Translate -TRANSLATE -

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

Η Βόρεια Ήπειρος και το πρωτόκολλο της Κέρκυρας (17.5.1914)

Χαρακτηριστική φωτογραφία της επίσημης ανακήρυξης της Αυτονομίας την 1η Μαρτίου 1914 στο Αργυρόκαστρο. Πηγή: Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.


Η Βόρεια Ήπειρος και το πρωτόκολλο της Κέρκυρας 

17.5.1914

Παρά την ελληνικότητα της Ηπείρου, η οποία δεν αμφισβητιόταν, εν τούτοις η σύγχρονη απελευθερωτική της ιστορία υπήρξε περιπετειώδης. Αρχικώς μεν δεν μπόρεσε να συμμετάσχει εις τον αγώνα της εθνεγερσίας, διότι κατά τους χρόνους εκείνους συνέπεσε η παρουσία εκεί ισχυρών τουρκικών δυνάμεων, οι οποίες είχαν μεν σαν σκοπό τους την υποταγή του Αλή Πασά, άλλα στην πράξη καθιστούσαν αδύνατη την επέκταση και εδώ της Ελληνικής Επαναστάσεως. Αλλά αν η Ήπειρος ζημιώθηκε εκ του γεγονότος αυτού, η επαναστατημένη Ελλάδα ωφελήθηκε ιδιαιτέρως, διότι οι Σουλιώτες και οι έμπειροι Έλληνες αγωνιστές, που υπηρέτησαν ποικιλοτρόπως υπό τον Αλή πασάν, έσπευδαν να κατέλθουν στην 'Ελλάδα και να βοηθήσουν τον αγώνα. Υπό αυτές τις συνθήκες η μετά από τόσες ταλαιπωρίες αναγνωρισθείσα ελληνική ανεξαρτησία δεν συμπεριέλαβε στα ασφυκτικά άλλωστε ελληνικά σύνορα κανένα τμήμα της 'Ηπείρου.
Στην Ήπειρο η επανάσταση εκδηλώθηκε ολίγα έτη βραδύτερα, με την ευκαιρία του Κριμαϊκού πολέμου. Οι επαναστάτες της νοτιότατης πλευράς της, βοηθούμενοι από εθελοντικά τμήματα της ελεύθερης Ελλάδας, τα όποια πολλαπλώς ενθαρρύνονταν υπό του Βασιλέως Όθωνος, πέτυχαν να κυριαρχήσουν, όταν άρχιζε το 1854, της υπαίθρου της Νότιας Ηπείρου και, μετά μάχη με τους Τούρκους στα Πέντε Πηγάδια, να φιλοδοξήσουν την απελευθέρωση και των 'Ιωαννίνων. Αλλά η κατάσταση μεταβλήθηκε άρδην, αφ' ενός μεν διότι οι Τούρκοι έσπευσαν να αποστείλουν εκεί στρατιωτικές δυνάμεις, αφ' έτερου δε διότι το ελεύθερο Βασίλειο υπό την αγγλογαλλική πίεση, η οποία κατέληξε και στην γνωστή κατοχή, αναγκάσθηκε να αδρανήσει εντελώς.
Όμως φάνηκε προς στιγμή ότι ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του 1877-1878 θα αποτελούσε νέα ευκαιρία για εξέγερση της 'Ηπείρου, άλλα και πάλιν τα γεγονότα στην ελεύθερη Ελλάδα υπήρξαν αιτία να εκδηλωθεί η ανταρσία όταν ο πόλεμος τέλειωνε. Ακολούθησαν οι περιπέτειες μετά το Συνέδριο του Βερολίνου, και τελικά επιτεύχθηκε το 1881, με τον καθορισμό ως ελληνοτουρκικού συνόρου του ποταμού Αράχθου να απελευθερωθεί ουσιαστικά μόνον η Άρτα. Κατά τον πόλεμο του 1897 οι στρατιωτικές δυνάμεις προς την Ήπειρο είχαν μερικές επιτυχίες στην αρχή, αλλά η υποχώρηση είχε και εκεί τις συνεπείας της, και τοιουτοτρόπως η ήττα δεν  μετέβαλε την κατάσταση. Υπήρξε ευτύχημα, ότι δεν επήλθε χειροτέρευση.
Αυτή την κατάσταση βρήκε η έκρηξη του Α' Βαλκανικού πολέμου. Στο  Ηπειρωτικό μέτωπο αν και οι Έλληνες δεν αντιμετώπισαν ενδοσυμμαχικές δυσκολίες, πρόβαλε τότε το πρόβλημα του ανταγωνισμού των εξωβαλκανικών δυνάμεων, Ιταλίας και Αυστρίας, που επρόκειτο όχι μόνον να κολοβώσει την ελληνική εξόρμηση προς την Ήπειρο, άλλα και να επηρεάσει τις εξελίξεις στην Βόρειο Ήπειρο ακόμη και μέχρι σήμερα.
 Σπ. Σπυρομήλιος

Κατά την περίοδο πάντως του Α' Βαλκανικού πολέμου, μετά την αρχική βραδύτητα του ελληνικού στρατού, επακολούθησε, μετά την πτώση ιδίως των Ιωαννίνων, ραγδαία και άνετη προέλαση των Ελλήνων προς την Βόρειο Ήπειρο. Καταλείφθηκε τότε το Αργυρόκαστρο και το Τεπελένι, σταμάτησαν όμως οι Έλληνες, οι όποιοι είχαν φθάσει και πέραν του Τεπελενίου, την προέλαση των κατόπιν αξιώσεως των Ιταλών και παρεμβάσεως της Αυστρίας. Της πτώσης των 'Ιωαννίνων είχε προηγηθεί η κατάληψη της Χειμάρρας (5/18 Νοεμβρίου 1912) και της Κορυτσάς (7/20 Δεκεμβρίου 1912). Η Χειμάρρα είχε καταληφτεί από άτακτους εθελοντές, ενισχυόμενους από το Ελληνικό κράτος, υπό τον ντόπιο ελληνικής καταγωγής αξιωματικό της Χωροφυλακής Σπυρομήλιο. Από της στιγμής εκείνης, αρχομένου   δηλαδή   του 1913, ουσιαστικώς τέθηκε επί τάπητος το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα, το όποιο αφήκαν εκκρεμές, τόσο η Συνθήκη του Λονδίνου όσο και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου. Οι Έλληνες όμως ήθελαν την λύση του. Αυτή την ώρα η νέα φάση συνδέθηκε με ένα, κάθε άλλο παρά συμπαθές, παζάρεμα σε βάρος της Ελλάδος. Επειδή οι Τούρκοι δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Αρχιπελάγους, οι Μεγάλες Δυνάμεις ουσιαστικά έθεσαν την Ελλάδα ενώπιον του διλήμματος να επιλέξει μεταξύ των δύο. Χάριν δηλαδή των δικών τους συμφέρόντων θα έπρεπε να θυσιάσει η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας κατ' εξοχήν ελληνικές περιφερείες. Περί τούτου δεν άφηνε καμιά αμφιβολία η διακοίνωση προς την ελληνική κυβέρνηση των πρέσβεων των εξ Δυνάμεων, που επιδόθηκε την 31 'Ιανουαρίου (13 Φεβρουαρίου) 1914.
Τα όσα επακολούθησαν μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου γεγονότα άφησαν διάφορες εκκρεμότητες που αφορούσαν ανταλλαγή αιχμαλώτων, εμπορίου κλπ. Αν και σύμφωνα με την Συνθήκη των Αθηνών (1/14 Νοεμβρίου 1913), επαναλήφτηκαν οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας και ρυθμίστηκαν διάφορα επί μέρους ζητήματα, όμως η εκκρεμότητα διά την τύχη των νήσων του Αιγαίου παρέμεινε. Την ίδια χρονική περίοδο η πρεσβευτική διάσκεψη του Λονδίνου συνέχιζε τις εργασίες της ακριβώς διότι οι Δυνάμεις δεν ήθελαν να αποστερηθούν της αρμοδιότητας διακανονισμού ορισμένων ζητημάτων. Τούτο είχε ανατεθεί σ’ αυτές από τις κυβερνήσεις που υπέγραψαν την Συνθηκών. Οι Δυνάμεις δηλαδή θεώρουσαν καθ' όλα ισχυρά την Συνθήκη του Λονδίνου, παρ' όλον ότι ο επακολουθήσας Β' Βαλκανικός πόλεμος είχε σαν συνέπεια η μεν Τουρκία να την αγνοήσει πλήρως και να ανακαταλάβει την Θράκη, γενικότερα δε η Συνθήκη εκείνη να μη κυρωθεί. Αληθές είναι ότι, καθ' όσον άφορα την Ελλάδα, ίσχυε κάποια ιδιοτυπία, διότι ούτε η Ελλάς την κύρωσε. 'Εμμέσως όμως διά της Συνθήκης των Αθηνών, η οποία κυρώθηκε και στηρίχτηκε στην Συνθήκη του Λονδίνου, στην οποία και αναφέρεται, επήλθε κύρωση και   της Συνθήκης του Λονδίνου .
Εν πάση περιπτώσει όμως με το υποτιθέμενο δικαίωμα τους οι Δυνάμεις ανακοίνωσαν στην ελληνική κυβέρνηση την απόφαση της αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας επί των νήσων του Αιγαίου, πλην της Ίμβρου, της Τενέδου και του Καστελλορίζου, υπό τον όρο του ανοχύρωτου αυτών και της συμμόρφωσης της Ελλάδας προς το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, του οποίου η προϊστορία είναι η  ακόλουθος.

 Αλβανία και Βόρειος Ήπειρος

Η ίδρυση της Αλβανίας ως ανεξάρτητου κράτους ήταν μία εκ των συνεπειών των Βαλκανικών πολέμων. Η απομάκρυνση της Τουρκίας εκ της Ευρώπης δημιουργούσε όμως κενό στην πλευρά των Αδριατικών ακτών, το όποιον διεκδικούσαν να καλύψουν η Αυστροουγγαρία, επεκτείνουσα την επί των δαλματικών ακτών κυριαρχία  της μέχρι τουλάχιστον του πορθμού του Οτράντο, και από την άλλη πλευρά η 'Ιταλία, που απέβλεπε να καταλάβει τα έναντι αυτής στο στενό του Οτράντο παράλια. Διασφάλιζε έτσι τον διάπλουν, άλλα και έθετε πόδα επί της Βαλκανικής, επί της οποίας φιλοδοξούσε να δημιουργήσει προγεφύρωμα. Συνδυασμός των αλληλοσυγκρουόμενων διαθέσεων των δύο αυτών Δυνάμεων ήταν η δημιουργία της ανεξάρτητης Αλβανίας. Την ανεξαρτησία της όμως την έβλεπαν ως προσωρινή, διότι κατά βάθος κάθε μια εκ των δύο Δυνάμεων απέβλεπε να καταστήσει εν καιρώ την Αλβανία δορυφόρο της ή ακόμα και να την κατακτήσει. Το τελευταίο το είδαμε να υλοποιείται από τον Μουσσολίνι κατά τις παραμονές του Β' Παγκοσμίου πολέμου.
Από την στιγμή που αποφασίστηκε η δημιουργία αλβανικού κράτους, τέθηκε το ζήτημα των ορίων αυτού. Και πάλιν διά μεν το προς βορραν σύνορα επεδείκνυε μέγιστο ενδιαφέρον η Αυστρουγγαρία, να είναι εκτεταμένα (εντεύθεν και η πίεση προς το Μαυροβούνιο και προς την Σερβία) δια δε τα προς τον νότο  η Ιταλία, ασκούσε πίεση προς την Ελλάδα να εκκενώσει την ελληνικώτατη επαρχία της Βορείου 'Ηπείρου. Έτσι στην Φλωρεντία η Διάσκεψη των πρεσβευτών, κατά τα τέλη του 1913, ασχολείτο με τον καθορισμό των ορίων του νέου κράτους. Στο πρωτόκολλο που υπογράφτηκε εκεί, στις 4/17 Δεκεμβρίου 1913, συμφωνήθηκε να συμπεριληφθεί στην Αλβανία ολόκληρη η Βόρειος Ήπειρος μετά του "Αργυροκάστρου, της Κορυτσάς, και της νησίδας Σάσσωνος.
Σύμφωνα με την απόφαση αυτή έπρεπε λοιπόν να εκκενωθούν τα εδάφη αυτά, και βρέθηκε σαν τρόπος πίεσης κατά της Ελλάδος το αντάλλαγμα των νήσων του 'Αρχιπελάγους. Η ελληνική κυβέρνηση, επιδεικνύουσα μετριοπάθεια και αντιληφθείσα ότι δεν ήταν δυνατό ύπό τις συνθήκες της εποχής να αγωνιστεί ταυτοχρόνως και δια τα δυο επίμαχα ζητήματα, αποφάσισε να αποδεχτεί την απόφαση των Δυνάμεων. Αυτό ανακοινώθηκε στις Δυνάμεις με το από 8/21 Φεβρουαρίου έγγραφο του υπουργού των Εξωτερικών Γεωργίου Στρέιτ.
Παρ’ όλα αυτά η υπόθεση της Βορείου 'Ηπείρου δεν επρόκειτο να τερματιστεί, διότι οι Βορειοηπειρώτες διαφωνήσαντες κήρυξαν αυτονομίν και εγκατέστησαν προσωρινή κυβέρνηση στο Αργυρόκαστρον υπό την προεδρία του τότε Γενικού Διοικητή Γεωργίου Χρηστάκη Ζωγράφου, με υπουργό των Εξωτερικών τον Αλέξανδρο Καραπάνον. Την στρατιωτική άμυνα της Χειμάρρας είχε κρατήσει ο συνταγματάρχης Σπυρομήλιος. Ενεργός δε ήταν ο ρόλος και του τότε μητροπολίτη Βέλας και Κονίτσης Σπυρίδωνος, κατόπιν 'Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Έλλάδος, ως και του Δρυϊνουπόλεως Βασιλείου.
Στις 13 Φεβρουαρίου 1914, η Πανηπειρωτική Συνέλευση (σώμα που αποτελούνταν από εκπροσώπους της περιοχής), αποφάσισε ότι εφόσον δεν επιτεύχθηκε η ένωση με την Ελλάδα θα δέχονταν μόνο τοπική αυτονομία. Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος κατάληψης της περιοχής από αλβανικά σώματα ενόπλων ατάκτων και να προστατευθεί ο πληθυσμός της περιοχής, ο Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος, (πρώην υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας με καταγωγή από το Κεστοράτι Αργυροκάστρου) ανακήρυξε την «Αυτόνομη Δημοκρατία της Βορείου Ηπείρου» στο Αργυρόκαστρο, στις 28 Φεβρουαρίου.


Στην προκήρυξη της αυτονομίας προς τον λαό της Βορείου Ηπείρου αποκάλυπτε ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις τους είχαν αρνηθεί όχι μόνο την αυτονομία εντός του αλβανικού κράτους, αλλά και εγγυήσεις για βασικά ανθρώπινα δικαιώματά τους.
«πειρται,
    ν ργυροκάστρ συνελθούσα Συντακτική Συνέλευσις τν ντιπροσώπων, ος μοφώνως νέδειξεν γνώμη το Λαο, νεκύρηξεν τν δρυσην τς Ατονόμου Πολιτείας τς Βορείου πείρου, ποτελεσθησομένη κ τν παρχιν τς ποίας ξαναγκάζεται πως γκαταλίπ λληνικς Στρατός... Βόρειος πειρος κηρύσσει τν νεξαρτησίαν της κα προσκαλε τος πολίτας της πως ποβαλλόμενοι ες πσαν θυσίαν προασπίσωσι τν κεραιότητα το δάφους κα τς λευθερίας της, π πάσης προσβολς.
    Προσωριν Κυβέρνησις, Πρόεδρος Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος»
Η προκήρυξη υπογραφόταν και από τους μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως, Κορυτσάς και Βελάς και Κονίτσης. Αργότερα θα οριστούν και οι αρμόδιοι υπουργοί ανά τομέα:
    Εξωτερικών: Αλέξανδρος Καραπάνος
    Στρατιωτικών: Συνταγματάρχης Δημήτριος Δούλης
    Οικονομίας: Ιωάννης Παρμενίδης
    Παιδείας και Θρησκευτικών: Mητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Bασίλειος.
Ο Ζωγράφος κοινοποίησε στην Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου, τον διορισμό του ως πρόεδρο της προσωρινής κυβέρνησης της Αυτόνομης Ηπείρου και δήλωσε ότι οι Βορειοηπειρώτες θα αμύνονταν με τα όπλα σε κάθε προσπάθεια της αλβανικής χωροφυλακής να περάσει τα σύνορά τους. Στο αυτόνομο αυτό κράτος εκτός από το Αργυρόκαστρο, συμπεριλαμβάνονταν η Χειμάρρα, το Δέλβινο, η Πρεμετή, οι Άγιοι Σαράντα, η Ερσέκα. Η ευρύτερη περιοχή της Κορυτσάς ενώ, γεωγραφικά, αποτελούσε τμήμα της βόρειας Ηπείρου δεν συμπεριλαμβάνονταν εξαρχής στο αυτόνομο κράτος.
Οι Αλβανοί επιχείρησαν να καταλάβουν την Β. Ήπειρο, άλλα υπέστησαν δεινή ήττα, και κατόπιν τούτου επικράτησαν οι μετριοπαθέστερες διαθέσεις του εκλεγέντος ως ηγεμόνα της Αλβανίας Γουλιέλμου Βήντ. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των ενδιαφερόμενων, οι οποίες κατέληξαν στην συμφωνία της Κερκύρας την 4/17 Μαΐου 1914, που εγκρίθηκε μεταγενέστερα από τις Δυνάμεις. 


Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας υπογράφτηκε στις 17 (4) Μαΐου 1914, μεταξύ της αλβανικής κυβέρνησης, που επικεφαλής της ήταν ο πρίγκιπας Βήντ και του προέδρου της «Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου» Γεωργίου Χρηστάκη-Ζωγράφου. Με την υπογραφή του, τερματίστηκαν οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ αλβανικής χωροφυλακής-ατάκτων και Βορειοηπειρωτών (Ιερών Λόχων) και αναγνωρίστηκε η αυτονομία της Βορείου Ηπείρου μαζί με μια σειρά δικαιωμάτων για τον τοπικό πληθυσμό.
Με την συνθήκη αυτή παρεχωρούντο είς τις επαρχίας 'Αργυροκάστρου και Κορυτσάς, των οποίων αναγνωριζόταν η έλληνικότητα, προνόμια ευρύτατα, διοικητικά, εκκλησιαστικά, σχολικά, ως και ελευθερία χρησιμοποίησης κατ' αρέσκεια γλωσσικού ιδιώματος. Εξησφαλιζόταν  έτσι κατ' ούσίαν καθεστώς αυτονομίας.
Η περιοχή λοιπόν αποκτούσε επίσημα την αυτονομία της, υπό την αιγίδα του πρίγκιπα Βηντ της Αλβανίας, ο οποίος όμως δεν είχε ουσιαστικές αρμοδιότητες. Η αλβανική κυβέρνηση θα είχε το δικαίωμα να διορίζει και να απολύει τους κυβερνήτες και τους ανώτερους υπαλλήλους. Άλλοι όροι της συμφωνίας προέβλεπαν την στρατολόγηση αυτοχθόνων στην χωροφυλακή, την απαγόρευση παραμονής στρατιωτικών μονάδων αποτελούμενων από μη εντόπιους στην περιοχή, παρά μόνο σε περίπτωση πολέμου ή επανάστασης.
Προβλέπονταν επίσης, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία, αν και στις τρεις πρώτες τάξεις η αλβανική θα διδάσκονταν παράλληλα με την ελληνική. Η θρησκευτική διδασκαλία, όμως, θα γίνονταν μόνο στα ελληνικά.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις θα εγγυόνταν για την διατήρηση και την εκτέλεση των παραπάνω μέτρων.

 Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος

Στις 17 Μαϊου και ενώ ξέσπασε στην κεντρική Αλβανία επανάσταση, η ελληνική κυβέρνηση, που ως τότε δεν είχε αναμειχθεί στις διαπραγματεύσεις, ανέλαβε ουσιαστικό ρόλο. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος παρακίνησε τον Ζωγράφο να επικυρώσει όσο το δυνατόν ταχύτερα τους όρους του Πρωτοκόλλου χωρίς να προβάλλει επιπλέον αξιώσεις.
Η κυβέρνηση της Β. Ηπείρου αξίωνε να εγκριθούν και να εγγυηθούν για το πρωτόκολλο οι Μεγάλες Δυνάμεις. Τελικά στις 1 Ιουνίου το επικύρωσαν και λίγες μέρες αργότερα η αλβανική κυβέρνηση αποδέχτηκε τελικά την συμφωνία και απέδωσε το επίσημο έγγραφο του πρωτοκόλλου στις 23 Ιουνίου 1914 στην αυτόνομη κυβέρνηση.
Η επιμονή του Ε. Βενιζέλου έπεισε τους Βορειοηπειρώτες εκπροσώπους να υποχωρήσουν και να επικυρώσουν το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, κατά την Πανειπηρωτική Συνδιάσκεψη στο Δέλβινο. Εξαίρεση αποτέλεσαν οι εκπρόσωποι της Χειμάρρας, που επέμεναν υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα (Ένωσις ή θάνατος).
Λίγες μέρες αργότερα η αποδοχή της συμφωνίας ανακοινώθηκε στην Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου.
Αλλά και το νέο καθεστώς δεν κατορθώθηκε να εφαρμοστεί, διότι μετ' ολίγον κηρύχθηκε ό Α' Παγκόσμιος πόλεμος, ένεκα του οποίου διαταράχθηκε η τάξη στην Αλβανία, και οι Δυνάμεις ζήτησαν από την Ελλάδα να καταλάβει έκ νέου, άλλα προσωρινά, την Βόρειο Ήπειρο για την αποκατάσταση της τάξης.
Προς στιγμήν σχηματίστηκε η εντύπωση για αίσιο τερματισμό του Βορειοηπειρωτικού, αφού άλλωστε στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1915 εξελέγησαν βουλευτές Κορυτσάς και 'Αργυροκάστρου. Δύο έτη αργότερα όμως το 1916, με την συμμετοχή ήδη της Ιταλίας στο πλευρό των Συμμάχων, οι Έλληνες υποχρεώθηκαν εκ νέου να εκκενώσουν την Βόρειο Ήπειρο, αντικατασταθέντες υπό των 'Ιταλών, πλην της περιφερείας της Κορυτσάς, την οποίαν κατείχαν γαλλικά στρατεύματα.
Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας δεν τέθηκε ποτέ σε εφαρμογή, εξ αιτίας της κήρυξης του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Παρόλα αυτά όμως το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας αν και δεν εφαρμόστηκε ποτέ επίσης δεν αναιρέθηκε ποτέ από κάποια μεταγενέστερη συνθήκη.  Δυστυχώς,  στην πολιτική πρακτική των Αλβανικών Κυβερνήσεων πολλές από τις διατάξεις του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας καταργήθηκαν ή καταστρατηγήθηκαν από την αλβανική πλευρά τα επόμενα χρόνια.
ΠΗΓΕΣ:
Σπ. Β. Μαρκεζίνη : Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος τ.3ος σ. 225-228

Δεν υπάρχουν σχόλια: