Translate -TRANSLATE -

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Το ΔΝΤ ομολογεί ξανά το ολέθριο λάθος του με τη συνταγή λιτότητας της Ελλάδας


Το ΔΝΤ ομολογεί ξανά το ολέθριο λάθος του με τη συνταγή λιτότητας της Ελλάδας
 
Ο εκπρόσωπος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Τζέρι Ράις, παραδέχθηκε ξανά ότι η έκθεση Μπλανσάρ που κάνει λόγο για λάθος στο πρόγραμμα λιτότητας της χώρας μας, ισχύει, δηλώνοντας παράλληλα κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου σστην Ουάσιγκτον, ότι προς τα τέλη Φεβρουαρίου θα πραγματοποιηθεί η αποστολή κλιμακίου της τρόικας για την επιθεώρηση του ελληνικού προγράμματος.

Στην ερώτηση ότι «στις 3 Ιανουαρίου, ο Ολιβιέ Μπλανσάρ εξέδωσε έκθεση με τον Ντάνιελ Λι και, σύμφωνα με πολλά μέσα ενημέρωσης σε όλο τον κόσμο, αυτό που έγραψε είναι ένα καταπληκτικό mea culpa και ότι η εφημερίδα Washington Post υποστήριξε ότι κορυφαίος οικονομολόγος του ΔΝΤ αναγνώρισε ότι το Ταμείο τίναξε στον αέρα τις προβλέψεις του για την Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, επειδή δεν κατανόησαν πλήρως πως οι προσπάθειες λιτότητας της κυβέρνησης θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την οικονομική ανάπτυξη. Μπορείτε να μας πείτε τη θέση του ΔΝΤ, επειδή ο κ. Μπλανσάρ είναι ο κορυφαίος οικονομολόγος εδώ στο ΔΝΤ;», ο κ. Ράις απάντησε καταρχάς ως εξής:

«Έχεις δίκιο», σημειώνοντας ότι τόσο ο κ. Μπλανσάρ όσον και η κυρία Λαγκάρντ έχουν μιλήσει εκτενώς γι' αυτό το θέμα. «Πρέπει να πάμε πίσω το 2010, που όλοι ήταν πολύ αισιόδοξοι στις προβλέψεις τους για την ανάκαμψη της Ελλάδας -όπως επισήμανε-, τονίζοντας ότι δεν είχαν συνυπολογίσει την επίπτωση των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής στη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και την πολιτική κρίση που επηρέασε την κατάσταση στην Ελλάδα και καθυστέρησε την υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών».

Ο κ. Ράις πρόσθεσε ότι «όταν έγιναν φανερές οι συνθήκες και ήταν διαφορετικές, εμείς κινηθήκαμε όσο γρήγορα μπορούσαμε. Ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής είναι μόνο μια συνιστώσα για το πως αναλύεται σε κάθε χώρα».

Στη συνέχεια, διατύπωσε την άποψη ότι υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν κάποια μαθηματική παλινδρόμηση που με μηχανιστικό τρόπο καθορίζει την δημοσιονομική προσαρμογή που πρέπει να γίνει σε κάθε χώρα. Και σε κάθε χώρα είναι πολύ διαφορετική. Είναι πολύ υγιές πράγμα που το ΔΝΤ και ο Ολιβιέ Μπλανσάρ ήταν απολύτως διαφανείς για το πώς έγινε αυτό, για το συνολικό πλαίσιο, κι αυτή είναι η βάση που θέλουμε να προχωρήσουμε. Επομένως, ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής έχει προσαρμοστεί σε συνεχή βάση από το 2010, ανέφερε.

Οι εκπρόσωποι του ΔΝΤ, της ΕΕ και της ΕΚΤ θα παραμείνουν στην Αθήνα μέχρι τα μέσα Μαρτίου για να εξετάσουν την πρόοδο όσον αφορά την εφαρμογή των μέτρων και των διαρθρωτικών αλλαγών, είπε ακόμα ο κ. Ράις, επισημαίνοντας ότι οι ελληνικές αρχές είναι δεσμευμένες για την υλοποίησή τους.

Απαντώντας σε ερωτήσεις για την Κύπρο, κ. Ράις τόνισε ότι οι διεθνείς δανειστές εργάζονται για να υπάρξει «βιώσιμη λύση», σημειώνοντας ότι οι αρχές της χώρας είχαν τη δυνατότητα να καλύψουν τις ανάγκες χρηματοδότησής τους μέσα από την εγχώρια αγορά τους τελευταίους μήνες και αναμένεται να είναι σε θέση να συνεχίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, όπως δήλωσε. Επίσης, ανέφερε ότι οι συνομιλίες συνεχίζονται και το πρόγραμμα χρηματοδότησης είναι πιθανό να προχωρήσει μετά τις εκλογές στην Κύπρο.

Απαντώντας σε ερώτηση για την πρόσφατη συνάντηση στην έδρα του ΔΝΤ του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα, με τον Ντέιβιντ Λίπτον, πρώτο αναπληρωτή γενικό διευθυντή του ΔΝΤ, ο κ. Ράις επανέλαβε αυτό που είχε δηλώσει ο εκπρόσωπος του Ταμείου μετά τη συνάντηση ότι είχαν μια "εποικοδομητική και ειλικρινή συζήτηση" για τις οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα. Ο εκπρόσωπος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Τζέρι Ράις, παραδέχθηκε ξανά ότι η έκθεση Μπλανσάρ που κάνει λόγο για λάθος στο πρόγραμμα λιτότητας της χώρας μας, ισχύει, δηλώνοντας παράλληλα κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου σστην Ουάσιγκτον, ότι προς τα τέλη Φεβρουαρίου θα πραγματοποιηθεί η αποστολή κλιμακίου της τρόικας για την επιθεώρηση του ελληνικού προγράμματος.

Στην ερώτηση ότι «στις 3 Ιανουαρίου, ο Ολιβιέ Μπλανσάρ εξέδωσε έκθεση με τον Ντάνιελ Λι και, σύμφωνα με πολλά μέσα ενημέρωσης σε όλο τον κόσμο, αυτό που έγραψε είναι ένα καταπληκτικό mea culpa και ότι η εφημερίδα Washington Post υποστήριξε ότι κορυφαίος οικονομολόγος του ΔΝΤ αναγνώρισε ότι το Ταμείο τίναξε στον αέρα τις προβλέψεις του για την Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, επειδή δεν κατανόησαν πλήρως πως οι προσπάθειες λιτότητας της κυβέρνησης θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την οικονομική ανάπτυξη. Μπορείτε να μας πείτε τη θέση του ΔΝΤ, επειδή ο κ. Μπλανσάρ είναι ο κορυφαίος οικονομολόγος εδώ στο ΔΝΤ;», ο κ. Ράις απάντησε καταρχάς ως εξής:

«Έχεις δίκιο», σημειώνοντας ότι τόσο ο κ. Μπλανσάρ όσον και η κυρία Λαγκάρντ έχουν μιλήσει εκτενώς γι' αυτό το θέμα. «Πρέπει να πάμε πίσω το 2010, που όλοι ήταν πολύ αισιόδοξοι στις προβλέψεις τους για την ανάκαμψη της Ελλάδας -όπως επισήμανε-, τονίζοντας ότι δεν είχαν συνυπολογίσει την επίπτωση των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής στη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και την πολιτική κρίση που επηρέασε την κατάσταση στην Ελλάδα και καθυστέρησε την υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών».

Ο κ. Ράις πρόσθεσε ότι «όταν έγιναν φανερές οι συνθήκες και ήταν διαφορετικές, εμείς κινηθήκαμε όσο γρήγορα μπορούσαμε. Ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής είναι μόνο μια συνιστώσα για το πως αναλύεται σε κάθε χώρα».

Στη συνέχεια, διατύπωσε την άποψη ότι υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν κάποια μαθηματική παλινδρόμηση που με μηχανιστικό τρόπο καθορίζει την δημοσιονομική προσαρμογή που πρέπει να γίνει σε κάθε χώρα. Και σε κάθε χώρα είναι πολύ διαφορετική. Είναι πολύ υγιές πράγμα που το ΔΝΤ και ο Ολιβιέ Μπλανσάρ ήταν απολύτως διαφανείς για το πώς έγινε αυτό, για το συνολικό πλαίσιο, κι αυτή είναι η βάση που θέλουμε να προχωρήσουμε. Επομένως, ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής έχει προσαρμοστεί σε συνεχή βάση από το 2010, ανέφερε.

Οι εκπρόσωποι του ΔΝΤ, της ΕΕ και της ΕΚΤ θα παραμείνουν στην Αθήνα μέχρι τα μέσα Μαρτίου για να εξετάσουν την πρόοδο όσον αφορά την εφαρμογή των μέτρων και των διαρθρωτικών αλλαγών, είπε ακόμα ο κ. Ράις, επισημαίνοντας ότι οι ελληνικές αρχές είναι δεσμευμένες για την υλοποίησή τους.

Απαντώντας σε ερωτήσεις για την Κύπρο, κ. Ράις τόνισε ότι οι διεθνείς δανειστές εργάζονται για να υπάρξει «βιώσιμη λύση», σημειώνοντας ότι οι αρχές της χώρας είχαν τη δυνατότητα να καλύψουν τις ανάγκες χρηματοδότησής τους μέσα από την εγχώρια αγορά τους τελευταίους μήνες και αναμένεται να είναι σε θέση να συνεχίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, όπως δήλωσε. Επίσης, ανέφερε ότι οι συνομιλίες συνεχίζονται και το πρόγραμμα χρηματοδότησης είναι πιθανό να προχωρήσει μετά τις εκλογές στην Κύπρο.

Απαντώντας σε ερώτηση για την πρόσφατη συνάντηση στην έδρα του ΔΝΤ του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα, με τον Ντέιβιντ Λίπτον, πρώτο αναπληρωτή γενικό διευθυντή του ΔΝΤ, ο κ. Ράις επανέλαβε αυτό που είχε δηλώσει ο εκπρόσωπος του Ταμείου μετά τη συνάντηση ότι είχαν μια "εποικοδομητική και ειλικρινή συζήτηση" για τις οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα. 
 
http://www.moneypost.gr
 

Γ. ΔΕΛΑΣΤΙΚ : Το παραμύθι της «επιστροφής των καταθέσεων»



Του Γιώργου Δελαστίκ
Εκνευριστική έχει καταντήσει πλέον αυτή η ιστορία με τους αλλεπάλληλους ανά μήνα κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για τη διαβόητη «επιστροφή των καταθέσεων» στις ελληνικές τράπεζες. Αντιλαμβανόμαστε την πολιτική σκοπιμότητα της καλλιέργειας τεχνητού κλίματος αισιοδοξίας μήπως... στραβωθεί κανένας αφελής και καταθέσει τα λεφτά του στην τράπεζα, αλλά δεν είναι ανάγκη να χειρίζεται τόσο προκλητικά το θέμα η κυβέρνηση σαν να απευθύνεται σε ηλιθίους. Κανένας λόγος αλαλαγμών δεν υπάρχει.

Το πολύ πολύ ένας στεναγμός ανακούφισης και «δυστυχούς παρηγορίας» που η μείωση -ναι, η μείωση!- των καταθέσεων κατά τη διάρκεια του 2012 δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο κατά τη διάρκεια του 2010 και του 2011! Τίποτα περισσότερο! Ας δούμε καλύτερα τους αριθμούς βάσει των στοιχείων της Τράπεζας της Ελλάδος. Την 1η Ιανουαρίου του 2012 το σύνολο των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες ανερχόταν στα 168,96 δισεκατομμύρια ευρώ. Στις 31 Δεκεμβρίου 2012 οι καταθέσεις είχαν πέσει στα 161,36 δισ. ευρώ. Μια απλή αφαίρεση μας δείχνει ότι μέσα στο 2012 οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά 7,6 δισεκατομμύρια ευρώ.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα 7,6 δισ. είναι πολύ μικρότερα από τα 40,6 δισεκατομμύρια ευρώ που είχαν μειωθεί οι καταθέσεις κατά το 2011 και τα 27,9 δισ. ευρώ που είχαν φύγει από τις τραπεζικές καταθέσεις μέσα στο 2010. Στα τέλη του 2009 δηλαδή οι καταθέσεις ήταν 237,53 δισ. ευρώ και στα τέλη του 2010 είχαν πέσει στα 209,6 δισεκατομμύρια.

Αυτά σημαίνουν ότι οι καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες έχουν μειωθεί κατά 76,2 δισεκατομμύρια ευρώ (ποσοστό περίπου 32%) σε σχέση με τα τέλη του 2009. Μέσα σε τρία μόλις χρόνια χάθηκε το ένα τρίτο των καταθέσεων.  Αυτό συνιστά οικονομική καταστροφή για τις τράπεζες. Ο λόγος είναι πως αυτές δεν μπορούν με την ίδια ταχύτητα να περιορίσουν τα δάνεια που έχουν χορηγήσει σε τράπεζες και ιδιώτες, όσο και αν «στραγγαλίσουν» τη χορήγηση νέων δανείων. Οι αριθμοί που αφορούν αυτή την πτυχή είναι αποκαλυπτικοί.

Το 2009, το σύνολο των δανείων προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά που είχαν χορηγήσει οι ελληνικές τράπεζες ανερχόταν σε 249,68 δισ. ευρώ - ήταν δηλαδή κατά 12,2 δισ. ευρώ περισσότερα από τις καταθέσεις, οι οποίες υπενθυμίζουμε ότι ανέρχονταν σε 237,53 δισ. Στα τέλη του 2012 η κατάσταση για τις τράπεζες είχε επιδεινωθεί δραματικά. Παρόλο που μέσα στη «μαύρη τριετία» του Μνημονίου περιόρισαν κατά 22 δισεκατομμύρια τις χορηγήσεις δανείων και τις έριξαν στα 227,7 δισ. ευρώ, το ποσό αυτό είναι κατά... 66,3 δισεκατομμύρια μεγαλύτερο από εκείνο των καταθέσεων, που έπεσαν -παρά τους πανηγυρισμούς της κυβέρνησης- στα 161,4 δισ. ευρώ.

Υπερπενταπλασιάστηκε (!) δηλαδή σε απόλυτους αριθμούς το ποσό της απόκλισης ανάμεσα στις χορηγήσεις δανείων εκ μέρους των τραπεζών και τις καταθέσεις σε αυτές. Αυτό δεν προοιωνίζεται τίποτα καλό για την πραγματική οικονομία, γιατί σημαίνει ότι όσες καταθέσεις και αν τυχόν επιστρέψουν στις τράπεζες, οι τράπεζες θα κρατούν το μέγιστο τμήμα των καταθέσεων αυτών για τον εαυτό τους, προκειμένου να μειώσουν τους κινδύνους για την ίδια τους την ύπαρξη.

Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει ότι αποκλείεται στο ορατό μέλλον οι ελληνικές τράπεζες να μπορούν να χορηγήσουν τα δάνεια που περιμένουν σαν μάννα εξ ουρανού οι επιχειρήσεις και ο κοσμάκης! Θα τα περιμένουν επί ματαίω! Οπως είναι ευνόητο, η ανωτέρω εξήγηση της συμπεριφοράς των τραπεζών καμιά παρηγοριά δεν αποτελεί για τους επιχειρηματίες και τα νοικοκυριά, που έχουν στερηθεί αυτή την τριετία δανειακή ρευστότητα ύψους 22 δισεκατομμυρίων. Ρευστότητα ύψους 12 δισ. ευρώ έχουν χάσει οι επιχειρήσεις και άλλα 10 δισεκατομμύρια τα νοικοκυριά.

Στο υπάρχον περιβάλλον της δραματικής συρρίκνωσης των εισοδημάτων όλου του πληθυσμού και της καταβαράθρωσης του τζίρου πολλών επιχειρήσεων, η δανειακή ασφυξία από τις τράπεζες έχει τραγικά αποτελέσματα για την ελληνική οικονομία, αλλά και την ελληνική κοινωνία γενικότερα. Οι καταθέσεις των νοικοκυριών όλο και λιγότερο μπορούν να χρηματοδοτήσουν τη δανειοδότηση των επιχειρήσεων.

Το 2009 «περίσσευαν» 77,3 δισ. ευρώ αφού τα νοικοκυριά είχαν καταθέσεις 196,9 δισεκατομμυρίων και δάνεια 119,6 δισ. Το 2012 το ποσό αυτό είχε συρρικνωθεί δραστικότατα: 135 δισ. καταθέσεις νοικοκυριών μείον 106,6 δισ. δάνεια μας κάνει μόλις 28,4 δισεκατομμύρια - σχεδόν το ένα τρίτο! Με άλλα λόγια, η λεηλασία των εισοδημάτων του λαού μας γκρέμισε και τη δυνατότητα τραπεζικού δανεισμού των επιχειρήσεων!

Πηγή: Έθνος
http://newpost.gr/post/187445/to-paramuthi-tis-epistrofis-ton-katatheseon/

Moody’s διαψεύδει τον Στουρνάρα:


Ύφεση και το 2014 με ορατό τον κίνδυνο χρεοκοπίας

 

Υπενθυμίζεται ότι ο Γ. Στουρνάρας σε πρόσφατη συνέντευξή του εμφανίσθηκε βέβαιος πως η ανάκαμψη θα έρθει το 2014.


Στον κίνδυνο μιας νέας ελληνικής χρεοκοπίας, αναφέρεται ο οίκος αξιολόγησης Moody’s σε έκθεσή που δημοσιοποίησε στις 28 Ιανουαρίου με τίτλο «Ελλάδα: Η χρηματοδότηση του ΔΝΤ και του EFSF βελτιώνει τη ρευστότητα, αλλά το χρέος παραμένει ευάλωτο σε σημαντικούς κινδύνους».

Στην έκθεση της Moody’s τονίζεται πως η Ελλάδα έλαβε προσφάτως επιπρόσθετη χρηματοδότηση 12,44 δισ. ευρώ από το ΔΝΤ και τον EFSF, η οποία θα προσφέρει ανάσα ρευστότητας στην οικονομία και θα επιτρέψει την εκκίνηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Επισημαίνεται δε πως η καλύτερη του αναμενόμενου εκτέλεση του Προϋπολογισμού 2012 παρέχει στήριξη για την αύξηση της επενδυτικής εμπιστοσύνης

Υψηλά το χρέος 2012- 2016

Ωστόσο, ο οίκος υπογραμμίζει πως παρά τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους από τους επίσημους πιστωτές και τις επιπτώσεις από το PSI και την επαναγορά ομολόγων, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης στην Ελλάδα θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα σε όλη τη διάρκεια της περιόδου 2012-2016.

Για το λόγο αυτό ο οίκος υποστηρίζει πως ο κίνδυνος μιας ακόμα χρεοκοπίας για το υπόλοιπο χρέος του ιδιωτικού τομέα παραμένει υψηλός λόγω των σημαντικών κινδύνων που απορρέουν από την αδύναμη οικονομία, την εύθραυστη κοινωνική σταθερότητα και το τεταμένο πολιτικό κλίμα.

Μάλιστα, η Moody’s σημειώνει ότι παρά τις δεσμεύσεις των Ευρωπαίων για παροχή μεγαλύτερης ελάφρυνσης στο χρέος από το 2014, υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα γύρω από αυτό το θέμα.

Ύφεση και το 2014

Η Moody’s περιγράφει το 2014 ως πολύ δύσκολο έτος και διατηρεί αποστάσεις από τις εκτιμήσεις της ελληνικής κυβέρνησης και της τρόικας.

Ειδικότερα, εκτιμά ότι το 2013 η ύφεση στην Ελλάδα θα ανέλθει στο 5% και ότι η συρρίκνωση θα εξακολουθήσει και το 2014 λόγω της υποτονικής εξωτερικής ζήτησης στη ζώνη του ευρώ, της αργής προόδου στην απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων που περιορίζει τις επενδύσεις και τον ανταγωνισμό, αλλά και λόγω των επιπτώσεων των πρόσφατων δημοσιονομικών μέτρων στην ιδιωτική κατανάλωση.

Στο πλαίσιο αυτό η Moody’s, αν και αναγνωρίζει τις προσπάθειες που καταβάλλει η ελληνική κυβέρνηση για την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και τη δημοσιονομική εξυγίανση και διαπιστώνει βελτίωση των επιπέδων ρευστότητας, ωστόσο θεωρεί πως υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι στην ελληνική οικονομία, που θα συνεχίσουν να επιδρούν στην πιστοληπτική της ικανότητα.

Έτσι, σημειώνει ότι η πιθανότητα μιας ακόμη χρεοκοπίας στο υφιστάμενο απόθεμα χρέους του ιδιωτικού τομέα παραμένει υψηλή λόγω των κινδύνων εφαρμογής του δεύτερου προγράμματος οικονομικής στήριξης, των ιδιαίτερα αβέβαιων οικονομικών προοπτικών ανάπτυξης της χώρας, των πολιτικών και κοινωνικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία και της δύσκολης διαχείρισης του χρέους της χώρας.

http://www.agonaskritis.gr

ΑΓΓΛΙΚΑ ΑΡΑΓΕ ΠΩΣ ΛΕΓΕΤΑΙ ΤΟ COMPUTER ;

Υπολογιστές computer

Όταν πλημμύριζε ο Νείλος στην Αρχαία Αίγυπτο, οι αγρότες που είχαν χωράφια δίπλα στο ποτάμι έχαναν τα όρια τους.

Όταν βρέθηκε εκεί ο Θαλής ο Μιλήσιος να μετρήσει την μεγάλη πυραμίδα από την σκιά της, του ανέθεσαν να βρει έναν τρόπο έτσι ώστε μετά την άμπωτη να μπορούν να ξαναβρούν οι Αιγύπτιοι αγρότες τα όρια των χωραφιών τους. Ο Θαλής έβαλε πασσάλους ανά τακτά διαστήματα στην άκρη του ποταμού κατά μήκος της ακτής. Από κάθε πάσσαλο έδεσε μακριά σχοινιά προς τα έξω, προς τα χωράφια, δηλαδή κάθετα σε διεύθυνση προς τον ποταμό. Τα σχοινιά κατά μήκος τους, ανάλογα με τις αποστάσεις έφεραν κόμβους !!! Με την βοήθεια των κόμβων μέτρησε ακριβώς τα σύνορα του κάθε αγρού αφού είχε σταθερή απόσταση από τον ποταμό.

Η μέθοδος αυτή, του να υπολογίζεις δηλαδή με ακρίβεια, ονομάστηκε κομβέω. (υπολογίζω, μετρώ ακριβώς με την βοήθεια κόμβων…) Αργότερα το πήραν οι Λατίνοι όπου όσοι ήξεραν να εκτελούν μαθηματικές ή αριθμητικές πράξεις, το φώναζαν δυνατά (εξού κομπασμός), και ο υπολογισμός σε αυτούς έγινε combaso, ή compasso (Υπάρχει και σήμερα όργανο στη ναυσιπλοΐα για υπολογισμό της πορείας του πλοίου κλπ). Έκτoτε το μετρώ ή υπολογίζω με ακρίβεια compaso => computer.
Αγγλικά άραγε πως λέγεται το computer; Γιατί Ελληνικά ξέρουμε.

Από το περιοδικό «Ελλάνιον Ήμαρ», τεύχος 30
http://www.votegreece.gr/archives/28204

Αλλάζουν οι αντικειμενικές τιμές των ακινήτων


ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΛΙΣΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΤΙΜΩΝ



Αλλάζουν οι αντικειμενικές τιμές των ακινήτων
 

Στην αναπροσαρμογή των αντικειμενικών τιμών των ακινήτων προχωρά το υπουργείο Οικονομικών με στόχο να υπάρξει σύγκλιση με τις αγοραίες τιμές τους, οι οποίες, σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό σήμερα, βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα λόγω της κρίσης.

Με απόφαση του υπουργού Οικονομικών, Γιάννη Στουρνάρα, συγκροτείται επιτροπή που θα υποβάλει τις προτάσεις της έως τις 28 Φεβρουαρίου καθως θα πρέπει να σημειωθεί οτι η σύγκλιση αντικειμενικών και εμπορικών τιμών αποτελεί δέσμευση που έχει αναληφθεί με το μνημόνιο.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αναπροσαρμογή θα οδηγήσει σε μείωση των σημερινών αντικειμενικών τιμών των ακινήτων στα χαμηλότερα επίπεδα που βρίσκονται οι εμπορικές τιμές τους, με αποτέλεσμα στις περιοχές αυτές να προσαρμοστούν ανάλογα και οι φόροι που καταβάλλονται σήμερα στις μεταβιβάσεις ακινήτων.

Σημειώνεται ότι οι αντικειμενικές τιμές των ακινήτων θα αποτελέσουν τη βάση επι της οποίας θα υπολογισθεί ο ενιαίος φόρος ακινήτων που επεξεργάζεται το υπουργείο Οικονομικών, προκειμένου να εφαρμοσθεί απο το δεύτερο εξάμηνο του 2013, μέτρο το οποίο προβλέπεται επίσης στο μνημόνιο. Οι αντικειμενικές τιμές των ακινήτων θα επεκταθουν σε όλη τη χώρα αφού με το νέο φόρο θα επιβαρύνονται πλέον και τα αγροτεμάχια.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=26516&subid=2&pubid=112986842

Guardian: «Οι τεμπέληδες Έλληνες δουλεύουν περισσότερο από τους Γερμανούς»



gr.de 
Γνωστός οικονομολόγος, γράφει για το «παιχνίδι» που βοηθά τους πλούσιους να φτιάχνουν πάντα αυτοί τους κανόνες του παιχνιδιού 

 Guardian: «Οι τεμπέληδες Έλληνες δουλεύουν περισσότερο από τους Γερμανούς» 

Σε «ένα φάντασμα που πλανιέται πάνω από την Ευρώπη” αναφέρεται άρθρο της Γκάρντιαν. Όπως σημειώνει ο αρθρογράφος, το φάντασμα αυτό δεν μοιάζει με εκείνο του Κομμουνιστικού Μανιφέστου των Μαρξ και Έγκελς. Σήμερα η Ευρώπη είναι στοιχειωμένη από το φάντασμα της τεμπελιάς
.
Το φάντασμα αυτό εξοργίζει, όπως γράφει, τους πλούσιους καθώς ο ράθυμος τρόπος ζωής των τεμπέληδων χρηματοδοτείται από εξοντωτικούς φόρους στους πλούσιους και έτσι οι τεμπέληδες ρουφάνε το αίμα της οικονομίας.

Το πρόβλημα με αυτή την ιστορία είναι ότι, είναι απλώς και μόνο ένας μύθος, ξεκαθαρίζει ο αρθρογράφος και αφού αναφέρει ότι η λιτότητα τροφοδοτεί την κρίση, υπερασπίζεται τους Έλληνες, στην κατηγορία ότι είναι οι τεμπέληδες του νότου.

Για να αντικρούσει τις κρατούσες αντιλήψεις ο Ha Joon Chang χρειάζεται μόνο…τα στοιχεία του ΟΟΣΑ που λένε ότι οι Έλληνες, δουλεύουν περισσότερο από τους Γερμανούς και τους Ολλανδούς, οι οποίοι είναι και οι σκληρότεροι στην κριτική τους. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι στην Ελλάδα το 2011, όσοι είχαν εργασία, δούλεψαν κατά μέσο όρο 2.032 ώρες, λίγο λιγότερες από τους Νοτιοκορεάτες (2.090). Το ίδιο έτος, ο μέσος όρος ωρών εργασίας στη Γερμανία ήταν 1.413 ώρες ενώ στην Ολλανδία, από τις τελευταίες χώρες παγκοσμίως μόλις 1.379 ώρες.

Για τον αρθρογράφο του Γκάρντιαν, οι αριθμοί αυτοί είναι η απόδειξη ότι δεν είναι η τεμπελιά το λάθος της Ελλάδας και της Ισπανίας.

Σημειώνει ότι στην ελεύθερη οικονομία της αγοράς η πίστη είναι στο άτομο και ο καθένας είναι υπεύθυνος για ό,τι κάνει. Και μέσα σε αυτή τη λογική είναι δύσκολο για τους φτωχούς να κερδίσουν τον αγώνα, αφού συχνά οι αγορές μεροληπτούν υπέρ των πλουσίων, όπως φάνηκε και από μια σειρά χρηματοοικονομικών σκανδάλων όπως π.χ. αυτό της στημένης πώλησης χρηματοοικονομικών προϊόντων, με τη νοθεία του επιτοκίου Libor .

Το τελικό αποτέλεσμα όμως του χαρακτηρισμού «τεμπελόγατος» είναι η διάλυση μιας ολόκληρης σειράς πολιτικών και κοινωνικών θεσμών, στο όνομα της τιμωρίας του τεμπέλη.

Και το πιο σημαντικό, τα χρήματα δίνουν στους σούπερ-πλούσιους την δύναμη να ξαναγράψουν όπως θέλουν τους κανόνες του παιχνιδιού, εξαγοράζοντας πολιτικούς. Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και της οικονομίας, καθώς και οι φορολογικές ελαφρύνσεις τους πλούσιους, είναι ακριβώς το αποτέλεσμα αυτών των πρακτικών.

«Με την περιστροφή της συζήτησης σε μια ηθική ιστορία περί τεμπελιάς, οι πλούσιοι και ισχυροί μπορούν να αποσπάσουν την προσοχή των ανθρώπων μακριά από όλα αυτά τα διαρθρωτικά προβλήματα που δημιουργούν περισσότερη φτώχεια και ανισότητα από ό, τι είναι απαραίτητο.»

(Ο Ha Joon Chang είναι οικονομολόγος, καθηγητής του Κέμπριτζ και συγγραφέας ενός βιβλίου με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τίτλος του: «23 αλήθειες που δεν μας λένε για τον καπιταλισμό.». Στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.)

Πηγή
http://udemand.wordpress.com/

Η Ελληνική συνείδηση κατά τους Βυζαντινούς χρόνους




Οι μεταμοντέρνοι εκπρόσωποι του ιστοριογραφικού αναθεωρητισμού, αντιστρέφοντας και ουσιαστικά διαστρεβλώνοντας το γνωστό σολωμικό αφορισμό (εθνικό για τους Έλληνες πρέπει να είναι το αληθές), θεωρούν ότι αληθές για τους Έλληνες πρέπει οπωσδήποτε να είναι το αντεθνικό και γι’ αυτό επιδίδονται με ιερό ζήλο στην αποδόμηση της έννοιας του ελληνικού έθνους και την εκμηδένιση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού. Μεταξύ άλλων, πασχίζουν να μας πείσουν πως οι Έλληνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, λόγω του βίαιου εκχριστιανισμού και του συστηματικού αφελληνισμού τους, είχαν χάσει τελείως την ελληνική συνείδησή τους, δεν είχαν καμιά σχέση με την Αρχαία Ελλάδα και θεωρούσαν τους εαυτούς τους απλώς και μόνο χριστιανούς υπηκόους της Aνατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Απάντηση στις ανιστόρητες αυτές θέσεις θα μπορούσε να αποτελέσει το ακόλουθο διάγραμμα, που απεικονίζει πρόχειρα και σχηματικά την αφύπνιση της ελληνικής εθνικής συνείδησης στους Βυζαντινούς χρόνους. Χωρίς αμφιβολία, το μόνο που πετυχαίνει μέχρι στιγμής ο ενορχηστρωμένος εθνομηδενισμός είναι το ότι μας υποχρεώνει κάθε φορά να επισημαίνουμε τα αυτονόητα…

Το 146 π.Χ. η Ελλάδα υποτάχτηκε στους Ρωμαίους, αλλά ο πολιτιστικός, τουλάχιστον, βίος της δε σταμάτησε μετά το γεγονός αυτό. Αντίθετα, η Ελλάδα κατέκτησε πολιτιστικά τον άγριο κατακτητή σύμφωνα με τη μαρτυρία του μεγάλου Λατίνου ποιητή Οράτιου και γνώρισε περιόδους πολιτιστικής ανάκαμψης λόγω και της ευνοϊκής στάσης που τήρησαν απέναντί της ορισμένοι φιλέλληνες Ρωμαίοι και πρωτίστως ο αυτοκράτορας Αδριανός. Το 212 μ.Χ. οι Έλληνες γίνονται Ρωμαίοι πολίτες χάρη στην ConstitutioAntoniniana (γνωστή και ως διάταγμα του Καρακάλα), που απένειμε αυτό το δικαίωμα σε όλους τους ελεύθερους πολίτες της αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως της εθνολογικής προέλευσής τους. Κατά συνέπεια, οι Έλληνες θα λάβουν, όπως και εκείνοι, την προσωνυμία «Ρωμαίοι». Επιπλέον, ο αναγκαστικός εκχριστιανισμός των Ελλήνων, τον οποίο επέβαλε η κεντρική εξουσία από τον 4. ως και τον 6. μ.Χ. αιώνα (είχε ήδη συντελεστεί το 330 μ.Χ. η μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους στο Βυζάντιο, τη μετέπειτα Κωνσταντινούπολη), θα αφαιρέσει από την ονομασία «Έλλην» την πολιτιστική και την εθνική της υποδήλωση και θα την ταυτίσει με την ιδιότητα του μη χριστιανού, του «ειδωλολάτρη». Είναι χαρακτηριστικό το ότι ακόμη και ένας μη ελληνόφωνος Σύρος, εφόσον δεν ήταν χριστιανός, ονομαζόταν από τα συναξάρια «Έλλην»!

Παρ’ όλα αυτά, το πολιτιστικό και το εθνικό παρελθόν των Ελλήνων δεν είχε ξεχαστεί. Απόδειξη το ότι, με αφετηρία τον 6. μ.Χ. αιώνα, οι Έλληνες θα χρησιμοποιήσουν επιπροσθέτως την ονομασία «Γραικοί», σε μια προσπάθεια να υπογραμμίσουν την ιστορική τους προέλευση και να αντιδιασταλούν από τους υπόλοιπους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Παράλληλα, στον ελλαδικό χώρο θα εισδύσουν και θα εγκατασταθούν διάφοροι ξένοι λαοί, που όμως δεν έφερναν συνήθως μαζί τους το σταθερό εκείνο στοιχείο της διατήρησης και της εδραίωσης ενός επείσακτου πολιτισμού, δηλαδή τη γυναίκα, και για το λόγο αυτό αφομοιώθηκαν με χαρακτηριστική ευκολία από τους γηγενείς Έλληνες, των οποίων άλλωστε το πολιτιστικό επίπεδο υπερείχε συντριπτικά. Εξάλλου, το ελληνικό στοιχείο υπερτερούσε και στις ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας, όπου, βέβαια, βρισκόταν στο εσωτερικό μιας πανσπερμίας λαών. Ήταν όμως ευρύτατα διαδεδομένη και εκεί η ελληνική γλώσσα, που αποτελούσε τoφορέα μιας υπέρτερης κουλτούρας, το όργανο μεταλαμπάδευσης μιας τεράστιας πολιτιστικής παράδοσης και το μέσο πρόσβασης στον ανεξάντλητο θησαυρό της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ο βαθμιαίος μάλιστα διαποτισμός των λαών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά, που λειτουργούσε προς πάσα κατεύθυνση ως πηγή φωτός και ως πόλος έλξης, είχε ως αποτέλεσμα να διευρύνει το ελληνικό στοιχείο ακόμη περισσότερο την επικράτησή του και να αναδειχτεί τελικά κυρίαρχο.

Ωστόσο, η «ελληνικότητα» αυτή, ενώ θεμελιωνόταν σε μια πολιτιστική και, σε σημαντικό βαθμό, εθνολογική υποδομή και ενώ ως υπόγειο ρεύμα παραδόσεων, ιδεών, νοοτροπίας και κοσμοαντίληψης συνεχιζόταν περισσότερο ή λιγότερο αδιατάρακτη από την αρχαία εποχή ως τους τελευταίους βυζαντινούς χρόνους, δεν ισοδυναμούσε πάντοτε με μια διαμορφωμένη ελληνική συνείδηση. Ο μεσαιωνικός ελληνισμός δεν ήταν ο ίδιος με τον αρχαίο ελληνισμό — και δε θα μπορούσε άλλωστε να είναι, αφού κατά τη διαδρομή των αιώνων ανακύπτουν πολλαπλές κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές. Ωστόσο, ο μεσαιωνικός ελληνισμός, παρά το χριστιανικό χαρακτήρα του, δεν ήταν και κάτι το διαφορετικό από τον αρχαίο ελληνισμό ή, ακόμη περισσότερο, κάτι το ξένο προς αυτόν. Αντίθετα, επρόκειτο για «μια νέα φάση του ίδιου λαού» (Ν. Σβορώνος). Επομένως, η ελληνική συνείδηση κατά τη βυζαντινή περίοδο, έστω και αν βρισκόταν αρχικά σε μια «δυνάμει» κατάσταση, εξακολουθούσε να είναι κάτι το υπαρκτό Αυτό σημαίνει ότι συγκέντρωνε όλες τις προϋποθέσεις της τελικής διαμόρφωσης και της εμφάνισής της, αλλά δεν υπήρχαν ακόμη οι κατάλληλες εκείνες συνθήκες που θα λειτουργούσαν ως οι απαραίτητοι «ιστορικοί καταλύτες». Όταν αυτό συνέβη, η εθνική συνείδηση των Ελλήνων αφυπνίσθηκε, ενεργοποιήθηκε και εξελίχθηκε σε μια εθνική συνείδηση με επίγνωση του εαυτού της.

Οι ιστορικοί αυτοί καταλύτες που εμφανίστηκαν πραγματικά –όχι, όμως, μονομιάς αλλά σταδιακά– επενήργησσαν σε γενικές γραμμές ως εξής:

1. Η στέψη το Καρολομάγνου ως αυτοκράτορα των Ρωμαίων (Χριστούγεννα του 800 μ.Χ.) και η συνακόλουθη μονοπώληση από το κράτος του της ρωμαϊκής οικουμενικότητας, που άφηνε κατά κάποιο τρόπο «εκτός Ρώμης» τους Βυζαντινούς Έλληνες, η αποψίλωση της αυτοκρατορίας από τους μη ελληνικούς λαούς με αποτέλεσμα τη συρρίκνωσή της σε περιοχές όπου υπερτερούσε συντριπτικά το ελληνικό στοιχείο και, τέλος, η κυριαρχία της ελληνικής γλώσσας, που από την εποχή του Ηρακλείου (7. μ.Χ. αιώνας) είχε καθιερωθεί ως η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, συνέβαλαν στο να εξελιχθεί τελικά η Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε «Ελληνική Αυτοκρατορία –ή (Μεσαιωνικό) Ελληνικό κράτος– της χριστιανικής ανατολής».

2. Η αδιαφιλονίκητη επικράτηση και εδραίωση του Χριστιανισμού είχε ως αποτέλεσμα το όνομα «Έλλην» να μη θεωρείται πλέον ανταγωνιστικό ή και επικίνδυνο σε σχέση με την ιδιότητα του χριστιανού και, άρα, να αρχίσει ολοένα και περισσότερο να προσλαμβάνει ξανά την πολιτιστική, αρχικά, και αργότερα την εθνική σημασία του. Παράλληλα. θα παραμεριστεί βαθμιαία η ονομασία «Ρωμαίοι», που αποτελούσε πλέον λόγο κενό, και θα αντικατασταθεί σταδιακά από την ονομασία «Έλληνες», που απέδιδε εύστοχα την πολιτιστική και την εθνική ταυτότητα των φορέων της

3. Το τελικό σχίσμα μεταξύ των δύο εκκλησιών, της ανατολικής και της δυτικής (το 1054 μ.Χ. επί του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου), η οικονομική και η πολιτική διείσδυση του λατινικού στοιχείου προς ανατολάς, η οποία κορυφώθηκε βίαια με τις στρατιωτικές επιδρομές των Σταυροφόρων και κυρίως με την άλωση της «Βασιλεύουσας» (1204), καθώς και οι τρεις μεγάλες εκστρατείες των Νορμανδών, τον 11. και το 12. αιώνα, έστρεψαν τους Βυζαντινούς Έλληνες –με επικεφαλής την πνευματική ηγεσία και την αστική τάξη– εναντίον της Δύσης και συνέβαλαν αποφασιστικά στον εθνικό αυτοπροσδιορισμό τους.

4. Η «απενοχοποίηση» της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, η οποία πολλούς αιώνες πριν από την άλωση του 1453 συγκέντρωνε ήδη το ερευνητικό ενδιαφέρον και το θαυμασμό των Βυζαντινών λογίων, αποτέλεσε διαδικασία πανηγυρικής επανασύνδεσης με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, του οποίου τα μεγάλα επιτεύγματα –η επιστήμη, η ιστοριογραφία, η ποίηση και η φιλοσοφία– παρά τις αρνητικές υποδηλώσεις που τους είχε προσδώσει κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η ταύτιση της ελληνικότητας με την «ειδωλολατρία», εξακολουθούσαν ολοένα και περισσότερο να θεωρούνται ανεκτίμητο παιδευτικό αγαθό. Η διαδικασία της επανασύνδεσης αυτής θα συνεχιστεί αδιάκοπα και θα συνδυαστεί με την άνθηση της τέχνης, σε μια εποχή μάλιστα κατά την οποία η αυτοκρατορία είχε πια παραδοθεί στη ραγδαία παρακμή και αποσύνθεσή της.

Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα να διαμορφωθεί κατά τους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα κατά τον 11. και το 12., μια σαφής ελληνική εθνική συνείδηση, της οποίας όμως οι πρωταρχές ανάγονταν σε πολύ παλαιότερες χρονικές περιόδους, αφού υπήρξε καρπός μιας μακραίωνης διαδικασίας, και της οποίας η περαιτέρω εξέλιξη θα συνεχιστεί ακόμη για πολύ. Γράφει σχετικά ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος στο έργο του «Το Ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού» (εκδ. «Πόλις», 2004), το οποίο τίναξε κυριολεκτικά στον αέρα τα εθνοαποδομητικά φληναφήματα για το Βυζάντιο:«Η νέα τούτη πορεία του Ελληνισμού αρχίζει να διαγράφεται καθαρά από το τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, για να διαρκέσει, περνώντας από διάφορα στάδια, ως τις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι η περίοδος που ένας παλαιός λαός, με την προοδευτική του διαμόρφωση σε συντελεσμένο έθνος, ανανεώνεται και αποτελεί μια καινούργια ιστορική οντότητα, τον Νέο Ελληνισμό, δηλαδή το Ελληνικό έθνος». Ακόμη: «Το όνομα Έλλην αρχίζει και ξαναπαίρνει το διπλό πολιτιστικό και εθνολογικό του περιεχόμενο. Έλλην είναι όποιος μετέχει ελληνικής παιδείας και έχει ελληνική καταγωγή. Για άλλη μια φορά οι Βυζαντινοί λόγιοι χωρίζουν τον κόσμο σε Έλληνες και βαρβάρους». Και, τέλος: «Από το τελευταίο, λοιπόν, τέταρτο του 11ου αιώνα ως το 1204, ο Βυζαντινός αρχίζει να συνδέεται με το ιστορικό του παρελθόν και να ξαναβρίσκει σιγά-σιγά τις λαϊκές ρίζες του πολιτισμού του. Αρχαία Ελληνική κληρονομιά και χριστιανική πίστη αρχίζουν να συμβιβάζονται στη συνείδησή του και να γίνονται τα συστατικά της στοιχεία».

Όσοι επικαλούνται το βίαιο εκχριστιανισμό και «αφελληνισμό» των Ελλήνων, στις αρχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με σκοπό να αμφισβητήσουν τη διαχρονικότητα της ελληνικής συνείδησης χρησιμοποιούν ανεπίγνωστα ένα επιχείρημα, που σαν το αυτεπίστροφο όπλο («μπούμερανγκ») επανέρχεται, ακριβώς, εναντίον των θέσεων τις οποίες πασχίζουν να υποστηρίξουν και καταφέρνει εναντίον τους καίριο πλήγμα. Ο λόγος είναι απλός: αν, παρά τον αναγκαστικό εκχριστιανισμό του ελληνισμού, η συνείδηση ελληνικότητας επέζησε διαμέσου των αιώνων και, όταν ωρίμασαν οι ιστορικές συνθήκες, επανεμφανίστηκε ακμαία ως φυσικό επακόλουθο μακροχρόνιων διεργασιών (και όχι, βέβαια, όπως συνηθίζεται σήμερα, ως «εν ψυχρώ» μεθοδευμένο εγχείρημα για την εξυπηρέτηση ενός τυχοδιωκτικού αλυτρωτισμού, και μάλιστα υπό την αιγίδα και με τη χρηματοδότηση της Νέας Τάξης …), αυτό αποκτά ξεχωριστή σπουδαιότητα. Επιβεβαιώνει, ακριβώς, τη μοναδική αντοχή της ελληνικής συνείδησης στη φθορά του ιστορικού χρόνου και, κατά συνέπεια, την εκπληκτική ικανότητά της να επιβιώνει σε πείσμα των πολλαπλών περιπετειών και αντιξοοτήτων. Επιπλέον, καταδεικνύει περίτρανα τη διαχρονική εμβέλεια του ελληνικού πνεύματος.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ

Περισσότερα: http://www.antibaro.gr/article/3287, Ἀντίβαρο
Οι μεταμοντέρνοι εκπρόσωποι του ιστοριογραφικού αναθεωρητισμού, αντιστρέφοντας και ουσιαστικά διαστρεβλώνοντας το γνωστό σολωμικό αφορισμό (εθνικό για τους Έλληνες πρέπει να είναι το αληθές), θεωρούν ότι αληθές για τους Έλληνες πρέπει οπωσδήποτε να είναι το αντεθνικό και γι’ αυτό επιδίδονται με ιερό ζήλο στην αποδόμηση της έννοιας του ελληνικού έθνους και την εκμηδένιση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού. Μεταξύ άλλων, πασχίζουν να μας πείσουν πως οι Έλληνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, λόγω του βίαιου εκχριστιανισμού και του συστηματικού αφελληνισμού τους, είχαν χάσει τελείως την ελληνική συνείδησή τους, δεν είχαν καμιά σχέση με την Αρχαία Ελλάδα και θεωρούσαν τους εαυτούς τους απλώς και μόνο χριστιανούς υπηκόους της Aνατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Απάντηση στις ανιστόρητες αυτές θέσεις θα μπορούσε να αποτελέσει το ακόλουθο διάγραμμα, που απεικονίζει πρόχειρα και σχηματικά την αφύπνιση της ελληνικής εθνικής συνείδησης στους Βυζαντινούς χρόνους. Χωρίς αμφιβολία, το μόνο που πετυχαίνει μέχρι στιγμής ο ενορχηστρωμένος εθνομηδενισμός είναι το ότι μας υποχρεώνει κάθε φορά να επισημαίνουμε τα αυτονόητα… Το 146 π.Χ. η Ελλάδα υποτάχτηκε στους Ρωμαίους, αλλά ο πολιτιστικός, τουλάχιστον, βίος της δε σταμάτησε μετά το γεγονός αυτό. Αντίθετα, η Ελλάδα κατέκτησε πολιτιστικά τον άγριο κατακτητή σύμφωνα με τη μαρτυρία του μεγάλου Λατίνου ποιητή Οράτιου και γνώρισε περιόδους πολιτιστικής ανάκαμψης λόγω και της ευνοϊκής στάσης που τήρησαν απέναντί της ορισμένοι φιλέλληνες Ρωμαίοι και πρωτίστως ο αυτοκράτορας Αδριανός. Το 212 μ.Χ. οι Έλληνες γίνονται Ρωμαίοι πολίτες χάρη στην ConstitutioAntoniniana (γνωστή και ως διάταγμα του Καρακάλα), που απένειμε αυτό το δικαίωμα σε όλους τους ελεύθερους πολίτες της αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως της εθνολογικής προέλευσής τους. Κατά συνέπεια, οι Έλληνες θα λάβουν, όπως και εκείνοι, την προσωνυμία «Ρωμαίοι». Επιπλέον, ο αναγκαστικός εκχριστιανισμός των Ελλήνων, τον οποίο επέβαλε η κεντρική εξουσία από τον 4. ως και τον 6. μ.Χ. αιώνα (είχε ήδη συντελεστεί το 330 μ.Χ. η μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους στο Βυζάντιο, τη μετέπειτα Κωνσταντινούπολη), θα αφαιρέσει από την ονομασία «Έλλην» την πολιτιστική και την εθνική της υποδήλωση και θα την ταυτίσει με την ιδιότητα του μη χριστιανού, του «ειδωλολάτρη». Είναι χαρακτηριστικό το ότι ακόμη και ένας μη ελληνόφωνος Σύρος, εφόσον δεν ήταν χριστιανός, ονομαζόταν από τα συναξάρια «Έλλην»! Παρ’ όλα αυτά, το πολιτιστικό και το εθνικό παρελθόν των Ελλήνων δεν είχε ξεχαστεί. Απόδειξη το ότι, με αφετηρία τον 6. μ.Χ. αιώνα, οι Έλληνες θα χρησιμοποιήσουν επιπροσθέτως την ονομασία «Γραικοί», σε μια προσπάθεια να υπογραμμίσουν την ιστορική τους προέλευση και να αντιδιασταλούν από τους υπόλοιπους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Παράλληλα, στον ελλαδικό χώρο θα εισδύσουν και θα εγκατασταθούν διάφοροι ξένοι λαοί, που όμως δεν έφερναν συνήθως μαζί τους το σταθερό εκείνο στοιχείο της διατήρησης και της εδραίωσης ενός επείσακτου πολιτισμού, δηλαδή τη γυναίκα, και για το λόγο αυτό αφομοιώθηκαν με χαρακτηριστική ευκολία από τους γηγενείς Έλληνες, των οποίων άλλωστε το πολιτιστικό επίπεδο υπερείχε συντριπτικά. Εξάλλου, το ελληνικό στοιχείο υπερτερούσε και στις ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας, όπου, βέβαια, βρισκόταν στο εσωτερικό μιας πανσπερμίας λαών. Ήταν όμως ευρύτατα διαδεδομένη και εκεί η ελληνική γλώσσα, που αποτελούσε τoφορέα μιας υπέρτερης κουλτούρας, το όργανο μεταλαμπάδευσης μιας τεράστιας πολιτιστικής παράδοσης και το μέσο πρόσβασης στον ανεξάντλητο θησαυρό της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ο βαθμιαίος μάλιστα διαποτισμός των λαών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά, που λειτουργούσε προς πάσα κατεύθυνση ως πηγή φωτός και ως πόλος έλξης, είχε ως αποτέλεσμα να διευρύνει το ελληνικό στοιχείο ακόμη περισσότερο την επικράτησή του και να αναδειχτεί τελικά κυρίαρχο. Ωστόσο, η «ελληνικότητα» αυτή, ενώ θεμελιωνόταν σε μια πολιτιστική και, σε σημαντικό βαθμό, εθνολογική υποδομή και ενώ ως υπόγειο ρεύμα παραδόσεων, ιδεών, νοοτροπίας και κοσμοαντίληψης συνεχιζόταν περισσότερο ή λιγότερο αδιατάρακτη από την αρχαία εποχή ως τους τελευταίους βυζαντινούς χρόνους, δεν ισοδυναμούσε πάντοτε με μια διαμορφωμένη ελληνική συνείδηση. Ο μεσαιωνικός ελληνισμός δεν ήταν ο ίδιος με τον αρχαίο ελληνισμό — και δε θα μπορούσε άλλωστε να είναι, αφού κατά τη διαδρομή των αιώνων ανακύπτουν πολλαπλές κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές. Ωστόσο, ο μεσαιωνικός ελληνισμός, παρά το χριστιανικό χαρακτήρα του, δεν ήταν και κάτι το διαφορετικό από τον αρχαίο ελληνισμό ή, ακόμη περισσότερο, κάτι το ξένο προς αυτόν. Αντίθετα, επρόκειτο για «μια νέα φάση του ίδιου λαού» (Ν. Σβορώνος). Επομένως, η ελληνική συνείδηση κατά τη βυζαντινή περίοδο, έστω και αν βρισκόταν αρχικά σε μια «δυνάμει» κατάσταση, εξακολουθούσε να είναι κάτι το υπαρκτό Αυτό σημαίνει ότι συγκέντρωνε όλες τις προϋποθέσεις της τελικής διαμόρφωσης και της εμφάνισής της, αλλά δεν υπήρχαν ακόμη οι κατάλληλες εκείνες συνθήκες που θα λειτουργούσαν ως οι απαραίτητοι «ιστορικοί καταλύτες». Όταν αυτό συνέβη, η εθνική συνείδηση των Ελλήνων αφυπνίσθηκε, ενεργοποιήθηκε και εξελίχθηκε σε μια εθνική συνείδηση με επίγνωση του εαυτού της. Οι ιστορικοί αυτοί καταλύτες που εμφανίστηκαν πραγματικά –όχι, όμως, μονομιάς αλλά σταδιακά– επενήργησσαν σε γενικές γραμμές ως εξής: 1. Η στέψη το Καρολομάγνου ως αυτοκράτορα των Ρωμαίων (Χριστούγεννα του 800 μ.Χ.) και η συνακόλουθη μονοπώληση από το κράτος του της ρωμαϊκής οικουμενικότητας, που άφηνε κατά κάποιο τρόπο «εκτός Ρώμης» τους Βυζαντινούς Έλληνες, η αποψίλωση της αυτοκρατορίας από τους μη ελληνικούς λαούς με αποτέλεσμα τη συρρίκνωσή της σε περιοχές όπου υπερτερούσε συντριπτικά το ελληνικό στοιχείο και, τέλος, η κυριαρχία της ελληνικής γλώσσας, που από την εποχή του Ηρακλείου (7. μ.Χ. αιώνας) είχε καθιερωθεί ως η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, συνέβαλαν στο να εξελιχθεί τελικά η Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε «Ελληνική Αυτοκρατορία –ή (Μεσαιωνικό) Ελληνικό κράτος– της χριστιανικής ανατολής». 2. Η αδιαφιλονίκητη επικράτηση και εδραίωση του Χριστιανισμού είχε ως αποτέλεσμα το όνομα «Έλλην» να μη θεωρείται πλέον ανταγωνιστικό ή και επικίνδυνο σε σχέση με την ιδιότητα του χριστιανού και, άρα, να αρχίσει ολοένα και περισσότερο να προσλαμβάνει ξανά την πολιτιστική, αρχικά, και αργότερα την εθνική σημασία του. Παράλληλα. θα παραμεριστεί βαθμιαία η ονομασία «Ρωμαίοι», που αποτελούσε πλέον λόγο κενό, και θα αντικατασταθεί σταδιακά από την ονομασία «Έλληνες», που απέδιδε εύστοχα την πολιτιστική και την εθνική ταυτότητα των φορέων της 3. Το τελικό σχίσμα μεταξύ των δύο εκκλησιών, της ανατολικής και της δυτικής (το 1054 μ.Χ. επί του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου), η οικονομική και η πολιτική διείσδυση του λατινικού στοιχείου προς ανατολάς, η οποία κορυφώθηκε βίαια με τις στρατιωτικές επιδρομές των Σταυροφόρων και κυρίως με την άλωση της «Βασιλεύουσας» (1204), καθώς και οι τρεις μεγάλες εκστρατείες των Νορμανδών, τον 11. και το 12. αιώνα, έστρεψαν τους Βυζαντινούς Έλληνες –με επικεφαλής την πνευματική ηγεσία και την αστική τάξη– εναντίον της Δύσης και συνέβαλαν αποφασιστικά στον εθνικό αυτοπροσδιορισμό τους. 4. Η «απενοχοποίηση» της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, η οποία πολλούς αιώνες πριν από την άλωση του 1453 συγκέντρωνε ήδη το ερευνητικό ενδιαφέρον και το θαυμασμό των Βυζαντινών λογίων, αποτέλεσε διαδικασία πανηγυρικής επανασύνδεσης με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, του οποίου τα μεγάλα επιτεύγματα –η επιστήμη, η ιστοριογραφία, η ποίηση και η φιλοσοφία– παρά τις αρνητικές υποδηλώσεις που τους είχε προσδώσει κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η ταύτιση της ελληνικότητας με την «ειδωλολατρία», εξακολουθούσαν ολοένα και περισσότερο να θεωρούνται ανεκτίμητο παιδευτικό αγαθό. Η διαδικασία της επανασύνδεσης αυτής θα συνεχιστεί αδιάκοπα και θα συνδυαστεί με την άνθηση της τέχνης, σε μια εποχή μάλιστα κατά την οποία η αυτοκρατορία είχε πια παραδοθεί στη ραγδαία παρακμή και αποσύνθεσή της. Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα να διαμορφωθεί κατά τους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα κατά τον 11. και το 12., μια σαφής ελληνική εθνική συνείδηση, της οποίας όμως οι πρωταρχές ανάγονταν σε πολύ παλαιότερες χρονικές περιόδους, αφού υπήρξε καρπός μιας μακραίωνης διαδικασίας, και της οποίας η περαιτέρω εξέλιξη θα συνεχιστεί ακόμη για πολύ. Γράφει σχετικά ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος στο έργο του «Το Ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού» (εκδ. «Πόλις», 2004), το οποίο τίναξε κυριολεκτικά στον αέρα τα εθνοαποδομητικά φληναφήματα για το Βυζάντιο:«Η νέα τούτη πορεία του Ελληνισμού αρχίζει να διαγράφεται καθαρά από το τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, για να διαρκέσει, περνώντας από διάφορα στάδια, ως τις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι η περίοδος που ένας παλαιός λαός, με την προοδευτική του διαμόρφωση σε συντελεσμένο έθνος, ανανεώνεται και αποτελεί μια καινούργια ιστορική οντότητα, τον Νέο Ελληνισμό, δηλαδή το Ελληνικό έθνος». Ακόμη: «Το όνομα Έλλην αρχίζει και ξαναπαίρνει το διπλό πολιτιστικό και εθνολογικό του περιεχόμενο. Έλλην είναι όποιος μετέχει ελληνικής παιδείας και έχει ελληνική καταγωγή. Για άλλη μια φορά οι Βυζαντινοί λόγιοι χωρίζουν τον κόσμο σε Έλληνες και βαρβάρους». Και, τέλος: «Από το τελευταίο, λοιπόν, τέταρτο του 11ου αιώνα ως το 1204, ο Βυζαντινός αρχίζει να συνδέεται με το ιστορικό του παρελθόν και να ξαναβρίσκει σιγά-σιγά τις λαϊκές ρίζες του πολιτισμού του. Αρχαία Ελληνική κληρονομιά και χριστιανική πίστη αρχίζουν να συμβιβάζονται στη συνείδησή του και να γίνονται τα συστατικά της στοιχεία». Όσοι επικαλούνται το βίαιο εκχριστιανισμό και «αφελληνισμό» των Ελλήνων, στις αρχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με σκοπό να αμφισβητήσουν τη διαχρονικότητα της ελληνικής συνείδησης χρησιμοποιούν ανεπίγνωστα ένα επιχείρημα, που σαν το αυτεπίστροφο όπλο («μπούμερανγκ») επανέρχεται, ακριβώς, εναντίον των θέσεων τις οποίες πασχίζουν να υποστηρίξουν και καταφέρνει εναντίον τους καίριο πλήγμα. Ο λόγος είναι απλός: αν, παρά τον αναγκαστικό εκχριστιανισμό του ελληνισμού, η συνείδηση ελληνικότητας επέζησε διαμέσου των αιώνων και, όταν ωρίμασαν οι ιστορικές συνθήκες, επανεμφανίστηκε ακμαία ως φυσικό επακόλουθο μακροχρόνιων διεργασιών (και όχι, βέβαια, όπως συνηθίζεται σήμερα, ως «εν ψυχρώ» μεθοδευμένο εγχείρημα για την εξυπηρέτηση ενός τυχοδιωκτικού αλυτρωτισμού, και μάλιστα υπό την αιγίδα και με τη χρηματοδότηση της Νέας Τάξης …), αυτό αποκτά ξεχωριστή σπουδαιότητα. Επιβεβαιώνει, ακριβώς, τη μοναδική αντοχή της ελληνικής συνείδησης στη φθορά του ιστορικού χρόνου και, κατά συνέπεια, την εκπληκτική ικανότητά της να επιβιώνει σε πείσμα των πολλαπλών περιπετειών και αντιξοοτήτων. Επιπλέον, καταδεικνύει περίτρανα τη διαχρονική εμβέλεια του ελληνικού πνεύματος. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ

Περισσότερα: http://www.antibaro.gr/article/3287, Ἀντίβαρο
Οι μεταμοντέρνοι εκπρόσωποι του ιστοριογραφικού αναθεωρητισμού, αντιστρέφοντας και ουσιαστικά διαστρεβλώνοντας το γνωστό σολωμικό αφορισμό (εθνικό για τους Έλληνες πρέπει να είναι το αληθές), θεωρούν ότι αληθές για τους Έλληνες πρέπει οπωσδήποτε να είναι το αντεθνικό και γι’ αυτό επιδίδονται με ιερό ζήλο στην αποδόμηση της έννοιας του ελληνικού έθνους και την εκμηδένιση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού. Μεταξύ άλλων, πασχίζουν να μας πείσουν πως οι Έλληνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, λόγω του βίαιου εκχριστιανισμού και του συστηματικού αφελληνισμού τους, είχαν χάσει τελείως την ελληνική συνείδησή τους, δεν είχαν καμιά σχέση με την Αρχαία Ελλάδα και θεωρούσαν τους εαυτούς τους απλώς και μόνο χριστιανούς υπηκόους της Aνατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Απάντηση στις ανιστόρητες αυτές θέσεις θα μπορούσε να αποτελέσει το ακόλουθο διάγραμμα, που απεικονίζει πρόχειρα και σχηματικά την αφύπνιση της ελληνικής εθνικής συνείδησης στους Βυζαντινούς χρόνους. Χωρίς αμφιβολία, το μόνο που πετυχαίνει μέχρι στιγμής ο ενορχηστρωμένος εθνομηδενισμός είναι το ότι μας υποχρεώνει κάθε φορά να επισημαίνουμε τα αυτονόητα… Το 146 π.Χ. η Ελλάδα υποτάχτηκε στους Ρωμαίους, αλλά ο πολιτιστικός, τουλάχιστον, βίος της δε σταμάτησε μετά το γεγονός αυτό. Αντίθετα, η Ελλάδα κατέκτησε πολιτιστικά τον άγριο κατακτητή σύμφωνα με τη μαρτυρία του μεγάλου Λατίνου ποιητή Οράτιου και γνώρισε περιόδους πολιτιστικής ανάκαμψης λόγω και της ευνοϊκής στάσης που τήρησαν απέναντί της ορισμένοι φιλέλληνες Ρωμαίοι και πρωτίστως ο αυτοκράτορας Αδριανός. Το 212 μ.Χ. οι Έλληνες γίνονται Ρωμαίοι πολίτες χάρη στην ConstitutioAntoniniana (γνωστή και ως διάταγμα του Καρακάλα), που απένειμε αυτό το δικαίωμα σε όλους τους ελεύθερους πολίτες της αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως της εθνολογικής προέλευσής τους. Κατά συνέπεια, οι Έλληνες θα λάβουν, όπως και εκείνοι, την προσωνυμία «Ρωμαίοι». Επιπλέον, ο αναγκαστικός εκχριστιανισμός των Ελλήνων, τον οποίο επέβαλε η κεντρική εξουσία από τον 4. ως και τον 6. μ.Χ. αιώνα (είχε ήδη συντελεστεί το 330 μ.Χ. η μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους στο Βυζάντιο, τη μετέπειτα Κωνσταντινούπολη), θα αφαιρέσει από την ονομασία «Έλλην» την πολιτιστική και την εθνική της υποδήλωση και θα την ταυτίσει με την ιδιότητα του μη χριστιανού, του «ειδωλολάτρη». Είναι χαρακτηριστικό το ότι ακόμη και ένας μη ελληνόφωνος Σύρος, εφόσον δεν ήταν χριστιανός, ονομαζόταν από τα συναξάρια «Έλλην»! Παρ’ όλα αυτά, το πολιτιστικό και το εθνικό παρελθόν των Ελλήνων δεν είχε ξεχαστεί. Απόδειξη το ότι, με αφετηρία τον 6. μ.Χ. αιώνα, οι Έλληνες θα χρησιμοποιήσουν επιπροσθέτως την ονομασία «Γραικοί», σε μια προσπάθεια να υπογραμμίσουν την ιστορική τους προέλευση και να αντιδιασταλούν από τους υπόλοιπους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Παράλληλα, στον ελλαδικό χώρο θα εισδύσουν και θα εγκατασταθούν διάφοροι ξένοι λαοί, που όμως δεν έφερναν συνήθως μαζί τους το σταθερό εκείνο στοιχείο της διατήρησης και της εδραίωσης ενός επείσακτου πολιτισμού, δηλαδή τη γυναίκα, και για το λόγο αυτό αφομοιώθηκαν με χαρακτηριστική ευκολία από τους γηγενείς Έλληνες, των οποίων άλλωστε το πολιτιστικό επίπεδο υπερείχε συντριπτικά. Εξάλλου, το ελληνικό στοιχείο υπερτερούσε και στις ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας, όπου, βέβαια, βρισκόταν στο εσωτερικό μιας πανσπερμίας λαών. Ήταν όμως ευρύτατα διαδεδομένη και εκεί η ελληνική γλώσσα, που αποτελούσε τoφορέα μιας υπέρτερης κουλτούρας, το όργανο μεταλαμπάδευσης μιας τεράστιας πολιτιστικής παράδοσης και το μέσο πρόσβασης στον ανεξάντλητο θησαυρό της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ο βαθμιαίος μάλιστα διαποτισμός των λαών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά, που λειτουργούσε προς πάσα κατεύθυνση ως πηγή φωτός και ως πόλος έλξης, είχε ως αποτέλεσμα να διευρύνει το ελληνικό στοιχείο ακόμη περισσότερο την επικράτησή του και να αναδειχτεί τελικά κυρίαρχο. Ωστόσο, η «ελληνικότητα» αυτή, ενώ θεμελιωνόταν σε μια πολιτιστική και, σε σημαντικό βαθμό, εθνολογική υποδομή και ενώ ως υπόγειο ρεύμα παραδόσεων, ιδεών, νοοτροπίας και κοσμοαντίληψης συνεχιζόταν περισσότερο ή λιγότερο αδιατάρακτη από την αρχαία εποχή ως τους τελευταίους βυζαντινούς χρόνους, δεν ισοδυναμούσε πάντοτε με μια διαμορφωμένη ελληνική συνείδηση. Ο μεσαιωνικός ελληνισμός δεν ήταν ο ίδιος με τον αρχαίο ελληνισμό — και δε θα μπορούσε άλλωστε να είναι, αφού κατά τη διαδρομή των αιώνων ανακύπτουν πολλαπλές κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές. Ωστόσο, ο μεσαιωνικός ελληνισμός, παρά το χριστιανικό χαρακτήρα του, δεν ήταν και κάτι το διαφορετικό από τον αρχαίο ελληνισμό ή, ακόμη περισσότερο, κάτι το ξένο προς αυτόν. Αντίθετα, επρόκειτο για «μια νέα φάση του ίδιου λαού» (Ν. Σβορώνος). Επομένως, η ελληνική συνείδηση κατά τη βυζαντινή περίοδο, έστω και αν βρισκόταν αρχικά σε μια «δυνάμει» κατάσταση, εξακολουθούσε να είναι κάτι το υπαρκτό Αυτό σημαίνει ότι συγκέντρωνε όλες τις προϋποθέσεις της τελικής διαμόρφωσης και της εμφάνισής της, αλλά δεν υπήρχαν ακόμη οι κατάλληλες εκείνες συνθήκες που θα λειτουργούσαν ως οι απαραίτητοι «ιστορικοί καταλύτες». Όταν αυτό συνέβη, η εθνική συνείδηση των Ελλήνων αφυπνίσθηκε, ενεργοποιήθηκε και εξελίχθηκε σε μια εθνική συνείδηση με επίγνωση του εαυτού της. Οι ιστορικοί αυτοί καταλύτες που εμφανίστηκαν πραγματικά –όχι, όμως, μονομιάς αλλά σταδιακά– επενήργησσαν σε γενικές γραμμές ως εξής: 1. Η στέψη το Καρολομάγνου ως αυτοκράτορα των Ρωμαίων (Χριστούγεννα του 800 μ.Χ.) και η συνακόλουθη μονοπώληση από το κράτος του της ρωμαϊκής οικουμενικότητας, που άφηνε κατά κάποιο τρόπο «εκτός Ρώμης» τους Βυζαντινούς Έλληνες, η αποψίλωση της αυτοκρατορίας από τους μη ελληνικούς λαούς με αποτέλεσμα τη συρρίκνωσή της σε περιοχές όπου υπερτερούσε συντριπτικά το ελληνικό στοιχείο και, τέλος, η κυριαρχία της ελληνικής γλώσσας, που από την εποχή του Ηρακλείου (7. μ.Χ. αιώνας) είχε καθιερωθεί ως η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, συνέβαλαν στο να εξελιχθεί τελικά η Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε «Ελληνική Αυτοκρατορία –ή (Μεσαιωνικό) Ελληνικό κράτος– της χριστιανικής ανατολής». 2. Η αδιαφιλονίκητη επικράτηση και εδραίωση του Χριστιανισμού είχε ως αποτέλεσμα το όνομα «Έλλην» να μη θεωρείται πλέον ανταγωνιστικό ή και επικίνδυνο σε σχέση με την ιδιότητα του χριστιανού και, άρα, να αρχίσει ολοένα και περισσότερο να προσλαμβάνει ξανά την πολιτιστική, αρχικά, και αργότερα την εθνική σημασία του. Παράλληλα. θα παραμεριστεί βαθμιαία η ονομασία «Ρωμαίοι», που αποτελούσε πλέον λόγο κενό, και θα αντικατασταθεί σταδιακά από την ονομασία «Έλληνες», που απέδιδε εύστοχα την πολιτιστική και την εθνική ταυτότητα των φορέων της 3. Το τελικό σχίσμα μεταξύ των δύο εκκλησιών, της ανατολικής και της δυτικής (το 1054 μ.Χ. επί του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου), η οικονομική και η πολιτική διείσδυση του λατινικού στοιχείου προς ανατολάς, η οποία κορυφώθηκε βίαια με τις στρατιωτικές επιδρομές των Σταυροφόρων και κυρίως με την άλωση της «Βασιλεύουσας» (1204), καθώς και οι τρεις μεγάλες εκστρατείες των Νορμανδών, τον 11. και το 12. αιώνα, έστρεψαν τους Βυζαντινούς Έλληνες –με επικεφαλής την πνευματική ηγεσία και την αστική τάξη– εναντίον της Δύσης και συνέβαλαν αποφασιστικά στον εθνικό αυτοπροσδιορισμό τους. 4. Η «απενοχοποίηση» της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, η οποία πολλούς αιώνες πριν από την άλωση του 1453 συγκέντρωνε ήδη το ερευνητικό ενδιαφέρον και το θαυμασμό των Βυζαντινών λογίων, αποτέλεσε διαδικασία πανηγυρικής επανασύνδεσης με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, του οποίου τα μεγάλα επιτεύγματα –η επιστήμη, η ιστοριογραφία, η ποίηση και η φιλοσοφία– παρά τις αρνητικές υποδηλώσεις που τους είχε προσδώσει κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η ταύτιση της ελληνικότητας με την «ειδωλολατρία», εξακολουθούσαν ολοένα και περισσότερο να θεωρούνται ανεκτίμητο παιδευτικό αγαθό. Η διαδικασία της επανασύνδεσης αυτής θα συνεχιστεί αδιάκοπα και θα συνδυαστεί με την άνθηση της τέχνης, σε μια εποχή μάλιστα κατά την οποία η αυτοκρατορία είχε πια παραδοθεί στη ραγδαία παρακμή και αποσύνθεσή της. Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα να διαμορφωθεί κατά τους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα κατά τον 11. και το 12., μια σαφής ελληνική εθνική συνείδηση, της οποίας όμως οι πρωταρχές ανάγονταν σε πολύ παλαιότερες χρονικές περιόδους, αφού υπήρξε καρπός μιας μακραίωνης διαδικασίας, και της οποίας η περαιτέρω εξέλιξη θα συνεχιστεί ακόμη για πολύ. Γράφει σχετικά ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος στο έργο του «Το Ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού» (εκδ. «Πόλις», 2004), το οποίο τίναξε κυριολεκτικά στον αέρα τα εθνοαποδομητικά φληναφήματα για το Βυζάντιο:«Η νέα τούτη πορεία του Ελληνισμού αρχίζει να διαγράφεται καθαρά από το τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, για να διαρκέσει, περνώντας από διάφορα στάδια, ως τις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι η περίοδος που ένας παλαιός λαός, με την προοδευτική του διαμόρφωση σε συντελεσμένο έθνος, ανανεώνεται και αποτελεί μια καινούργια ιστορική οντότητα, τον Νέο Ελληνισμό, δηλαδή το Ελληνικό έθνος». Ακόμη: «Το όνομα Έλλην αρχίζει και ξαναπαίρνει το διπλό πολιτιστικό και εθνολογικό του περιεχόμενο. Έλλην είναι όποιος μετέχει ελληνικής παιδείας και έχει ελληνική καταγωγή. Για άλλη μια φορά οι Βυζαντινοί λόγιοι χωρίζουν τον κόσμο σε Έλληνες και βαρβάρους». Και, τέλος: «Από το τελευταίο, λοιπόν, τέταρτο του 11ου αιώνα ως το 1204, ο Βυζαντινός αρχίζει να συνδέεται με το ιστορικό του παρελθόν και να ξαναβρίσκει σιγά-σιγά τις λαϊκές ρίζες του πολιτισμού του. Αρχαία Ελληνική κληρονομιά και χριστιανική πίστη αρχίζουν να συμβιβάζονται στη συνείδησή του και να γίνονται τα συστατικά της στοιχεία». Όσοι επικαλούνται το βίαιο εκχριστιανισμό και «αφελληνισμό» των Ελλήνων, στις αρχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με σκοπό να αμφισβητήσουν τη διαχρονικότητα της ελληνικής συνείδησης χρησιμοποιούν ανεπίγνωστα ένα επιχείρημα, που σαν το αυτεπίστροφο όπλο («μπούμερανγκ») επανέρχεται, ακριβώς, εναντίον των θέσεων τις οποίες πασχίζουν να υποστηρίξουν και καταφέρνει εναντίον τους καίριο πλήγμα. Ο λόγος είναι απλός: αν, παρά τον αναγκαστικό εκχριστιανισμό του ελληνισμού, η συνείδηση ελληνικότητας επέζησε διαμέσου των αιώνων και, όταν ωρίμασαν οι ιστορικές συνθήκες, επανεμφανίστηκε ακμαία ως φυσικό επακόλουθο μακροχρόνιων διεργασιών (και όχι, βέβαια, όπως συνηθίζεται σήμερα, ως «εν ψυχρώ» μεθοδευμένο εγχείρημα για την εξυπηρέτηση ενός τυχοδιωκτικού αλυτρωτισμού, και μάλιστα υπό την αιγίδα και με τη χρηματοδότηση της Νέας Τάξης …), αυτό αποκτά ξεχωριστή σπουδαιότητα. Επιβεβαιώνει, ακριβώς, τη μοναδική αντοχή της ελληνικής συνείδησης στη φθορά του ιστορικού χρόνου και, κατά συνέπεια, την εκπληκτική ικανότητά της να επιβιώνει σε πείσμα των πολλαπλών περιπετειών και αντιξοοτήτων. Επιπλέον, καταδεικνύει περίτρανα τη διαχρονική εμβέλεια του ελληνικού πνεύματος. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ

Περισσότερα: http://www.antibaro.gr/article/3287, Ἀντίβαρο
Οι μεταμοντέρνοι εκπρόσωποι του ιστοριογραφικού αναθεωρητισμού, αντιστρέφοντας και ουσιαστικά διαστρεβλώνοντας το γνωστό σολωμικό αφορισμό (εθνικό για τους Έλληνες πρέπει να είναι το αληθές), θεωρούν ότι αληθές για τους Έλληνες πρέπει οπωσδήποτε να είναι το αντεθνικό και γι’ αυτό επιδίδονται με ιερό ζήλο στην αποδόμηση της έννοιας του ελληνικού έθνους και την εκμηδένιση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού. Μεταξύ άλλων, πασχίζουν να μας πείσουν πως οι Έλληνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, λόγω του βίαιου εκχριστιανισμού και του συστηματικού αφελληνισμού τους, είχαν χάσει τελείως την ελληνική συνείδησή τους, δεν είχαν καμιά σχέση με την Αρχαία Ελλάδα και θεωρούσαν τους εαυτούς τους απλώς και μόνο χριστιανούς υπηκόους της Aνατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Απάντηση στις ανιστόρητες αυτές θέσεις θα μπορούσε να αποτελέσει το ακόλουθο διάγραμμα, που απεικονίζει πρόχειρα και σχηματικά την αφύπνιση της ελληνικής εθνικής συνείδησης στους Βυζαντινούς χρόνους. Χωρίς αμφιβολία, το μόνο που πετυχαίνει μέχρι στιγμής ο ενορχηστρωμένος εθνομηδενισμός είναι το ότι μας υποχρεώνει κάθε φορά να επισημαίνουμε τα αυτονόητα… Το 146 π.Χ. η Ελλάδα υποτάχτηκε στους Ρωμαίους, αλλά ο πολιτιστικός, τουλάχιστον, βίος της δε σταμάτησε μετά το γεγονός αυτό. Αντίθετα, η Ελλάδα κατέκτησε πολιτιστικά τον άγριο κατακτητή σύμφωνα με τη μαρτυρία του μεγάλου Λατίνου ποιητή Οράτιου και γνώρισε περιόδους πολιτιστικής ανάκαμψης λόγω και της ευνοϊκής στάσης που τήρησαν απέναντί της ορισμένοι φιλέλληνες Ρωμαίοι και πρωτίστως ο αυτοκράτορας Αδριανός. Το 212 μ.Χ. οι Έλληνες γίνονται Ρωμαίοι πολίτες χάρη στην ConstitutioAntoniniana (γνωστή και ως διάταγμα του Καρακάλα), που απένειμε αυτό το δικαίωμα σε όλους τους ελεύθερους πολίτες της αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως της εθνολογικής προέλευσής τους. Κατά συνέπεια, οι Έλληνες θα λάβουν, όπως και εκείνοι, την προσωνυμία «Ρωμαίοι». Επιπλέον, ο αναγκαστικός εκχριστιανισμός των Ελλήνων, τον οποίο επέβαλε η κεντρική εξουσία από τον 4. ως και τον 6. μ.Χ. αιώνα (είχε ήδη συντελεστεί το 330 μ.Χ. η μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους στο Βυζάντιο, τη μετέπειτα Κωνσταντινούπολη), θα αφαιρέσει από την ονομασία «Έλλην» την πολιτιστική και την εθνική της υποδήλωση και θα την ταυτίσει με την ιδιότητα του μη χριστιανού, του «ειδωλολάτρη». Είναι χαρακτηριστικό το ότι ακόμη και ένας μη ελληνόφωνος Σύρος, εφόσον δεν ήταν χριστιανός, ονομαζόταν από τα συναξάρια «Έλλην»! Παρ’ όλα αυτά, το πολιτιστικό και το εθνικό παρελθόν των Ελλήνων δεν είχε ξεχαστεί. Απόδειξη το ότι, με αφετηρία τον 6. μ.Χ. αιώνα, οι Έλληνες θα χρησιμοποιήσουν επιπροσθέτως την ονομασία «Γραικοί», σε μια προσπάθεια να υπογραμμίσουν την ιστορική τους προέλευση και να αντιδιασταλούν από τους υπόλοιπους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Παράλληλα, στον ελλαδικό χώρο θα εισδύσουν και θα εγκατασταθούν διάφοροι ξένοι λαοί, που όμως δεν έφερναν συνήθως μαζί τους το σταθερό εκείνο στοιχείο της διατήρησης και της εδραίωσης ενός επείσακτου πολιτισμού, δηλαδή τη γυναίκα, και για το λόγο αυτό αφομοιώθηκαν με χαρακτηριστική ευκολία από τους γηγενείς Έλληνες, των οποίων άλλωστε το πολιτιστικό επίπεδο υπερείχε συντριπτικά. Εξάλλου, το ελληνικό στοιχείο υπερτερούσε και στις ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας, όπου, βέβαια, βρισκόταν στο εσωτερικό μιας πανσπερμίας λαών. Ήταν όμως ευρύτατα διαδεδομένη και εκεί η ελληνική γλώσσα, που αποτελούσε τoφορέα μιας υπέρτερης κουλτούρας, το όργανο μεταλαμπάδευσης μιας τεράστιας πολιτιστικής παράδοσης και το μέσο πρόσβασης στον ανεξάντλητο θησαυρό της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ο βαθμιαίος μάλιστα διαποτισμός των λαών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά, που λειτουργούσε προς πάσα κατεύθυνση ως πηγή φωτός και ως πόλος έλξης, είχε ως αποτέλεσμα να διευρύνει το ελληνικό στοιχείο ακόμη περισσότερο την επικράτησή του και να αναδειχτεί τελικά κυρίαρχο. Ωστόσο, η «ελληνικότητα» αυτή, ενώ θεμελιωνόταν σε μια πολιτιστική και, σε σημαντικό βαθμό, εθνολογική υποδομή και ενώ ως υπόγειο ρεύμα παραδόσεων, ιδεών, νοοτροπίας και κοσμοαντίληψης συνεχιζόταν περισσότερο ή λιγότερο αδιατάρακτη από την αρχαία εποχή ως τους τελευταίους βυζαντινούς χρόνους, δεν ισοδυναμούσε πάντοτε με μια διαμορφωμένη ελληνική συνείδηση. Ο μεσαιωνικός ελληνισμός δεν ήταν ο ίδιος με τον αρχαίο ελληνισμό — και δε θα μπορούσε άλλωστε να είναι, αφού κατά τη διαδρομή των αιώνων ανακύπτουν πολλαπλές κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές. Ωστόσο, ο μεσαιωνικός ελληνισμός, παρά το χριστιανικό χαρακτήρα του, δεν ήταν και κάτι το διαφορετικό από τον αρχαίο ελληνισμό ή, ακόμη περισσότερο, κάτι το ξένο προς αυτόν. Αντίθετα, επρόκειτο για «μια νέα φάση του ίδιου λαού» (Ν. Σβορώνος). Επομένως, η ελληνική συνείδηση κατά τη βυζαντινή περίοδο, έστω και αν βρισκόταν αρχικά σε μια «δυνάμει» κατάσταση, εξακολουθούσε να είναι κάτι το υπαρκτό Αυτό σημαίνει ότι συγκέντρωνε όλες τις προϋποθέσεις της τελικής διαμόρφωσης και της εμφάνισής της, αλλά δεν υπήρχαν ακόμη οι κατάλληλες εκείνες συνθήκες που θα λειτουργούσαν ως οι απαραίτητοι «ιστορικοί καταλύτες». Όταν αυτό συνέβη, η εθνική συνείδηση των Ελλήνων αφυπνίσθηκε, ενεργοποιήθηκε και εξελίχθηκε σε μια εθνική συνείδηση με επίγνωση του εαυτού της. Οι ιστορικοί αυτοί καταλύτες που εμφανίστηκαν πραγματικά –όχι, όμως, μονομιάς αλλά σταδιακά– επενήργησσαν σε γενικές γραμμές ως εξής: 1. Η στέψη το Καρολομάγνου ως αυτοκράτορα των Ρωμαίων (Χριστούγεννα του 800 μ.Χ.) και η συνακόλουθη μονοπώληση από το κράτος του της ρωμαϊκής οικουμενικότητας, που άφηνε κατά κάποιο τρόπο «εκτός Ρώμης» τους Βυζαντινούς Έλληνες, η αποψίλωση της αυτοκρατορίας από τους μη ελληνικούς λαούς με αποτέλεσμα τη συρρίκνωσή της σε περιοχές όπου υπερτερούσε συντριπτικά το ελληνικό στοιχείο και, τέλος, η κυριαρχία της ελληνικής γλώσσας, που από την εποχή του Ηρακλείου (7. μ.Χ. αιώνας) είχε καθιερωθεί ως η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, συνέβαλαν στο να εξελιχθεί τελικά η Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε «Ελληνική Αυτοκρατορία –ή (Μεσαιωνικό) Ελληνικό κράτος– της χριστιανικής ανατολής». 2. Η αδιαφιλονίκητη επικράτηση και εδραίωση του Χριστιανισμού είχε ως αποτέλεσμα το όνομα «Έλλην» να μη θεωρείται πλέον ανταγωνιστικό ή και επικίνδυνο σε σχέση με την ιδιότητα του χριστιανού και, άρα, να αρχίσει ολοένα και περισσότερο να προσλαμβάνει ξανά την πολιτιστική, αρχικά, και αργότερα την εθνική σημασία του. Παράλληλα. θα παραμεριστεί βαθμιαία η ονομασία «Ρωμαίοι», που αποτελούσε πλέον λόγο κενό, και θα αντικατασταθεί σταδιακά από την ονομασία «Έλληνες», που απέδιδε εύστοχα την πολιτιστική και την εθνική ταυτότητα των φορέων της 3. Το τελικό σχίσμα μεταξύ των δύο εκκλησιών, της ανατολικής και της δυτικής (το 1054 μ.Χ. επί του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου), η οικονομική και η πολιτική διείσδυση του λατινικού στοιχείου προς ανατολάς, η οποία κορυφώθηκε βίαια με τις στρατιωτικές επιδρομές των Σταυροφόρων και κυρίως με την άλωση της «Βασιλεύουσας» (1204), καθώς και οι τρεις μεγάλες εκστρατείες των Νορμανδών, τον 11. και το 12. αιώνα, έστρεψαν τους Βυζαντινούς Έλληνες –με επικεφαλής την πνευματική ηγεσία και την αστική τάξη– εναντίον της Δύσης και συνέβαλαν αποφασιστικά στον εθνικό αυτοπροσδιορισμό τους. 4. Η «απενοχοποίηση» της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, η οποία πολλούς αιώνες πριν από την άλωση του 1453 συγκέντρωνε ήδη το ερευνητικό ενδιαφέρον και το θαυμασμό των Βυζαντινών λογίων, αποτέλεσε διαδικασία πανηγυρικής επανασύνδεσης με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, του οποίου τα μεγάλα επιτεύγματα –η επιστήμη, η ιστοριογραφία, η ποίηση και η φιλοσοφία– παρά τις αρνητικές υποδηλώσεις που τους είχε προσδώσει κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η ταύτιση της ελληνικότητας με την «ειδωλολατρία», εξακολουθούσαν ολοένα και περισσότερο να θεωρούνται ανεκτίμητο παιδευτικό αγαθό. Η διαδικασία της επανασύνδεσης αυτής θα συνεχιστεί αδιάκοπα και θα συνδυαστεί με την άνθηση της τέχνης, σε μια εποχή μάλιστα κατά την οποία η αυτοκρατορία είχε πια παραδοθεί στη ραγδαία παρακμή και αποσύνθεσή της. Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα να διαμορφωθεί κατά τους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα κατά τον 11. και το 12., μια σαφής ελληνική εθνική συνείδηση, της οποίας όμως οι πρωταρχές ανάγονταν σε πολύ παλαιότερες χρονικές περιόδους, αφού υπήρξε καρπός μιας μακραίωνης διαδικασίας, και της οποίας η περαιτέρω εξέλιξη θα συνεχιστεί ακόμη για πολύ. Γράφει σχετικά ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος στο έργο του «Το Ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού» (εκδ. «Πόλις», 2004), το οποίο τίναξε κυριολεκτικά στον αέρα τα εθνοαποδομητικά φληναφήματα για το Βυζάντιο:«Η νέα τούτη πορεία του Ελληνισμού αρχίζει να διαγράφεται καθαρά από το τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, για να διαρκέσει, περνώντας από διάφορα στάδια, ως τις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι η περίοδος που ένας παλαιός λαός, με την προοδευτική του διαμόρφωση σε συντελεσμένο έθνος, ανανεώνεται και αποτελεί μια καινούργια ιστορική οντότητα, τον Νέο Ελληνισμό, δηλαδή το Ελληνικό έθνος». Ακόμη: «Το όνομα Έλλην αρχίζει και ξαναπαίρνει το διπλό πολιτιστικό και εθνολογικό του περιεχόμενο. Έλλην είναι όποιος μετέχει ελληνικής παιδείας και έχει ελληνική καταγωγή. Για άλλη μια φορά οι Βυζαντινοί λόγιοι χωρίζουν τον κόσμο σε Έλληνες και βαρβάρους». Και, τέλος: «Από το τελευταίο, λοιπόν, τέταρτο του 11ου αιώνα ως το 1204, ο Βυζαντινός αρχίζει να συνδέεται με το ιστορικό του παρελθόν και να ξαναβρίσκει σιγά-σιγά τις λαϊκές ρίζες του πολιτισμού του. Αρχαία Ελληνική κληρονομιά και χριστιανική πίστη αρχίζουν να συμβιβάζονται στη συνείδησή του και να γίνονται τα συστατικά της στοιχεία». Όσοι επικαλούνται το βίαιο εκχριστιανισμό και «αφελληνισμό» των Ελλήνων, στις αρχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με σκοπό να αμφισβητήσουν τη διαχρονικότητα της ελληνικής συνείδησης χρησιμοποιούν ανεπίγνωστα ένα επιχείρημα, που σαν το αυτεπίστροφο όπλο («μπούμερανγκ») επανέρχεται, ακριβώς, εναντίον των θέσεων τις οποίες πασχίζουν να υποστηρίξουν και καταφέρνει εναντίον τους καίριο πλήγμα. Ο λόγος είναι απλός: αν, παρά τον αναγκαστικό εκχριστιανισμό του ελληνισμού, η συνείδηση ελληνικότητας επέζησε διαμέσου των αιώνων και, όταν ωρίμασαν οι ιστορικές συνθήκες, επανεμφανίστηκε ακμαία ως φυσικό επακόλουθο μακροχρόνιων διεργασιών (και όχι, βέβαια, όπως συνηθίζεται σήμερα, ως «εν ψυχρώ» μεθοδευμένο εγχείρημα για την εξυπηρέτηση ενός τυχοδιωκτικού αλυτρωτισμού, και μάλιστα υπό την αιγίδα και με τη χρηματοδότηση της Νέας Τάξης …), αυτό αποκτά ξεχωριστή σπουδαιότητα. Επιβεβαιώνει, ακριβώς, τη μοναδική αντοχή της ελληνικής συνείδησης στη φθορά του ιστορικού χρόνου και, κατά συνέπεια, την εκπληκτική ικανότητά της να επιβιώνει σε πείσμα των πολλαπλών περιπετειών και αντιξοοτήτων. Επιπλέον, καταδεικνύει περίτρανα τη διαχρονική εμβέλεια του ελληνικού πνεύματος. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ

Περισσότερα: http://www.antibaro.gr/article/3287, Ἀντίβαρο