Translate -TRANSLATE -

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

ΝΙΚΟΥ ΑΜΜΑΝΙΤΗ : 28η Οκτωβρίου του '40, ώρα 3.00




Μια φορά και έναν καιρό
Του ΝΙΚΟΥ ΑΜΜΑΝΙΤΗ




28η Οκτωβρίου του '40, ώρα 3.00

28η Οκτωβρίου του '40, ώρα 3.00 μέσα στη νύχτα χτύπησε ο Γκράτσι την πόρτα του πρωθυπουργού με το τελεσίγραφο στο χέρι. Δεν μετρήθηκε τότε πόσο μακριά είναι η Αθήνα από την Αλβανία για να σκύψουμε το κεφάλι ούτε (ο Μεταξάς) έκανε δέηση στον Ύψιστο να φυσήξει αέρας να παρασύρει τις σημαίες μας. Αλλά με ένα αγέρωχο «ΟΧΙ» ξύπνησε τον προαιώνιο γίγαντα που φωλιάζει στον Έλληνα.

Δεν ξέρω ποιος κακός δαίμονας ανασκαλίζει ιδεολογικές εμμονές ελλήνων δημοσιολογούντων και βγάζουνε στην επιφάνεια κάθε μικρότητα που καλλιεργούν στην ψυχή τους. Ένα πελώριο «γιατί;» γεννιέται. Γιατί, άραγε, μειώνουν τον Μεγάλο Πατριωτικό μας Πόλεμο, όπου η Ελλαδίτσα αντιμετώπισε την Ιταλική Αυτοκρατορία και τη νίκησε; Γιατί ευτελίζουν το τεράστιο αυτό γεγονός, που άφησε άναυδη την ανθρωπότητα, και το υποβιβάζουν σε διαμάχη τάχατες ανάμεσα σε δύο ιδεολογίες; Δεν επιτέθηκε ο φασισμός στην Ελλάδα με τα πέντε ή δέκα χιλιάδες μέλη του. Μας επιτέθηκε η Ιταλική Αυτοκρατορία των σαράντα πέντε εκατομμυρίων, που κυριαρχούσε στη Μεσόγειο θεωρώντας τη Mare Nostrum, με επικεφαλής βασιλέα τον Βίκτωρα Εμμανουήλ, με την Αιθιοπία και την Αλβανία υπό το στέμμα του και με πρωθυπουργό επί είκοσι σχεδόν χρόνια τον Μπενίτο Μουσολίνι, τον αυτοανακηρυχθέντα Ντούτσε, που απειλούσε την υφήλιο με τις «οκτώ εκατομμύρια καλά ακονισμένες λόγχες», με τις οποίες προσδοκούσε να αναστήσει το Imperio Romano…

Αυτήν την Ιταλία με τις αποικίες της, τη Λιβύη, την Κυρηναϊκή και τη Σομαλία, μαζί με τα Δωδεκάνησα, αντιμετώπισε 18 μόλις χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή η χώρα μας, όντας ξυπόλυτη, με δύο περίπου εκατομμύρια ξεριζωμένους πρόσφυγες στη ράχη, και της τσάκισε τα πλευρά πάνω στα βορειοηπειρωτικά βουνά. Και έγραψε ο Κόμης Τσιάνο, υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας και γαμπρός του Μουσολίνι, την 6η Νοεμβρίου στο ημερολόγιό του: «Γεγονός είναι ότι την 8η ημέρα των επιχειρήσεων η πρωτοβουλία περιήλθε στους Έλληνες…». Και παρακάτω, αφού εξιστορεί το… εξωπέταγμα και την αντικατάσταση των επικεφαλής στρατηγών στο αλβανικό μέτωπο, συμπληρώνει: «Δεν νομίζω ότι έφθασε ακόμη η στιγμή να κρύψωμε το πρόσωπόν μας από ντροπή…». Έναν μήνα αργότερα, την 4η Δεκεμβρίου, σημειώνει πάλι ο Τσιάνο στο ημερολόγιό του: «Ο Sorice τηλεφωνεί νωρίς ότι χάσαμε το Πόγραδετς και ότι οι Έλληνες διέσπασαν τις γραμμές μας. Έπειτα αναγγέλλει ότι ο Σοντού (σ.σ.: ο αρχιστράτηγος στην Αλβανία) σχημάτισε τη γνώμη ότι κάθε στρατιωτική δράσις έχει γίνει αδύνατη και ότι η κατάστασις πρέπει να λυθεί με πολιτική παρέμβαση!». Την ίδια ημέρα, στο ίδιο ημερολόγιο, περιγράφει ότι τον κάλεσε ο Ντούτσε στο Παλάτσο Βενέτσια, τον οποίο ουδέποτε είδε τόσο καταβεβλημένο, και του είπε: «Εν τοιαύτη περιπτώσει, δεν γίνεται πια τίποτε. Είναι παράλογο και γελοίο. Αλλά έτσι είναι». Και διερωτάται ο άλλοτε αγέρωχος Ντούτσε: «Μήπως ο αρχιστράτηγος πέταξε τα όπλα πριν από τους στρατιώτες; Πρέπει να ζητήσουμε ανακωχή με τη μεσολάβηση του Χίτλερ…». Βέβαια, η μεσολάβηση του Χίτλερ δεν χρειάστηκε, διότι τον συνέδραμε… αυτεπαγγέλτως λίγους μήνες αργότερα, αποτρέποντάς τον έτσι από το να «τινάξει τα μυαλά του στον αέρα», όπως εξομολογείται εγγράφως στο ημερολόγιο-ντοκουμέντο.

Εν τω μεταξύ, η Αθήνα, και η Ελλάδα ολόκληρη, ζει σε πολεμική ατμόσφαιρα. Η επιστράτευση, η προσέλευση στα έμπεδα των καλουμένων υπό τα όπλα και η αναχώρηση των φαντάρων για το μέτωπο με την ιαχή «Θα νικήσωμεν!» έδιναν την εικόνα του κλίματος που κυριαρχούσε. Ο καινούργιος τρόπος ζωής που ο πόλεμος επέβαλλε, με τις σειρήνες να βαράνε κάθε τόσο συναγερμό και τους αμάχους να τρέχουνε στα πρόχειρα ή σε κανονικά καταφύγια στα… έγκατα της γης, η συσκότιση με κόλλες μπλε και ταινίες κολλημένες χιαστί στα τζάμια για τον φόβο των βομβαρδισμών, οι αλλαγές στα ωράρια, στις δουλειές και στην κυκλοφορία, καθώς και οι κάθε λογής περιορισμοί προσάρμοζαν μέρα με τη μέρα τους ανθρώπους στο δόγμα των Γάλλων: «A la guerre comme a la guerre». Οι εφημερίδες καθημερινά με τεράστιους τίτλους και άρθρα από ψυχής βγαλμένα εμψυχώνανε τον λαό με τη βεβαιότητα για τη νίκη. Και δεν είχανε περάσει παρά μερικά εικοσιτετράωρα που ο Γιώργος Οικονομίδης έγραφε και περνούσε στην αιωνιότητα το «κορόιδο Μουσολίνι» πάνω στη μουσική της «Μικρής Χωριατοπούλας», μιας μεταφρασμένης στα ελληνικά από τον Πωλ Μενεστρέλ ιταλικής καντσονέτας του Eldo di Lazzaro, της «Reginella Campagnola». Ταυτόχρονα, τα θέατρα, που συνέχιζαν τις παραστάσεις τους τις απογευματινές ώρες, εξευτέλιζαν από σκηνής τον Ντούτσε, τους κοκορόφτερους Βερσαλλιέρους του και τους «Λύκους της Τοσκάνης», που διακωμωδήθηκαν ως «Λύκοι που το… σκάνε». Μικρά καλοφτιαγμένα πορτ-μπονέρ τσαρουχάκια και μικρούτσικα κουκλάκια-τσολιαδάκια πλεγμένα από χοντρό μαλλί κρέμονταν σε βιτρίνες και περίπτερα, ενώ τρεις λέξεις αντηχούσαν σαν σλόγκαν: «Τσαρούχι - Αέρα - Τσολιάς».

Παρά το κάποιο λογικό μούδιασμα των πρώτων ημερών, διότι κάθε αρχή και δύσκολη, ένας αέρας υπερηφάνειας άρχισε να φουσκώνει τα στήθη όταν ο λαός διάβασε στις εφημερίδες πως δώδεκα μόλις ημέρες μετά την επίθεση των Ιταλών ο ελληνικός στρατός πέρασε στην αντεπίθεση και, μπαγλαρώνοντας στις κακοτράχαλες χαράδρες της Πίνδου τους επίλεκτους, εμπειροπόλεμους και πάνοπλους αλπινιστές που εισέβαλλαν φιλοδοξώντας να κατακτήσουν την Ελλάδα, τους διέλυσε, τους έτρεψε σε άτακτη φυγή, εγκαταλείποντας τον οπλισμό τους, και τους έστειλε αιχμάλωτους στην Αθήνα, θλιβερά ράκη, μαζί με πλούσια λάφυρα. Σε ένα λιτό πολεμικό ανακοινωθέν του Γενικού Στρατηγείου περιγράφεται λακωνικά, χωρίς μεγαλοστομίες και καυχησιολογίες, πώς αναπτύχθηκε και εκτελέστηκε η ελληνική αντεπίθεση, που συνέτριψε τους φανφαρόνους Ιταλούς, γαλουχημένους με το υπεροπτικό «Veni, vidi, vici» του Ιούλιου Καίσαρα, ότι αρκούσε, δηλαδή, να έλθει, να δει και να νικήσει…

Σήμερα που περνά η πατρίδα μας τον έσχατο εξευτελισμό, που ο εγωισμός και η εθνική περηφάνια μας έγιναν το κλωτσοσκούφι των εταίρων και γειτόνων μας, έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία μας και να αναλύεται εκείνο το πολεμικό ανακοινωθέν του Γενικού Στρατηγείου της 10ης Νοεμβρίου 1940, για να μην ντρέπονται τα παιδιά με τα σημερινά μας χάλια, αλλά να τα εμψυχώνουν οι μεγαλειώδεις εκείνες μέρες για να κρατάνε ψηλά το κεφάλι. Να μάθουνε στο κάτω κάτω πως όλοι μάς χρωστάνε, χωρίς να χρωστάμε σε κανέναν.

Αλλά ας γυρίσομε σ' εκείνη τη φθινοπωρινή Δευτέρα που ξύπναγαν οι πολίτες στις πεντέμισι το πρωί, αξημέρωτα, με το διακεκομμένο ουρλιαχτό των σειρήνων, που πληροφορούσαν τους Έλληνες πως άρχιζε πόλεμος. Το τι συνέβη εκείνο το πρωινό στις πόλεις είναι γνωστό, πασίγνωστο. Ο αυθόρμητος ξεσηκωμός ενός λαού που διατράνωνε στις πιο δύσκολες ώρες μιας τρεμάμενης Ευρώπης την απόφασή του να αντισταθεί και να νικήσει. Είχα το μοναδικό προνόμιο -παιδί τότε- να ζήσω τις ανεπανάληπτες εκείνες εικόνες στους δρόμους της Αθήνας, μέσα στην αγριεμένη ανθρωποθάλασσα που πάφλαζε.

Λίγες ώρες νωρίτερα, ο πρεσβευτής της Ιταλίας, κόμης Γκράτσι, αμίλητος, με μια τυπική υπόκλιση για χαιρετισμό, έφευγε ταπεινωμένος από το σπίτι του έλληνα πρωθυπουργού, για να γράψει στις αναμνήσεις του μετά τον πόλεμο: «Εκείνη τη στιγμή σιχάθηκα το επάγγελμά μου…».

Από το ΠΑΡΟΝ / 28.10.2012

Δεν υπάρχουν σχόλια: