Translate -TRANSLATE -

Πέμπτη, 29 Απριλίου 2021

Μεγάλη Πέμπτη στ' Αργοστόλι του 1923

 

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΑΡΓΟΣΤΟΛΙ 1923


«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου»

Κάποιες φορές, σε αναρτήσεις μου των ημερών, ανατρέχω στο βιβλίο του σπουδαίου λαογράφου Δημήτρη Λουκάτου τα «Πασχαλινά και της Άνοιξης» και απολαμβάνω την, με απόηχο Παπαδιαμάντη, γραφή του Λουκάτου που με συνεπαίρνει.

Μεγάλη Πέμπτη  λοιπόν απόψε, ας βαδίσουμε νοερά προς κάποια εκκλησία, υπακούοντας στο πένθιμο κάλεσμα της καμπάνας, για να ακούσουμε τα Δώδεκα Ευαγγέλια. Να θυμηθούμε τις φυσιολογικές μέρες που πέρασαν ανεπιστρεπτί, τότε που οι κοπελιές έπλεκαν τις λευκές βιολέτες σε στεφάνια ή έσμιγαν τις ολόφρεσκες γαρδένιες σε κύκλο ευωδιάς για να τις απιθώσουν, ευλαβικά, στα πόδια του Σταυρού του Μαρτυρίου.

Καλύτερα όμως ας αφήσουμε τον Δημήτριο Λουκάτο να μας σεργιανίσει στο Αργοστόλι του 1923, σ' ευλαβικό περίπατο - προσεισμικό, όπως το λέει- στον κόσμο των παιδικών του χρόνων, τότε που εκείνος ήταν «παπαδάκι» -«μαθητάδες» τα λέγανε- κι ο πατέρας του ο Σωτήρης ο καλύτερο ψάλτης...

Μεγάλη Πέμπτη στ' Αργοστόλι

...«Είμαστε τέσσαροι "μαθητάδες" που βοηθούσαμε τον παπά Λαγγούση. Εκτός από την εύνοια του παπά -γράφει ο Δημ. Σ. Λουκάτος- είχα και το θάρρος του πατέρα μου, που ήταν ψάλτης εκεί. Εκείνο λοιπόν τ' απόγευμα ετοιμάσαμε την εκκλησιά για τα «Δώδεκα Ευαγγέλια» με πάστρα και με φροντίδα. Σουρούπωνε πια κι ακούαμε τον κόσμο που μαζευόταν στο λιθόστρατο ή χτυπούσε τις πόρτες αδημονώντας. Ήταν καιρός ν' ανοίξουμε. Η ακολουθία άρχιζε στις οκτώ το βράδυ. Ο κόσμος γέμιζε πάντα "πήχτρα" την εκκλησιά. Εμείς οι "μαθητάδες" τρέχαμε από 'δω κι από 'κει να προλάβουμε ένα σωρό δουλειές.

Είχαμε να παραλαίνουμε τα κεριά και τα «φιόρα» που έφερναν οι ενορίτισσες για το Σταυρό -χύμα λουλούδια κι όχι στεφάνια- είχαμε να σβήνουμε τα κεριά των πολυελαίων, που ξελαμπάδιζαν, είχαμε να κουβαλάμε καρέκλες στις ηλικιωμένες κυρίες και στους γέροντες που δεν βρήκαν στασίδι.

Ο παπά Λαγγούσης ήταν σκυμμένος διαρκώς πίσω από τις τρύπες του ξυλόγλυπτου τέμπλου και από 'κει παρακολουθούσε την κίνηση του εκκλησιάσματος. Κάθε τόσο μου φώναζε:

— Μίμη, καρέκλα τση σιόρα-Μπάρμπαρας.

— Μίμη, η κυρία Αντζόλα.

— Μίμη, ο γιατρός ο Μικελώτος.

Κι όλο έτρεχα να στείλω ή να κουβαλήσω από μια καρέκλα στις προσωπικότητες που μου παράγγελνε. Ευτυχώς είχαμε κάμει από νωρίς προμήθεια από το καφενείο του "Τσαμεναράκη" και έτσι περίσσευαν για να περιποιηθώ και εγώ ιδιαίτερα τις μητέρες των γνωστών μου κοριτσιών.

...Το καλλιτεχνικό γεγονός, για όλες τις εκκλησιές τ' Αργοστολίου, ήταν απόψε το ψάλσιμο του «Σήμερον κρεμάται». Ιδιαίτερα στο Σωτήρα, όπου θα το 'λέγε ο πατέρας μου, ο κόσμος ξεσηκωνότανε και ερχόταν από νωρίς να πάρει θέση. Άνθρωποι που δεν πατούσαν άλλοτε στην εκκλησιά, έφταναν εκείνο το βράδυ ως το κατώφλι της πόρτας της και περίμεναν...

Μεγαλόπρεπη και κατανυχτική σκηνή.

Ο παπά Λαγγούσης έβγαινε με τον Σταυρωμένο στα χέρια του στην Ωραία Πύλη και εκεί στεκόταν ακίνητος, αμίλητος, σεμνός. Είχαμε σβήσει γύρω τα άλλα φώτα της εκκλησιάς και απόμεναν μονάχα, πίσω από τις πλάτες του, τ' αναμμένα κεριά της αγια-Τράπεζας, που δίνανε υποβλητική γραμμή στη σιλουέτα του. Κάτου από τα σκαλοπάτια του "σολέα", ακριβώς αντίκρυ από τον παπά, είχε κατέβει και στεκόταν ο πατέρας μου τριγυρισμένος από πλήθος ισοκράτες, βαθύφωνους και τεχνικούς. Περίμενε λίγο και ύστερα, μέσα στην απόλυτη σιγή, άρχιζε πάνω στο βαθύ ισοκράτημά τους, γλυκά, συγκρατημένα και μελοδραματικά τους πρώτους στίχους του «Σήμερον κρεμάται»... Οι λέξεις του Πάθους αποδίνονταν με τη σημασία τους. Πόσο παραστατικά έψαλλε ο πατέρας μου το "περιτίθεται", το "ράπισμα", το "λόγχη", το "εν νεφέλαις"! Εκτός από τη γλύκα της φωνής του είχε και τέχνη ηθοποιού, καθώς έψαλλε. Γι' αυτό όλοι τον άκουγαν συνεπαρμένοι, και όταν τέλειωνε, πήγαιναν πολλοί και τον φιλούσαν. "Να ζήσεις, Σωτηράκη μας"! Οι γυναίκες κάτου στα Κατηχούμενα δάκρυζαν από το ψάλσιμό του και ύστερα συγχαίρονταν για λογαριασμό του τη μητέρα μου: "Ο θεός να σου τόνε χαρίνει, σιόρα Χαρίκλεια".

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: