Translate -TRANSLATE -

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2019

Θανάσης Βέγγος ο «καλός μας άνθρωπος»



Θανάσης Βέγγος ο «καλός μας άνθρωπος»

Συμπληρώθηκαν σήμερα οκτώ χρόνια από την ημέρα που έφυγε μακριά μας ο Θανάσης Βέγγος, ο καλός μας άνθρωπος που δεν θα τον ξεχάσουμε  ποτέ. Γιατί  δεν έφυγε απλά ο "άνθρωπός μας" αλλά ένας ΑΝΘΡΩΠΟΣ  που με την ενέργεια που εξέπεμπε, την καλή του καρδιά  και την ψυχούλα του μας έδινε - και θα μας δίνει με το έργο που άφησε πίσω του - πάντα κουράγιο, ιδιαίτερα αυτές τις δύσκολες στιγμές που βιώνει ο τόπος μας και που ζουν και όλοι οι αγνοί άνθρωποι και πατριώτες!!
Στην ανάρτηση αυτή συμπεριλαμβάνω δύο αντιπροσωπευτικά άρθρα που δίνουν, και τα δύο μαζί, μια σφαιρική εικόνα της προσωπικότητάς του. Η ανάρτησή μας κλείνει με μια βιογραφία του Θανάση Βέγγου από την Βικιπαιδεια

Αξιοπρεπής, μαχητής, Έλληνας


Πέρα από το άφθονο γέλιο που μας χάρισε και τις σπαρταριστές σκηνές που θα μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένες στις μνήμες όλων μας, ο Θανάσης Βέγγος επί μισό αιώνα μάς δίδαξε, με τον δικό του αυθεντικό τρόπο, τις αρετές του ήθους, της ανθρωπιάς, της αντοχής στις κακουχίες. Μας εισήγαγε στον κόσμο της φτώχειας, αλλά και της σκληρής εργασίας, της αγνής περηφάνιας και του ονείρου μιας καλύτερης ζωής.
Με τη λιτή ζωή του και τη σπάνια καλοσύνη του, μας δίδαξε ότι τα χρήματα δεν είναι το παν. Δεν είναι η ευτυχία. Ο αγνός «καλός μας άνθρωπος» δεν επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από την ταπεινή καταγωγή του. Ήταν περήφανος γι’ αυτήν. Δεν περιορίστηκε στο γέλιο. Ταυτόχρονα, μας έκανε να σκεφτούμε και να προβληματιστούμε. Μας ταξίδεψε στη μεταπολεμική φτώχεια της Ελλάδας, τη μετεμφυλιακή κοινωνική αδικία, αλλά και τον μεταπολιτευτικό ηθικό της ξεπεσμό.
Ως νεαρός φοιτητής στο Παρίσι, τη δεκαετία του ’80, παρακολούθησα ένα αφιέρωμα στον ελληνικό κινηματογράφο. Εκεί, στην κατάμεστη αίθουσα του κέντρου Ζορζ Πομπιντού, μετά την προβολή της ταινίας «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;» άκουσα για πρώτη φορά να μιλούν για έναν «αντιπολεμικό ύμνο» και τότε συνειδητοποίησα ότι, πέρα από το πηγαίο χιούμορ του που γενναιόδωρα μοιραζόταν μαζί μας, ο Βέγγος ήταν και ένας κοινωνικός στοχαστής.
Ακέραιος χαρακτήρας, γήινος, μιλούσε στην ψυχή μας. Αυτοδίδακτος και αυτοδημιούργητος, αποδείχθηκε συγχρόνως ως ένας σεμνός ιδιότυπος φιλόσοφος της ζωής. Όχι μέσα από υπερβολές μιας δήθεν διανόησης, αλλά μέσα από μια αφοπλιστικά αληθινή διεισδυτική καταγραφή των αντίξοων συνθηκών της καθημερινότητας του απλού ανθρώπου.
Υποδύθηκε και ταυτίστηκε με τον βιοπαλαιστή που υπομένει τις πιο σκληρές δοκιμασίες, αλλά στο τέλος τα καταφέρνει. Ένα παράδειγμα από το οποίο καλείται να διδαχθεί και ο σύγχρονος Έλληνας. Ο Θανάσης Βέγγος έδωσε με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο τη μάχη κατά της αδικίας. Μας έδειξε τον άνθρωπο που προσπαθεί, αποτυγχάνει, πονάει, αλλά δεν υποκύπτει. Που δεν τα περιμένει όλα από τους άλλους. Που επινοεί, επιμένει, αντέχει, οραματίζεται και, τελικά, επιτυγχάνει.
Τον περιέγραψαν, και δίκαια, ως λαϊκό ποιητή. Ήταν σύμβολο ήθους και ανθρωπιάς. Τόσο με τις ταινίες του όσο και με τη ζωή του, λειτούργησε ως αντίβαρο στην ελαφρότητα της κατανάλωσης, της ανούσιας ζωής που αναλώνεται στην αγορά άχρηστων ρούχων, υποδημάτων, παιχνιδιών, ηλεκτρικών συσκευών. Με όλα δηλαδή τα ασήμαντα που καταπιάνονται οι δήθεν επιτυχημένοι, που είναι αμφίβολο κατά πόσον είναι και ευτυχισμένοι.
Ο θάνατός του τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ήρθε να μας υπενθυμίσει τις αρετές που εκπροσωπούσε στη ζωή του και πρόβαλλε στις ταινίες του και να τις καταθέσει απέναντι στην ελαφρότητα των πριγκιπικών γάμων και την ιλαροτραγωδία του γυάλινου κόσμου των παρδαλών καπέλων των κυριών που στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν έχουν παράξει τίποτα, απλά έτυχε να κληρονομήσουν ή να παντρευτούν περιουσίες, συχνά αμφιβόλου προελεύσεως.
Ο μεγάλος κωμικός, που αγαπήθηκε περισσότερο από κάθε άλλον Έλληνα ηθοποιό, δεν έζησε εύκολα. «Στη γαλέρα της ζωής μου τράβηξα άγριο κουπί» είπε σε μια δραματική κατάθεση ψυχής πριν από μερικά χρόνια. Μπορεί στις ταινίες του να έτρεχε σκυφτός, αλλά στην πραγματικότητα είχε ψηλά το κεφάλι. Δεν τον έβρισκες σε βίλες και κότερα νεόπλουτων ούτε σε κοινωνικές συνευρέσεις ρηχών ανθρώπων, με σάπια ήθη. Δεν υπήρξε κοσμικός. Δεν συμμετείχε στο «πάρτι λεηλάτησης» της χώρας. Ήταν αξιοπρεπής και στον βαθμό που του αναλογούσε έπλασε έντιμους χαρακτήρες και ευγενικές συμπεριφορές γεμάτες ανθρωπιά και συμπόνια. Έδωσε στην Ελλάδα πολύ περισσότερα από αυτά που πήρε. Του χρωστάμε...
Tου Αθανασίου Ελλις
Πηγή:


ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ, ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

ΤΙ ΣΥΜΒΟΛΙΖΕ Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΕΓΓΟΣ


Ο Θανάσης Βέγγος ήταν η συλλογική μας έκφραση. Συμπύκνωνε και πρόβαλλε χωρίς δυσκολία τον μέσο άνθρωπο της δεκαετίας του ’60 και του ’70, τότε που άρχισε να ξαναφτιάχνεται η Ελλάδα.
Μια χώρα ταλαιπωρημένη και καθημαγμένη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την κατοχή και τον εμφύλιο, και, φυσικά, τις συνέπειες όλων αυτών που κράτησαν ως τα τέλη της δεκαετίας του ’50. Γεγονότα και συνέπειες που μας στοιχειώνουν ακόμα, αφού οι εμπειρίες καταγράφονται ως κομμάτι της ζωής μας, του πρόσφατου παρελθόντος, προσδιορίζοντας και το σήμερα αλλά –σε σημαντικό βαθμό– και τη μελλοντική μας διάθεση.
Επειδή ο κινηματογράφος, αλλά και το θέατρο, δεν είναι απλώς η αποτύπωση της πραγματικότητας αλλά η καταγραφή της με στοιχεία υπερβολής, ο Θ.Β. (όπως και ο ίδιος υπέγραφε συχνά τις ταινίες του) κατόρθωσε να δημιουργήσει/αναπαραστήσει την εικόνα του Νεοέλληνα που παλεύει αδιάκοπα να τα βγάλει πέρα σε συνθήκες δύσκολες, φτώχειας, στερήσεων και χρημάτων μετρημένων μέσα στις φθαρμένες τσέπες πολυφορεμένων παντελονιών. Αποτύπωσε, έβγαλε στον αέρα τον Έλληνα που σκαρφίζεται πράγματα για να επιβιώσει, που δουλεύει πολύ και με ποικιλία, που έχει τιμή και φιλότιμο. Συχνό παράδειγμα στις ταινίες του η υποχρέωση να παντρέψει πρώτα τις αδερφές του και μετά να αποκατασταθεί ο ίδιος, κι ας έχει αίσθημα-αρραβώνα καμιά δεκαριά χρόνια και ταλαιπωρεί την άτυχη κοπέλα, που κι αυτή έχει αδέρφια. Τα οποία με τη σειρά τους την πιέζουν «να αποκατασταθεί», έτσι ώστε να έρθει και η δική τους σειρά, μια και δέχονται ανάλογες πιέσεις από τα κορίτσια τους και τις οικογένειές τους.
Περιέγραψε ο πηγαίος αυτός άνθρωπος και εξέφρασε τις αρχές και το περιεχόμενο μιας εποχής που προσδιόρισε όσα ζούμε σήμερα. Μια βιασύνη για εξέλιξη, ένα εκτεταμένο σύνδρομο στέρησης που προέρχεται από την κατοχή και εκφράζεται με την τάση «ας βάλω κάτι στην άκρη», κι όχι απαραιτήτως χρήματα, αλλά το σπίτι πρέπει να έχει λάδι, ζάχαρη, αλεύρι για ώρα ανάγκης, αλλά και πλάκες σοκολάτας υγείας, κάτι που εξελίχθηκε σε εισβολές μας στα σούπερ μάρκετ κάθε φορά που παρουσιάζονταν συνθήκες αποσταθεροποίησης.
Κατέγραψε και κατέδειξε το σχεδόν βίαιο πέρασμα της ελληνικής κοινωνίας από το τσεμπέρι στο τζιν κι από τη ζωή των κωμοπόλεων στην αστυφιλία. Μέσα σε αυτά δέσποζαν φιγούρες που ζούσαν μέσα από την αρπαχτή, άλλοτε φτωχοδιάβολοι μικροαπατεώνες, πορτοφολάκηδες, άλλοτε απόγονοι μαυραγοριτών της κατοχής που συνέχιζαν την παράδοση του σογιού τους προκειμένου να πλουτίσουν όσο πιο γρήγορα γίνεται και να αποκτήσουν διαμέρισμα σε πολυκατοικία «καλής γειτονιάς». Την εποχή που υπήρχαν σε κάθε δρόμο το πολύ 4-5 αυτοκίνητα, άρχισε ξαφνικά να υπάρχει μια λατρεία προς το αυτοκίνητο κι αυτά ξεκίνησαν να πουλιούνται (αν και αρκετά ακριβά) σαν φρέσκο ψωμί. Στην αρχή κάτι σαν μόδα, λίγο αργότερα ως μέσο κοινωνικής καταξίωσης, κάτι που κορυφώθηκε τη δεκαετία ’75-’85. Ακόμα και σήμερα η απόκτηση ενός καλού, επώνυμου αυτοκινήτου προσδίδει κύρος (ή έτσι θεωρεί αυτός που το αγοράζει και το κατέχει). Ασχέτως αν σε λίγο ανακαλύπτει ότι δεν μπορεί να πληρώσει τις δόσεις και να το ξεχρεώσει. Τότε λοιπόν που το ΙΧ γίνεται μόδα, εξάρτημα-διαβατήριο κοινωνικής ανέλιξης, ο Βέγγος γίνεται –και– δάσκαλος οδήγησης, γιατί πριν απ’ αυτό έχει κάνει πολλά επαγγέλματα στη ζωή του. Αναγκάζεται να ανέχεται τις παραξενιές των πλουσίων ή ευκατάστατων κυριών που θέλουν να μάθουν «να σοφάρουν» κι εκεί προσπαθεί να δείξει ότι μερικά πράγματα δεν μπορείς να τα αγοράσεις, όπως είναι η γνώση, αλλά πρέπει να τα μάθεις.
Σκόρπισε γέλιο άφθονο με το παίξιμο και την υπερβολή του, αλλά κατά βάθος με την αναπαράσταση χαρακτήρων και καταστάσεων που συνέβαιναν δίπλα αλλά και μέσα στα σπίτια μας. Το έκανε χωρίς να θίξει κανέναν, χωρίς να ενοχλήσει ή να ειρωνευτεί καμιά κοινωνική τάξη, κανέναν συνάνθρωπο. Πρόσφερε χαρά και διαχρονική ευεξία (πάντα θα βλέπουμε με ευχαρίστηση και προσμονή τις ταινίες του) χωρίς να φορτώνει κανέναν με ενοχές για την καταγωγή, τη δουλειά, τις ατυχίες του. Θα εξακολουθήσουμε να βλέπουμε τις ταινίες του και να τον αγαπάμε αφού ήταν κάτι περισσότερο από «ένας από εμάς», ήταν κομμάτι απ’ τη ζωή, τις ανάγκες και τις εξομολογήσεις που ποτέ δεν κάναμε.

ΜΙΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ


Ο Θανάσης Βέγγος γεννήθηκε στις 27  Μαΐου 1926 και πέθανε στις 3  Μαΐου 2011
Υπήρξε κωμικός ηθοποιός του κινηματογράφου, του θεάτρου και ιδρυτής της εταιρείας «ΘΒ Ταινίες Γέλιου».  
Το πραγματικό του επώνυμο ήταν "Βέγκος" και όπως είχε πει, το έγραφε με "γγ" όταν έγινε ηθοποιός γιατί φαινόταν καλύτερα στο μάτι. Είχε παίξει σε 126 ταινίες, σε 52 από τις οποίες ως πρωταγωνιστής και είχε σκηνοθετήσει (πρωταγωνιστώντας ταυτόχρονα) ακόμη επτά ταινίες. Θεωρείται ένας από τους πιο δημοφιλείς κωμικούς του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ μέχρι και το τέλος της ζωής του συνέχιζε να εμφανίζεται σε ταινίες, καθώς επίσης στην τηλεόραση και στο θέατρο. Θα μείνει γνωστός πάντα ως ο «Καλός μας άνθρωπος».
Γονείς του ήταν ο Βασίλης και η Ευδοκία Βέγγου, των οποίων ήταν και το μοναδικό παιδί. Ο πατέρας του ήταν δημόσιος υπάλληλος, συγκεκριμένα εργαζόταν στην Εταιρεία Ηλεκτρισμού, και υπήρξε ήρωας της αντίστασης. Μετά τον πόλεμο, όμως εκδιώχθηκε από τη δουλειά του εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων. Η απόλυση του πατέρα του προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, σοβαρό οικονομικό πρόβλημα στην οικογένεια του Θανάση, κάτι που τον ανάγκασε να ριχτεί στον αγώνα για το μεροκάματο. Παράλληλα έκανε διάφορα μικροθελήματα στη γειτονιά.
Τα πέτρινα χρόνια 1948-1950 υπηρέτησε τη θητεία του ως "ανεπιθύμητος" στρατιώτης στη Μακρόνησο, όπου γνωρίστηκε με τον μετέπειτα γνωστό σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο που ήταν εκεί πολιτικός κρατούμενος. Αυτή η γνωριμία οδήγησε τον Βέγγο στην πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο, το 1954, στην ταινία Μαγική Πόλη του Κούνδουρου. Τα επόμενα πέντε χρόνια έπαιξε μικρούς ρόλους, εργαζόμενος παράλληλα και ως φροντιστής στα κινηματογραφικά πλατό. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκε σε μερικές από τις πιο ιστορικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, όπως «Ο δράκος», «Διακοπές στην Αίγινα», «Μανταλένα», «Ο Ηλίας του 16ου», «Ποτέ την Κυριακή». Ο πρώτος του μεγάλος ρόλος ήταν  μαζί με τον Νίκο Σταυρίδη στην ταινία «Οι δοσατζήδες» του 1960. Τον ίδιο καιρό, το 1959, πήρε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού, όχι από Σχολή αλλά ως εξαιρετικό ταλέντο με εξετάσεις σε ειδική επιτροπή. Η πρώτη του θεατρική παράσταση ήταν στην επιθεώρηση «Ομόνοια πλατς-πλουτς», δίπλα στους Νίκο Ρίζο και Γιάννη Γκιωνάκη, επίσης το 1959.

Κινηματογράφος - τηλεόραση


Τα επόμενα χρόνια, συνεργαζόμενος κυρίως με τον σκηνοθέτη Πάνο Γλυκοφρύδη, αναπτύσσει τον τύπο του νευρικού, αεικίνητου τύπου, που τον καθιέρωσε και αρχίζει να γίνεται δημοφιλής. Με ταινίες όπως «Ψηλά τα χέρια, Χίτλερ», «Μην είδατε τον Παναή», «Ζήτω η τρέλλα!», Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης, καθιερώνεται στη συνείδηση του κοινού. Το 1964, σε αναζήτηση καλλιτεχνικής ελευθερίας, ίδρυσε τη δική του εταιρία παραγωγής «ΘΒ Ταινίες Γέλιου». Την περίοδο 1965-1969, συνεργαζόμενος με τον Πάνο Γλυκοφρύδη και τον Ερρίκο Θαλασσινό αλλά και σκηνοθετώντας ο ίδιος κάποιες φορές, γύρισε τις καλύτερες κατά γενική ομολογία ταινίες του, όπως τις «Φανερός πράκτωρ 000», «Τρελός, παλαβός και Βέγγος», «Ποιος Θανάσης;», που τις χαρακτηρίζουν το σουρεαλιστικό χιούμορ, ο αυτοσχεδιασμός και η πηγαία ερμηνεία. Παρά την εμπορική και καλλιτεχνική τους επιτυχία, οι ταινίες αυτές οδηγούν την εταιρία του Βέγγου σε κλείσιμο και τον ίδιο σε οικονομική καταστροφή, από την οποία θα συνέλθει μόνο μετά από πολλά χρόνια.
Η καριέρα του συνεχίζεται με τον σκηνοθέτη Ντίνο Κατσουρίδη, ενώ η δημοτικότητά του παραμένει σταθερή κι οδηγεί στην αποθέωση του από τον κόσμο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1971, όπου η ταινία «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;» αποσπά τα βραβεία κριτικών και κοινού. Άλλη σημαντική ταινία αυτής της περιόδου είναι «Ο Θανάσης στη χώρα της σφαλιάρας» του 1976. Η θεματολογία των ταινιών του μετατοπίζεται προς την κοινωνική κριτική, ενώ το 1983 σταματά για λίγα χρόνια να κάνει κινηματογράφο.
Τη δεκαετία του 1980 ασχολείται με το γύρισμα έξι βιντεοταινιών και της τηλεοπτικής σειράς Βεγγαλικά που, μετά από προσπάθειες πολλών ετών, προβλήθηκε τελικά στην τηλεόραση το 1988. Το 1990 εμφανίστηκε στη σειρά του ΑΝΤ1 Αστυνόμος Θανάσης Παπαθανάσης.
Η επιστροφή του στον κινηματογράφο γίνεται με την ταινία «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου» του Παντελή Βούλγαρη. Η ερμηνεία του έχει πια διαφοροποιηθεί, είναι χαμηλών τόνων αλλά μεγάλης εκφραστικότητας, με κορυφαία στιγμή το ρόλο του στην ταινία «Όλα είναι δρόμος» του 1998. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκε επίσης στην Επίδαυρο, το 1997, στο ρόλο του Δικαιόπολι στους Αχαρνής και το 2001 στην Ειρήνη του Αριστοφάνη με μεγάλη επιτυχία. Το 2002, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση, ο Θανάσης Βέγγος κράτησε έναν από τους βασικούς ρόλους στην τηλεοπτική σειρά «Περί ανέμων και υδάτων». Η τελευταία κινηματογραφική συμμετοχή του ήταν στην ταινία "Το πέταγμα του κύκνου" ταινία που προβλήθηκε το 2010.



Ο θάνατος του

Ο Θανάσης Βέγγος νοσηλευόταν από τις 19 Δεκεμβρίου 2010 στην εντατική μονάδα του νοσοκομείου Ερυθρός Σταυρός λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου και εκεί απεβίωσε στις 3 Μαΐου 2011, λίγο πριν συμπληρώσει τα 84 χρόνια του. Η νεκρώσιμος ακολουθία εψάλη στον Ιερό Ναό της Αγίας Μαρίνας στο Θησείο την επόμενη, στις 4 Μαΐου, με παρουσία πολλών επισήμων και φίλων. Τάφηκε στην Αμοργό, τόπο καταγωγής της μητέρας του και της γιαγιάς του.

Προσωπική ζωή


Την εποχή που γυριζόταν "Ο δράκος" παντρεύτηκε την Μίνα (Ασημίνα) Βέγγου με την οποία ήταν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του. Απέκτησαν μαζί δυο γιους, τον Βασίλη και τον Χάρη. Οι γιοι του τού έδωσαν εγγόνια τα οποία υπεραγαπούσε, όπως επιβεβαιώνει και η γυναίκα του: "Η αγάπη του Θανάση ήταν τόσο μεγάλη για την Νίκη και τον Θανασάκη που σχεδόν έκλαιγε κάθε φορά που άκουγε το όνομά τους. Είχε λατρεία για τα δυο του εγγόνια και τίποτα δεν μπορούσε να την επισκιάσει. Ούτε τα μικροπροβλήματα υγείας. Δεν μπορείτε να καταλάβετε το πάθος του για αυτά"
Σύμφωνα με τον πρωτότοκο γιο του Βασίλη, ο Θανάσης Βέγγος έκανε παρέα "με τον Δημήτρη Νικολαΐδη, την Σούλη Σαμπάχ, τον Γιώργο Λαζαρίδη και τον Ντίνο Κατσουρίδη. Γενικά θεωρούσε το καλλιτεχνικό κύκλωμα λίγο περίεργο και αισθανόταν «σαν ψάρι έξω από το νερό".

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Δεν υπάρχουν σχόλια: