Ο ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ ΤΩΝ ΜΑΛΙΩΝ
Εκείνα τα πολύ παλιά χρόνια του 19ου αιώνα στα μικρά χωριά με τους λιγοστούς κατοίκους δεν υπήρχαν οργανωμένα νεκροταφεία και οι νεκροί θάβονταν κοντά σε ερημοκλήσια ή εκκλησίες. Έτσι γινόταν και στα Μάλια. Στα τέλη όμως του 19ου αιώνα οι ταφές στα Μάλια άρχισαν να γίνονται γύρω από ένα προϋφιστάμενο και απομακρυσμένο από τον οικισμό εκκλησάκι κοντά στην παραλία των Μαλίων. Ήταν το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής.
Η ιστορία που θα σας διηγηθώ αφορά τα Μάλια και ένα λαϊκό μύθο που μετέφερε ο συγγραφέας Ιωάννης Κονδυλάκης μέσα από το διήγημα του «ο βρυκόλακας» που περιλαμβάνεται στην συλλογή διηγημάτων του «Όταν ήμουν δάσκαλος και άλλα διηγήματα» που εκδόθηκε το 1916 από τον εκδοτικό οίκο Φέξη.
Την αφορμή για να φέρω αυτή την διήγηση στην επιφάνεια μου την έδωσε ένας καλός Μαλιώτης φίλος μου, ο Μιχάλης Φαζός, όταν καθίσαμε και συζητήσαμε ένα παλαιότερο ερώτημά μου στο διαδίκτυο αν το υπάρχον νεκροταφείο Μαλίων βρισκόταν πάντα στην ίδια θέση που είναι σήμερα. Τότε ο Μιχάλης μου μίλησε για το διήγημα του Κονδυλάκη που φανερώνει ότι στα τέλη του 19ου αιώνα με αρχές του 20ου υπήρχε νεκροταφείο στα Μάλια και μάλιστα μου μίλησε και για την διήγηση του Κονδυλάκη και τον σχετικό λαϊκό μύθο που αγνοούσα.
Ήταν λοιπόν καλοκαίρι όπως και τώρα και ο Κονδυλάκης ταξίδευε από το Μεραμπέλλο προς το Ηράκλειο. Επειδή η ζέστη στην διάρκεια της ημέρας ήταν βαριά και, αφού εκείνη την εποχή η Κρήτη ήταν ασφαλής για τους ταξιδιώτες, προτίμησε να ξεκινήσει τη νύχτα από την Νεάπολη για να γλιτώσει τον καυτό ήλιο και να απολαύσει τη δροσιά του δρόμου.
Ο άνθρωπος που πήρε για αγωγιάτη από τη Νεάπολη ήταν ένας Κρητικός με το παρατσούκλι Μαλλιώτης. Όταν πλησιάσανε στα Μάλια αυτός σήκωσε το χέρι του και του έδειξε με καμάρι τα λιγοστά φώτα που φαίνονταν μέσα στο σκοτάδι λέγοντάς του :
— Να το χωριό μου!
Η νύχτα ήταν ήσυχη. Το φεγγάρι δεν είχε ακόμη φανεί, μα ο ουρανός ήταν αρκετά φωτεινός. Δεξιά του δρόμου απλωνόταν ένας χαμηλός, αλμυρός τόπος. Από εκεί κάτω έφτανε στα αυτιά τους ο μακρινός ήχος της θάλασσας.
Κάποια στιγμή ο Κονδυλάκης διέκρινε ένα ασπριδερό κτίσμα στην άκρη του δρόμου και ρώτησε τον αγωγιάτη αν αυτό ήταν ένα χάνι.
Αυτός τότε χαμογέλασε.
— Όχι, εκκλησά είναι και γύρω της το νεκροταφείο του χωριού, του είπε.
Λίγο πιο κάτω βρήκαν ένα χάνι και σταματήσανε. Άλλωστε ήταν περασμένα μεσάνυχτα και τα Μάλια είχαν βυθιστεί πια στην ησυχία και το σκοτάδι
Ο Κονδυλάκης κάθισε έξω από το χάνι και άρχισε σιγά σιγά να αποκοιμιέται.
Τον ξύπνησε όμως η φωνή του αγωγιάτη γιατί έπρεπε να συνεχίσουνε.
Ξαναπήραν λοιπόν τον δρόμο. Ο Κονδυλάκης μισοκοιμισμένος πάνω στο μουλάρι πάλευε να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά. Το κατάλαβε ο αγωγιάτης και για να περάσει η ώρα, άρχισε να του διηγείται την ιστορία ενός παράξενου γέρου Μαλιώτη που τον φώναζαν Τζιρίτη και έζησε πριν κάποια χρόνια.
Ο γερο-Τζιρίτης, όπως λέγανε οι χωριανοί, ήταν τόσο παράξενος, που όλοι τον θεωρούσαν τρελό. Μερικοί μάλιστα έλεγαν πως ήταν νεραϊδοπαρμένος.
Ήταν μάλιστα γνωστό πως δεν είχε κοντινούς συγγενείς και ζούσε ολομόναχος σε ένα παλιόσπιτο. Δεν είχε δική του περιουσία, αλλά ούτε ζητούσε βοήθεια από κανέναν. Αν δεν τον λυπόντουσαν οι γυναίκες του χωριού και δεν του άφηναν κανένα κομμάτι ψωμί στο κατώφλι, μάλλον θα πέθαινε από την πείνα.
Κανείς δεν γνώριζε τι υπήρχε μέσα στο σπίτι του, γιατί ο Τζιρίτης δεν άφηνε ποτέ άνθρωπο να περάσει την πόρτα του. Όποια γυναίκα τολμούσε να του πάει φαγητό, του το άφηνε απ' έξω και αφού χτυπούσε την πόρτα περίμενε από απόσταση μέχρι να το πάρει.
Ήταν γερο-παράξενος ο Τζιρίτης και αν κάποιος επιχειρούσε να μπει στο σπίτι του με το ζόρι, μπορούσε ακόμη και να τον σκοτώσει. Και το πιο παράξενο ήταν η συνήθειά του να μιλάει μόνος του ασταμάτητα βγάζοντας ένα παράξενο μουρμουρητό.
Οι χωριανοί πίστευαν ότι ο Τζιρίτης δεν μιλούσε μόνος του αλλά μιλούσε με κάποια νεράιδα που του είχε πάρει τα μυαλά και που ζούσε μαζί του μέσα στο κλειστό σπίτι και γι’ αυτό δεν ήθελε κανέναν να μπει εκεί μέσα.
Μερικοί ψαράδες πάλι ορκίζονταν πως τον είχαν δει αργά τη νύχτα να περπατά μόνος στην ακρογιαλιά, μέσα στον δυνατό άνεμο και στη βοή των κυμάτων και διέδιδαν πως στο πλάι του περπατούσε και η νεράιδά του.
Έτσι πέρασαν τα χρόνια.
Όμως εκείνη την εποχή οι άνθρωποι πίστευαν ακόμη πως κάποιοι νεκροί μπορούσαν να επιστρέψουν στον κόσμο των ζωντανών. Στην Κρήτη το έλεγαν κακαθρώπισμα ή βρυκολάκιασμα και όλοι στα Μάλια είχαν ήδη αποφασίσει ότι αυτό θα συνέβαινε στον Τζιρίτη όταν θα πέθαινε.
Αυτός ο άνθρωπος, έλεγαν, αποκλείεται να μην γίνει βρυκόλακας.
Μόνο που ο Τζιρίτης δεν έλεγε να πεθάνει και εξακολουθούσε να τριγυρίζει τα βράδια στην ακρογιαλιά.
Ώσπου μια μέρα, το μεσημέρι, οι χωριανοί παρατήρησαν ότι η πόρτα του σπιτιού του δεν είχε ανοίξει.
Χτύπησαν. Φώναξαν. Καμία απάντηση.
— Μωρέ, μήπως πέθανε;
Έσπασαν τελικά την πόρτα και τον βρήκαν νεκρό, ξαπλωμένο πάνω σε κάτι παλιά ρούχα. Ο γέρος Τζιρίτης είχε πεθάνει.
Και τότε ήρθε η ώρα να γίνει αυτό που όλοι περίμεναν.
Τον πήγαν στην εκκλησία του νεκροταφείου.
Εκείνη την εποχή, επειδή δεν υπήρχαν γιατροί στα χωριά, οι νεκροί έμεναν όλη τη νύχτα στην εκκλησία όπου τους ξενυχτούσαν οι συγγενείς τους και θάβονταν την επόμενη ημέρα. Ήταν ένας τρόπος να βεβαιωθούν ότι ο άνθρωπος είχε πραγματικά πεθάνει.
Τον Τζιρίτη όμως τον πήγαν και τον άφησαν μόνο του στο εκκλησάκι του νεκροταφείου γιατί δεν είχε κανέναν δικό του να ξενυχτήσει κοντά του και οι συγχωριανοί του φοβόντουσαν.
Μόλις νύχτωσε, σηκώθηκε ένας δυνατός αέρας και τα καντήλια έσβησαν. Ο νεκρός Τζιρίτης έμεινε μόνος μέσα στο απόλυτο σκοτάδι.
Συνέβηκε όμως την ίδια νύχτα, ένας άλλος άνθρωπος να κατεβαίνει από τον δρόμο του Μεραμπέλλου. Ήταν ένας φτωχός, ηλικιωμένος άνθρωπος, καμπουριασμένος από τα χρόνια, που στηριζόταν σ' ένα ραβδί.
Ο αέρας ήταν δυνατός και παγωμένος. Και ο γέρος κάθε τόσο σταματούσε, ακουμπούσε πάνω στο ραβδί του και έπαιρνε ανάσα. Προχωρούσε δύσκολα, μέχρι που έφτασε μπροστά στο νεκροταφείο.
Εκεί πια δεν άντεχε.
Το χωριό βέβαια ήταν λίγο πιο πέρα, αλλά πού να πήγαινε; Ποιος θα άνοιγε την πόρτα του τέτοια ώρα σ' έναν φτωχό διακονιάρη;
Τότε θυμήθηκε τότε το μικρό εκκλησάκι όπου είχε ξανακοιμηθεί κάποτε.
Πλησίασε και έσπρωξε την πόρτα που άνοιξε με ένα βαρύ, ανατριχιαστικό τρίξιμο.
Ο γέρος μπήκε.
— Ευχαριστώ σε, Θεέ μου, που δεν διώχνεις κανέναν από το σπίτι σου είπε και έκανε τον σταυρό του. Στην συνέχεια πήγε και κούρνιασε σε μια γωνιά αποφασισμένος ότι εκεί, μέσα στο σκοτάδι, θα περνούσε τη νύχτα.
Το πρωί ο παπάς του χωριού ξεκίνησε για το νεκροταφείο.
Ήθελε πολύ να ξεμπερδεύει με την ταφή του Τζιρίτη γρήγορα, γιατί ήταν καθημερινή και είχε κι άλλες δουλειές.
Ο ουρανός ήταν ακόμη συννεφιασμένος και δεν είχε ξημερώσει καλά.
Έφτασε στην εκκλησία και έσπρωξε την πόρτα.
Μπαίνοντας, είπε αστειευόμενος προς τον νεκρό:
— Πώς τα πέρασες απόψε, ευλογημένε, με τέτοιον αέρα και τέτοιο κρύο;
Και τότε, όπως περιγράφει ο Κονδυλάκης, συνέβη το απίστευτο.
Από το σκοτάδι ακούστηκε μια τρεμάμενη φωνή:
— Ο Θεὸς κ’ ἐγὼ κατέχω πῶς ἐπέρασα!
Ο παπάς πάγωσε.
Έμεινε ακίνητος στην πόρτα.
Το πρόσωπό του άσπρισε και τα γένια του άρχισαν να τρέμουν.
Τι άλλο μπορούσε να σημαίνει αυτό;
Ο Τζιρίτης είχε βρυκολακιάσει!
Και πριν προλάβει να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο, είδε μέσα από το σκοτάδι να ξεπροβάλλει ένα γεροντικό κεφάλι.
Δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη. Ο παπάς γύρισε και το έβαλε στα πόδια.
Όταν έφτασε στο σπίτι του, έπεσε στο κρεβάτι με πυρετό.
Μέσα στο παραλήρημά του διηγούνταν σε όλους πως είχε δει τον Τζιρίτη βρυκολακιασμένο.
Οι χωριανοί δεν χρειάζονταν και πολλά για να τον πιστέψουν.
Το περίμεναν.
Το είχαν αποφασίσει από πριν.
Ο Τζιρίτης ήταν νεραϊδοπαρμένος.
Ο Τζιρίτης μιλούσε με νεράιδες.
Ο Τζιρίτης, φυσικά, θα γινόταν βρυκόλακας.
Έφεραν λοιπόν έναν παπά από άλλο χωριό και ξανάθαψαν τον Τζιρίτη με τον τρόπο που συνήθιζαν τότε να θάβουν όσους θεωρούσαν βρυκολακιασμένους.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ την αλήθεια.
Κανείς, δηλαδή, εκτός από τον φτωχό γέρο που είχε περάσει τη νύχτα στην εκκλησία.
Ο «βρυκόλακας» δεν ήταν παρά ένας ταλαιπωρημένος άνθρωπος που γύρευε ένα καταφύγιο από τον άνεμο και το κρύο.
Κι έτσι, μέσα σε μια σκοτεινή νύχτα, ένας αθώος άνθρωπος, ένας πεθαμένος και ένας φοβισμένος παπάς έφτιαξαν χωρίς να το καταλάβουν έναν ολόκληρο θρύλο.
Και ο γέρο Τζιρίτης έμεινε για πάντα στη μνήμη των χωριανών ως ο βρυκόλακας των Μαλίων.
Αυτή ήταν η ιστορία που μου μετέφερε ο φίλος μου ο Μιχάλης Φαζός. Μια τυχαία σύμπτωση, η άγνοια και οι παλιές λαϊκές δοξασίες δημιούργησαν έναν ολόκληρο θρύλο γύρω από τον γέρο Τζιρίτη και τον βρυκόλακα των Μαλίων.
Όπως σας είπα την ιστορία δεν την γνώριζα και δεν είχε τύχει να διαβάσω και το βιβλίο του Κονδυλάκη «Όταν ήμουν δάσκαλος». Πιστεύω ότι και πολλοί Μαλιώτες δεν την γνωρίζουν και για αυτό την συμπεριέλαβα στις αναρτήσεις μου. Πάντως όποιος θέλει να την διαβάσει και στο πρωτότυπο μπορεί να κατεβάσει το βιβλίο του Κονδυλάκη δωρεάν από την διεύθυνση : https://digital.lib.auth.gr/record/135509?ln=el
Κωνσταντίνος Αντ. Γραικιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου