Translate -TRANSLATE -

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2021

Νάνος Βαλαωρίτης : «Είμαι ο πιο άγνωστος γνωστός συγγραφέας»

 


Νάνος Βαλαωρίτης : «Είμαι ο πιο άγνωστος γνωστός συγγραφέας»

Σε μια συνέντευξή του στα 2010 στην Καθημερινή ο  Νάνος Βαλαωρίτης μιλάει για τον Σεφέρη, τον Ελύτη αλλά και τους νέους λογοτέχνες

Συνέντευξη στην Ολγα Σελλα

«Εδώ όλα πέφτουν», είπε ατάραχος ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης, όταν ένα χαρτί που προσπάθησα να ακουμπήσω σε μια στοίβα χάλασε την ισορροπία της διπλανής. Και δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη φράση για να περιγραφεί ο χώρος του. Ένα διαμέρισμα του 1938 στο Κολωνάκι, σε μία από τις πρώτες μοντερνιστικές πολυκατοικίες στην Αθήνα, όπου δεν υπάρχει σπιθαμή πατώματος και τοίχου ελεύθερη. Βιβλία, χαρτιά, περιοδικά, σημειώσεις, πίνακες – αυθεντικές θαλασσογραφίες του 19ου αιώνα και πορτρέτα - φωτογραφίες, βιβλιοθήκες παντού. Παρ’ όλα αυτά, ξέρει ακριβώς πού βρίσκεται το καθετί που χρειάζεται. Αυτός είναι ο κόσμος του Νάνου Βαλαωρίτη και της γυναίκας του, της ζωγράφου Μαρί Γουίλσον, με την οποία κλείνουν φέτος 50 χρόνια γάμου.

Με υποδέχτηκε στο γραφείο του, μ’ ένα μικρό λάπτοπ μπροστά του. Γράφει τα ποιήματά του πάντα στο χέρι, τα αντιγράφει στο κομπιούτερ και κάνει εκεί τις διορθώσεις. Τα δοκίμιά του όμως τα γράφει απ’ευθείας στο κομπιούτερ. Ογδόντα οκτώ χρόνων σήμερα, ο Νάνος Βαλαωρίτης είναι μια φιγούρα που εκπέμπει φινέτσα, ευγένεια, κοσμοπολιτισμό, αλλά όχι κομπασμό και έπαρση. Είναι ένας άνθρωπος χορτασμένος από καλή ζωή και πλούσιες εμπειρίες, που δεν διστάζει να πει την άποψή του, συχνά πολύ σκληρή, αλλά χωρίς ίχνος εμπάθειας. Με το απόσταγμα, όμως, μιας μακράς διαδρομής και την απελευθέρωση που δίνουν τα 88 χρόνια του.

– Έχει κάποιο αντίκτυπο για σας το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας που σας απονεμήθηκε φέτος; Έχουν, γενικά, σημασία οι βραβεύσεις;

– Ναι, έχουν κάποια σημασία. Δεν αφορούν τόσο πολύ την αξία όσο την αναγνώριση από το περιβάλλον, που βέβαια αποτελείται από τους συναδέλφους, τους κριτικούς, τους φιλολόγους, τους δημοσιογράφους… Αυτή η αναγνώριση συνήθως δεν είναι εύκολη, γιατί περνούν τόσο πολλά βιβλία και βραβεύεται τελικά πολύς κόσμος. Κι ανάμεσά τους συχνά μέτρια βιβλία. Τα βραβεία δεν τα λαβαίνει υπόψη του το κοινό. Για μένα αυτό είναι το τέταρτο κρατικό βραβείο και δεν είδα καμία αύξηση ενδιαφέροντος, για να μην πω πωλήσεων. Αφήστε που το έργο μου είναι σκορπισμένο σε 12 εκδότες κι αυτό είναι ένα πρόβλημα.

– Γιατί;

– Γιατί κανένας εκδότης μετά από 4 ή 5 βιβλία δεν θέλει να συνεχίσει να εκδίδει βιβλία. Μόνο το «Υψιλον» έχει εκδώσει έξι και θα συνεχίσει, αλλά οι άλλοι σταματάνε, αφού δεν πουλάνε. Το εμπορικό κριτήριο επικρατεί.

– Ναι, αλλά παραδοσιακά οι εκδότες στήριζαν το έργο κάποιων συγγραφέων. Ήταν κέρδος για τον κατάλογό τους…

– Αλλοτε. Ο Νίκος ο Καρύδης, του «Ικαρου», ήταν ένας από αυτούς, και στήριξε τους ποιητές. Αλλά αυτό δεν υπάρχει πια. Σήμερα, αν το τελευταίο βιβλίο σου δεν πουλήσει, ο εκδότης λέει: «Δεν μπορείς να πας κάπου αλλού, γιατί έχω οικονομικά προβλήματα»;

– Το έχουν πει και σε σας;

– Βεβαίως. Και όχι ένας μόνο. Αφήστε τους εκδότες που έχουν απορρίψει βιβλία μου. Π.χ. ο «Κέδρος» έχει απορρίψει τρία βιβλία μου, που μετά βγήκαν αλλού. Είναι κάτι σαν παιχνίδι με τον εκδότη ή τους συμβούλους του, στο οποίο μετράει η προσωπική επαφή. Έχει τύχει να περιμένει βιβλίο μου δυο χρόνια σ’ έναν εκδότη και, όταν το πήρα και το πήγα αλλού, βγήκε σε δύο μήνες. Και παρόλο που είμαι πολύ γνωστός, είμαι ο πιο άγνωστος γνωστός συγγραφέας. Διότι όλοι λένε: «Α! Τον Βαλαωρίτη τον ξέρω». «Τι έχετε διαβάσει;» Καμιά απάντηση.

– Παρακολουθείτε την ελληνική λογοτεχνία;

– Βεβαίως, όχι μόνο από προσωπικό ενδιαφέρον αλλά και για τις ανάγκες του περιοδικού που βγάζουμε με μια ομάδα, τη «Νέα Συντέλεια». Αν και δεν έχουμε την πολιτική των κριτικών για κάθε βιβλίο που βγαίνει, είναι περιοδικό τάσεως. Δημοσιεύουμε λίγους ποιητές και νέους, αλλά επαναπροβάλλουμε και ποιητές που έχουν παραμεριστεί από το λεγόμενο κατεστημένο, το εκδοτικό ή το δημοσιογραφικό.

– Πώς θα χαρτογραφούσατε το τοπίο των νέων ποιητών σήμερα;

– Εκεί είμαστε πολύ επιλεκτικοί, κι εγώ και οι συνεργάτες μου στο περιοδικό. Υποστηρίζουμε μόνο την ανανεωτική ποίηση, αυτήν που είναι εκτός του κυρίου ρεύματος. Το κύριο ρεύμα είναι ένας μοντερνισμός φθαρμένος και επαναληπτικός. Λαβαίνω σχεδόν μία συλλογή την ημέρα και δεν βλέπω τίποτα ενδιαφέρον στο 99%. Συνήθως βλέπει κανείς τις επαναλήψεις του μοντερνιστικού στυλ χωρίς όμως το περιεχόμενο ή την προσωπικότητα αυτών που το εγκαινίασαν, όπως ο Σεφέρης, ο Ελύτης.

– Θα ξεχωρίζατε, παρ’ όλα αυτά, κάποιους σύγχρονους ποιητές;

– Από τη γενιά του ’70, που θεωρώ ότι είναι η τελευταία γενιά που κάνει κάτι ενδιαφέρον…

– Τη γενιά τη ’80 την αποκλείετε;

– Θεωρώ ότι είναι όλοι επαναληπτικοί. Η γενιά του ’70 έχει δώσει ορισμένους ποιητές, όπως ο Λευτέρης Πούλιος, η Νατάσα Χατζηδάκη, η Παυλίνα Παμπούδη, ο Μιχαήλ Μήτρας και ο Ανδρέας Παγουλάτος που ανήκουν στην ίδια ομάδα, γιατί δεν μου αρέσει ο όρος γενιά. Θα προσθέσω και την Κατερίνα Γώγου, που ήταν λίγο beat. Στο περιοδικό δημοσιεύουμε και συγγραφείς που είναι ανάμεσα στην ποίηση και την πεζογραφία, όπως η Μαρία Ευσταθιάδη που γράφει σ’ ένα πειραματικό στυλ.

– Με τον Σεφέρη είχατε στενή σχέση, έτσι δεν είναι;

– Πολύ, ναι. Ήμουν και ο πρώτος μεταφραστής του. Και η τότε επιτυχία του ήταν έκπληξη για τους Άγγλους. Δεν ξέρανε ότι είχαμε ποίηση. Νόμιζαν ότι είμαστε ψαράδες, βοσκοί και χαρτοκλέφτες. Μέχρι που εμφανίζεται ένας ποιητής αντάξιος του Ελιοτ και ο Ελιοτ τον επαινεί με πολλή φινέτσα. Ο Σεφέρης κέρδισε τους κριτικούς, κέρδισε το Νομπέλ και μετά χάθηκε, γιατί οι ξένες λογοτεχνίες είναι αδίστακτες. Θέλουν διαρκώς κάτι νέο. Το ίδιο συνέβη και με τον Ελύτη. Αν δεν αποκτήσει κάποιος τη φήμη του Κάφκα ή του Καβάφη, θα μείνει ένα θολό πρόσωπο, μισοβυθισμένο στην ιδιαιτερότητα της μικρής περιφερειακής λογοτεχνίας. Οι μικρές λογοτεχνίες εξαρτώνται από τους μεταφραστές. Οι μεταφραστές και οι νεοελληνιστές έχουν τις δικές τους αντιλήψεις για την ελληνική λογοτεχνία και οι περισσότερες είναι ξώφαλτσες. Γράφουν ιστορίες της λογοτεχνίας και δεν ξέρουν τη λογοτεχνία.

– Έχετε κάποιον στο μυαλό σας;

– Έχω δυο τρεις, όχι μόνον έναν.

– Θα τους κατονομάζατε;

– Βέβαια. Π.χ. ο Ρόντρικ Μπήτον, ο οποίος έχει ακολουθήσει το παράδειγμα του Μάριο Βίττι και πιο πριν του Δημαρά, που μπορεί να έκανε σπουδαία δουλειά με τον Διαφωτισμό, αλλά την ελληνική λογοτεχνία δεν την ήξερε. Αν μιλούσε για έναν Παλαμά ή για έναν Καβάφη, τα έκανε θάλασσα.

– Θα τις λέγατε ιστορίες της λογοτεχνίας mainstream;

– Χειρότερες από mainstream, γιατί γίνονται ένας ψευδοκανόνας πολύ επιφανειακός. Αυτοί οι άνθρωποι ενδιαφέρονται να κάνουν μια μίζα σ’ έναν συγγραφέα.

– Έχετε μετανιώσει για κάποια από τα έργα σας ή θεωρείτε ότι το καθένα έχει τη δική του θέση στην πορεία αυτή;

– Τα πρώτα μου έργα δεν με αντιπροσωπεύουν τόσο αλλά δεν τα αποκηρύσσω, το θεωρώ άσχημο αυτό. Ο,τι έκανα ως νέος τα έκανα ως άλλος άνθρωπος. Δεν είμαι ό,τι ήμουνα στη δεκαετία του ’40. Τα έργα μου καθρεφτίζουν τις ελλείψεις μου και ανήκουν σε άλλη φάση. Δεν τα θεωρώ ξένα, παιδιά μου είναι και δεν τα πετάω στο δρόμο. Ας αποφασίσουν αυτοί που θα διαβάσουν ολοκληρωμένο το έργο μου.

– Σας λείπει κάτι σήμερα από την πνευματική Αθήνα;

– Δεν έχω συνομιλητές με τους οποίους να μπορώ να συζητήσω και να μοιραζόμαστε το ίδιο background. Αυτό με λυπεί. Και όταν συναντάω κάποιον, συνήθως ξένο, που μπορώ να μοιραστώ μαζί του περισσότερα, αισθάνομαι μεγάλη ανακούφιση. Αυτό σημαίνει ότι έχω κάποια μοναξιά, ακόμα και ανάμεσα στους συνεργάτες μου. Από την άλλη πλευρά όμως στην Αθήνα υπάρχει κάτι που δεν το βρίσκεις έξω εύκολα: μια θέρμη, μια φιλία, αλλά και μίσος.

– Απ’ όλες αυτές τις μεγάλες προσωπικότητες που γνωρίσατε στη ζωή σας, ποιες θεωρείτε πιο σημαντικές;

– Φυσικά ο Αντρέ Μπρετόν ήταν πολύ ισχυρή προσωπικότητα αλλά επικίνδυνη, γιατί μπορούσε να γίνει αρνητικός, να σε εκμηδενίσει, να σε ακυρώσει. Ήταν επικίνδυνη η φιλία μαζί του και πρέπει να πω ότι ένα διάστημα ήμασταν φίλοι. Αλλά ανακάλυψα ότι πολύ συχνά ήταν άδικος και επηρεαζόταν από τις αυλές που είχε γύρω του. Ο Έλιοτ είχε κάτι ανάλογο, αλλά ήταν εκδότης συγχρόνως. Ήταν πολύ συμπαθητική φυσιογνωμία, καταδεκτικός και με πολύ χιούμορ. Με γνώρισε όταν ήμουν 23 ετών και του παρουσίασα τη μετάφραση ενός άγνωστου ποιητή, του Σεφέρη. Με αντιμετώπιζε σαν έναν άνθρωπο που έχει τα ίδια ενδιαφέροντα με ‘κείνον.

– Γράφετε κάτι που δεν το έχετε ολοκληρώσει;

– Ναι υπάρχει ένα έργο, εκτός από κάποιες ποιητικές συλλογές που ακόμα δεν έχουν ολοκληρωθεί. Έχω κάνει μια ανάγνωση του Ομήρου σε σχέση με το αλφάβητο, δηλαδή έχω γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο με τίτλο «Θεματική ακροφωνία» που αφορά τη σύνδεση των γραμμάτων του αλφαβήτου που βρίσκονται στην αρχή κάθε ραψωδίας με τις λέξεις ή τις έννοιες που κυριαρχούν στη ραψωδία. Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, έχει απορριφθεί από 5 – 6 εκδότες, χωρίς καν να το δουν. Οι μόνοι που ενδιαφέρθηκαν είναι στην Ελληνοαμερικανική Ένωση.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 17.1.2010

 

Νάνος Βαλαωρίτης

 


Ο Νάνος (Ιωάννης) Βαλαωρίτης (5 Ιουλίου 1921 - 12 Σεπτεμβρίου 2019) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος και θεωρητικός της λογοτεχνίας.

Γεννήθηκε στην Λωζάννη και ήταν γιος του διπλωμάτη Κωνσταντίνου Βαλαωρίτη και της Κατερίνας Λεωνίδα. Από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από την Οικογένεια Βαλαωρίτη και ήταν εγγονός του Ιωάννη Α. Βαλαωρίτη και δισέγγονος του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη ενώ από την πλευρά της μητέρας του ήταν εγγονός του εφοπλιστή και πολιτευτή των Σπετσών Ιωάννη Λεωνίδα.

Έγραφε από νέος — πρωτοδημοσιεύει στα Νέα Γράμματα το 1939, επηρεασμένος από την ποίηση του Κώστα Καβάφη. Το 1944 δραπετεύει απ' την γερμανοκρατούμενη Ελλάδα μέσω του Αιγαίου στην Τουρκία, από εκεί στη Μέση Ανατολή και τελικά στην Αίγυπτο όπου συναντάει τον Σεφέρη ο οποίος υπηρετούσε την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση ως γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας στο Κάιρο. Το 1944 μετά από προτροπή του Σεφέρη ο Βαλαωρίτης ταξιδεύει στο Λονδίνο για να βοηθήσει στην ανάπτυξη λογοτεχνικών δεσμών μεταξύ Ελλάδας και Βρετανίας. Συναντά τους Τ.Σ. Έλιοτ, Γ.Χ. Όντεν, Ντύλαν Τόμας και εργάζεται για τον Λούις ΜακΝις στο BBC. Εκτός από τη μελέτη αγγλικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου, κάνει και μεταφράσεις (στα αγγλικά) Ελλήνων μοντερνιστών ποιητών, μεταξύ των οποίων του Ελύτη και του Εμπειρίκου. Το 1947 εκδίδει την Τιμωρία των Μάγων, την πρώτη του ποιητική συλλογή, στο Λονδίνο. Από το 1954 μέχρι το 1960 συμμετέχει στην ομάδα των σουρεαλιστών του Παρισιού. Στο Παρίσι γνώρισε την μελλοντική (1960) σύζυγό του, την Αμερικανίδα Μαρί Γουίλσον (1922-2017).

Το 1960 επιστρέφει στην Ελλάδα, και ανάμεσα 1963 και 1967 είναι ο εκδότης και διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Πάλι. Όταν η χούντα έρχεται στην εξουσία το 1967, νιώθει πως δεν έχει άλλη επιλογή παρά να αυτοεξοριστεί, έτσι το 1968 ταξιδεύει στις ΗΠΑ όπου και διδάσκει συγκριτική λογοτεχνία και δημιουργικό γράψιμο στο πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο, μια θέση που κράτησε για 25 χρόνια. Το 1983 βραβεύεται με το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Μερικές γυναίκες (ενώ είχε αρνηθεί ανάλογη βράβευση το 1958. Το 1976 είχε επίσης αρνηθεί την πρόταση να γίνει αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών). Το 2006 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών για το έργο του ως ποιητής (βραβείο Ουράνη) και το ίδιο έτος έλαβε το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος Τιμής από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το Δεκέμβριο του 2009 του απονεμήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολo του έργου του.

Θεατρικά του έργα έχουν παιχτεί σε Παρίσι, Σπολέτο, Ώρχους και Αθήνα. Είχε συνεργαστεί με τα λογοτεχνικά περιοδικά Τετράδιο, Σήμα, Horizon, New Writing και Daylight.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: