Translate -TRANSLATE -

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2025

ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ

 

 


ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ

Ο Γιάννης Τσαρούχης δεν χρειάζεται συστάσεις — όχι μόνο ως ζωγράφος, αλλά και ως στοχαστής της νεοελληνικής ψυχής. Μοναχικός ερευνητής, ειρωνικός παρατηρητής, ανατόμος της αισθητικής και της κοινωνίας, συνομιλεί εδώ εκ βαθέων, με θάρρος και νηφαλιότητα. Ξεδιπλώνει τις αμφιβολίες και τις διαπιστώσεις του για την τέχνη, τη ζωή, τη μόδα, την πολιτική, την πνευματική ωρίμανση, τη νεότητα και την πικρή αλήθεια του «λάθους προσανατολισμού». Δεν είναι εξομολόγηση. Είναι ένας εσωτερικός μονόλογος που διαλέγεται — με τον εαυτό του και με όλους μας.

Λοιπόν, Γιάννη, λες να πήραμε τη ζωή μας λάθος;*

Ο Τσαρούχης πιστεύει πώς, ναι. Μα δεν είναι πικραμένος. Δεν ξέρει λέει — αν θα γινόταν πάλι ζωγράφος αν ξανάρχιζε τη ζωή του.

Ο προσανατολισμός μας στη Δύση — επισημαίνει — μας οδήγησε στο σημερινό απροχώρητο, στην κοινωνία της πολυκατοικίας και της βίας. Αλλά, πάλι, αν πηγαίναμε προς την Ανατολή, θάβγαινε τίποτα καλύτερο;

Συνέντευξη στον Α. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ

Ευφυής εγώ; Που τέτοια τύχη;» - λέει ο Γιάννης Τσαρούχης, ένας από τους «πιο ευφυείς» Έλληνες, ο οποίος αντικρούει ταυτόχρονα και τον χαρακτηρισμό τού «ματαιόδοξου» που του προσάπτουν μερικοί, επειδή είναι ο πρώτος Νεοέλληνας πού φτιάχνει ένα Μουσείο στ’ όνομα του. Στην πραγματικότητα μετατρέπει το σπίτι του στο Μαρούσι σε μουσείο πού θα περιέχει όλα τα έργα του — όσα «γλύτωσαν» από την υστερία των συλλεκτών και των έμπορων που ανέδειξαν σε «ζωγράφο   μόδας»   τον   Τσαρούχη.

• Ετοιμάζω, λέει ο Τσαρούχης, το σκηνικό της ζωής μου. Με αποτροπιάζει η ιδέα ότι ετοιμάζω ένα Μουσείο για τον εαυτό μου. Χωρίς νάχω πολύ κακή ιδέα για τον εαυτό μου, ο τίτλος «Μουσείο» μού φαίνεται πομπώδης. Από την άλλη μεριά, το να μαζέψω μερικά έργα μου σε ένα χώρο για να τα γλυτώσω από τους εμπόρους και τους συλλέκτες μου φαίνεται  κάτι  το σωστό.  'Ότι έκανα στη ζωή μου ως ζωγράφος είναι μια σειρά από πειράματα  κι αναζητήσεις.   Κάθε τόσο μου δίνουν κι έναν τίτλο επαινετικό ή υβριστικό. Προσπαθώ να καταλάβω, στ' αλήθεια, τι είναι η ζωγραφική. Προσπαθώ να μάθω πράγματα που θα ήθελα να τα ξέρω και δεν   μου  τα  δίδαξε   κανείς...

—Για ποια πράγματα που δεν ξέρετε μιλάτε;

• Η καλή ζωγραφική αρχίζει από τον μουσαμά, αν όχι από το ίδιο το ύφασμα που γίνεται ο μουσαμάς. Πριν από τρία χρόνια παρακάλεσα έναν καθηγητή, πιο γέρο από μένα να μου επιτρέψει σαν ακροατής να παρακολουθήσω στη Σχολή Καλών Τεχνών τού Παρισιού τα μαθήματα τεχνικής. Μα το όριο ηλικίας για να  γραφτεί  κανείς στη   Σχολή τελειώνει στα 30... Άλλα δεν είναι μονό η τεχνική που μου λείπει. Χρειάζεται μια συνεχής ηθική άσκηση για να είμαστε ο εαυτός μας κι’ όχι ένα καλό ή κακό αντίτυπο της μόδας. Ασφαλώς δεν θα υπάρχουν αριστουργήματα στη συλλογή που θα προσφέρω στο ίδρυμα που πρόκειται να γίνει. Αλλά νομίζω θα υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για κείνους που νοιάζονται για τη ζωή  και  τη   ζωγραφική...

 


Ύποπτο το ομαδικό

— Είπατε για τη μόδα και δείξατε πως σας ενοχλεί η όχι;

• Η μόδα είναι κάτι το πολύ ανθρώπινο, άλλα γρήγορα γίνεται μια απάνθρωπη και στείρα τυραννία. Όλοι την ακολουθούν και στο βάθος κανείς δεν συμφωνεί μαζί της. Κάθε τι το ομαδικό, υπό καθοδήγηση, τις πιο πολλές φορές είναι ύποπτο. Προτιμώ τις ομαδικότητες που γεννιούνται από προσωπικές συνειδητοποιήσεις και ενώνονται εκ των υστέρων σε ένα κοινό ιδανικό. Η μόδα είναι ή αυτό το καλό και αυθόρμητο πράγμα, η συνήθως βιασμός της προσωπικότητας από συμφέροντα κάποιας ομάδας που ενδιαφέρεται για το κέρδος. Όταν λέμε μόδα συνήθως εννοούμε το κακό πράγμα. Όταν λέμε «ντεμοντέ» υπονοούμε ότι ένα λαχείο έταξε πολλά κέρδη και τελικά δεν έπεσε! Βεβαίως, «ντεμοντέ» δεν είναι ότι είναι απλώς παλαιό  ή  ξεχασμένο...

—Και τι είναι για σας το παλαιό ή το ξεχασμένο, που, ταυτόχρονα, δεν είναι «ντεμοντέ»;

Ο Όμηρος είναι πολύ παλαιότερος από τον Δροσίνη. Δε σημαίνει όμως πως ο Όμηρος είναι ξεπερασμένος... Ο Παπαδιαμάντης ήταν για πολύ καιρό και παλιός και ξεχασμένος. Το ίδιο μπορούμε να πούμε για τον Κάλβο και τον Καβάφη, που   είναι,   σήμερα,   τόσο   επίκαιροι...

—Ας μιλήσουμε κύριε Τσαρούχη για την ευφυΐα σας! Είστε αλήθεια, τόσο ευφυής όσο σας παρουσίαζουν;

•  Η ευφυΐα και η ομορφιά είναι κάτι που το βλέπουν πιο καλά οι άλλοι, παρά εμείς οι ίδιοι. Είναι υπόθεση των άλλων. Αμύνομαι όσο μπορώ και προσπαθώ να εξουδετερώσω τους εχθρούς μου. Ο φόβος ενός κινδύνου αυξάνει τις διανοητικές ικανότητες ενός πλάσματος αν δεν τις διαλύει. Δεν ξέρω αν είμαι ευφυής, γιατί έχω κάνει πολλές γκάφες στη ζωή μου. Μερικοί με λένε είρωνα γιατί είμαι πολύ οξύς, όταν κανονίζω την υποκρισία των άλλων που είναι ένα ύπουλο ερπετό...

—Είσθε λοιπόν είρων! Τι είναι για σας η ειρωνεία — πως την χρησιμοποιείτε;

•  Το να προσπαθώ να ρίχνω το ετοιμόρροπο καμουφλάρισμα που προδίδει πιο πολύ από το καλυπτόμενο. Είναι μια πράξη αγάπης που φαίνεται σαν κακία...

-—Είπατε μόνος σας ότι είσθε και οξύς. Πότε γίνεστε οξύς;

• Έχω κάποια Ιδανικά και κάποια γούστα. Όταν βλέπω να κινδυνεύει η εκπλήρωση τους από κακά ένστικτα αυτοσυντηρήσεως μικρών ανθρώπων γίνομαι έξω φρενών. Τα κακώς εννοούμενα συμφέροντα, οι μικρές εξασφαλίσεις σε βάρος του εαυτού μας και σε βάρος των άλλων, με λίγα λόγια ο φόβος που δημιουργεί ζημιές ανεπανόρθωτες — έ μπροστά σ' αυτά γίνομαι οξύς.

 

 

«Χάνω φίλους...»

—Αυτό τον καιρό με τι γίνεστε οξύς;

•  Προσπαθώ να μη θυμώνω με τίποτα. Προσπαθώ να μελετώ τα προβλήματα που μου παρουσιάζονται όσο μπορώ με πιο μεγάλη γαλήνη. Διαφωνώ μ' αυτούς που θυμώνουν για να ξεσκάσουν! Όταν κάτι είναι πολύ κακό πρέπει να το μελετούμε με πολλή προσοχή και από τη ρίζα του. Σκεφτόμενος έτσι, χάνω κάθε μέρα φίλους, γιατί όλοι — νέοι η γέροι — θέλουν να τα πουν ένα χεράκι και να ξεσκάσουν. Κάθε άσχημο γίνεται κρυφά. Κρυφά και αποτελεσματικά πρέπει να το πολεμούμε. Η μελέτη της πηγής τού κακού, η μελέτη αν πράγματι είναι κακό  ή όχι, αξίζει εκατό φορές παραπάνω από θεαματικές διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες που μας ξαλαφρώνουν απλώς. Για ορισμένα πράγματα πρέπει λχ να παύουμε νάμαστε παιδιά και να γινόμαστε ενήλικες. Για ορισμένα άλλα πρέπει νάμαστε παιδιά.

—Τι θέλετε να πείτε; Πότε, ας πούμε, πρέπει νάμαστε ενήλικες και πότε πρέπει  νάμαστε παιδιά;

•    Όταν η ανάγκη το ζητά. Στην ευαισθησία και στην αίσθηση δεν υπάρχει πρόοδος με την ηλικία. Αντίθετα, στο να καταλαβαίνεις την άπατη υπάρχει μια πικρή πρόοδος. Ο Μπετόβεν έλεγε «προστατεύω τον εαυτό μου για να εμποδίσω τους άλλους να κάνουν το κακό» Παρ' όλα αυτά, είναι καλύτερα κανείς να εξαπατάτε παρά να χάσει την ευαισθησία του Το χειρότερο είναι να είσαι βλάκας και αναίσθητος. Το πρόβλημα είναι πως η ευαισθησία των ανθρώπων γίνεται θέμα εκμεταλλεύσεως από τους καπάτσους. Έχουμε κάθε συμφέρον να θέσουμε έκτος εμπορίου την ευαισθησία μας και ν' αδυνατίσουμε κάθε μεσάζοντα...

—Ας μιλήσουμε, κύριε Τσαρούχη για τους νέους...

•   Η σημερινή ζωή αναγκάζει τους νέους διά τις βίας να ωριμάσουν γρήγορα. Είναι πολύ  πιο  ώριμοι   από εμάς  στον καιρό μας. Άλλα αύτη η ωρίμανση είναι συζητήσιμη. Η αληθινή ωρίμανση είναι σπάνιο πράγμα και για τους νέους και για τους γέρους. Φυσικά, αντιπαθώ πολύ τον τύπο του φτωχού πλαίυ μπόυ που είναι ο επικρατέστερος στην εποχή μας. Η πολιτική ανωριμότητα και άγνοια συνδυασμένη με φανατισμό κομματικό, καταργεί κάθε ωρίμανση... Διαλέγει κανείς το κόμμα του με  περισσότερη  επιπολαιότητα  απ' οτι διαλέγει την ποδοσφαιρική του ομάδα. Τίποτα δεν μ’ ενδιαφέρει περισσότερο από τη γνώση της πολιτικής. Αλλά τι σχέση έχει η πολιτική πραγματικότητα με τα κόμματα που λένε «παραμύθια» για να συγκεντρώνουν γύρω τους τους νέους.

 


 

Ισορροπία συμφερόντων

—Η πολιτική για σας τι είναι;

•    Ισορροπία συμφερόντων κι όχι ο παιδικός καυγάς για την απόκτηση της αρχής. Πρέπει να ξέρει κανείς τι συμβαίνει για να μην αισθάνεται μεγάλες απογοητεύσεις. Τίποτα δεν είναι άσχετο με τη ζωή μας και είμαστε υπεύθυνοι για το καθετί..

—Πόσο σας ενδιαφέρει η πολιτική;

•   Η πολιτική  για μένα είναι οι κίνδυνοι προς μελέτη — κι όχι το λαχείο που ελπίζω να μου πέσει. Σ' αυτό διαφωνώ με τους περισσότερους οι ο ποίοι βλέπουν ότι η πολιτική είναι αυτό που «τάζει» κι ον αυτό  που  δίνει...

—Και τι δίνει η πολιτική;

•   Συνήθως τίποτα.

—Και ποιοι δίνουν, κύριε Τσαρούχη;

•    Κανένας. Αλλά γιατί πρέπει να δίνει κανείς; Δεν έχουμε χέρια να δουλέψουμε;

— Ας αγγίξουμε ένα άλλο κεφάλαιο, κι ας μιλήσουμε για τα βραβεία και τους επαίνους που, όπως φαίνεται, είναι πράγματα που δεν σας αγγίζουν...

•    Σπανίως παίρνει κανείς ένα βραβείο για την προσφορά του στον άνθρωπο. Το παίρνει, μάλλον, για το συμφέρον αυτού που του το δίνει. Γενικά η τέχνη βραβεύεται μόνο από την έκφραση τού προσώπου αυτού που την αγγίζει... Όλα τ’  άλλα  είναι   υψηλή   η  χαμηλή  πολιτική και μάλλον κομματική. Συμβαίνει όμως, πολλές φορές, άνθρωποι πραγματικής άξιας να παίρνουν βραβεία. Είναι από την ανάγκη αυτών που τα δίνουν να μην χάσει την αξία του το βραβείο. Βραβεύονται συνήθως οι υπηρέτες και κάθε τόσο ένα αφεντικό για να ψηλώνει ο υπηρέτης πως πήρε το ίδιο βραβείο με το αφεντικό..

— Εσείς,    ένας    «αισθητικός   ανατόμος   αυτού    τού τόπου...». Αλήθεια σας αρέσει   αυτός  ο  χαρακτηρισμός;

• Όχι. Είναι ωραίο έργο αλλά δύσκολο. Έχω επίγνωση πόσο  λίγο  αξίζω.

— Εσείς λοιπόν, που ζείτε σε μια κοινωνία που όλα της είναι «πλην».. Έτσι δεν πιστεύετε;

• Ως καλλιτέχνης, αν μου επιτρέπετε αυτό τον τίτλο, μόνο οργή και ειρωνεία αισθάνομαι. Ως άνθρωπος όμως συμπόνια και ενδιαφέρον για το παραστράτημα τόσων απλών ανθρώπων. Οι πολυκατοικίες τους τα δυάρια τους  οι διακοσμήσεις τους, τα πάρτι, τους, το ντύσιμο τους -— όλα αυτά είναι ανάξια φέρετρα ζωντανών ανθρώπων. Θάθελα νάχα ικανότητες γιατρού για να τους ελευθερώσω από τα δεσμά   τού   «ανωτέρου»  επιπέδου τους... Όλοι με λένε δάσκαλο και μερικοί «μαιτρ». Κανένας δεν είναι πρόθυμος να δώσει προσοχή στις διδασκαλίες μου και στον καλύτερο τρόπο ζωής που προσπαθώ να έχω. Το πρόβλημα για μένα τίθεται ως έξης: ' Η θα πρέπει να τα παρατήσω όλα και να γίνω δάσκαλος ψυχών ή γελοιογράφος ή να κλειστώ και να μην βλέπω κανέναν... Όλοι εξανίστανται εναντίον των «ισχυρών της γης», φωνάζουν και ξεσπάνε, άλλα κανένας δεν κάνει το παραμικρό για να πάψουν να τον προστατεύουν...   Ζούμε    σε   μια   εποχή μεταβατική . Η ίδια η τέχνη στην οποία ειδικεύτηκα πολύ συχνά μου φαίνεται ανήθικη ή κουτή. Δεν ξέρω αν θα ξαναδιάλεγα την ίδια δουλειά αν ξανάρχιζα τη ζωή μου. Ασφαλώς όχι. Ότι θεωρούμε κάλο στην εποχή μας καταντάει στο τέλος να βοηθά ανθρώπους να σκοτώνουν την ψυχή μας Η αρρώστια που μας δέρνει δεν γιατρεύεται   με   αισθητική...

 


Η ζωή  μας λάθος

—Μιλάτε   με    λόγια   ενός πικραμένου ανθρώπου...

• Δεν είμαι πικραμένος. Απλούστατα συχνά σκέπτομαι πως πήρα τη ζωή μου λάθος. Προσπάθησα να κάνω κάτι στη ζωή μου. Δεν ήταν απολύτως αυτό που ήθελα να κάνω. Ο προσανατολισμός μας στη Δύση, που αρχίζει από την επανάσταση του 1821, μας οδήγησε στο σημερινό απροχώρητο. Για να το πούμε πιο άπλα — στην πολυκατοικία και στη βία.. Δε λέω πως υπήρχε δυνατότητα να πάμε προςτην "Ασία — ποια Ασία άλλωστε; Η Ασία των μουσείων όπως και η Δύση των μουσείων τι σχέση μπορεί να έχει με την αγριότητα της σημερινής ζωής. Τα μουσεία όμως μας διδάσκουν πως ο κόσμος ήταν το ίδιο άγριος πάντοτε. Κι’ ο καλλιτέχνης προσπαθούσε να λάβει συνείδηση ενός ανώτερου, προορισμού τού ανθρώπου. Προσπαθώ να μετατρέψω την πίκρα μου σε γνώση χρήσιμη για να αντιμετωπιστούν τα αληθινά αίτια της πίκρας. Η ηθική ζωή μ’ ενδιαφέρει πιο πολύ από την τέχνη. Γι’ αυτό δικαίως πολλοί λένε πως δεν είμαι καλός καλλιτέχνης...

—Κρίση λοιπόν της κοινωνίας μας, που δεν βγάζει, πια κύριε Τσαρούχη ούτε μεγάλους ζωγράφους, ούτε μεγάλους ποιητές...

• Άλλα είναι τα ιδανικά και οι σκοποί της εποχής μας. Άλλα πράγματα έχουμε ανάγκη. Γι' αυτό το μεγαλείο στην εποχή μας πρέπει να κριθεί ανάλογα   με   την   εξυπηρέτηση   μεγάλων αναγκών του ανθρώπου. Οι μεγάλοι άνθρωποι μιας άλλης εποχής ήταν χρήσιμοι, βαθύτερα χρήσιμοι. Υπάρχουν σπουδαία βιβλία στην εποχή μας, σπουδαίοι άνθρωποι και σπουδαία μυαλά. Αλλά δεν είναι γνωστοί και η δομή της κοινωνίας δεν τους επιτρέπει νάρθουν σε επαφή με το κοινό. Αλλά κι αν έρθουν, το κοινό είναι τόσο προκατειλημμένο από την ακαδημαϊκή ρουτίνα της επίσημης τέχνης. Σε μια παλιότερη εποχή το Λούβρο και το Πράντο τυράννησαν καλλιτέχνες και κοινό. Σήμερα, το «Μπωμπούρ» και το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του κάθε τόπου τυραννεί και ερεθίζει τους νέους που επιθυμούν να γίνουν διάσημοι και πλούσιοι. Δεν μπορούμε να γυρίζουμε στην παλιά καλή εποχή. Αλλά δε μπορούμε κιόλας να περιφερόμαστε αλλόφρονες με το λαχείο που δεν μας έπεσε! Τοχω ξαναπεί. Τα μουσεία μοντέρνας τέχνης μου θυμίζουν το μαυσωλείο του Λένιν. Δεν κρίνω τον Λένιν ή την μοντέρνα τέχνη μιλώντας έτσι, άλλα κάτι δεν πάει  καλά στα Μουσεία.

—Κι όμως εσείς, φτιάχνατε μουσείο και, μάλιστα δικό σας...

• Βεβαίως. Κι αυτό μου δημιουργεί πολλά προβλήματα ηθικά — που είναι μεγαλύτερα από τα οικονομικά... Συστήνω να διαβάσετε τον βίο της Άγιας Μελανιάς. Ένα θαυμάσιο κείμενο γραμμένο σε υπέροχη αρχαία ελληνική γλώσσα. Για να δώσει τα χρήματα της στους φτωχούς και να μείνει φτωχή, έπρεπε -κα πουλήσει όλους τους δούλους της που ήταν μερικές χιλιάδες. Έτσι  θα καταλάβετε πως κάθε εποχή είναι   μεταβατική...

Ο Τσαρούχης δεν ομολογεί, ούτε διδάσκει. Στοχάζεται φωναχτά. Μετατρέπει την αυτογνωσία του σε κριτική μιας κοινωνίας που ντύνει την εσωτερική της ένδεια με επιφάνειες και φαντασιώσεις προόδου. Δεν είναι πικραμένος, λέει — μα είναι βαθιά ανήσυχος. Η τέχνη του υπήρξε πάντα μια πράξη αντίστασης: όχι ενάντια σε κάποια εξωτερική τυραννία, αλλά ενάντια στη λήθη του νοήματος. Κι η ζωή του, έστω και «λάθος» όπως ο ίδιος υποψιάζεται, είναι ένα ζωντανό μουσείο αναζήτησης.

 


Γιάννης Τσαρούχης (1910–1989)

Ο Γιάννης Τσαρούχης υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους του 20ού αιώνα, με καθοριστική συμβολή στη διαμόρφωση της νεοελληνικής καλλιτεχνικής ταυτότητας. Γεννήθηκε στον Πειραιά και σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Μαθήτευσε κοντά στον Φώτη Κόντογλου και επηρεάστηκε βαθιά από τη βυζαντινή τέχνη, την ελληνιστική ζωγραφική, αλλά και το λαϊκό θέατρο, τη σκηνογραφία και την αρχαία τραγωδία.

Συνδύασε με τολμηρό τρόπο την παράδοση με το μοντέρνο πνεύμα, δημιουργώντας ένα προσωπικό ύφος με κεντρικά θέματα τον Έλληνα άντρα, το ναυτικό, τη φαντασία και τον ερωτισμό, που διακρίνεται για τη λιτότητα, τη στιβαρή γραφή και τη θεατρικότητα. Έζησε και εργάστηκε για μεγάλα διαστήματα στο Παρίσι και συνεργάστηκε με διεθνείς καλλιτεχνικούς κύκλους, χωρίς ποτέ να χάσει τον βαθύ δεσμό του με την ελληνική ταυτότητα.

Το 1982 ίδρυσε το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη στο Μαρούσι, στο σπίτι του, με στόχο τη διατήρηση και την προβολή του έργου του. Η συμβολή του στην τέχνη παραμένει διαχρονική, καθώς άνοιξε δρόμους για τη σύγχρονη ελληνική εικαστική έκφραση.

(* Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΟΥ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΎΕΤΑΙ ΕΔΩ ΔΟΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΙΣ 17 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1980)

Τρίτη 1 Ιουλίου 2025

Κυνηγώντας αγριόχοιρους με τον Χρουτσόφ στην Ουγγαρία

 


 

Κυνηγώντας αγριόχοιρους με τον Χρουστσόφ στην Ουγγαρία

Και ναι μεν ο Χρουστσόφ δε σκότωσε το αγριογούρουνο...

...εξήγησε  όμως πώς η γάτα μπορεί να φάει μουστάρδα!..

Στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου, τα παρασκήνια της διπλωματίας δεν εκτυλίσσονταν πάντοτε πίσω από κλειστές πόρτες και αυστηρά επίσημα τραπέζια. Μερικές φορές, ένα κυνήγι αγριόχοιρων σε κάποιο δάσος της Ουγγαρίας μπορούσε να αποκαλύψει περισσότερα για τις διεθνείς σχέσεις, την ανθρώπινη πλευρά των ισχυρών και τις ιδιότυπες στιγμές που γράφουν την άτυπη ιστορία της εποχής. Ο Γιάνος Ραντβάνι, Ούγγρος πρώην πρεσβευτής στις ΗΠΑ (1962-1967) και αργότερα καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο τού Μισισιπή, διπλωμάτης και ακαδημαϊκός, μας παραδίδει μια γλαφυρή αφήγηση της επίσκεψης του Νικήτα Χρουστσόφ στην Ουγγαρία το 1961, σε μια εποχή που η παγκόσμια πολιτική περνούσε μέσα και από τα... χαρακώματα του κυνηγιού.

Ο Γιάνος Ραντβάνι θυμάται ένα κυνήγι αγριόχοιρων πού έκανε το 1961 ο Χρουστσόφ στην Ουγγαρία, και τα όσα απολαυστικά συνέβησαν μετά.

Ήταν το φθινόπωρο του 1961 που ο Νικήτα Χρουστσόφ προγραμμάτισε ένα σύντομο ταξίδι στην Ουγγαρία. Ήταν ένα από τα πολλά ανεπίσημα ταξίδια του, στα οποία συνήθιζε να συνδυάζει δουλειές και διασκέδαση. Τούτη τη φορά ο Χρουστσόφ σχεδίαζε να έχει σοβαρές συνομιλίες και, παράλληλα, να απολαύσει την αγαπημένη του διασκέδαση, πού ήταν το κυνήγι αγριόχοιρων.

Προσωπικά σαν αρμόδιος τότε για το πρωτόκολλο τού υπουργείου Εξωτερικών της Ουγγαρίας, ήμουν υπεύθυνος για την τήρηση του προγράμματος των σοβιετικών φιλοξενούμενων.

Η δουλειά αυτή δεν ήταν από τις εύκολες. Ειδικά το καθήκον μου να εξασφαλίσω την επιτυχή έκβαση του κυνηγιού αγριόχοιρων, ήταν από τις βαρύτερες  ευθύνες   μου.

Έτσι πριν αφιχθεί ο Χρουστσόφ, έγινε μια περιήγηση - επιθεώρηση στην περιοχή πού θα πήγαινε ο σοβιετικός επίσημος για κυνήγι, και στη συνέχεια ασχοληθήκαμε (οι συνάδελφοι μου κι εγώ) με τη ρύθμιση και των παραμικρών λεπτομερειών.

Ανάμεσα στους συντρόφους μου, πού επεξεργάστηκαν μαζί μου το επίπονο αυτό πρόγραμμα, ήταν ο συνταγματάρχης Σεμπαστιέν, επικεφαλής της Ουγγρικής Μυστικής Υπηρεσίας (πού στη χώρα μου ήταν πιο γνωστή σαν «Φύλακας της Κυβέρνησης»), και ένας σοβιετικός σύμβουλος ασφαλείας, πού του άρεσε να τον φωνάζουν «Μίσα». Συνεργάστηκα, επίσης με τη Νατια Βεροκ, στέλεχος του κομμουνιστικού κόμματος, του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων, και με το διευθυντή του Ιδρύματος Παιδείας.

Επικίνδυνο κυνήγι

 

Οδηγός μας ήταν ένας καλοθρεμμένος Ούγγρος, ο Ιστβάν Βάργκα, δασοφύλακας στην περιοχή όπου θα γινόταν το κυνήγι. Ταξιδεύαμε με τζιπ, ώσπου φτάσαμε σ’ ένα στενό πέρασμα, σε μια πλαγιά, οπότε και αρχίσαμε,   αναγκαστικά,   το   περπάτημα.  Ο   Βάργκα   μάς   πήγε  σ' ένα ξέφωτο, και μάς είπε:

Αν οι καλεσμένοι σας περιμένουν σ’ αυτό το ξέφωτο μια ώρα, την αυγή, θα δουν μια ολόκληρη στρατιά αγριόχοιρων, πού θα έρθουν εδώ για να πιουν νερό από τούτο το ρυάκι».

Ο Βάργκα πήρε μια βαθιά ανάσα και  ξέσπασε συγκρατημένα:

«Μονάχα ένας τυφλός θάχανε το στόχο  του απ' αυτό το ξέφωτο».

Όλοι γελάσαμε και αρχίσαμε να εξετάζουμε το έδαφος και τη γύρω περιοχή για να στηθούν πρόχειροι καταυλισμοί.

Το κυνήγι αγριόχοιρων, όπως και το κυνήγι της αρκούδας, είναι πολύ επικίνδυνο. Αυτά τα άγρια γουρούνια έχουν τέτοια δόντια, πού μπορούν να ξεσκίσουν ένα ζώο ή έναν άνθρωπο μέσα σε δευτερόλεπτα. Έχω δει ο ίδιος έμπειρους κυνηγούς να πετάνε το δίκαννο και να σκαρφαλώνουν σαν τρελοί πάνω στο πλησιέστερο δέντρο, τρομοκρατημένοι από το κυνηγητό των αγριόχοιρων. Έτσι, τα ειδικά μέτρα ασφαλείας λήφθηκαν στην εντέλεια.

 

Και μετά το Μάο οι... αγριόχοιροι

 

 

Το αεροπλάνο με το οποίο ταξίδευε ο Σοβιετικός επίσημος προσγειώθηκε σε μια στρατιωτική βάση κοντά στη Βουδαπέστη. Ο Χρουστσόφ με την ολιγομελή συντροφιά του φιλοξενήθηκε σ’ έναν κυβερνητικό ξενώνα για επισήμους στο Λόφο Βούδα, και οι συνομιλίες έγιναν στο αρχηγείο του Ουγγρικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Χρουστσόφ και ο γενικός γραμματέας του Κ.Κ. Ουγγαρίας. Γιάνος Καντάρ, συζητούσαν τις εντεινόμενες σινο - σοβιετικές διαφορές και τον αντίκτυπο τους στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

Ενώ ο Χρουστσόφ ήθελε να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στην Αλβανία και τον προστάτη της, την Κίνα, ο Καντάρ πίστευε πιο πολύ στην τακτική «ας περιμένουμε να δούμε». Ο Χρουστσόφ επέμεινε πολύ, και ο Καντάρ υποσχέθηκε να συμπαρασταθεί στους Σοβιετικούς και να υποστηρίξει τις πιέσεις τους. Όπως ο Χρουστσόφ, έτσι και ο Καντάρ αποδοκίμασε την πολιτική του Εμβέρ Χότζα και την προσωπολατρία του Μάο.

 

Τη δεύτερη μέρα της επισκέψεως, ο Καντάρ και ο Χρουστσόφ ήταν έτοιμοι για το κυνήγι. Έτσι, στις 2 τη νύχτα, ξεκινήσαμε. Οι κυνηγοί ήταν μισοκοιμισμένοι κατά τη διάρκεια του σύντομου ταξιδιού (το δάσος απείχε 25 χιλιόμετρα από τη Βουδαπέστη). Όταν, όμως, φτάσαμε εκεί, ο φρέσκος αέρας τους ξύπνησε. Περπατήσαμε μέχρι το ξέφωτο.

 

Ο Καντάρ πρόσφερε ένα εξαιρετικό μπράντι, και με τον τρίτο γύρο πού έκανε το μπουκάλι, οι καλεσμένοι μας απέκτησαν εξαιρετική διάθεση. Ήταν ή ώρα να πάρουμε τις θέσεις μας. Ο Χρουστσόφ και ο Βάργκα πήγαν στο πρώτο «χαράκωμα». Ο Καντάρ έμεινε μόνος του στο δεύτερο, άλλοι ανέβηκαν στα δέντρα, κι εγώ με το συνταγματάρχη Σεμπαστίν ανεβήκαμε στην κουφή, του λόφου, απ' όπου παρακολουθούσαμε όλη την κοιλάδα.

Ο Χρουστσόφ κρατούσε το όπλο του σφιχτά και νευρικά, παρατηρώντας ανυπόμονα το ρυάκι. Το σκηνικό ήταν έτοιμο. Οι μόνοι που έλειπαν ήταν οι αγριόχοιροι —αλλά όχι για πολύ. Μέσα σε μισή ώρα οι αγριόχοιροι ξεπετάχτηκαν μεμιάς από τους θάμνους. Στην αρχή εμφανίστηκαν πέντε «νεαροί» αγριόχοιροι, και στη συνέχεια άλλοι δώδεκα.

Δεν υποψιάστηκαν κινδύνους, κι έτσι προχώρησαν ήσυχα στο ρυάκι, απ’ όπου άρχισαν να ξεδιψάνε με το παγωμένο νερό.

 

Δεν πίεσε καθόλου την   σκανδάλη

 


Εντελώς ξαφνικά, ο «αρχηγός» τους, πού ήταν ο γηραιότερος και ζύγιζε 230 κιλά, τέντωσε το αυτί του, και στράφηκε ελαφρά προς το μέρος μου. Δεν ξέρω αν άκουσε κανέναν ύποπτο θόρυβο ή αν ο αέρας του μετέφερε ανθρώπινη μυρωδιά, άλλα καθώς παρατηρούσε προς το μέρος μας, γινόταν όλο και πιο νευρικός, ενώ η νευρικότητα του άρχισε να μεταδίδεται σαν επιδημία σε όλη την αγέλη.

 

Δίχως αμφιβολία, ήσαν έτοιμοι να αποσυρθούν από το πεδίο βολής. Ο Βάργκα έγνεψε στον Χρουστσόφ να σημαδέψει τον μεγαλύτερο αγριόχοιρο. Ο σοβιετικος ηγέτης σημάδεψε και ο Βάργκα, πού είχε αναλάβει να καλύπτει το Χρουστσόφ, στόχευε κι αυτός με το όπλο του. Άκουσα μόνον ένα πυροβολισμό, και είδα τον βαρύ αγριόχοιρο να πέφτει κάτω νεκρός.

 

Η σιγή πού επακολούθησε δεν μπορεί να κράτησε περισσότερο από ένα δευτερόλεπτο, και τότε όλοι οι αγριόχοιροι άρχισαν να διασκορπίζονται πανικόβλητοι προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ένας από τους αγριόχοιρους δεν μπορούσε να δραπετεύσει, και σκοτώθηκε από ένα βλήμα του Καντάρ.

 

Ο Βάργκα συνέχαιρε τον Χρουστσόφ λέγοντας του ότι είχε χτυπήσει Το πιο μεγάλο ζώο. Ο Χρουστσώφ δεν απάντησε για ένα ή δυο λεπτά. Μετά, κοιτάζοντας προς τον ουρανό, μουρμούρισε ότι δεν πίεσε καθόλου την σκανδάλη του όπλου του. Αργότερα μάθαμε τη «θλιβερή» Ιστορία: δεν ήταν του Χρουστσόφ η σφαίρα πού χτύπησε θανάσιμα τον αρχηγό της αγέλης, άλλα του Βάργκα. Η αγέλη είχε εξαφανιστεί, όμως, και δεν μπορούσαμε, να κάνουμε τίποτα πια.

 

Για να σπάσουμε κάπως τον πάγο, πήραμε τον Χρουστσόφ για μια βόλτα   στο   δάσος.     Αργότερα,   τυχαία βρέθηκε μπροστά σε μερικές χήνες, και — ευτυχώς! — κατάφερε να χτυπήσει μια από αυτές. Ο Χρουστσόφ καταχάρηκε με το απρόσμενο τρόπαιο πού του έπεσε στα χέρια και, επιπλέον, έλαβε καλές ειδήσεις από τη Μόσχα.

 

Ανέκδοτα για τον Στάλιν

 


Με το δείπνο, ο Χρουστσόφ, ανέκτησε την καλή του διάθεση. Βρήκε την φασολάδα εξαιρετική, και ήπιε αρκετό κρασί. Ευχαρίστησε τη μαγείρισσα και έπιασε την κουβέντα. Δεν ξέρω πώς ήρθε η συζήτηση στο Στάλιν, άλλα θυμάμαι ότι ο Χρουστσόφ υπογράμμισε το πόσο δύσκολη ήταν η επιβίωση για όσους δεν συμφωνούσαν απόλυτα με τις δικτατορικές απόψεις   του   Στάλιν.

 

Μίλησε με την ίδια «πίκρα» και για τον «επίτροπο Εξωτερικών Βιασισλάβ Μολότοφ», και στη συνέχεια είπε ότι «υπήρξαν, εν πάσει περιπτώσει, κι ορισμένα χιουμοριστικά στιγμιότυπα σε εκείνες τις σκοτεινές μέρες», οπότε εξιστόρησε το εξής ανέκδοτο :

 

«Όλα συνέβησαν τον Οκτώβριο του 1943, όταν οι υπουργοί Εξωτερικών της Βρετανίας και των Η.Π.Α., Άντονι Ήντεν και Κορντελ Χάλλ, επισκέφθηκαν τη Μόσχα για να έχουν συνομιλίες με τον Μολότοφ. Ύστερα από διήμερες συζητήσεις, για την τακτική πού θα έπρεπε να εφαρμόσουν ώστε να ηττηθούν οι Ναζί, οι τρεις άνδρες συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Μολότοφ. Στο τζάκι έκαιγαν μεγάλα ξύλα και η βοτκα είχε δημιουργήσει μια ζεστή ατμόσφαιρα. Η ατμόσφαιρα ήταν σχεδόν «σπιτικιά», καθώς οι τρεις γάτες του Μολότοφ χαϊδεύονταν πάνω στους καλεσμένους του. Στη μέση της πνευματώδους συζητήσεως, ο Μολότοφ έθεσε ξαφνικά μια απροσδόκητη ερώτηση. Ρώτησε τους Ήντεν καί Χάλλ άν ήξεραν «με ποιο τρόπο θά μπορούσε κανείς να αναγκάσει μια σιαμέζα γάτα να γλείψει   μουστάρδα».

 

Οι δυο υπουργοί "Εξωτερικών τα έχασαν.  Τότε  η  Αυτού Υψηλότης υπουργός των Εξωτερικών (της Βρετανίας) παρήγγειλε ένα κομμάτι ροζ - μπήφ. Το ροζ-μπήφ σερβιρίστηκε σ' ένα ξύλινο πιάτο. Ο Ήντεν έβαλε λίγη μουστάρδα πάνω στο μπιφτέκι και έβαλε τη γάτα κοντά στο πιάτο. Μόλις, όμως, η έντονη μυρωδιά της μουστάρδας έφτασε στα ρουθούνια της, η σιομιέζα εξαφανίστηκε οργισμένη. Επακολούθησε η προσπάθεια του γεμάτου αυτοπεποίθηση Χάλλ. Αντί για κρέας, ο Χάλλ παράγγειλε ψάρι. Έβαλε τη μουστάοδα μέσα στο ψάρι, με την ελπίδα ότι ή γάτα θα την αντιλαμβανόταν πολύ αργά. Ή γατούλα, όμως, αρνήθηκε να αγγίξει το πιάτο. Τελευταίος, προσπάθησε ο Μολότοφ, φορώντας τα γυαλιά του με το χρυσό σκελετό, πού τον έκαναν να μοιάζει περισσότερο με δάσκαλο παρά με «πρωτοπαλίκαρο» του Στάλιν. Ενήργησε αστραπιαία, αρπάζοντας τη  δύστυχη  γάτα από την  ουρά και βάζοντας μια μεγάλη κουταλιά μουστάρδας στα οπίσθια του ζώου. Ο επίτροπος έριξε τότε τη γάτα στο πάτωμα και, όπως μπορείτε να φανταστείτε κι εσείς, το άμοιρο ζώο, ενώ έσκουζε από το τσούξιμο, και στριφογύριζε γύρω - γύρω σαν τρελλό, άρχισε να γλείφει τη μουστάρδα». Όλοι ξέσπασαν σε γέλια, ειδικά όταν ο Χρουστσόφ υπογράμμισε:

 

«Έτσι, οι δύο υπουργοί Εξωτερικών  κατάλαβαν   με τι  τρόπο λειτουργούσε  ή   διπλωματία  του Στάλιν». Προσωπικά, έχω αμφιβολίες για το αν σι  Ήντεν  και  Χάλλ  αντιλήφθηκαν την υψηλή διπλωματία του Κρεμλίνου. Αυτό,   όμως,   δεν   ήταν   το   «ρεζουμέ» της ιστορίας.  Εκείνο που είχε σημασία   είναι   ότι   το   ανέκδοτο   μέσα   σε δύο   μέρες   κυκλοφορούσε   στους   δρόμους της   Βουδαπέστης.

 


Τέλος καλό, όλα καλά. Και πραγματικά. Το τελευταίο ποτήρι, με το αγαπημένο κόκκινο κρασί του Χρουστσόφ και το στρουντελ (γερμανικό γλυκό) ήταν έξοχα. Όταν φύγαμε από το αγρόκτημα κι επιστρέψαμε στη Βουδαπέστη, φροντίσαμε να ξεχάσουμε ότι ο Χρουστσόφ απέτυχε να πατήσει τη σκανδάλη την κρίσιμη στιγμή.

 

Η αφήγηση του Γιάνος Ραντβάνι δεν είναι απλώς μια περιγραφή ενός αποτυχημένου –ή μάλλον, παραπλανητικά επιτυχημένου– κυνηγιού. Είναι ένα πικρόχολο και συνάμα απολαυστικό στιγμιότυπο μιας εποχής όπου η πολιτική συχνά ντυνόταν με το προσωπείο της ανεμελιάς, για να καλύψει τις σκιές της ιδεολογικής έντασης και του παρασκηνίου. Ανάμεσα στα κυνήγια με τα γουρούνια, τις χήνες και τα ανέκδοτα με γάτες και μουστάρδα, αποκαλύπτεται η αληθινή ανθρώπινη διάσταση των πρωταγωνιστών της Ιστορίας – ένας κόσμος όπου το γέλιο λειτουργεί άλλοτε ως βαλβίδα εκτόνωσης κι άλλοτε ως αιχμηρό σχόλιο για την εξουσία.

 

Πηγή

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ