Translate -TRANSLATE -

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2019

Ελένη Χατζούδη-Τούντα : Γιατροσόφια στην Σμύρνη



ΓΙΑΤΡΟΣΟΦΙΑ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ

Επιμέλεια Κειμένου: Ελένη Χατζούδη-Τούντα

Οι δεισιδαιμονίες, οι προκαταλήψεις, οι μαγείες για την καταπολέμηση των ασθενειών, ήταν αυτά που επικρατούσαν σε πολλούς λαούς μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα.
Ο πρώτος που διαχώρισε την ιατρική από τη μαγεία ήταν ο Ιπποκράτης. Όμως ακόμη και σήμερα οι παλιότεροι θα θυμούνται πως αντιμετωπίζετο π.χ. η παρωτίτις, ο ίκτερος και ένα σωρό άλλα νοσήματα.
Στην Ανατολή, στη Σμύρνη, στη   Μικρασία,   όπου   ο άγραφος και απαράβατος νόμος «το κισμέτ», ακόμη και σήμερα ρυθμίζει τις πράξεις, τις σχέσεις και τα έργα των ανθρώπων, δεν ήταν δυνατόν παρά να   υποστούν την επίδραση της δεισιδαιμονίας    και    να αναζητήσουν «θεραπευτικά μέσα» για την  καταπολέμηση των ασθενειών.
Στον αγράμματο ελληνικό πληθυσμό ήταν πολύ διαδεδομένη η μαγγανεία. Πολλές Μικρασιάτισες και μάλιστα Σμυρνιές, έκαναν τις γητεύτρες και τις γιάτραινες, που ήξεραν την μαγγανεία από τις γιαγιάδες τους και οι άντρες από τους παππούδες τους.
Αναφέρω μερικά παραδείγματα σχετικά με τις γιάτρισες της εποχής στη Σμύρνη:
1. Για το σαρλίκι (ίκτερος ή χρυσή).
Ήταν στη Σμύρνη δυο αδελφές, Μιρζάν ήταν τ' όνομα τους και η κατοικία τους στου Αβραάμ το σοκάκι. Αυτές λοιπόν οι αδελφές έδωσαν στον άρρωστο να πιει ούρα μικρού παιδιού ανάμεικτα με ροδόσταμο και με αφρό αυγού. Άλλοι έδωσαν στον άρρωστο υγρό πικραγγουριάς να ρουφήξει από τη μύτη.
Άλλη θεραπεία από άλλους γητευτές ή γητεύτρες ήταν η μεταξωτή κίτρινη κλωστή. Μετρούσαν το μπόι του αρρώστου και μετά έκοβαν σε μικρά κομματάκια   την   κλωστή   και   τηνέριχναν σ' ένα φλιτζάνι με μέλι φτιάχνοντας ένα μαντζούνι. Αυτό το μαντζούνι το έδιναν στον άρρωστο να το φάει. Αλλά την ώρα που έκοβε η γητεύτρα την κλωστή έλεγε: «Όπως κόβω το μετάξι να κοπεί το σαρλίκι σου». Πάνω δε στο χείλος ή μεταξύ των φρυδιών χάραζε ένα σταυρό. Η κυρά Παρασκευούλα, από το Κερατοχώρι, ήταν ξακουστή γητεύτρα.
2. Για το άνοιγμα της μύτης.
Αυτή τη γητειά την εφάρμοζε η κόνα Ολυμπία, του φούρναρη του Χιώτη, στου νταή Χρήστου το σοκάκι κι ένα σωρό άλλοι. Η κόνα Ολυμπία λοιπόν, πίεζε τη μύτη του αρρώστου κι έλεγε:
«Ζαχαρίας εσφάγη εν οίκω Κυρίου και το αίμα αυτού πέτρα». Μετά κρεμούσε ένα δαχτυλίδι με «ματοστάθη» πάνω στον άρρωστο.
3.Για τον κούκλου (κοκκύτης).
Πήγαιναν το άρρωστο παιδί στη θάλασσα με μια κλωστή. Μετρούσαν σαράντα κύματα κι έκαναν σαράντα κόμπους. Μετά έριχναν την κλωστή στη θάλασσα κι έλεγαν: «Όπως περνούν τα κύματα να περάσει κι ο κούκλου».
Άλλη θεραπεία ήταν να κάνει ο ασθενής εισπνοές στο γκάζι (φωταέριο)!
Μια από τις καλύτερες γιάτραινες στη Σμύρνη ήταν η «εφφέδενα» (λεβέντισσα), στη συνοικία του Σαν Ρόκκου. Αυτή έδινε αφέψημα από τις μύτες των βούρλων με πολύ ζάχαρη και σιρόπι.
4. Για τις μαγουλάδες.
Ένας από τους «ειδικούς» της γιατρειάς αυτής ήταν ο Γιωργάκης ο αχτάρης (μικροπραματευτής) στου Χαλεπλά το σοκάκι. Αυτός έπαιρνε μια ξύλινη κουτάλα τη βουτούσε στο μελάνι ή στη μουτζούρα του τηγανιού και ζωγράφιζε «τσι μαγουλάδες» με μια πεντάλφα κι έλεγε: «ο Ιησούς νικά και πάντα βοηθά κι η κερά μας Παναγιά ούλα τα κακά σκορπά».
5. Για τις αμυγδαλές
Μια ασθένεια που παίδευε κυρίως τα μικρά παιδιά ήταν  οι «γαργαλώνες» δηλαδή οι αμυγδαλές. ΄Οταν πρήζονταν οι αμυγδαλές του παιδιού το κάθιζαν με γυρισμένη την πλάτη προς τη δύση και κοντά του έβαζαν αναμμένο καντήλι. Η γιάτρισσα λοιπόν που φώναζαν να  γιατρέψει το παιδί, βουτούσε τα δάχτυλά της μέσα στο καντήλι και έτριβε το λαιμό του ασθενούς από μπρος προς τα πίσω και έλεγε: «Εννιά αδελφάδες ήμαστε κι απ’ τσ’ εννιά μείναν οχτώ, κι απ’ τσι οχτώ μείναν εφτά, κι απ’ τσι εφτά μείναν έξι, κι απ’ τσι έξι μείναν πέντε, κι απ’ τσι πέντε μείναν τέσσερις, κι απ’ τσι τέσσερις μείναν τρεις, κι απ’ τσι τρεις μείναν δύο, κι απ’ τσι δύο απόμεινε μία, κι απ’ τσι μία καμιά.»
6. Για το μάτιασμα
Για το μάτιασμα, δηλαδή τη βασκανία, κάτι  που δέχεται και η ορθόδοξη Χριστιανική θρησκεία  γητεύανε τον άρρωστο «με αναμμένα κάρβουνα σβησμένα στο νερό», δίνοντας σε κάθε κάρβουνο ένα όνομα ατόμου που υποψιαζόντουσαν ότι τον «μάτιασε». Ένας άλλος τρόπος ήταν να βάλεις φωτιά στο θυμιατό και να πάρεις 9 καρεφύλια. Να σταυρώνεις τον άρρωστο κάθε φορά με ένα καρεφύλι και να λές: «Αγιοι μου Ανάργυροι και θαυματουργοί, γιατρέψτε το κακό μάτι». Τα καρεφύλια να τα ρίχνεις στο θυμιατό να καούν. Όσο πιο κρότο έκαναν στη φωτιά τόσο περισσότερο ο άρρωστος ήταν ματιασμένος. Μετά τα   έριχναν    μέσα σε ένα ποτήρι νερό, ράντιζαν τον ματιασμένο και του έδινα  να πιεί τρεις γουλιές με τα λόγια: «Τση γεια σου να΄ναι». Τώρα πως ο ματιασμένος  δεν πάθαινε στομάχι ή δηλητηρίαση αυτό  είναι μία άλλη ιστορία.
6. Για το κριθαράκι στο μάτι
Στη περίπτωση αυτή  έπρεπε να βρουν ένα πρωτότοκο παιδί να μουτζώσει τον ασθενή. Και όχι με όποιοδήποτε χέρι, αλλά με το αριστερό. Όταν ωρίμαζε το κριθαράκι  έπαιρνε η γιάτρισσα ένα κουκί κριθάρι και ακουμπούσε το κουκί επάνω στο μάτι για να το «ανοίξει» και παρακαλούσε την Αγία Μαρίνα: «Η Αγία Μαρίνα που μαραίνει τα κακά να σε μαράνει σαν το κριθάρι».
Για να προλάβουν ορισμένες ασθένειες χρησιμοποιούσαν διάφορα μέσα της Λαϊκής Ιατρικής ή  παρακαλούσαν διάφορους άγιους για «θεραπείες» συγκεκριμένων ασθενειών.
Επειδή την εποχή εκείνη ωραία γυναίκα ή κορίτσι,  ήταν αυτή που ήταν «μπουζάτη» για να μην μαυρίσει λοιπόν μόλις έμπαινε ο Μάρτης και μάλιστα την πρώτη του μήνα αυτού, πριν ακόμη βγει ο ήλιος, έδεναν στο χέρι των κοριτσιών και των αγοριών το «Μάρτη», που είχε φτιαχτεί από τρία νήματα, χρυσό, άσπρο και κόκκινο. Την ώρα που το έδεναν στο χέρι έλεγαν: «¨Οπ’ έχει κόρη ακριβή τον Μάρτη ο ήλιος μην τη δει». Το νήμα αυτό έπρεπε να το αφήσουν αποβραδίς επάνω σ’ αγιόκλημα. Με το «Μάρτη» προφυλάγονταν το παιδί από τη μαυρίλα και τον πονοκέφαλο.
Την πρωτοχρονιά οι χριστιανοί έπαιρναν στην εκκλησία ένα ρόδι  και το λειτουργούσαν, μετά γύριζαν στο σπίτι και έμπαιναν με το δεξί πόδι στο κατώφλι, έσπαγαν το ρόδι κατάχαμα και έλεγαν: «Ρόδι μου, καντινάρι μου, με χίλιες μύριες ρώγες. Όσες ρώγες τόσες λίρες κι άλλες τόσες ευτυχίες».
Για να έχει άφθονο γάλα η λεχώνα την προστάτευε η Παναγία η Γαλατούσα στον Απάνω Μαχαλά. Οι Τούρκοι το έλεγαν σούτκουγιουσί και πήγαιναν κι αυτοί, γιατί η πίστη στη Θεία Δύναμη δεν γνωρίζει θρησκείες.
Όλα όσα αναφέρθηκαν ήταν μέρος της Λαϊκής Ιατρικής που εφαρμοζόταν από τον Χριστιανικό Ελληνισμό της Μικρασίας. Και που ίσως ακόμη την παράδοση αυτή να θυμούνται οι πρόσφυγες της δεύτερης γενιάς.
Πληροφορίες:
«Μικρασιατικά Χρονικά» Τόμος Εικοστός, Αθήνα, 1998

Δεν υπάρχουν σχόλια: