Translate -TRANSLATE -

Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2021

Ο χρυσός του Παγγαίου και τα κοσμήματα της Αμφίπολης


Ο χρυσός του Παγγαίου και τα κοσμήματα της Αμφίπολης

 

Του ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΛΑΖΑΡΙΔΗ Αρχαιολόγου

 

Από τα πιο όμορφα, τα πιο γραφικά βουνά της Ελλάδος είναι αναμφισβήτητα το Παγγαίο. Στημένο από τη φύση στη μέση της πιο αξιόλογης πεδιάδας της Αν. Μακεδονίας υψώνεται γεμάτο ομορφιά και μεγαλείο, χωρίς να συσκοτίζει τίποτε τη γραμμή του περιγράμματος του με όγκους γεμάτους πλαστική έκφραση, με τόνους πού συνθέτουν μουσική αρμονία, με χρώματα και φωτοσκιάσεις όλο ευαισθησία και ποίηση. Και οι κορυφές του, καθώς προβάλλονται στη γαλανή απεραντοσύνη του Ουρανού μας, άλλοτε μενεξεδένιες, ρόδινες ή γεμάτες αναλυτό χρυσάφι, άλλοτε ολόλευκες, χιονισμένες κι άλλοτε πάλι σκεπασμένες με βαριά σύννεφα, ασκούν στην ανθρώπινη ψυχή μια γοητεία γεμάτη μυστικισμό.

Στις πλαγιές και τις ρεματιές του, τις δασωμένες με οξιές, καστανιές, έλατα, δρύς και πλατάνια, σε πολύ παλιά χρόνια συγκροτήθηκαν οι πρώτοι διονυσιακοί θίασοι με τις έξαλλες μαινάδες και τους γεμάτους ζωική δύναμη Σιληνούς, πού στο κρασί, το χορό και την έκσταση, ζήτησαν τη λύτρωση και την επικοινωνία με τον Θεό. Και ακόμα εδώ πλάστηκαν οι πρώτοι μύθοι για την αθανασία της ψυχής. Πιο υπέροχη φυσική σκηνογραφία δεν θα μπορούσε να βρει ο Θεός της Θράκης, ο Διόνυσος, για να στήσει το  Ιερό και το Μαντείο του.

 


 

Πανάρχαιοι μύθοι και λατρείες, γοητευτικές παραδόσεις και διηγήσεις, ονόματα βασιλιάδων, ηρώων και μυθικών μορφών, αλλά και πλήθος από Ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα είναι στενά δεμένα με το Παγγαίο, έτσι πού να το έχουν εντάξει στο κέντρο τού αρχαίου ελληνικού κόσμου, της μυθολογίας και της ιστορίας του. Και εδώ ο μεγαλύτερος ιστορικός του κόσμου, ο Θουκυδίδης, εξόριστος από την Αθήνα, έγραψε την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας, έτσι πού να γίνει "κτήμα εσαεί" όλης της ανθρωπότητας.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η φύση θέλησε να προικίσει το βουνό και με πλούσια μεταλλεία ευγενών μετάλλων πού έκαναν περίφημο τ' όνομα του σ' όλο τον αρχαίο κόσμο. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, πρώτος ανακάλυψε το χρυσάφι του Παγγαίου ο βασιλιάς της Φοινίκης Κάδμος κι εδώ δημιούργησε τους θησαυρούς του. ' Η φήμη αυτών των μεταλλείων προσέλκυσε τους Θασίους πρώτα, τους τυράννους των Αθηνών Πεισίστρατο και Μιλήτου Ιστιαίο έπειτα, πού και οι δύο τους ήρθαν εδώ για να αποκτήσουν πλούτη. Ο Θουκυδίδης αργότερα έχει ένα πλούσιο μεταλλείο στην περιοχή της Σκαπτής Ύλης άπ' όπου καταγόταν η πολύ πλούσια γυναίκα του.

Ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Θεόφραστος και ο Στράβων αναφέρουν συχνά τα μεταλλεία του Παγγαίου. Οι Θάσιοι από την εκμετάλλευση τους έφτασαν να έχουν μια πρόσοδο 200-300 τάλαντα το χρόνο. Στο τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα στους καταλόγους των θησαυρών της Αθηνάς, στην Ακροπολη των Αθηνών, αναφέρονται "φθοΐδες χρυσίο Σκαπτησυλικού", πού κάποιος θεοσεβής βασιλιάς της Θράκης ή ιδιώτης αφιέρωσε στην Αθηνά, σαν απαρχή της εργασίας του. Στα ευγενή αυτά μέταλλα, γνωστά από πολύ παλιά χρόνια, οφείλεται το γεγονός ότι στην περιοχή του Παγγαίου κυκλοφόρησαν μερικά από τα πιο παλιά νομίσματα της αρχαίας   Ελλάδας.

 


 

Στα χρόνια του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου ανακαλύφτηκαν στην περιοχή των Φιλίππων νέα χρυσωρυχεία τα Ασυλα. Με την εντατική τους εκμετάλλευση ο Φίλιππος απέκτησε μια τεράστια, σχεδόν μυθική, πρόσοδο από 1000 τάλαντα χρυσού τον χρόνο. Τότε κυκλοφόρησε το περίφημο χρυσό του νόμισμα, τους φιλίππειους στατήρες του, έξοχα έργα τέχνης και περίφημα για την καθαρότητα του μετάλλου. Οι φιλίππειοι έγιναν αμέσως το πιο επίσημο διεθνές νόμισμα, πού εξετόπισε τους δαρεικούς των Περσών και δημιούργησε φίλους των Μακεδόνων σε όλες τις αρχαίες πόλεις.

Ένας τέτοιος πλούτος ευγενών μετάλλων δεν ήταν δυνατόν να μη χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή κοσμημάτων, από τα πολύ παλιά χρόνια, τα αρχαϊκά ως την ελληνιστική εποχή. Τα τελευταία χρόνια με τις ανασκαφές ή τις τυμβωρυχίες ήλθαν στο φως της ημέρας πλήθος από κοσμήματα, πού βρέθηκαν σε διάφορες πόλεις ή θέσεις της Αν. Μακεδονίας και της Θράκης, τα Άβδηρα, την Οισύμη, τη Γαληψό, τους Φιλίππους, τη Νικήστανη και προπαντός στην ' Αμφίπολη.

 



 Οι θρησκευτικές δοξασίες των αρχαίων Ελλήνων επέβαλαν να βάζουν στους νεκρούς τους τα κοσμήματα, τα στεφάνια και διαδήματα, τα αγγεία και τα προσωπικά αντικείμενα, πού χρησιμοποιούσαν στη ζωή τους και αυτά πού θα χρειαστούν στην πέρα από τον τάφο ζωή, πού θα συνεχιζόταν πολύ πιο όμορφη στη γη των Μακάρων και στα Ηλύσια Πεδία. Και στις δοξασίες αυτές οφείλουμε ένα μεγάλο μέρος από τους θησαυρούς των Μουσείων μας. Εργαστήρια τορνευτικής και χρυσοχοΐας θα πρέπει να υπήρχαν πολύ πιθανώς  σε περισσότερες πόλεις της Μακεδονίας. Οπωσδήποτε ένα τέτοιο εργαστήριο υπήρχε στην Αμφίπολη, την πόλη πού έχτισαν οι Αθηναίοι το 437 π.Χ. στους πρόποδες του Παγγαίου, κοντά στις εκβολές του Στρυμόνα. Εκεί τα τελευταία χρόνια ανασκάφτηκε ένα μεγάλο νεκροταφείο. Μέσα στους τάφους, βρέθηκαν θησαυροί από κοσμήματα, τεχνουργήματα επιδέξιων χεριών, πού εκτίθενται τώρα στο Μουσείο Καβάλας. Πολλά από τα κοσμήματα αυτά είναι αληθινά αριστουργήματα, πού προκαλούν τον θαυμασμό μας. Στο εργαστήριο των χρυσοχόων, οι άξιοι τεχνίτες δούλευαν το χρυσάφι, έτσι πού γινόταν λεπτό έλασμα για να δεχτεί την έκτυπη παράσταση ή τη διακόσμηση, γινόταν λεπτό σύρμα (φιλιγκράν) ή κοκκίδες για τις λεπτομέρειες της διακοσμήσεως, γινόταν λεπτή αλυσίδα. Οι πολύτιμες πέτρες στα δακτυλίδια, τα σκουλαρίκια, τα στεφάνια, τα περιδέραια και τα μπρελόκ με τις παραστάσεις, τα χρώματα και τη λάμψη τους αύξαιναν την καλλιτεχνική άξια των κοσμημάτων.

Βρέθηκαν πολλά στεφάνια με φύλλα μυρσίνης, ελιάς ή δρυός και διαδήματα επίσημων άντρων ή νικητών σε αγώνες. Σε ένα διάδημα υπάρχει παράσταση Δωδεκαθέου, ενώ ένα άλλο έχει το γνωστό κόσμημα, τον κόμβο του Ηρακλέους, στολισμένο με μικρούς ρόδακες. Μεγάλος είναι και ο αριθμός των σκουλαρικιών. "Έρωτες, Νίκες, Σφίγγες, κεφάλια από λιοντάρια ή αίγαγρους και φυτικά κοσμήματα είναι τα συνηθισμένα διακοσμητικά θέματα. Τα περιδέραια έχουν λεπτές αλυσίδες, άπλες ή πολλαπλές με κάποιο κόσμημα στα άκρα τους. Άλλα έχουν στρογγυλά ελάσματα με απεικονίσεις μορφών ή μελισσών ή χρυσές χάντρες. Και φυσικά για το ταξίδι του νεκρού στην Αχερουσία λίμνη δεν ξεχνούσαν να βάλουν και τον οβολό.

«Αινίγματα του Σύμπαντος» 1978

Δεν υπάρχουν σχόλια: