδικαίωται) και είχαν ήδη ερευνήσει όλο το αρχείο και τα «νεανικά παραστρατήματα» του θανόντος. Στο επίκεντρο της φιλολογίας, ένα βιβλίο του φιλοσόφου που είχε δημοσιευθεί το 1937 στο Βουκουρέστι με τίτλο «Η εξαΰλωση της Ρουμανίας», στο οποίο ο απολογητής του σκεπτικισμού διετύπωνε θέσεις αντισημιτικές και ξενοφοβικές. Το βιβλίο είχε επανεκδοθεί το 1991 στην Ρουμανία, αλλά αναθεωρημένο από τον ίδιο τον συγγραφέα και χωρίς εκείνες τις νεανικές θέσεις του 1937. Ένας Γάλλος ρουμανολόγος όμως ο Πιερ-Υβ Μπουασό, κάνοντας τον συνήγορο του διαβόλου, απεκάλυψε τη φράση του Σιοράν ότι «αν ήμουν Εβραίος θα αυτοκτονούσα επί τόπου». Βέβαια το Αουσβιτς, η γενοκτονία και όλα τα δραματικά γεγονότα του πολέμου οδήγησαν τον Σιοράν να αποκηρύξει τις θέσεις αυτές και να αναγνωρίσει το «mea culpa» στο κείμενο του «Το μαρτύριο της ύπαρξης», που δημοσιεύθηκε το 1956. Γι αυτή την αλλαγή «υπεύθυνοι» πρέπει να ήταν ο φίλος του Σιοράν Μπένγιαμιν Φοντάνε, που πέθανε στο Αουσβιτς, και ο ποιητής Πάουλ Τσε-λάν, με τον οποίον είχαν μια βαθύτατη σχέση.



 Σάλμαν Ρούσντι

19 Ιουνίου 1947 (ηλικία 71 έτη), 


Την ίδια μέρα που το παρισινό δικαστήριο καταδίκαζε τον Λιούις, στο Παρίσι προετοίμαζαν την υποδοχή του υφυπουργού Εξωτερικών του Ιράν Μαχμούντ Μαεζί, ο οποίος, κατά την κοινή προσδοκία, θα έφερνε μαζί του ένα χαρτί με τις νέες, αμβλυμένες θέσεις της ιρανικής κυβέρνησης   για   την   υπόθεση Σάλμαν Ρούσντι. Στις 22 Ιουνίου 1995, ο υφυπουργός έφθασε στη γαλλική πρωτεύουσα χωρίς όμως το επίσημο έγγραφο που θα καταργούσε το διάσημο πλέον φέτφα των μουλάδων. Γιατί αυτή η διάψευση αναρωτήθηκαν οι Ευρωπαίοι, πολύ περισσότερο που η βελτίωση των σχέσεων του Ιράν με την Ευρωπαϊκή Ένωση είχε ως προϋπόθεση αυτή την αλλαγή πλεύσης. Τι θα έλεγε αυτό το έγγραφο αν τελικά έφθανε στο Παρίσι; Τον γενικό τόνο του ανεπίδοτου έγγραφου τον έδωσε ο ίδιος ο αρχηγός της ιρανικής διπλωματίας, ο Αλί Ακμπάρ Βελαγιατί. «Το κράτος δεν μπορεί να καταργήσει ένα φέτφα που έχει εκδοθεί από εκκλησιαστική αρχή. Αντίθετα οι ιρανικές αρχές θα μπορούσαν να μη θέσουν σε εφαρμογή το θρησκευτικό φέτφα που καταδικάζει σε θάνατο για βλασφημία τον συγγραφέα των «Σατανικών στίχων». Τι θα κάνουν οι Ευρωπαίοι; (Δεν είναι ασήμαντη η αγορά των 60 εκατομμυρίων Περσών ούτε η γεωστρατηγική θέση της χώρας τους). Και τι θα κάνει ο Ρούσντι; Μέχρι να αρθεί η «φετφά» το 1998 από το Ιρανικό κράτος, ο Σαλμάν μετακόμιζε συνέχεια, κρυβόταν, άλλαξε το ονοματεπώνυμο του (αλλά αρνήθηκε να αλλάξει και τα φυσικά χαρακτηριστικά του) και η γυναίκα του απομακρύνθηκε, καθώς δεν άντεξε την πίεση. Το σίγουρο όμως είναι ότι ο Σαλμάν τελικά επιβίωσε και το 2019 εκδόθηκε το νέο βιβλίο του. Όμως ένα σημαντικός αριθμός ανθρώπων των γραμμάτων πλήρωσε με την ζωή του για το βιβλίο αυτό. Ο Ιάπωνας μεταφραστής και ο εκδότης του έπεσαν νεκροί από πυροβολισμούς, ο Ιταλός εκδότης δέχτηκε μαχαιριές στο στήθος και την καρδιά και ο Τούρκος γλίτωσε από θαύμα. Ακόμα και η σατιρική εφημερίδα «Charlie Hebdo» δέχθηκε την επίθεση των ισλαμιστών για σατυρικό δημοσίευμά της για τον Μωάμεθ με αποτέλεσμα να χάσουν την ζωή τους 12 άτομα. Ο ίδιος ο Ρούσντι, διάσημος πλέον Βρετανός συγγραφέας, αφού έζησε για κάποιο ακόμα διάστημα στη Βρετανία κατέληξε στις ΗΠΑ όπου ζει έκτοτε.


Από τις εφημερίδες ΒΗΜΑ και ΝΕΑ

Ρίτσα Μασούρα : Περί του προνομίου της Δημοκρατίας



Περί του προνομίου της Δημοκρατίας
Επιτέλους, ας μην επιτρέψουμε να χαθεί το προνόμιο της Δημοκρατίας

Γράφει η Ρίτσα Μασούρα

Ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή να της αλλάξεις κάποιο ανταλλακτικό και να την κάνεις να τρέχει με χίλια. Ο άνθρωπος έχει μνήμη, ζει μέσα από παραστάσεις. Λειτουργεί συχνά με το συναίσθημα. Ωραιοποιεί καταστάσεις. Παλεύει να διατηρήσει ό,τι του δόθηκε. Επιλέγει το «σαμαράκι» της άγνοιας ή της γνώσης, αλλά σπανίως τολμά να δει την αλήθεια κατάματα. Γιατί η αλήθεια τον ανατρέπει. Τον εκθέτει στο σκληρό φως του ήλιου και τον υποχρεώνει να αντικρίσει τον δεύτερο εαυτό του και μαζί το άλλο πρόσωπο της κοινωνίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, αυτός ο άνθρωπος είναι ο Έλληνας της σύγχρονης ιστορίας. Ένας Έλληνας φοβισμένος, νοσταλγικός, απατημένος, επιθετικός, έτοιμος να κατακεραυνώσει τον άλλον. Και όμως, αυτός ο Έλληνας θα δεχόταν να συνεργαστεί, στον βαθμό που του «έπεφτε» λόγος, αν εμφανιζόταν μπροστά του ένας σπουδαίος πολιτικός που θα του περιέγραφε με σαφήνεια την Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας. Αν του εξηγούσε ότι μέσα από εκλογικευμένους κοινωνικούς μετασχηματισμούς, το μέλλον δεν θα φάνταζε τόσο ζοφερό, αλλά θα εμπεριείχε σπόρους ενός δικαιότερου τρόπου ζωής.
Εν αναμονή λοιπόν αυτού του πολιτικού, θα ήταν λογικότερο να διαχειριστούμε τις σχέσεις μας σ’ αυτό το ασταθές περιβάλλον, να αναπτύξουμε νέες δεξιότητες και να απελευθερώσουμε δυνητικές ικανότητες. Όπως σωστά γράφει ο Αμερικανός στοχαστής Richard Sennett «ελάτε να ανακαλύψουμε τα ταλέντα μας». Δεν μπορεί, κρύβουμε πολλά ταλέντα μέσα μας. Είναι αφύσικο να κυλήσει η ζωή μας καρφιτσώνοντας χαρτάκια στο ψυγείο.
Τα τελευταία χρόνια, η ζωή μας περνά καθημερινά μέσα από τις συμπληγάδες του ελληνικού παραλογισμού (χρέος, μνημόνια, μεταμνημόνια, υπερπλεονάσματα, φόροι, λαϊκισμός, φασισμός) που συγκλονίζεται από κινήσεις πολιτικής αστοχίας. Ο φαύλος κύκλος «λιτότητα -ύφεση- ημιανάπτυξη» εξάντλησε και υπονόμευσε την ισορροπία της κοινωνίας. Αποκτήσαμε ζόμπι, αποκτήσαμε και διαταραγμένες ψυχές. Άνθρωποι αυτοκαταστρέφονται εκεί που δεν το περιμένεις. Και παρ’ όλα αυτά κώφωση εν τω συνόλω.
Ο κοινωνιολόγος Ζακ Αταλί αναφέρεται συχνά στο δίπολο αγορά – δημοκρατία. Θεωρεί ότι η αγορά και η δημοκρατία αποτελούν τους πυλώνες της οικονομικής ανάπτυξης, στο βαθμό που η αγορά είναι ό,τι καλύτερο διαθέτουμε για την παραγωγή και αναδιανομή του πλούτου, ενώ η δημοκρατία θέτει τους κανόνες λειτουργίας αυτού του συστήματος.
Ως προς την έννοια της αγοράς τα πράγματα έχουν μια κάποια σαφήνεια. Ως προς τη δημοκρατία, όμως; Άραγε, η δημοκρατία συγκλονίζει συθέμελα και σήμερα το είναι του ανθρώπου; Μήπως παρεξέκλινε της αρχικής της πορείας και δεν εκδήλωσε το μέγιστο της ωριμότητάς της; Εδώ μπαίνει πλέον ο προβληματισμός.
Ο Καστοριάδης ψέγει τη δημοκρατία, καθώς εκτιμά ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην του λαού. Ένας λαός ο οποίος περιορίζεται σε ασήμαντους ρόλους στις παρυφές της εξουσίας του χρήματος, της γραφειοκρατίας των κομμάτων, του κράτους και της απολυταρχίας των ΜΜΕ.
Με ή χωρίς Καστοριάδη και Αταλί, αυτή είναι η προβεβλημένη εικόνα και αυτήν επεξεργαζόμαστε, επιδιώκοντας να μην αποκοπούμε από το μοναδικό προνόμιο της δημοκρατίας: τη θαρραλέα διαχείριση της ήττας και την αναγκαία αναζήτηση της νίκης. Στην αντίθετη περίπτωση της αδράνειας, θα πέσουμε πάνω στη θεωρητικά ασυγκράτητη μεταδημοκρατία.

Μεταδημοκρατία

Πολλοί εκτιμούν ότι η έννοια της μεταδημοκρατίας δεν είναι αναγκαστικά κάτι μεμπτό. Μπορεί να είναι για παράδειγμα η προσαρμογή των δημοκρατικών συστημάτων στις ανάγκες της εποχής. Ο βρετανός κοινωνιολόγος Κόλιν Κράουτς, όμως, στο βιβλίο του «Μεταδημοκρατία» γράφει ότι η νέα αυτή εκδοχή θα οδηγήσει σε μια αυτοαναφορική πολιτική τάξη η οποία θα ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη δεσμών με τα πλούσια επιχειρηματικά συμφέροντα, όχι όμως και για προγράμματα κοντά στις ανάγκες των απλών ανθρώπων.
Υποθέτω ότι η αλήθεια βρίσκεται στη μέση. Προ ημερών, ο θόρυβος από την ανακοίνωση των δικαστικών ενώσεων περί δημοκρατίας και δικτατορίας ήταν νομίζω εκκωφαντικός, ακόμη κι αν αυτού του είδους οι ανακοινώσεις εμφορούνται από άλλου είδους ισορροπίες. Ίσως οι δικαστές να έφτασαν εν μέρει στην υπερβολή, αλλά ούτως ή άλλως καλούμαστε πλέον όλοι να αντιμετωπίσουμε τον δημοκρατικό εκφυλισμό, προφυλάσσοντας τις ζωές μας από τις «εκπομπές» της μεταδημοκρατίας.

Πώς όμως;

Ίσως με τα γνωστά, κλασικά δημοκρατικά αντίδοτα: μεταρρύθμιση και αναζωογόνηση των κομμάτων, επινόηση νέων μορφών δημοκρατικής συμμετοχής στην πολιτική ζωή και κυρίως καταπολέμηση της απάθειας που τείνει να εδραιωθεί ως χαρακτηριστικό μας.
Θαύματα δεν συμβαίνουν. Τα πολιτικά συστήματα έχουν όπως όλα νομοτελειακές πορείες και οι «μεσσίες» δεν έχουν χρόνο για μας. Παρά ταύτα, αξίζει να προσπαθήσουμε. Κι αυτές μου οι σκέψεις – για να επανέλθουμε στον Ρίλκε της αρχής – δεν είναι νοσταλγικές, δεν βυθίζουν κανέναν στη θλίψη. Το αντίθετο, θα έλεγα.