Translate -TRANSLATE -

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2021

Η ΣΟΦΙΑ ΑΠ' ΤΟ ΜΟΧΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

 


 Η ΣΟΦΙΑ ΑΠ' ΤΟ ΜΟΧΟ

Γράφει η Ιωάννα Σφακιανάκη

Ο Μοχός είναι μεγάλο χωριό της επαρχίας Πεδιάδας του Δήμου Χερσονήσου, που βρίσκεται πάνω από τη Σταλίδα, σε υψόμετρο 400 μ. στη δυτική άκρη σε γόνιμη αλλά άνυδρη πεδινή έκταση, κατάφυτη από ελαιώνες και αμπελώνες. Απέχει από το Ηράκλειο 45,8 χλμ.

Η ετυμολογία του τοπωνυμίου είναι άγνωστη. Στις βενετικές απογραφές αναφέρεται με το όνομα Mogho, με πρώτη αναφορά το 1387. Άλλοι υποστηρίζουν πως προέρχεται από τον Ιμπραήμ Μόχογλου ή από τον «μυχό» επειδή κάποτε η Σταλίδα υπήρξε λιμάνι του Μοχού.

Η ιστορικός Πόπη Αποστολάκη πάλι, θεωρεί τα παραπάνω παρερμηνείες και γι’ αυτό προτείνει τη σύνδεση του ονόματος του Μοχού( ο Μοχός), με το όνομα του φιλοσόφου από την Σιδώνα Μόχου. Ο φιλόσοφος Μόχος αναφέρεται από τον αρχαίο ‘Έλληνα γεωγράφο, ιστορικό Στράβωνα (Strab. 16, 757), ο οποίος έζησε από το 64/63 π. Χ. ως το 23 μ.Χ. Ως γνωστόν ο Στράβων περιηγήθηκε και μελέτησε αρκετά την Κρήτη.

 

 

Στον Μοχό επί Τουρκοκρατίας έφτιαξε οχυρό πύργο ο τρομερός γενίτσαρος Αρίφ Μόχογλου Αγάς (ο υιός που κατάγεται εκ του Μοχού) και διέμενε εκεί με την οικογένειά του. Από εκεί κατάγονταν όμως και οι  χαΐνηδες αδερφοί Βέργα, ο Γιώργης, Νικόλας και Ζαχαρίας. Οι Βέργα λέγονταν με το επίθετο «Κρέτσης» ή κατ’ άλλους «Βαρνάβας» αλλά λόγω που ο Γιώργης, ο μεγάλος αυτός χαΐνης, είχε γίνει ο φόβος και τρόμος του Μόχογλου και των τριγύρω τυράννων και τους έκανε ζημιές με τα αδέρφια του, επήρε το παρατσούκλι Βέργας.

Στα 1807 περίπου τα δυο αδέρφια Γιώργης και Νικόλας είχαν σκοτώσει δυο τούρκους γνωστούς για την αγριότητά τους και είχαν καταφύγει στα βουνά χαΐνηδες. Μετέπειτα έφυγαν στα νησιά του Αιγαίου και κατέληξαν στην Μάνη για να πολεμήσουν από ‘κει την Τουρκιά. Η δράση των χαΐνηδων ήταν η ανάσα κι η παρηγοριά για χιλιάδες σκλαβωμένους Κρητικούς που υπέμεναν τα πάνδεινα από τον σκληρό κατακτητή, κι ας πλήρωναν αδρά για τις ζημιές των χαΐνηδων βάση με το τουρκικό χαράτσι που είχε επιβληθεί στην περιοχή του Λασιθίου.

Το 1689 οι τουρκικές αρχές εξανάγκασαν τους χριστιανούς κατοίκους των ανατολικών επαρχιών (Πεδιάδας, Λασιθίου, Μεραμπέλλου, Ιεράπετρας και Σητείας) να υπογράψουν ταυτόσημες δηλώσεις, με τις όποιες αναλάμβαναν όλες τις ευθύνες για τη δράση ή την απόκρυψη των χαΐνηδων. Ιδού το χαρακτηριστικό απόσπασμα της δήλωσης: «... ομοφώνως κατέθεσαν (οι Χριστιανοί), ότι συμφώνως προς τα εν τω φερμανίω εντελλόμενα, καθίστανται αλληλεγγύως υπεύθυνοι, δηλώσαντες τα έξης: Εάν από σήμερον και εις το έξης οι άθρησκοι χαΐνηδες αιχμαλωτίσωσι μουσουλμάνον τινά εν τη επαρχία μας ή προξενήσωσι ζημίαν τινά εις την περιουσίαν του, ας εισπραχθή ή ζημία αυτή από ημάς. Μετά δε την εξαγοράν δι' ιδίων μας χρημάτων των αιχμαλωτιζομένων μουσουλμάνων ας τιμωρώμεθα και ημείς οι ίδιοι».

 

 

Ο γιος του Μόχογλου ο Καραμπίνης θέλοντας να προσβάλει την τιμή του Γιώργη Βέργα και να επικρατήσει στην περιοχή, έβαλε στο μάτι την πεντάμορφη αδερφή τους Σοφία. Η Σοφία ήταν μια ψηλή, λυγερόκορμη κοπέλα πειθαρχημένη και νοικοκυρά. Σκόπευε να την πάρει με το ζόρι γυναίκα του, αλλά μιας και αυτό ήταν αδύνατο γιατί φοβόταν τα αδέρφια της σκάρωσε έναν ύπουλο τρόπο για να πετύχει τους σκοπούς του.

Στο λιομάζεμα, οργάνωσε ένα γλέντι στο κονάκι του τάχα και κάλεσε τους χωριανούς και τις κοπελιές του χωριού, μαζί και την Σοφία. Όλοι παρέστησαν στην γιορτή από φόβο και μόνο… Πάνω στο χορό ξεμοναχιάζει τη Σοφία και της λέγει: έχω κάτι να σου δώσω απού σου έστειλαν τα αδέρφια σου από κειά μακριά που βρίχνονται μείνε λίγο πιο πίσω να στο δώκω. Η Σοφία αφελής, αλλά και με απερισκεψία, απονήρευτη όπως ήταν, έμεινε παρά πίσω σαν έφευγαν οι κοπελιές και ο Καραμπίνης την οδήγησε σε μια κάμερα στο κονάκι, κι άνοιξε μια κασέλα τάχα να της δώσει τα που’χε στείλει ο αδερφός της.

Καθώς έσκυψε η άμοιρη με δισταγμό να πάρει απ’ την κασέλα το δώρο, ο βρωμερός γενίτσαρος κλείνει την κασέλα και της μαγκώνει τα στήθια με το καπάκι. Ορμάει πίσω της να την βάλει κάτω και να την βιάσει. Παρά τους αφόρητους πόνους η Σοφία όντας γεροδεμένη κοπέλα, ευκίνητη και χειροδύναμη, τον έσπρωξε δυνατά και τον κατρακύλησε στη σκάλα. Με θάρρος και ορμή κατορθώνει να τον απωθήσει και το σκάει.

Ο σκύλος την προλαβαίνει στην εξώπορτα και την πυροβολεί. Η Σοφία σωριάζεται αιμόφυρτη στο έδαφος και τρέχουν και την περιμαζεύουν οι γείτονες κι οι άλλες κοπελιές… Τραβώντας την για το σπίτι της τους παρακαλά παρά τους πόνους κι ενώ βγαίνει η ψυχή της: «Γρήγορα πλύνετέ μου το δεξί μάγουλο με κρασί, γιατί πρόφταξε ο σκύλος και με φίλησε. Δεν θέλω να πάω στον κάτω κόσμο, στους δικούς μου μαγαρισμένη» Αυτά είπε η πεντάμορφη Σοφία και ξεψύχησε μόλις την έπλυναν οι φίλες της.

Ο Ζαχαρίας Βέργας είχε αρματώσει μια γαλιότα κι όργωνε το Αιγαίο. Ήταν ο φόβος των Τούρκικων καραβιών. Από τότες κι ύστερα εξαγριώθηκε πιο πολύ και τους κυνηγούσε λυσσαλέα, ώσπου τον συνέλαβε ένα αγγλικό πολεμικό και τον παρέδωσε στους Τούρκους οι οποίοι τον κρέμασαν στην Πόλη. 

 

 

Σαν πέρασε καιρός όμως έφτασαν τα νέα στα αυτιά των δυο άλλων αδερφών και γύρισαν στην Κρήτη. Άνοιξε ο Γιώργης τον τάφο της Σοφιάς και στο κόκκαλο βρήκε σφηνωμένο το βόλι. Το ασπάστηκε και όρμησε στο κονάκι του Μόχογλου με τον αδερφό του Νικόλα και άλλους χαΐνηδες. Έγινε μακελειό όπως καταλαβαίνεται.

Δεν έμεινε ούτε σερνικό γατί στου Μόχογλου το κονάκι. Ο δε αιμοβόρος Καραμπίνης πήγε απ’ το ίδιο βόλι. Δώρο απ’ την αδερφή μου του είπε, πάνω απ’ το πτώμα του ο Γιώργης Βέργας. Έκοψε μετά το κεφάλι του και το κρέμασε στον πύργο του Μόχογλου.

Κι η λαϊκή μούσα λέγει:

« Ήρθε η ώρα κι η στιγμή να πληρωθεί το αίμα της Σοφουλιάς που το ‘χυσε του Μόχογλου η χέρα..»

Ο Γιώργης Βέργας μετέπειτα σε ενέδρα συνελήφθει από τους Τούρκους. Αργότερα τον βρήκε αιχμάλωτο στον Τουρκικό Ναύσταθμο και τον παρέλαβε στην προσωπική του φρουρά ο καπουδάν πασάς Γαζή Χουσείν, "ήταν ατίθασος και άγριος", όπως είπε και σαν έμαθε την φήμη του και την ιστορία του τον εκτίμησε και γι’αυτό του χάρισε τη ζωή. Ο Νικόλας συνέχισε την χαΐνηκη  ζωή παίρνοντας εκδίκηση για τ’ αδέρφια του…

Σήμερα ο πύργος του Μόχογλου δεν υπάρχει πια στον Μοχό, τον γκρέμισαν οι χωριανοί για να μη αναθυμούνται την θλιβερή αυτή ιστορία.

Facebook/Joanna Dimitriadou


Δεν υπάρχουν σχόλια: