Translate -TRANSLATE -

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΑΣ ΥΜΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

 


Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΑΣ ΥΜΝΟΣ

ΚΑΙ Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης στάθηκε πραγματικά αυτός πού έδειξε το δρόμο προς την ελληνική ποιητική δημιουργία στον μετέπειτα Εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό. Και όχι μόνο αυτό. Υπήρξε ο πρώτος που στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» στις 21 'Οκτωβρίου 1825, επεξήγησε στους Έλληνες, τα βαθύτερο νόημα και τα ποιητικά χαρίσματα «του Ύμνου της Ελευθερίας».

Έγραφε τότε :

«Ενώ καθένα από τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης, διαβάζει εις την γλώσσαν του το ποίημα του ομογενούς μας κυρίου Σολωμού, ενώ τα κάλλη αυτού του ποιήματος έθελξαν των ξένων αναγνωστών την καρδίαν, και έπλεξαν φιλολογικόν στέφανον εις την κορυφήν του νέου ποιητού μας, είναι δίκαιον μοναχή η Ελλάς να μη γνωρίζει ό,τι δοξάζει το τέκνον της, και όσα εγράφησαν δι’ αυτήν την ιδίαν, ενώ μάλιστα είναι η τρίτη φορά όπου τώρα τυπώνονται ;

Επιχειρίζεται ο ποιητής να ύμνησει την Ελευθερίαν της Ελλάδος· ούτε από τους ουρανούς μας την κατεβάζει, ούτε με τα συνηθισμένα από την ποίησιν σύμβολα της θεότητος την χαρακτηρίζει. Η ελευθερία της Ελλάδος. συνενταφιάσθη μαζί με τους ήρωας της· όθεν τους τάφους ανοίγει και ο ποιητής, από τα εκεί θαμμένα ιερά κόκκαλα την εβγάνει και όλην Ελληνικήν την παρησιάζει :

Απ τα κόκκαλα βγαλμενη

τών Ελλήνων τα ιερά,

και σαv πρώτα  ανδρειωμένη

χαίρε, ω χαίρε, 'Ελευθέρια  

Δια σύμβολον, της οπλίζει το χέρι με κοφτερήν μάχαιραν, δια να εκδικηθεί τόσων αιώνων αδικοχυμένα ελληνικά αίματα και να ξεπλυθεί και η ίδια από τον μολυσμόν της δουλείας της :

Σε γνωρίζω από την κόψι

τον σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψι

πού με βία μετράει την γη.

 

Αφού χαιρετά, κατ' αυτόν τον προσφυή τρόπο την Ελευθερία, ο ποιητής εξετάζει τί ήταν η χθεσινή Ελλάς, και με τους ελεγειακούς της τόνους κινεί εις πάθος την καρδιά. Αισθήματα χαράς έπειτα δια μιας ξυπνά, και τον ενθουσιασμό της καρδιάς του τον ανάφτει και εις τα στήθη των άλλων, και τους ανοίγει ευθύς το θέατρον των σημαντικότερων άθλων της νέας Ελλάδος· τους φέρει πρώτον έμπροσθεν εις τα τείχη της Τριπολιτζάς, και τόσον-έντεχνα και ζωηρά ψάλλει τα συμβάντα αυτής της πόλεως, όπου ο ακροατής νομίζει, ότι βλέπει ζωντανή παράσταση της τραγικής εκείνης σκηνής. Ιδού η δείξη.

Τότε (λέγει) ανάφτει

του πολέμου  αναλαμπή

το τουφέκι ανάβει αστράφτει,

λάμπει, κόφτει το σπαθί.

 

'Ακούω κούφια τα  τουφέκια,

ακούω σμίξιμο σπαθιών,

ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,

ακούω τρίξιμο δοντιών.

 

Της σκηνής η ώρα,

ο τόπος, οι κραυγές, η ταραχή,

ο σκληρόψυχος ο τρόπος

του πολέμου oι καπνοί,

 

κι   οι βροντές, και το σκοτάδι,

όπου αντίσκοφτε η φωτιά,

επαράσταιναν τον άδη,

πού ακαρτέρειε τα σκυλιά.

 

Αυτοί δεν είναι λόγοι· είναι ζωγραφιά !

Πόσον προσφυής είναι ο τρόπος με τον οποίον ο ποιητής, επιχειρίζεται να δικαιολόγηση την τόσην σφαγή εκείνης της τρομερής ημέρας ! Τοποθέτει, ότι αναρίθμητοι ήσκιοι των αδικοφονευμένων Ελλήνων ανέβαιναν από τα σπλάχνα εις το πρόσωπον της γης, οι όποιοι χορεύοντες μεσ' τα πηκτά αίματα, βρυχίζοντες βραχνά και μανίζοντες εις το πλάϊ των Ελλήνων, έγγιζαν τα στήθη των πολεμιστών· αυτό το άγγισμα έδιωχναν από την Ελληνικήν καρδίαν κάθε αίσθημα λύπης, και κατ' αυτόν τα τρόπον

...αυξάνει του πολέμου,

ο χορός τρομακτικά,

σαν το σκόρπιαμα  του ανέμου

στου πελάου την μοναξιά.

Και πάλιν ο χορός του πολέμου αυξάνει, και πάντοτε εις αύξηση προχωρεί, έως εκεί που κλείνει η  σκηνή της Τριπολιτζάς   με τον ακόλουθο παιάνα :

Της αυγής δροσάτο αέρι

δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο

στων ψευδόπιστων  το αστέρι

φύσα, φύσα εις τον Σταυρό.

Από την Τριπολιτζά μεταβαίνει στην Κόρινθο εκεί άλλοτε παίζει την ήμερη φλογέρα, άλλοτε την πολεμική σάλπιγγα, ευτυχώς όμως πάντοτε και την μίαν και την άλλην. Έρχεται κατόπιν η πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822, και ιδού εις την φοβερήν ώρα της εφόδου, η ιερά θρησκεία, θυγατέρα του ουρανού, διαυθεντεύτρα και παρηγορήτρα των χριστιανών καταβαίνει, την ήμερα της ενανθρωπήσεως του θεού, να επισκεφτεί τον κινδυνεύοντα λαόν της, και βαστώντας τον Σταυρόν εις τα χέρι φιλά την Ελευθερία, την οποίαν ιδού πόσον θαυμάσια ο ποιητής μας την περιγράφει.

Μια τέτοια περιγραφή να είναι η εσπερινή και αυγινή προσευχή κάθε φιλελευθέρου :

A ! το φως, πού σε στολίζει

σαν ηλίου φεγγοβολή,

και μακρόθεν σπινθηρίζει,

δεν είναι, όχι, από την γη.

 

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη

χείλος, μετωπο,   οφθαλμό·

φως το χέρι, φως το πόδι,

κι   όλα γύρω σου είναι φως.

Τα θείον εκείνο φίλημα της Θρησκείας προς την Ελευθερία ενεργεί τα τεράστια εκείνης της ημέρας· η ποίηση γίνεται και αυτή θεία. Η φωνή της είναι εις κάποια μέρη φωνή προφήτου, και παντού ως ορμητικός χείμαρρος χύνει την δύναμη της και την χάριν της.

'Ακολουθούν έπειτα ύμνοι των θαλασσινών μας, του Πατριάρχου ο τραγικός θάνατος, τραγικά και φιλεκδικητικά γραμμένος, συμβουλή εις το έθνος εναντίον της αναθεματισμένης διχόνοιας,   και μια αποστροφή σφοδρότατη, εις το τέλος, προς τους Βασιλείς της Ευρώπης, έμπροσθεν των οποίων οι ανδρείοι της Ελλάδος στήνοντας τον Σταυρόν τους ερωτούν λέγοντες :

Τι θα κάμετε; θ' αφήστε

ν' αποκτήσωμεν εμείς

Λευτεριά, ή θα την λύστε

εξ’ αίτιας  Πολιτικής;

Τούτο αν ίσως μελετάτε

ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό.

Βασιλείς! ελάτε, ελάτε,

και κτυπήσετε  κι   εδώ.

 Και με το κτυπήσατε κι’ εδώ κλείνει θαυμάσια τα ποίημα.

Λυπούμαι ότι τα στενά όρια της εφημερίδος δεν με συγχωρούν να αναλύσω λεπτομερώς το ποίημα και με βιάζουν να παρατρέψω τόσας στροφάς, με τάς όποιας έπρεπε να υποστηρίξω τους ακολούθους λόγους μου. Από τα προ αιώνων θαμμένα κόκκαλα των προγόνων μας βγήκε ή ελευθερία, καθώς είδαμε, από των ιδίων προγόνων μας τους   κωφούς και   άφωνους τάφους   ξυπνά και ο Σολωμός την βαριά εκεί κοιμωμένη Μούσα. Παρόμοια με την προχθεσινή Ελλάδα εκείτετο και η ποίηση μας έως χθες, πτωχή και άδοξη· παρόμοια με την σημερινή Ελλάδα υψώνεται και αυτή τώρα και λαμπρύνεται.

Ο Ύμνος, περί του οποίου γίνεται λόγος λέγει ο ποιητής ότι δημιουργήθηκε τον Μάιο μήνα το 1823· είναι έως εκατόν εξήντα στροφές συνθεμένος από διάφορα μέρη, φαίνεται ένα, όλον μονομερές και τέλειο, και χωρίζοντας τον εις τα μέρη του ευρίσκεις καθένα από αυτά ένα όλον τέλειο. Το γυμνασμένο στην ποίηση αυτί ακούει εις αυτόν τον Ύμνο όλους τους τόνους της  ποιήσεως   και  η ποικιλία αυτή τον μαγεύει τόσον, ώστε θέλει να τον ακούσει όλον διά μιας.

Βάθος γνώσεως των κανόνων της υψηλής Λυρικής δείχνει ο ποιητής, όταν πηδά από μίαν υπόθεση εις άλλην. Η θερμότητα της καρδίας του αποφεύγει πάντοτε την ψυχρότητα της Μυθολογίας, και το ύψος των ιδεών του αποστρέφεται τους κοινούς τύπους της ποιήσεως.

Είναι γραμμένος εις την κοινότατη γλώσσα, εις την οποίαν είναι παράκαιρο να κάμω καμίαν κρίσιν, θέλοντας, κατά το παρόν, να αποφύγω τις συνηθισμένες δια την γλωσσά μας λογομαχίας· αλλ’ οποιαδήποτε και αν είναι καθενός η γνώμη, δίκαιον είναι να παρατηρηθεί, ότι ή ευρυχωρία της φαντασίας του ποιητή πλάτυνε και αυτά τα στενά όρια της στενής μας γλώσσας, την οποίαν και ανέβασε εις τα ύψη των ιδεών του.

Η αρμονία των στίχων θα φανεί νέα βέβαια εις την Ελληνική ακοή, και όχι αρεστή· αλλά δεν δυσκολεύομαι να ειπώ, ότι είναι τόσον περισσότερο ηδονική, όσον το αυτί του ακροατή είναι μουσικότερο. Αν δεν με απατά η ειλικρινής μου προς τον ποιητή φιλία, νομίζω ότι οι άξιοι αναγνώστες αυτού του Ύμνου θέλει τον κρίνουν δόξα της Ελλάδος, και θέλει ειπούν μαζί μου, ότι εις κανένα  καιρόν   και εις κανένα έθνος η ελευθερία   δεν ηύρε ψάλτη αξιότερο.

 ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ

ΠΗΓΗ:

 ΣΠ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ : ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 

 

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2024

ΣΠΥΡ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΝ. ΣΟΛΩΜΟΣ

 


ΣΠΥΡ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ    ΚΑΙ  ΔΙΟΝ. ΣΟΛΩΜΟΣ

Όσοι έχουν σκύψει με στοχασμό στη μελέτη του Σολωμικού έργου έχουν καταλήξει στα συμπέρασμα, ότι δεν θα υπήρχε εθνικός ύμνος και εθνικός ποιητής Σολωμός αν δεν βρισκόταν ο Σπυρίδων Τρικούπης να δείξει στον Ιταλομαθή ποιητή τον Ελληνικό Παρνασσό. Γιατί ο Διονύσιος Σολωμός άρχισε το φιλολογικό του στάδιο με ιταλικούς στίχους, μια πού είχε σπουδάσει στην Ιταλία και ήταν του συρμού της εποχής οι μορφωμένοι να γράφουν στην Ιταλική.

Ο Πολυλάς στα «Προλεγόμενα» πού θα αποτελούν για πολύν ακόμα καιρό κλασσικά εισαγωγικό κείμενο στο Σολωμικό έργο, γράφει σχετικά με τα ζήτημα αυτό «...Όθεν (περί τα τέλη του 1822) ο Τρικούπης έφθασε εις Ζάκυνθον, καλεσμένος από τον αείμνηστο Λόρδο Γκίλφορδ, και επισκέφτηκε τον Σολωμό, ο ποιητής δεν του εξεφώνησε τους απλοελληνικούς στίχους του, άλλα την ιταλική Ωδή Per Prima Messa την οποία είχε συνθέσει ακόμη ευρισκόμενος στην Ιταλία. Ο Τρικούπης του παρατήρησε ότι ο προορισμός του ήταν, όχι να λάβει μίαν λαμπρή θέση εις τον ιταλικό Παρνασσό, άλλα να βγει θεμελιωτής νέας φιλολογίας».

Ο Παλαμάς βιογραφώντας τον Σπυρ. Τρικούπη στην τετάρτη έκδοση της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως γράφει ότι είπε ο Πολυλάς :  «Σ' αυτόν (τον Τρικούπη) χρωστούμε κατά μέγα μέρος το Σολωμό, καθώς είναι αυτός, πού τον έπεισε, παρατώντας τα ιταλόγλωσσα σχέδια του, να γράψει στα ελληνικά, και να ανεβάσει τη δημοτική στην περίοπτη θέση πού γνωρίζουμε».

Πια εύγλωττα και ξεκαθαρισμένα για το ζήτημα αυτό μιλάει ό ίδιος ο Τρικούπης σ’ ένα του γράμμα, πού είχε στείλει το 1859 στον Πολυλά, πού του ζητούσε σχετικές πληροφορίες για το Σολωμό.

«... Παραλείπω να σας μιλήσω για το   χαρακτήρα του   ποιητή.   Δεκαπέντε χρόνων φιλικές σχέσεις μαζί του σας επέτρεψαν να τον εκτιμήσετε κατά βάθος.

Θεωρώ επίσης περιττό να σας μιλήσω για τη νεότητα του   και τη   μόρφωση του. Ο αδελφός του είναι σε θέση και καλύτερα από κάθε άλλον να σας διαφώτιση στο ζήτημα αυτό. Περιορίζομαι λοιπόν σε μερικές περίεργες πληροφορίες, που συνετέλεσαν να τον κάμουν ν’ ακολουθήσει τη γλωσσά μας στα αθάνατα ποιήματα του.

Προτού φύγει από την Αγγλία για την Επτάνησο το 1823, ο λόρδος Γκίλφορδ, πού δεν ασχολείτο λιγότερο για την πολιτική τύχη της Ελλάδος παρά για τη φιλολογική της αναγέννηση και βρισκόταν σ' εμπιστευτικές σχέσεις για τα ελληνικά ζητήματα με τον περίφημο Γεώργιο Κάνιγκ, με κάλεσε να πάω να τον ιδώ στην Κέρκυρα ή στη Ζάκυνθο. Το όνομα του Σολωμού ήταν εκεί τότε στα στόμα όλου του κόσμου. Μιλούσαν για το ποιητικό του ταλέντο, την ακοινωνησία του και την εκκεντρικότητα του. Ζούσε στην έξοχη και δεν δεχόταν κανένα.

Ένας φίλος, στον οποίο είπα την επιθυμία μου να ιδώ ένα τόσο σημαντικό πρόσωπο, μ' είχε συμβουλεύσει να μη του μιλήσω, αν είχα την τιμή να με δεχτεί, παρά μόνο για ποίηση. Συντροφευμένος από το Λεκατσά, πήγα στην εξοχή του και με καλοδέχτηκε, χάρη στη συνομιλία μου μ' αυτόν για τους Άγγλους, ποιητές, που εκείνος θαύμαζε, όπως κι' εγώ. Την άλλη μέρα ήρθε εξεπίτηδες στην πόλη για να μου ανταποδώσει την επίσκεψη και πάνω στην κουβέντα μου απάγγειλε μία Ωδή του, γραμμένη ιταλικά με θέμα την πρώτη Μετάληψη...

Ο Σολωμός παρατήρησε ότι, αφού άκουσα την Ωδή, έμεινα σκεφτικός και  άφωνος και με ρώτησε τι σκεφτόμουν.

—Το ποιητικό σας ταλέντο, του είπα, θα σας εξασφάλιση καλή θέση στον ιταλικό Παρνασσό, μα οι πρώτες θέσεις εκεί έχουν πιαστεί. Ο Παρνασσός της νεώτερης Ελλάδος δεν απέκτησε ακόμη τον Δάντη της.

Σ' ερώτησή του, του εξέθεσα την κατάσταση της γλώσσας και της φιλολογίας μας.

—Δεν ξέρω ελληνικά, μου είπε. Πως θα μπορούσα να επιτύχω ;

Πράγματι δεν ήξερε παρά ατελέστατα τη γλώσσα του σπιτιού (le langage Lamilier).

—H γλώσσα, του απάντησα, πού βυζάξατε μαζί με το γάλα της μάνας σας είναι η ελληνική. Δεν έχετε παρά να την ξαναφέρετε στην μνήμην σας κι αν το επιτρέπετε, θα σας βοηθήσω σε αυτό όσο μπορώ κατά το διάστημα που θα μείνω στην Ζάκυνθο, διάστημα πού θα παραταθεί, κατά τις τελευταίες μου πληροφορίες, γιατί ο Λόρδος Γκίλφορδ δεν θα έλθει τόσο γρήγορα. Δεν πρόκειται του πρόσθεσα ούτε για την τόσο δύσκολη φιλολογική γλώσσα,   ούτε για τη γελοία μακαρονική, άλλα για τη μητρική σας και ζωντανή γλώσσα.

Βλέποντας πώς το φιλότιμό του έπαιρνε φωτιά, οικονόμησα την ίδια ήμερα ένα αντίτυπο των «Ωδών» του Χριστόπουλου. Από την άλλη ημέρα αρχίσαμε τη δουλειά και για μερικούς μήνες περνούσαμε την μέρα μαζί και δεν ασχολούμεθα παρά με την ελληνική γλώσσα.

Δεν είχε περάσει μια βδομάδα από την πρώτη συνομιλία μας κι’ ο Σολωμός   με   ξάφνιασε,   απαγγέλλοντας   μου   ένα   τραγούδι   πού   είχε   γράψει ελληνικά :

Την είδα την ξανθούλα,

την είδα 'ψες αργά,

πού εμπήκε στη βαρκούλα

να πάει στην ξενιτειά.

Ήταν η πρώτη του σύνθεση σ' αυτή τη γλώσσα.

Αμέσως όλοι την τραγουδούσαν στη Ζάκυνθο κι' ένα βράδυ πολλοί συμπολίτες του πήγαν και την τραγούδησαν κάτω από τα παράθυρα του. Κι’ αυτό πολύ τον συγκίνησε.

Σε λίγες μέρες άρχισε μία Ωδή στην ελευθερία και την τελείωσε σε λίγο καιρό. Δεν ήταν άνθρωπος για να συμβουλεύεται τη γραμματική, ούτε ν' ανοίγει λεξικό. Τού έλειπαν οι λέξεις κ' οι λίγες πού κατείχε δεν του χρησίμευαν παρά για να μεταφέρει ελληνικά τις ιδέες πού είχε συλλάβει ιταλικά».

Αυτά γράφει ο Τρικούπης —του οποίου η «ειλικρίνεια αποτελούσε το πρώτο κόσμημα της ψυχής και την πρώτην αρετήν» σύμφωνα με όσα είπαν όσοι τον νεκρολόγησαν στα 1873, ήμερα πού ενταφιάσθηκε,— και δεν μπορεί παρά έτσι να είναι, παρ' όλα, τα τραβηγμένα σοφίσματα μερικών «Σολωμιστών», οι οποίοι θέλουν να υποστηρίξουν, ότι ο Σολωμός είχε διαλέξει μόνος το δρόμο πού έπρεπε να ακολουθήσει αλλά είχε μερικούς δισταγμούς. «Αυτούς τους δισταγμούς του ήλθε να εξαφανίσει ο Τρικούπης με τις οδηγίες του και την πρακτική συνδρομή του στη μελέτη της δημοτικής Ελληνικής γλώσσας. Έγινε δηλαδή ο δάσκαλος και οδηγός του σ' ένα δρόμο στον οποίο ο Σολωμός είχε ήδη μπει προτού φτάσει ο Τρικούπης στη Ζάκυνθο».

Νομίζω ότι οι απόψεις αυτές είναι εξεζητημένες και η ελληνικότητα του Σολωμού κατά τίποτε δεν μειώνεται ούτε με την αμάθεια της ελληνικής γλώσσας στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του, ούτε με την μη ένοπλη δράση του στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821.

Ο Τρικούπης στάθηκε πραγματικά αυτός πού έδειξε το δρόμο του ελληνικού Παρνασσού στον «διστάζοντα» ιταλομαθή Σολωμό. Και όχι μόνο αυτό. Αισθάνθηκε πλατειά όλο το μεγαλείο της δημιουργίας του και είναι ο πρώτος που στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» 21 'Οκτωβρίου 1825, επεξήγησε στους Έλληνες, τα βαθύτερο νόημα και τα ποιητικά χαρίσματα «του Ύμνου της Ελευθερίας». 

ΠΗΓΗ:

 ΣΠ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ : ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΟΝ «ΓΕΡΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»

 


ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΟΝ «ΓΕΡΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»

Του ΔΗΜ. ΨΑΘΑ (+)

Ήμουν, προφανώς, ο τελευταίος, πού είχε φτάσει στη συγκέντρωση εκείνη — τόσο καθυστερημένος — κι' ύστερα απ' τις χαιρετούσες, τα εγκάρδια «καλωσορίσματα» του Παπανδρέου και τα «καλώς σάς βρήκα», τα δικά μου, με κύκλωσαν όλοι, διψαλέοι για να μάθουν νέα και ιδιαίτερα ο αρχηγός  του  Κέντρου:

—Έλα, επί τέλους, φίλτατε, κάθισε να μάς πεις τί γίνεται!  Τί έμαθες; Τί νέα μάς φέρνεις;

Όπως μου εξήγησαν, ήταν φερμένοι όλοι εκεί, από τις δυο το πρωί — μερικοί λίγο αργότερα —   και δεν ήξεραν για τί είδους «κίνημα» επρόκειτο και ποιοι ήσαν οι αρχηγοί του. Τους είπα λεπτομερώς τα όσα είχα ακούσει απ’ το ραδιόφωνο, προσθέτοντας ότι στις ανακοινώσεις για την αναστολή του Συντάγματος, δεν αναφερόντουσαν ονόματα, άλλα μόνο αορίστως «το "Υπουργικόν Συμιβούλιον» και «ο βασιλεύς». Εν συμπεράσματι δε εξέφραζα την γνώμη άτι — δεν συζητείται — επρόκειτο σίγουρα για «κίνημα» της ΕΡΕ, για την, προετοιμασία του όποιου άλλωστε, τόσος λόγος γινόταν τις προηγηθείσες μέρες. Γέλασε ο «Γέρος»:

— Ξέρεις, φίλτατε, ποιοι κρατούνται, όπως ημείς, στον απέναντι θάλαμο; Είναι ο υπουργός της Εθνικής Αμύνης Παραληγούρας, ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως Γεώργιος Ράλλης, ο ύφυττουργός Προεδρίας του πρωθυπουργού Κανελλοπούλου, Κωνσταντίνος Ράλλης και πολλοί άλλοι μεταξύ των οποίων  και  ο Ανδρέας!

—Ανδρέας., κ. πρόεδρε;  Ποιος Ανδρέας;

—Ό... υιός   μου!   Ποιος  άλλος;

Κατάπληκτος εγώ! Ό Άνδρέας μετά του... Παπαληγούρα και μεθ' ημών ο... Μανώλης Γλέζος; Γιατί στην «παρέα» την δική μας περιλαμβανόταν και αυτός, μαζί με τον αποστάτη Μητσοτάκη, τον Κατσώτα, πατέρα και υιόν, τον δημοσιογράφο Δημήτρη Πουρνάρα, τον πατέρα του κ. Πάνου Κόκκα της «Ελευθερίας» — πού συνελήφθη σπασμωδικά, μη ευρεθέντος τού ιδίου — όπως και ο Γιώργος Ανδρουλιδάκης της ίδιας εφημερίδας. Τί είδους «κίνημα» ήταν τούτο; Και από ποιους προερχόταν η διαταγή της αλλόκοτης τούτης σύναξης των συλληφθέντων;

Βρισκόμαστε σε στρατιωτικό θάλαμο του καταυλιαμοΰ του «συγκροτήματος τεθωρακισμένων»— στο επάνω πάτωμα — με τα παράθυρα κλειστά και φρουρούς στρατιώτες με εφ' όπλου λόγχη —   ακόμα και μέσα στον θάλαμο — και καθώς έβλεπα όλους με πυτζάμες, πλην τού αρχηγού τού Κέντρου, νόμιζα ότι ετοιμαζόντουσαν να ξαπλώσουν, στα πέρα για πέρα, κατά μήκος τού θαλάμου, στρωμένα, άδεια στρατιωτικό κρεβάτια.

Οι πυτζάμες, ωστόσο — όπως μου εξήγησαν —δεν είχαν την έννοια του... ξαπλώματος, άλλα τού... ξεσηκώματος, γιατί έτσι τους είχαν φέρει όλους, άρον - άρον απ’ τα κρεβάτια των σπιτιών τους, στις δύο το πρωί, όπως είπα, εν σπουδή, χωρίς να τους αφήσουν να πάρουν μαζί τους τίποτα, ούτε  καν ένα  κοστούμι.

—'Εσείς, κ. πρόεδρε, όμως;... Σας βλέπω ντυμένον...

Χαμογέλασε   ο   Παπανδρέου:

—Εμένα, φίλτατε, συνέβη ως έξης: Εκοιμόμουν βαθιά όταν έξύπνησα από ένα θόρυβον.  Άνοιξα τα μάτια μου και βλέπω ξαφνικά επάνω απ’ το κρεβάτι μου ένα λοχαγό εν στολή, μαύρον την θέαν, που κρατούσε ένα πιστόλι και μού έλεγε με προφανή εκνευρισμόν: «Σηκωθείτε, κ. πρόεδρε! Σηκωθείτε γρήγορα, κ. πρόεδρε»! 'Ίσως ήταν μαύρος ή πολύ μελαψός, ίσως μου εφάνη έτσι, καθώς είχα τόσον απότομα ξυπνήσει. Η πρώτη σκέψις πού έκανα ήταν: «θα με εκτέλεση!». 'Αλλά εκείνος... δεν με εκτελούσε! Εκρατούσε μόνον το πιστόλι και επαναλάμβανε: «Γρήγορα, κ. πρόεδρε! Σηκωθείτε, κ. πρόεδρε»! Η εντύπωσις πού εσχημάτισα ευθύς αμέσως ήτο ότι εκείνος... εφοβείτο περισσότερον από έμενα! «Στάσου, παιδί μου, του έλεγα, να ντυθώ, τουλάχιστον, να βάλω τα παπούτσια μου!». Εσηκώθηκα απ’ το κρεβάτι μου και άρχισα να ντύνομαι, ενώ ο άνθρωπος μου αγωνιούσε συνεχώς και μού επαναλάμβανε σπασμωδικά «γρήγορα, κ. πρόεδρε, γρήγορα, κ. πρόεδρε»! 'Αλλά εγώ, όταν αντελήφθην οτι δεν είχε εντολήν να με εκτέλεση, ησύχασα, εντύθηκα με όσην άνεσιν επέτρεπε η περίστασις, η οποία οπωσδήποτε δεν ήταν ιδεώδης για να φτιάξη κανείς εξαιρετικά επιμελημένην τουαλέταν! Όταν, λοιπόν, έβαλα και τις κάλτσες και τα παπούτσια μου, του είπα του άνθρωπου μου ότι ήμουν εις την διάθεσίν του και τότε μόνον είδα την ανακούφισιν, ζωγραφισμένην εις το πρόσωπο του. Με ωδήγησεν εις το αυτοκίνητον πού έπερίμενε, και έφθασα εδώ, υπό συνοδείαν και άλλων.

  Και πώς αισθάνεσθε τώρα, κ. πρόεδρε; τον ρώτησα.

  Να σας πω, φίλτατε. Ειλικρινώς σας λέω, ότι ήμουν αδιάθετος από γρίππην. Όλη αύτη η ιστορία, όμως, με... εθεράπευσε. Αισθανομαι... περδίκι!

Και  πραγματικά ήταν  τόσο  ευδιάθετος,   όσο στην κανονική ζωή του.

—Εφάγατε, κ. πρόεδρε;

— Φακές. Είναι Παρασκευή. Το στρατιωτικόν συσσίτιον της ημέρας. Εσύ δεν Έφαγες; Να σου κάνω το τραπέζι...

Και μου παράγγειλε το γεύμα...                                            

Πηγή

Εφημερίδα τα ΝΕΑ 22.4.1972