Translate -TRANSLATE -

Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2020

Ηλία Μαγκλίνη : Δημόσιο χρέος, μια ιστορία εννέα αιώνων




Δημόσιο χρέος, μια ιστορία εννέα αιώνων

Του Ηλία Μαγκλίνη

Εάν βρεθεί κανείς στο Μανχάταν, αξίζει τον κόπο να σταθεί ανάμεσα στην 6η Λεωφόρο και τη 43η Οδό. Εκεί είναι αναρτημένος υπαίθριος πίνακας ανακοινώσεων, στον οποίο αναγράφεται ένα μάλλον τερατώδες νούμερο. Πάνε κάμποσα χρόνια από τότε που στάθηκε μπροστά σε αυτόν τον πίνακα ο ιστορικός Νάιαλ Φέργκιουσον. Ηταν στις 17 Οκτωβρίου του 1999. Τότε, διάβασε αυτό το νούμερο: 5.601.723.423.979. Πάνω από τον αριθμό αναγράφονταν τέσσερις λέξεις: «Το Εθνικό Μας Χρέος» (σε δολάρια). Κάτω από τον αριθμό υπήρχαν δύο σύντομοι υπολογισμοί: «Το Οικογενειακό Σας Μερίδιο: $73.192» και «Αύξηση ανά δευτερόλεπτο: $10.000». Σύμφωνα με τον δρα Ιωάννη-Διονύσιο Σαλαβράκο, οικονομολόγο-διεθνολόγο, λέκτορα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, το 2007 το αμερικανικό δημόσιο χρέος έφτασε τα 8 τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ μετά από πρόχειρη έρευνα, διαπιστώσαμε ότι τον Μάρτιο του 2012 το χρέος των ΗΠΑ έφτασε τα 10,85 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Θυμόμαστε όλοι πώς τον Αύγουστο του 2011 η αμερικανική οικονομία παραλίγο να τιναχτεί στον αέρα. Ήταν ένα ακόμα χτύπημα στη διαδεδομένη πεποίθηση ότι η διεθνής οικονομία στον ανεπτυγμένο κόσμο (σε αυτόν που έως τώρα τουλάχιστον ανήκε, ή ήθελε να ανήκει, και η Ελλάδα) θα ήταν, αν όχι ανοδική, πάντως σταθερή. Όλο αυτό θυμίζει την πεποίθηση πολλών διανοουμένων στις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε και πίστευαν ακράδαντα ότι οι κατακτήσεις θεμελιωδών ανθρώπινων και κοινωνικών αξιών από τα τέλη του 18ου αιώνα και μετά θα καθιστούσαν την έννοια της προόδου κάτι σαν μονόδρομο. Το μακελειό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου διέλυσε τις όποιες ψευδαισθήσεις. Κάποιοι, όπως ο Άγγλος συγγραφέας Τζ. Χ. Ουέλς, σοκαρίστηκαν όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Στην πραγματικότητα, τόσο ο πόλεμος όσο και η ιδέα, η έννοια του εθνικού ή δημόσιου χρέους είναι μία παμπάλαια υπόθεση.
Ο Νάιαλ Φέργκιουσον μας πληροφορεί ότι, παρόλο που η ιστορία του ιδιωτικού χρέους χρονολογείται ήδη από τη 2η χιλιετία π.Χ., ούτε η αρχαία Ελλάδα ούτε η αρχαία Ρώμη είχαν επισημοποιήσει τον θεσμό του δημόσιου χρέους. Τα πρώτα συστήματα δημόσιου χρέους τα συναντάμε στη μεσαιωνική Ιταλία: το δημόσιο χρέος της Βενετίας, τον 12ο αιώνα, διασφαλίστηκε με το κρατικό μονοπώλιο άλατος, τα έσοδα από το οποίο προορίζονταν για την εξυπηρέτηση και εξαγορά του χρέους. Κατά τον 17ο αιώνα, ξεκινάει από την Ιταλία πάλι ένας θεσμός, που πολύ σύντομα διαδίδεται σε όλη την Ευρώπη: οι τράπεζες του Δημοσίου, βασική αποστολή των οποίων (αλλά όχι η μόνη) ήταν να διαχειρίζονται το κρατικό χρέος. Η Τράπεζα της Αγγλίας, μετά την ίδρυσή της το 1694, ανέλαβε τη διαχείριση του κρατικού χρέους της Γηραιάς Αλβιώνας.
Μετά τον νέο θεσμό των δημόσιων τραπεζών, ήρθαν και τα κρατικά χρεόγραφα αορίστου χρόνου, τα οποία, κατά τον Koerner στο «Public Credit», σηματοδοτούν την απαρχή της ιστορίας του σύγχρονου δημόσιου χρέους. Μετά το 1720, τα βρετανικά κρατικά χρεόγραφα ήταν ρευστοποιήσημα, εξαγοράσιμα στην ονομαστική τους αξία αλλά ατέρμονα. Όπως γράφει ο Φέργκιουσον, «τα κρατικά χρεόγραφα αποτέλεσαν υπόδειγμα για την ασφάλεια της οικονομίας, ένα σημείο αναφοράς έναντι του οποίου αντιπαραβαλλόταν ο κίνδυνος όλων των άλλων επενδύσεων».

Ο θάνατος και οι φόροι


 O φιλόσοφος Ντέιβιντ Χιουμ αναλογιζόταν το διογκούμενο εθνικό χρέος της Βρετανίας και καταλαμβανόταν από απελπισία

Ο άλλος πασίγνωστος τρόπος για να αντιμετωπίσουν τα κράτη τα ελλείμματά τους ήταν, βέβαια, η φορολογία, είτε έμμεση (δασμοί στις εισαγωγές, φόροι στην κατανάλωση εγχώριων προϊόντων και υπηρεσιών) είτε άμεση (κατά κεφαλήν φόροι). Ακόμα και στην Καινή Διαθήκη, οι φόροι έπαιξαν τον δικό τους ρόλο: η Μαρία και ο Ιωσήφ πήγαν στη Βηθλεέμ για να απογραφούν ώστε να αποδώσουν στον Καίσαρα την οφειλή τους. Και όπως είπε ένας Γάλλος επαναστάτης το 1789, «σ' αυτόν τον κόσμο, τίποτα δεν μπορεί κανείς να πει ότι είναι βέβαιο εκτός από τον θάνατο και τους φόρους».
Ούτε οι φόροι όμως ούτε το σταθερό, σε γενικές γραμμές, σύστημα διαχείρισης του δημόσιου χρέους μέσω κρατικών χρεογράφων δεν απέτρεψαν τις κρίσεις, μικρές και μεγάλες. Κατά τον 18ο αιώνα, «όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις έτειναν να δαπανούν περισσότερα χρήματα από αυτά που εισέπρατταν μέσω της φορολογίας». Γι' αυτό και ο φιλόσοφος Ντέιβιντ Χιουμ αναλογιζόταν το διογκούμενο εθνικό χρέος της Βρετανίας και καταλαμβανόταν από απελπισία. Μέσα στη δεκαετία του 1860, ο Βρετανός πρωθυπουργός Γκλάντστοουν θα καταληφθεί από τέτοιο πανικό μπροστά στο φάσμα της εξάντλησης των αποθεμάτων του άνθρακα -ζωτικής σημασίας τότε για τον εθνικό πλούτο της χώρας-, που θα καταστρώσει ένα μεγαλόπνοο σχέδιο εξάλειψης του δημόσιου χρέους μέσα στα επόμενα... 250 χρόνια. Προηγουμένως, ως γνήσιος βικτωριανός, είχε γράψει ότι «η προσφυγή στη χρηματαγορά για δάνεια θα ήταν μια τακτική την οποία δεν απαιτούν οι ανάγκες μας, κι επομένως δεν θα ανταποκρινόταν στην αξία του χαρακτήρα μας».
Αγκάθι τα δημοσιονομικά ακόμα και για τις ακμάζουσες αυτοκρατορίες. Ωστόσο, σύμφωνα με άλλες θεωρίες, τα χρέη δεν είναι απαραίτητα κάτι κακό. «Τα χρέη, αν δεν λήγουν ποτέ και δεν έχουν καμιά κρίσιμη περιορισμένη διάρκεια χρόνου να φοβούνται (τα κράτη), είναι σαν να μην υπάρχουν», έλεγε τον 18ο αιώνα ο πορτογαλικής καταγωγής Ολλανδοεβραίος συγγραφέας Ισαάκ ντε Πίντο (βασικός μέτοχος της Ολλανδικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών). Κάθε νέο δάνειο, υποστήριζε, «δημιουργεί ένα νέο, επίπλαστο κεφάλαιο -που δεν υπήρχε πριν- και το οποίο γίνεται μόνιμο, πάγιο και σταθερό, σαν να ήταν αληθινός θησαυρός». Ανάλογα, το 1781, ο Αλεξάντερ Χάμιλτον, αυτή η «ιδιοφυΐα της πρώιμης αμερικανικής δημοσιονομίας» (Φέργκιουσον), διακήρυττε ότι ένα εθνικό χρέος, αν δεν είναι υπερβολικό, θα είναι για μας εθνική ευλογία, ένα ισχυρό μέσο εδραίωσης του έθνους μας».
Από τότε, βέβαια, κύλησε άφθονο νερό στο αυλάκι. Περισσότερο κι από τους Ευρωπαίους, οι Αμερικανοί πολιτικοί σήμερα επιθυμούν να δουν τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς να είναι υποχρεωτικοί βάσει ειδικής τροπολογίας του ομοσπονδιακού συντάγματος, όπως εφαρμόζεται ήδη σε ορισμένες πολιτείες. Είναι η λογική του κυρίου Μικόμπερ, του ήρωα του Ντίκενς: «Ετήσιο εισόδημα 20 λίρες, ετήσιες δαπάνες 19,96 λίρες, αποτέλεσμα ευτυχία. Ετήσιο εισόδημα 20 λίρες, ετήσιες δαπάνες 20,06 λίρες, αποτέλεσμα δυστυχία».

Τελικά, το χρήμα δεν κινεί τον κόσμο


 Το χρήμα δεν κινεί τον κόσμο, τελικά. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει ο Νάιαλ Φέργκιουσον.

Στη Γαλλία, στα τέλη του 19ου αιώνα, η Τερέζα Ουμπέρ απολάμβανε λαμπρή σταδιοδρομία, την οποία είχε θεμελιώσει πάνω σε ένα... μπαούλο. Υποτίθεται ότι το μπαούλο αυτό περιελάμβανε 100.000.000 φράγκα σε ανώνυμα ομόλογα, για τα οποία κυκλοφορούσε η φήμη ότι τα είχε κληρονομήσει. Παίρνοντας δάνεια έναντι αυτών των τίτλων, η ίδια και ο σύζυγός της κατόρθωσαν να αγοράσουν ένα πολυτελές hotel στη λεωφόρο Γκραν Αρμέ, έγιναν μέτοχοι πλειοψηφίας σε παρισινή εφημερίδα και εξασφάλισαν με ίντριγκες την εκλογή του συζύγου της ως βουλευτή του Κόμματος των Σοσιαλιστών. Κάπου 10.000 κόσμος συγκεντρώθηκε έξω από το σπίτι του ζεύγους τον Μάιο του 1902, κι όταν άνοιξε επιτέλους το μπαούλο, αποκαλύφθηκε ότι «δεν περιείχε τίποτε άλλο εκτός από μία παλιά εφημερίδα, ένα ιταλικό νόμισμα και ένα κουμπί παντελονιού» (Φέργκιουσον, μέσω Spurling).
Θα είχε ενδιαφέρον να γραφεί κάποτε η παγκόσμια ιστορία της απατεωνιάς. Θα ερχόμασταν σε επαφή με έναν κόσμο, στον οποίο η έννοια του χρέους έχει μηδαμινή αξία. Ωστόσο, ένα τέτοιο αφήγημα θα ήταν περίπου η ιστορία της ανθρωπότητας. Το ερώτημα που συχνά γεννάται όταν διαβάζει κανείς ιστορίες όπως αυτές του ζεύγους Ουμπέρ, είναι τι ακριβώς σκέφτονταν: ότι θα διέφευγαν ισοβίως από τους πιστωτές τους; Ο Φέργκιουσον θα απαντούσε μάλλον ότι «οι οικονομικοί μας υπολογισμοί συχνά υποτάσσονται στις βιολογικές παρορμήσεις μας. (...) Οπως υποστήριξε ο Μαξ Βέμπερ, ακόμα και το κίνητρο του κέρδους έχει τις ρίζες του σε έναν όχι απόλυτα ορθολογικό ασκητισμό, σε μια επιθυμία του ανθρώπου να λειτουργήσει για δική του ικανοποίηση, τόσο από τη θρησκευτική όσο και από την οικονομική άποψη».
Το χρήμα δεν κινεί τον κόσμο, τελικά. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει ο Νάιαλ Φέργκιουσον στο βιβλίο του «Το πλέγμα του πλούτου. «Τουλάχιστον όχι περισσότερο απ' όσο οι χαρακτήρες στο «Εγκλημα και τιμωρία» (του Ντοστογιέφσκι) δρουν με βάση λογαριθμικούς πίνακες. Αντιθέτως, τα πολιτικά γεγονότα -και κυρίως οι πόλεμοι- ήταν οι παράγοντες που διαμόρφωσαν τους θεσμούς της σύγχρονης οικονομικής ζωής: γραφειοκρατίες είσπραξης φόρων, κεντρικές τράπεζες, αγορές ομολόγων, χρηματιστήρια».
Πέρα από τον αστάθμητο παράγοντα της αντίφασης στην ανθρώπινη συμπεριφορά (αυτή είναι και η κριτική του Φέργκιουσον στην οικονομική πολιτική Ομπάμα, ότι είναι κεϊνσιανή και ταυτόχρονα μονεταριστική, προκαλώντας την αντίδραση του νομπελίστα Πολ Κρούγκμαν), το βασικό για τον Άγγλο ιστορικό είναι το εξής: όπως και το DNA, έτσι και «το πλέγμα του πλούτου έχει τη δυνατότητα της μετάλλαξης. Συχνά, η δημοκρατία μπορεί να πνίξει την οικονομική ανάπτυξη. Άλλοτε μία οικονομική κρίση μπορεί να υπονομεύσει μία δικτατορία. Άλλοτε η δημοκρατία μπορεί να γνωρίσει την άνθηση ακόμα και όταν η οικονομία παραπαίει. Ενώ σε άλλες περιπτώσεις, η ανάπτυξη μπορεί να ενισχύσει έναν απολυταρχικό ηγέτη. (...) Σε αντίθεση με τον φυσικό κόσμο -και λόγω της περίπλοκης ανθρώπινης συνείδησης- ο ανθρώπινος κόσμος τον οποίο γνωρίζουμε ως Ιστορία, δεν διέπεται από γραμμικές αιτιώδεις σχέσεις».

Διαβάστε :

- Niall Ferguson, «Το πλέγμα του πλούτου. Το χρήμα και η εξουσία στον κόσμο. 1700-2000». εκδ. Ιωλκός, μτφρ. Ελευθερία Τσίτσα, επιμ. δρ Ιωάννης-Διονύσης Σαλαβράκος.
- Niall Ferguson, «The Ascent of Money», εκδ. Penguin Press.
- Πολ Κρούγκμαν, «Η συνείδηση ενός προοδευτικού». εκδ. Πόλις, μτφρ. Α. Δ. Παπαγιαννίδης.



Δεν υπάρχουν σχόλια: