Translate -TRANSLATE -

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

Κώστας Γαβράς : Δημοκρατία, η αξιοπρέπεια του μετανάστη



Κώστας Γαβράς : Δημοκρατία, η αξιοπρέπεια του μετανάστη

Αν κάτι χαρακτηρίζει τον Κώστα Γαβρά είναι η συνέπεια του. Η σχέση του με την πολιτική δεν είναι διανοητική αλλά «χειρωνακτική». Ακαταπόνητος, εργάζεται εδώ και πέντε σχεδόν δεκαετίες, αποκαλύπτοντας, προκαλώντας, αφυπνίζοντας. Χωρίς να στρατεύει την τέχνη του, περνάει από την άλλη πλευρά του Σιδηρού Παραπετάσματος, από τον χιτλερικό ναζισμό στον νέο αμερικανικό φασισμό, ασχολείται με το παλαιστινιακό πρόβλημα, τον ανθρώπινο πόνο, την επώδυνη διαδικασία της μνήμης, το κόστος της ανεργίας, τις κομπίνες των αγορών.
Στη νέα του ταινία το θέμα του πραγματεύεται την ιστορία μιας χώρας και του λαού της που παγιδεύονται από ένα δίκτυο υπερεξουσίας που τους επιβάλλεται παρά την θέλησή τους. Στην ταινία του παρουσιάζει επίσης τον φαύλο κύκλο των συναντήσεων του Eurogroup που επέβαλε τη δικτατορία της λιτότητας στην Ελλάδα, πίσω από τις κλειστές πόρτες εκεί όπου παίχτηκε μια αρχαία ελληνική τραγωδία στη σύγχρονη εποχή. Τίτλος της ταινίας «Αdults in the room». 


Μιλώντας σε αποκλειστική συνέντευξη του στην Εφημερίδα Politika του Βελιγραδίου αποκάλυψε ότι η νέα του ταινία θα αναφέρεται στην Ευρώπη ως προς την Ελλάδα μέσα στα χρόνια της κρίσης και παρατήρησε :
-«Η ελληνική κρίση με έπληξε με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Φυσικά και έχουν ευθύνη οι κυβερνήσεις της δεξιάς και της αριστεράς που επέτρεπαν, επί τριάντα χρόνια, να αυξάνεται ασταμάτητα το χρέος. Ωστόσο, ευθύνη φέρουν και οι ηγέτες της ΕΕ οι οποίοι γνώριζαν τα πάντα και δεν είπαν ποτέ «Στοπ!». [..] Όταν το μπαλόνι παραφούσκωσε το είπαν, αλλά ήταν πλέον αργά. Μόλις, δε, εμφανίστηκε αυτό το νέο κόμμα και η νέα ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να αλλάξει τα πράγματα, η Ευρώπη έπιασε από τον λαιμό τους ηγέτες μας και επέβαλε αυτό που όλοι γνωρίζουμε. Ακόμη και σήμερα έχουν αυτό το ασφυκτικό περιλαίμιο και υποφέρει η πλειοψηφία των Ελλήνων. Εξαιτίας αυτών των πολιτικών της ΕΕ έχουμε σήμερα όλο και περισσότερους φτωχούς ανθρώπους, ενώ ο πολιτισμός και η παιδεία αποτελούν ένα πολύ μικρό μέρος της ευρωπαϊκής πολιτικής».
Ο Κώστας Γαβράς από τότε που ξεκίνησε να κάνει ταινίες έχει στο μυαλό του την Ελλάδα αλλά προ πάντων τον ΑΝΘΡΩΠΟ. Έτσι στη προ-προηγούμενη ταινία του ασχολήθηκε με ένα μεγάλο θέμα την  μετανάστευση και τους μετανάστες, τους περιπλανώμενους του 21ου αιώνα ανθρώπους με όνειρα ή χωρίς και με μόνη φιλοδοξία, κατ’ αρχάς, να επιβιώσουν. Ο Παράδεισος τους μπορεί να περιμένει…

Δημοκρατία, η αξιοπρέπεια του μετανάστη


«Τρέφω βαθύ σεβασμό προς τον άνθρωπο που μεταναστεύει», υπογραμμίζει σε συνέντευξή του. «Το να εγκαταλείπεις τη χώρα σου, το να πηγαίνεις προς το άγνωστο, συνιστά μια τρομερή δοκιμασία που απαιτεί μια ψυχική και σωματική αντοχή απέναντι σε όλες τις πιθανές ταλαιπωρίες. Χρειάζεται οξεία αντίληψη, αντίληψη ζωής. Θελήσαμε, με τον Jean Claude Grinberg (σ.σ.: συν-σεναριογράφο), να συνυπογράψουμε ένα φόρο τιμής στους πατέρες μας, στους παππούδες μας και σε εκείνους της γενιάς μας που ήλθαν στη Γαλλία παρά τις ενέδρες και τις τρικυμίες. Νάτοι, να ’μαστε! “We stand”, όπως λένε και οι Αμερικανοί, δηλαδή “στεκόμαστε”. Μου αρέσει πολύ αυτή η απλή έκφραση. Υπάρχει περηφάνια στο να στέκεται κανείς απλώς εκεί, όρθιος».
Ο Ηλίας ο πρωταγωνιστής της ταινίας του είναι νέος, αποφασισμένος και απελπισμένος. Και στέκεται όρθιος. Ο σκηνοθέτης χειρίζεται ένα θέμα σκοτεινό και ζοφερό, με χιούμορ, αισιοδοξία, ισορροπώντας ανάμεσα στον ήπιο, αν και πικρό, ρεαλισμό και τον μαγικό ρεαλισμό. Χωρίς απροκάλυπτα καταγγελτικούς τόνους, αναδεικνύοντας την αξιοπρέπεια του ξένου και τον βιωμένο κυνισμό της Γηραιάς Ηπείρου. Απ’ όπου κι αν περνάει ο Ηλίας, το καλό και το κακό που συναντάει, το ηθικό και το ανήθικο που αντιμετωπίζει, είναι όψεις μιας πραγματικότητας δημοκρατικά δομημένης αλλά και μιας δημοκρατίας διόλου δεδομένης.
Πρέπει να είμαστε πάντα σε εγρήγορση, υποστηρίζει με κάθε πλάνο του ο Κ. Γαβράς, όχι μόνο σε αυτήν την ταινία αλλά από το 1969 και το θρυλικό «Ζ». Έκτοτε, η πολιτική σκέψη έχει το προβάδισμα, η εξουσία (κάθε μορφής) είναι στο στόχαστρο του, η αποκατάσταση ενός αισθήματος δικαίου στον θεατή, «η ικανοποίηση της επιθυμίας του για δικαιοσύνη», όπως έχει γράψει η κριτική, η βασική μέριμνα του.
«Θα ξαναγυρίζατε σήμερα το “Ζ” αναφερόμενος σε μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα;», ρωτήσαμε τον σκηνοθέτη. «Δεν θα είχε νόημα», απάντησε. «Οι στρατιωτικοί δεν είναι πια απειλητικοί. Αντίθετα, μάλιστα, τους συμβαίνει να είναι επικοινωνιακοί και να ασκούν ανθρωπιστικό έργο! Ωστόσο, η γνώμη μου είναι ότι τα ερωτήματα παραμένουν.
Μερικά χρόνια πριν, ο Πιερ Ζοξ, υπουργός Εσωτερικών επί Μιτεράν μου πρότεινε να κάνω μια ταινία για την “μπλε μπανάνα”. Όταν απόρησα, μου εξήγησε ότι είναι η Ευρώπη τη νύχτα φωτογραφημένη από δορυφόρο. Πρόσθεσε ότι τα επόμενα χρόνια πάνω από 25 εκατ. άνθρωποι υπολογίζεται πως θα μετακινηθούν σε αυτήν την μπλε μπανάνα. Όταν βλέπουμε μια μητέρα να απειλείται με απέλαση επειδή ο γιός της πέθανε και χωρίς αυτόν χάνει το δικαίωμά της να παραμείνει στη Γαλλία και κρίνεται αναγκαία η παρέμβαση ενός υπουργού, οφείλουμε να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει στη δημοκρατία μας. Σε μια δημοκρατία που εξαρτάται από την καλή θέληση ενός υπουργού! Πού είναι η δημόσια συζήτηση; Πού είναι η δημοκρατική ζωή όταν πρόκειται για μετανάστη;».


Ο Ηλίας, τον οποίο υποδύεται ο Ιταλός ηθοποιός Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, θυμίζει αγρίμι, μιλάει ελάχιστα –οι φράσεις του είναι μετρημένες στην ταινία– και σε μια γλώσσα άγνωστη. Ηχεί σαν σημιτική, κατασκευάστηκε ειδικά για την ταινία γιατί, κατά τον σκηνοθέτη, «η γλώσσα χαρακτηρίζει αυτομάτως τους ανθρώπους, σχηματίζουμε αμέσως μια γνώμη για τον συνομιλητή μας και αναλόγως τον αποδεχόμαστε ή τον απορρίπτουμε. Θα ήθελα, λοιπόν, ο θεατής να μην έχει μια προκατασκευασμένη άποψη για τον Ηλία».
Παρακολουθούμε από κοντά τον ήρωα της ταινίας στην αγωνιώδη προσπάθειά του να πραγματοποιήσει το όνειρό του να φθάσει στο Παρίσι, την Εδέμ του. Βλέπουμε να διακατέχεται από ένα κράμα ουτοπίας, αθωότητας και φόβου. Βλέπουμε την αργή μεταμόρφωση του Ηλία, την ευστροφία, την ανάγκη του να βρει μιαν άλλη εστία. Όμως παράλληλα διαπιστώνουμε την «διακριτική» αλλά καίρια παρουσία της αστυνομίας, μιας διαρκούς μορφής ελέγχου, την οποία συναντάει σε κάθε του βήμα και με διαφορετικούς τρόπους. Είναι η έκφραση μιας διαρκούς απειλής την οποία ο Κ. Γαβράς εγκαθιστά σε αυτόν τον ιδιότυπο «παράδεισο», όπου ο μετανάστης είναι «ξένο σώμα». Σώμα, πάνω στο οποίο εγγράφεται συχνά η ταπείνωση, η απόρριψη, η αποστροφή. «Όταν οι αστυνομικοί σας λένε “Ε, εσύ, έλα εδώ” είναι ήδη μια ταπείνωση. Επειδή δεν είμαι “εσύ”, είμαι “εσείς”.
Όταν ο Ηλίας κοιτάζει μια σαγηνευτική βιτρίνα και νιώθοντας ακατανίκητη έλξη χτυπάει το μέτωπο στο τζάμι, ο ιδιοκτήτης με μια χειρονομία του κάνει σαφές το εξής: “τσακίσου από εδώ! Ούτε να κοιτάς τη βιτρίνα μου δεν είσαι άξιος!”. Είναι κι αυτό επίσης ένας είδος απαράδεκτης βίας, η οποία με το να επαναλαμβάνεται κάθε μέρα καθίσταται όλο και πιο τετριμμένη στα μάτια μας. Αλλά δημοκρατία σημαίνει ακριβώς αυτό: να αρνείσαι να χάνουν οι άνθρωποι την αξιοπρέπειά τους».


Η ταινία είχε ευμενή σχόλια στον ελληνικό τύπο όμως τα περισσότερα γαλλόφωνα έντυπα με εξαίρεση τον “Nouvel Observateur” και την “Liberation”, υποδέχτηκαν την ταινία αδιάφορα και κάποιες απορριπτικά, θεωρώντας ότι ο Γαβράς έπιασε ανώδυνα ένα πολύ οδυνηρό θέμα. Πιθανόν όμως να ενοχλήθηκαν για τον ακριβώς αντίθετο λόγο, δηλαδή για τον έντονο ρατσισμό που στηλιτεύει ο Γαβράς στην ταινία του, σε μια εποχή που οι ευρωπαϊκές κοινωνίες διακατέχονται από πολλές ανασφάλειες. Ο ίδιος σε συνέντευξή του απάντησε στην κατηγορία ότι η ταινία του είναι επιφανειακή λέγοντας ότι η δραματική εκδοχή για την παράνομη μετανάστευση έχει αποδοθεί από άλλους και μάλιστα από πολλούς. Εκείνος -είπε- ήθελε να δώσει τη δική του γλυκόπικρη και φαινομενικά ανάλαφρη σκοπιά, γιατί όντας και ο ίδιος μετανάστης, είχε προσωπικά βιώματα για το όλο ζήτημα και ήξερε «κάτι παραπάνω από τους Γάλλους συναδέλφους του»
Η ταινία έκλεισε το φεστιβάλ Βερολίνου 2009 όπου προβλήθηκεεκτός συναγωνισμού. Βραβεύθηκε με το βραβείο των κριτικών τον Απρίλιο του 2009 στο φεστιβάλ «City of Lights, City of Los Angeles”

Δεν υπάρχουν σχόλια: