Translate -TRANSLATE -

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2020

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1970 ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗ

 

 

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1970

ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗ

 

Γράφει η Πέλλη Κεφάλα

Τα καραβάνια της ανθρώπινης προσευχής, όλο το χρόνο φτάνουν στο νησί της Παναγίας, την Τήνο, σπρωγμένα από της πίστεως τις πνοές -και της οδύνης τους ανεμοστρόβιλους. Αλλά τα καραβάνια τα μοναχικά, μεταμορφώνονται σε λατρείας πλήθη, σε ικεσίας ποτάμια, τις μέρες της Μεγάλης Γιορτής του Δεκαπενταύγουστου. Έρχονται τότε οι προσκυνητές από κάθε γωνιά της Ελλάδας, έρχονται ξενιτεμένοι μας από κάθε γωνιά του κόσμου. Και γίνεται το προσκύνημα, ένα ατέλειωτο ευλαβικό «γονάτισμα ψυχών», που ανάβονται οι ίδιες, λαμπάδες ικεσίας κι' ελπίδας, ευγνωμοσύνης και πίστεως.. Κι' έρχονται ακόμα ξένοι, ετερόδοξοι, πού θέλουν ν' αντικρύσουν την «Ελληνική Παναγιά της Λούρδης», όπως συνηθίζουν να τη λένε. Την εικόνα τη θαυματουργή, πού ή θεϊκή της δύναμη είναι ακουσμένη στα πέρατα της Γης, για τους απελπισμένους στερνή, μοναδική, αστείρευτη ελπίδα...

Από δεκαπέντε μέρες πριν, το πολυάνθρωπο ποτάμι της λατρείας, ιερό τάμα πανελλήνιο, εκβάλλει στ' αγιασμένο νησί. Από την πρώτη Αυγούστου, ως τη μεγάλη μέρα της Γιορτής, στήνεται η πλωτή γέφυρα των καραβιών, πού το ένα μετά το άλλο ξεκινούν από τον Πειραιά για να μεταφέρουν τα ευλαβικά πλήθη. Και η θρησκευτική συγκίνηση, το ιερό ρίγος, η έκσταση, αρχίζουν ουσιαστικά από εδώ, από το λιμάνι του Πειραιά ...πού, για λίγες μέρες, φαίνεται να λησμονά τον αληθινό εαυτό του για να μεταμορφωθεί σε προθάλαμο προσευχής... Πειθαρχημένοι από την τάξη πού επιβάλλει ή λιμενική αρχή, οι ταξιδιώτες - προσκυνητές, μπαίνουν στους ειδικούς φρακτούς διαδρόμους, προχωρούν αργά, υπομονετικά, κάτω από τον καυτό αυγουστιάτικο ήλιο, περιμένοντας τη σειρά τους για να μπουν σ' ένα καράβι. Ανθρώπινα κύματα, καθοδηγημένα απ' την ίδια κοινή, ακατανίκητη παρόρμηση...

Θα ταξιδέψουμε κι' εμείς μ' ένα από εκείνα τα καράβια, πού περήφανα σκίζουν τα νερά τού Αιγαίου, προς το αγιασμένο νησί της Μεγαλόχαρης. Και θα γνωρίσουμε εδώ, από την πρώτη θέση ως το κατάστρωμα στις πιο ποικίλες της μορφές την ανθρώπινη Ικεσία...

Τον άνθρωπο, πού φαινομενικά ουδέτερος ταξιδιώτης, κουβαλάει ωστόσο στην ψυχή του ακοίμητη τη λαχτάρα για ένα προσκύνημα στη Χάρη Της... Τη γυναίκα, πού φέρνει σε τάμα ρασοφορεμένο το παιδί της, πού αρρώστησε βαριά κι' Εκείνη «έβαλε το χέρι της» για να το σώσει... Τη χωρική, πού ξεκίνησε από το μακρινό χωριό της ξυπόλητη και ζητιανεύοντας, όπως Της Έταξε, προσφέροντας την ταπείνωση της, ευχαριστία στην Παναγία τη θαυματουργή, για τη σωτηρία ενός προσώπου αγαπημένου... Τη γυναίκα την απλή, πού κουβαλάει δεμένο στην πλάτη της ένα ασκί γεμάτο λάδι, τάξιμο παλιό, δίπλα στο παιδικό κρεβατάκι μιας κόρης, δεκαεφτάχρονης τώρα, πού από αρρώστια αγιάτρευτη, την Έσωσε το θαύμα Της...

Κι' άλλους ακόμα... κι' άλλους... Πλούσιους και φτωχούς, άνδρες και γυναίκες, γέροντες και παιδιά...

Το πλοίο γλιστρά πάνω στα κύματα του Αιγαίου... Νησιά αχνοφαίνονται στον ορίζοντα, προβάλλουν, ζυγώνουν, ξεμακραίνουν... Άλλα ταξίδια θαλασσινά, πού γίνονται στην καρδιά του κατακαλόκαιρου, μεταμορφώνονται πολλές φορές σε ξεφάντωμα... Ξεσπάει το τραγούδι από της πρώτης θέσης τη γέφυρα, για να γίνει γλέντι και λεβέντικος χορός στο κατάστρωμα της τρίτης... Μα ετούτο, είναι ένα ταξίδι αλλιώτικο...

Σιωπηλοί, οι ταξιδιώτες προσκυνητές, μετρούν τις ώρες του πεντάωρου ταξιδιού. Κι' αν κουβεντιάσουν μεταξύ τους, μιλούν σύντομα, ψιθυριστά, χαμηλόφωνα...

Και οι λίγοι ταξιδιώτες, πού τυχαία βρίσκονται σ' ένα τέτοιο καράβι, ανάμεσα σ' εκείνο το πλήθος το ευλαβικό, ξένοι και ίσως αρνητές, δεν τολμούν παρά να δείξουν σεβασμό, να συμμερισθούν κατά κάποιο τρόπο, εκείνο το «ταξίδι της προσευχής». Μένουν κι' αυτοί σιωπηλοί ή μιλούν ψιθυριστά, χαμηλόφωνα... Ίσως νοιώθουν μέσα τους ένα άγγιγμα μυστικό, μια συγκίνηση άγνωστη ή ξεχασμένη... Και είναι κιόλας  αυτό  ένα  θαύμα!...

 

ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΙΚΕΣΙΑΣ !

 

 

Κάποτε, το ταξίδι τελειώνει... Πρώτα θαμποφαίνονται στο βάθος τα βουνά του νησιού, απαλόγραμμα. Έπειτα, όταν η απόσταση εκμηδενίζεται και το λιμάνι ανοίγει την αγκαλιά του στο πλεούμενο, εκεί, κατάντικρυ, χτισμένη στην κορφή της πόλης του νησιού, κατάλευκη, επιβλητική, με το πανύψηλο καμπαναριό και τις γραφικές καμάρες του όμορφου νησιώτικου ρυθμού της, φαντάζει η εκκλησιά της Μεγαλόχαρης, κάστρο απόρθητο Πίστεως, φάρος ολόφωτος Χριστιανοσύνης με λάμψη παγκόσμια...

Και με κάθε καράβι πού φτάνει, φορτωμένο προσκυνητές, μια καινούργια σχηματίζεται πομπή στο φαρδύ δρόμο (τη Λεωφόρο Μεγαλόχαρης) πού οδηγεί στη Χάρη Της.;.

Μπορείς να ζήσης εδώ στιγμές, πού μοιάζουν ξεκομμένες από έναν κόσμο αλλιώτικο, από μια εποχή θρησκευτικής έκστασης, πού νόμιζες χαμένη στους αιώνες... Εδώ βλέπεις ...άνδρες και, γυναίκες, πού μόλις πατούν τη γη του ιερού νησιού, πέφτουν κατάχαμα, γονατιστοί, κι' έτσι στα γόνατα - πού γδέρνονται και ματώνουν - παίρνουν το μεγάλο ανηφορικό ·δρόμο, για ν' ανασηκωθούν μονάχα όταν θα φτάσουν μπροστά στην εικόνα Της... Ανθρώπους πού περπατούν γυμνόποδοι, με το κεφάλι σκυφτό, κρατώντας στα χέρια τους τα τάματα τους... Μάνες και πατέρες πού σφίγγουν στην αγκαλιά τους παιδιά γιατρεμένα από κάποιο θαύμα Της ή παιδιά ανάπηρα, άρρωστα, καταδικασμένα από την επιστήμη των ανθρώπων, πού έχουν τώρα στερνή ελπίδα τη Μεγάλη Γιάτρισσα...

Σε κάποια στιγμή, νιώθεις το λαιμό σου να σφίγγεται από τον κόμπο του δέους. Δεν τολμάς πια να μιλήσεις ή να ρωτήσεις και μένεις μόνο να κοιτάζεις εκείνο το πλήθος, πού βουβό, δακρυσμένο, δραματικό, ανεβαίνει προς τη μεγάλη εκκλησιά.

 

ΤΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ

 

 

Καράβια φτάνουν κάθε στιγμή, όλο και πιο συχνά, γίνονται τα σφυρίγματα τους στο λιμάνι, όσο ζυγώνει η Μεγάλη Μέρα... Αλλά κι' όλοι οι δρόμοι τού νησιού οδηγούν αυτές τις μέρες στη Μεγαλόχαρη. Έτσι, το πλήθος του προσκυνήματος αδιάκοπα μεγαλώνει...

Στριμωγμένοι στις σκάλες, στο προαύλιο, ως κάτω στη μεγάλη αυλόπορτα, για ώρες περιμένουν στον καυτό ήλιο... Ώρες ολόκληρες ορθοστασίας και υπομονής, ώσπου να έρθει η στιγμή πού θα βρεθούν, επιτέλους, μπροστά στην Εικόνα Της!

Από λυγμούς και επιφωνήματα ικεσίας αντηχεί η εκκλησιά... Τη λύτρωση ζητούν οι πονεμένοι, οι απελπισμένοι... Μπροστά της ρίχνουν οι μάνες τα παιδιά τους τα ταμένα στη Χάρη Της. Κι' ανάμεσα στους προσκυνητές βρίσκονται οι νονοί, πού μ' ένα τάξιμο ήρθαν κι' αυτοί «να βαφτίσουν ένα παιδί στη Μεγαλόχαρη»... Οι διεκδικητές είναι πολλοί. Γι' αυτό, μόνο εκείνος πού θα προφτάσει ν' ακουμπήσει πρώτος το χέρι του στο κεφαλάκι του παιδιού, θ' «αξιωθεί» να το  βάφτιση...

 

Ο «ΘΑΛΑΜΟΣ ΤΗΣ ΟΔΥΝΗΣ»

 

      foto: George Tatakis

 

Ολόγυρα από το ιερό το προσκυνητάρι, με την εικόνα τη θαυματουργή,   απλώνεται   η   μεγαλόπρεπη   εκκλησιά, πού έχει σχήμα τρικλίτου βασιλικής, τυλιγμένη σε βαθειά ατμόσφαιρα κατάνυξης, με το κρεμαστό από την οροφή δάσος των αφιερωμάτων, πού αστράφτουν στο τρεμάμενο φως των αμέτρητων κεριών και μαρτυρούν ισάριθμα θαύματα της  Μεγαλόχαρης...

Η ασημένια πορτοκαλιά, τάμα ενός τυφλού πού ανέβλεψε και είχε τάξει να φέρει στη Χάρη Της, φτιαγμένο από ατόφιο ασήμι, το πρώτο πράγμα πού θ' αντίκριζε μαζί με το φως... Κι' ήταν το πρώτο του αντίκρισμα μια πορτοκαλιά φορτωμένη καρπό...

Και το καράβι το ασημένιο, με το ψάρι στα ύφαλα... Κάποια άγρια φουρτούνα το χτύπησε σε βράχια, πού άνοιξαν στα ύφαλα του μια τρύπα τρομερή, απ' οπού το νερό άρχισε να μπαίνει ορμητικά για να το ρουφήξει στα σπλάχνα της θάλασσας... Σ' εκείνες τις στιγμές τις φοβερές, ο καπετάνιος ζήτησε τη βοήθεια της Μεγαλόχαρης. Και ξαφνικά, ένα μεγάλο ψάρι πήγε να σφηνωθεί και να φράξει την τρύπα! Έτσι έπαψε να μπαίνει το νερό, το καράβι συνέχισε το ταξίδι του κι' έφτασε γρήγορα σε σίγουρο λιμάνι...

Κι' ακόμα καντήλια... θάλασσα ολόκληρη από καντήλια, πού το καθένα τους έχει να διηγηθεί ένα θαύμα: Για την κοπέλα την παράλυτη, πού ζούσε στην ξενιτιά χωρίς καμιά ελπίδα και είδε στ' όνειρο της την Παναγιά της Τήνου, να την καλή στο νησί της για να της χαρίσει την ποθητή γιατρειά. Και μόλις βρέθηκε μπροστά Της, αυτή πού ποτέ δεν είχε περιπατήσει, περπάτησε... Για τον τυφλό, πού βρήκε το φως του, μόλις έσκυψε να Την προσκύνηση... Για το κωφάλαλο παιδί, πού ή ευλογία Της του έδωσε την ακοή και τη λαλιά του...

Τέτοια περιστατικά είναι πολλά και απόλυτα επιβεβαιωμένα. Στό αρχείο τού Ιερού Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας υπάρχει τό «Βιβλίο των Θαυμάτων», οπού καταγράφονται οι πιο σημαντικές περιπτώσεις, με ιατρικές γνωματεύσεις, πού αποδεικνύουν ότι «η θεραπεία είχε θεωρηθεί αδύνατος από την επιστήμη». Καθώς και άλλες, πού με επίσημες μαρτυρίες και περιγραφές, δείχνουν την ακατάλυτη δύναμη τη θεϊκή, πού πηγάζει από την Εικόνα της Μεγαλόχαρης για ν' αποτρέψει κάθε κίνδυνο. Στο βάθος της εκκλησιάς, αριστερά, προς τη μικρή έξοδο, υπάρχει μια στενή σκάλα πού οδηγεί στο γυναικωνίτη. Και πού για τις μέρες αυτές, και ιδιαίτερα για την ημέρα τις παραμονής, μεταμορφώνεται σε «θάλαμο οδύνης».

Εδώ, μπορείς να συναντήσεις συγκεντρωμένο τον πόνο στις πιο τραγικές κι' ανηλεείς μορφές του: Παράλυτοι, τυφλοί, επιληπτικοί, κωφάλαλοι... παιδιά κατατρεγμένα από τη σκληρή μοίρα μιας φοβερής αρρώστιας ή την κατάρα μιας βαριάς κληρονομιάς, χτυπημένα από τον κεραυνό ...μιας βλαστήμιας ! Το συναντάμε ακόμα κι' αυτό. Το παιδάκι με τα ξανθά μαλλιά και το αγγελικό πρόσωπο, πού έχασε τη λαλιά του κι' απόμεινε παράλυτο, τη στιγμή πού κάποιος μέσα στο σπίτι, βλαστήμησε τα θεία!...

Μαζεύεται εκεί, στο χώρο τού γυναικωνίτη το κοπάδι αυτό των πονεμένων. Προσεύχονται και περιμένουν τη μεγάλη στιγμή, πού ίσως ανάμεσα τους η Παναγιά θα διάλεξη τον «πιο εκλεκτό», για να τού προσφέρει τη θεϊκή χάρη του θαύματος. Για Εκείνη, τίποτα δεν είναι αδύνατο, καμιά αρρώστια χωρίς  γιατρειά...

Και πολλοί απ' αυτούς, φτάνουν εδώ κάθε χρόνο, για να ζητήσουν τη Χάρη Της ακόμα μια φορά, για να φορτώσουν τις χούφτες της ψυχής τους,   με  νέα  παρηγορήτρα  δύναμη.

 

 «ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ...»

 

 

Οι πιο προνοητικοί από τους προσκυνητές, πού φρόντισαν πριν από καιρό να κλείσουν δωμάτιο σε ξενοδοχείο, βρίσκουν αμέσως άνετο κατάλυμα. Αρκετοί άλλοι τακτοποιούνται σε σπίτια. "Υπάρχει όμως κι' ένα πλήθος προσκυνητών, πού δεν ασχολούνται καν μ' αυτή τη «λεπτομέρεια». Είναι συνήθως εκείνοι, πού με κόπο και θυσίες εξοικονόμησαν τα ναύλα για να έρθουν να προσκυνήσουν τη Μεγαλόχαρη. Αυτοί, ζητούν καταφύγιο στους ξενώνες του Ιερού Ιδρύματος κι' αν δεν βρουν, βολεύονται με τις κουβέρτες πού έχουν φέρει μαζί τους, σ' ένα «κομμάτι χώρο» στο απλόχωρο προαύλιο, στο κοντινό δάσος, στους γύρω ακάλυπτους χώρους...

«Έτσι», λένε, «μένουμε πιο κοντά οπή Χάρη Της, κάτω από τη σκιά Της. Θέλουμε να Τη δούμε, να δούμε τα θαύματα Της...».

Οι αντιρρήσεις των υπευθύνων του Ιερού Ιδρύματος και του Δήμου, γι' αύτη την κοσμοσυρροή γύρω στον ιερό χώρο, έχουν πάντα ν' αντιμετωπίσουν τέτοιες απαντήσεις.

Και η φροντίδα πού καταβάλλεται - όπως μας εξηγούν - είναι να εξασφαλιστούν το γρηγορότερο μεγάλοι ξενώνες, ώστε να στεγάζονται οι άποροι προσκυνητές και ν' αποσυμφορηθεί ο υπαίθριος χώρος γύρω στην εκκλησία. Είναι όμως κάτι, πού δύσκολα θα κατορθωθεί, γιατί δ αριθμός των προσκυνητών από χρόνο σε χρόνο όλο και γίνεται μεγαλύτερος: Πέρυσι  έφτασε  σε  25.000 !

 

Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ...

 

«Ήρθαμε να δούμε τη Χάρη Της, να δούμε τα θαύματα Της...».

 

Οι πιο πολλοί προσκυνητές, μ' αυτή την ελπίδα φτάνουν στη νυχτερινή λειτουργία της παραμονής, πού είναι συνήθως και η «Νύχτα των Θαυμάτων»...

Κι' εκεί, σε κάποια στιγμή, ανάμεσα στους κατανυκτικούς ψαλμούς, κάποια φωνή σχεδόν σπαραχτική από δέος, δίνει το μεγάλο άγγελμα: —Νάτη!... Τη βλέπω!... Η Μεγαλόχαρη!...

Και με την πρώτη αυτή φωνή ενώνονται κι' άλλες... Κι' έπειτα, πολλοί είναι εκείνοι πού βεβαιώνουν πώς Την είδαν τη Μεγαλόχαρη... Άλλοι σαν λάμψη πού κατέβαινε από τον ουρανό, άλλοι σαν φωτεινή σκιά... κι' άλλοι ...ολοζώντανη, λευκοντυμένη, με το χέρι απλωμένο ευλογητικά.

Και είναι τότε, σ' εκείνες τις στιγμές της υπέρτατης 'θρησκευτικής έκστασης, πού κάποιος παράλυτος αφήνει την πολυθρόνα του, κάποιος τυφλός βλέπει, κάποιος δαιμονισμένος ελευθερώνεται από τη δύναμη του Κακού, κάποιος πονεμένος νοιώθει ένα κύμα εσωτερικής γαλήνης... Θαύματα φανερά, εντυπωσιακά και άλλα μυστικά, πού μένουν γνωστά μονάχα σ' εκείνους πού δέχτηκαν τη θεία Χάρη... γίνονται τη νύχτα της παραμονής του δεκαπενταύγουστου, στη Μεγαλόχαρη της Τήνου...

 

« ΦΥΛΑΞΟΝ ΜΕ ΥΠΟ ΤΗΝ ΣΚΕΠΗΝ ΣΟΥ...»

 

 

Το άλλο πρωί, Η Τήνος λάμπει ολόκληρη, πεντακάθαρη και σημαιοστόλιστη... Σε λίγο, η Παναγιά Μητέρα, η Μεγάλη Κυρά, θα βγει από το παλάτι Της το μαρμάρινο για να ευλόγηση τό λαό της...

Οι χιλιάδες του κόσμου περιμένουν... Η συγκίνηση, η ευλάβεια, ανάβονται, θαρρείς σε λιβανωτό ανάστασης ψυχικής... Και γίνεται τότε εκείνο πού προκαλεί κατάπληξη, ιδιαίτερα στους ξένους, που έρχονται να παρακολουθήσουν τη μεγάλη αυτή θρησκευτική μας εκδήλωση: Άρρωστοι και ανάπηροι, άλλα και υγιείς, γονατίζουν ή ξαπλώνουν κατάχαμα, στη μέση του δρόμου, από την εκκλησιά ως το λιμάνι, και περιμένουν να περάσει από πάνω τους ή σεπτή Εικόνα...

Κι' όταν Εκείνη παρουσιάζεται με τη λαμπρή ακολουθία της, χέρια απλώνονται   σε   δέηση,   χείλη   ζητούν ευσπλαχνία...

Σπλαχνίσου με Μεγαλόχαρη!

— Βοήθησε μας Παναγιά μου !

—Φύλαξόν με υπό την σκέπην Σου, Θεοτόκε !..

Βλέπεις πρόσωπα γυναικεία, αλλά και πρόσωπα ανδρικά, μουσκεμένα στα δάκρυα... ενώ η Εικόνα προχωρεί αργά στον κατηφορικό δρόμο, ενώ οι ήχοι της μουσικής υπογραμμίζουν το δραματικό μεγαλείο των στιγμών και τα πλοία, πού βρίσκονται στο λιμάνι, Την χαιρετούν με τα σφυρίγματα τους...

Η λιτανεία κλείνει με δοξολογία στην ειδική εξέδρα, κοντά στο λιμάνι, και με ρίψη στεφάνου στον υγρό τάφο της «Έλλης». "Ύστερα, ξαναπαίρνει τον ανηφορικό τώρα δρόμο της επιστροφής, προς την εκκλησία...

 

ΚΑΠΟΙΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ

 

 

Φεύγοντας... ενώ το πλοίο αφήνει πίσω του το σφύριγμα του αποχαιρετισμού... θα σταθείς να κοιτάξεις στοχαστικά τη μεγάλη εκκλησιά, πού διαγράφεσαι στο φόντο του ουρανού σαν να είναι κομμάτι δικό του, πού ακούμπησε μονάχα τις σκάλες του στη γη...

Και θα σκεφτείς...πώς όλοι εκείνοι πού νομίζουν πώς χάθηκε από τον κόσμο ή θρησκευτική πίστη, κι' ότι ô άνθρωπος λησμόνησε το Θεό του, θα έπρεπε να έρθουν εδώ κάποιο Δεκαπενταύγουστο... Σ' αυτή την όαση της λατρείας, το λιμάνι της ελπίδας και της προσευχής, πού γίνονται ακόμα και σήμερα θαύματα!... Στη Μεγαλόχαρη, την Παναγιά της Τήνου...

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: