Translate -TRANSLATE -

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

ΝΙΚΟΥ ΑΜΜΑΝΙΤΗ : Ο κυρ-Γιώργος ο Γαλατάς




Μια Φορά Και Έναν Καιρό
Ο κυρ-Γιώργος ο Γαλατάς
 
Του ΝΙΚΟΥ ΑΜΜΑΝΙΤΗ


Ο Γιώργος ο γαλατάς ήταν μηχανοκίνητος. Δηλαδή είχε ποδήλατο, επί του οποίου είχε στερεώσει στο πίσω μέρος, πάνω στη σχάρα, ένα μεγάλο ξύλινο κασόνι όπου τοποθετούσε τις δύο καρδάρες, τη μεγάλη και τη μικρή, καθώς και τα τσίγκινα μεταλλικά «μέτρα και σταθμά» για το ζύγισμα του γάλακτος, όταν έβγαινε για διανομή στα σπίτια. Ήταν τακτικός μέχρι σχολαστικότητας στις σχέσεις του με τους πελάτες ο Γιώργος.

Νωρίς νωρίς κάθε πρωί, σχεδόν με την αυγούλα, έφτανε με το «όχημα» μπροστά στην πόρτα υπηρεσίας του «αρχοντικού» και έκανε γνωστή την άφιξή του με ένα μελωδικό «ο γαλατάιιις!», που κραύγαζε δις, για να βγει το δουλικό με την κατσαρόλα να πάρει το γάλα το… επιούσιο της φαμίλιας. Ακολουθούσε την εξής διαδικασία, που ενέκρινε και ο αρχιφύλαξ του τμήματος αγορανομίας της περιοχής. Από τη μεγάλη καρδάρα άδειαζε ποσότητα γάλακτος στη μικρότερη και κατόπιν από εκεί στο δοχείο της οκάς, απ' όπου γέμιζε το τελικό μισοκαδιάρικο ή το καρτούτσο και δι' αλλεπαλλήλων μεταγγίσεων εκχυνόταν καλοζυγισμένο και φρέσκο φρέσκο στην κατσαρόλα.

Πιστός στις παραδόσεις και ενδιαφερόμενος για την «καλή υγεία» της πελατείας του, ακολουθούσε πιστά κάποιες πατροπαράδοτες ιατρικές δοξασίες που λέγανε τα γραΐδια, ότι το πωλούμενο γάλα πρέπει να εμπεριέχει και ποσότητα ύδατος, διότι αλλιώτικα, αν είναι χωρίς πρόσμιξη, όποιος το πιει θα βγάλει άφτρες, θα πρηστεί ο φάρυγγάς του, μέχρι που μπορεί να τον κερατώσει η γυναίκα του, όπως συνέβη προσφάτως με τον γέρο κυρ-Γιάννη, που το έπινε «από το βυζί της κατσίκας» που λένε, και τη νεαρή συμβία του. Βέβαια είχε ζωηρές αντιρρήσεις για τις χημείες αυτές ο αρχιφύλαξ αγορανομίας, που τις αποκαλούσε γραφειοκρατικά «νοθεία». Έκλεινε τα μάτια, όμως, διότι ο Γιώργος ήταν ιδιαίτερα συνεργάσιμος σε παροχή ποικίλων πληροφοριών. Πέραν αυτών όμως, ο γαλατάς, ανεξαρτήτως μιας ελαφριάς επαγγελματικής ξινίλας που εξέπεμπε, ήταν ευσταλής, με ένα εξίσου ευσταλές… μουστάκι και πλούσια τριχοφυΐα. Με δύο λόγια, ήταν γαμπρός περιζήτητος, με το μαγαζάκι του, το ποδηλατάκι του και το πολυδιαφημισμένο «γιαούρτι της τσανάκας» που κατασκεύαζε ιδιοχείρως. Ό,τι μπορεί να ονειρευτεί μια κόρη σε ώρα γάμου ή και κάπως νωρίτερα.

Όπως ήδη αναφέραμε, η κατ' οίκον διανομή γάλακτος γινόταν «άμα τη έω», που τα αφεντικά κοιμούνται μακαρίως, αλλά που τα δουλικά πρέπει να πεταχτούν από το κρεβάτι με την τσίμπλα στα μάτια και την κατσαρόλα στο χέρι να ετοιμάσουν το «μπρέκφαστ» για να περιδρομιάσουν ο κύριος κι η κυρία. Οίκοθεν νοείται πως λόγω της εωθινής ώρας, μόλις ακουγόταν η μελωδική φωνή «ο γαλατάιιις!», η νεαρά «υπηρεσία» εμφανιζόταν ολίγον νεγκλιζέ, με επιμελώς ξεκούμπωτο ένα κουμπί (όχι καίριο πάντως) του νυχτικού της, όπου καρφωνόταν το μάτι του Γιώργου συνοδεία μουγκανίσματος. Ήσαν όλα τόσο κοινότοπα και τόσο επαναλαμβανόμενα από σπίτι σε σπίτι κάθε μέρα, που χασμουριέσαι από πλήξη και μόνο που τα σκέφτεσαι. Τη ρουτίνα αυτή διέκοψε η Γαρουφαλιά, νεαρή υπηρετριούλα, εκ Πορτίτσας Αγράφων ορμώμενη, άρτι προσληφθείσα, που της έλειπαν λόγω οκνηρίας δύο κουμπιά από το νυχτικό της (το ένα σε καίριο σημείο πάντως), που, αντικρίζοντάς το ο γαλατάς, χύθηκε το γάλα για πρώτη φορά στη ζωή του καθώς το χέρι του έτρεμε χωρίς να πάσχει από Πάρκινσον ενώ μούγκριζε παραλλήλως.

«Γλωσσοκοπάνα» αποκαλούσαν στο χωριό τη Γαρουφαλιά, γιατί είχε στόμα απύλωτο. Όλο μπιρ και μπιρ ήτανε, στιγμή δεν το βούλωνε. Έτσι, ακούγοντας το μουγκρητό του Γιώργου, ρώτησε γελώντας: «Γιατί μουγκράς, καλέ, σαν τη γελάδα μας;». Η ερώτηση ήταν αθώα, διότι κατά τα λοιπά η μικρή ήταν όρνιο. Χωρίς να διακόψει τα «ηχητικά εφέ» του, ο γαλατάς τής είπε γεμάτος θρασύτητα: «Έλα να σε μάθω, μωρή, γιατί μουγκρίζω…».

Ιδιαίτερα φιλομαθής η Γαρουφαλιά σκέφθηκε να μη χάσει την ευκαιρία για να πλουτίσει τις γνώσεις της, αφού μάλιστα ο καλός αυτός άνθρωπος προσφέρθηκε εθελοντικά να γίνει άτυπος δάσκαλός της. Από παιδί είχε το κουσούρι της μάθησης η Γαρουφαλιά, ταλέντο πραγματικό, τόσο που ο πατέρας της δεν ντρεπόταν να εξομολογείται στους φίλους του στον καφενέ πως αν ήταν παιδί και δεν ήταν -με το συμπάθιο- κορίτσι μέχρι και στο σχολείο θα την έστελνε. Αυτή η μανία της με τα γράμματα έβαζε τον πατέρα σε υποψίες μπας και η κυρά του έκανε καμιά κουτσουκέλα, επειδή η μικρή δεν έμοιαζε με τα άλλα του τα θηλυκά. Πέντε κόρες είχε ο πατέρας της, όλες τους αποκαταστημένες υπηρέτριες σε καλά σπίτια, που του έστελναν κάθε μήνα ανελλιπώς τον μισθό τους κι έτσι πάντα πλήρωνε τοις μετρητοίς και ποτέ δεν εκτέθηκε στον μπακάλη ή στην ταβέρνα λέγοντας: «γράφτα».

Και ενώ ο πατήρ έχαιρε γενικού σεβασμού στο χωριό, καθώς τα κορίτσια τού μιλούσαν στον πληθυντικό και η γιαγιά τους τις συμβούλευε «να προσέχουν», διότι όταν με το καλό θα παντρευτούν, την επαύριο του γάμου θα επιδείξουν στο κοινό το «σεντόνι της πρώτης νύχτας» και μαύρο φίδι θα τις φάει αν χρειασθεί να δανειστούνε κόκκινη μπογιά από την αχτίδα του Κ.Κ.

Τρεις μήνες πέρασαν από εκείνο το πρωί με την κουβέντα της φιλομαθούς Γαρουφαλιάς και του παντογνώστη γαλατά, όταν ο κύριος και η κυρία την ξεμονάχιασαν και με οργίλο ύφος τής έθεσαν το μονολεκτικό ερώτημα: «ποιος;». Λαλίστατη η Γαρουφαλιά, έδωσε πλήρη περιγραφή του συμβάντος, που ανάγκασε το αφεντικό να μεταβεί στο γαλακτοπωλείο «Η Ρούμελη» και να πιάσει τον Γιώργη τον γαλατά από τον λαιμό, τη στιγμή ακριβώς που έπηζε το φημισμένο του γιαούρτι. Με αρκετή σαφήνεια του εξήγησε ότι προαπαιτούμενο γι' αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι θα την παντρευτεί.

Ξεσπάθωσε ο γαλατάς: 

«Εγώ», είπε, «να παντρευτώ αυτήν που “έκατσε” στον πρώτο τυχόντα, δηλαδή σε εμένα, έναν τίμιο γαλατά;». Ανένδοτος ο γαλακτοπώλης ανάγκασε το αφεντικό να σκεφθεί πιο ώριμα την κατάσταση, γιατί, βλέπεις, και ο ίδιος κάποτε είχε… αρτυθεί. Και η μικρή, πανάθεμά την, μιλάει και χάνεται στις λεπτομέρειες. Μέτρησε το έθιμο του χωριού με το σεντόνι και το μαύρο φίδι που σε τρώει αν παραμείνει λευκό και άσπιλο, μέτρησε πως την Πορτίτσα στα Άγραφα την έτρεμαν και οι Τούρκοι, ήτανε και η γυναίκα του που αφορμή έψαχνε για γκρίνιες και καβγάδες, είπε να επωμισθεί εκείνος τα βάρη και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Πήγε και βρήκε τον φίλο του τον χειρουργό. «Διορθώνεται η περίπτωση;», ρώτησε. «Διορθώνεται», αποκρίθηκε ο χειρουργός. Ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες για τον τρόπο και για να μην εκλαϊκεύσει την επιστήμη του ο γιατρός, του το εξήγησε χρησιμοποιώντας καθομιλουμένη και δημοτική. Προχώρησε στο ψητό το αφεντικό: «Κοστίζει πολλά;», ξαναρώτησε. «Κοστίζει!», απάντησε ξερά ο χειρουργός.

«Το ΙΚΑ αναγνωρίζει;», ρώτησε δειλά. Έβαλε τα γέλια ο χειρουργός. Το αφεντικό κατάλαβε και μελαγχόλησε.

Έτσι η Γαρουφαλιά αποκαταστάθηκε και όταν ήρθε η ώρα που οι κοπελούδες ονειρεύονται, αλλά που αργότερα, ως μαμάδες νεαρού που γαμπρίζει, εξορκίζουν και τρέμουνε, παντρεύτηκε με δόξα και τιμή. Και η μάνα της βγήκε στο μπαλκόνι και δείχνοντας το σεντόνι ακούστηκε ένα μυριόστομο θαυμαστικό «ΑΑΑ» και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…

"ΤΟ ΠΑΡΟΝ"

Δεν υπάρχουν σχόλια: