Translate -TRANSLATE -

Σάββατο, 6 Απριλίου 2019

Γιώργος Σεφέρης. Ένας νομπελίστας χωρίς διαβατήριο!

Ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης


Γιώργος Σεφέρης. Ένας νομπελίστας χωρίς διαβατήριο!


Του Γιάννη Μιχαλάκη

Το 1971 ήταν  μια  ζοφερή  χρονιά για τους Έλληνες. Η δημοκρατία τελούσε υπό αναστολή, η παγκόσμια κοινή  γνώμη  φαινόταν  αδιάφορη,  η πνευματική  ηγεσία  του  τόπου  συναγελάζονταν  με  τους  δικτάτορες. Φωτεινή  εξαίρεση  αποτελούσε  ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης, ο οποίος με τη γνωστή του «δήλωση» κατά της δικτατορίας στις 28 Μαρτίου 1969 είχε διακηρύξει: «Είμαι  ένας  άνθρωπος  χωρίς  κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και πάθος.  Βλέπω  μπροστά  μου  τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση  που  κάλυψε  τον  τόπο.  Αυτή  η ανωμαλία πρέπει σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή».
Η δήλωση αυτή έγινε αιτία, ο τότε υπουργός Εξωτερικών Παναγιώτης Πιπινέλης να του αφαιρέσει τον τίτλο του «πρέσβη επί τιμή» και τη χρήση  του  διπλωματικού  διαβατηρίου του. Ο πρώτος (και μόνος τότε)  κάτοχος  του  βραβείου  Νόμπελ ποιητής  μας  «πληρωνόταν»  με  τον τρόπο αυτό γιατί είχε το θάρρος να ‘πει τη γνώμη του και να εκφράσει την αλληλεγγύη του προς το σύνολο του ελληνικού λαού.



Στις 20 Σεπτεμβρίου του χρόνου εκείνου (1971) μια θλιβερή είδηση απλώθηκε πάνω στην Ελλάδα. Πέθανε  ο  Σεφέρης.  Σα  να  ξεμούδιασαν οι Έλληνες, πέταξαν από πάνω τους το φόβο της δικτατορίας, έκαναν  ουρές  έξω  από  την  εκκλησία της  Μεταμόρφωσης  του  Σωτήρος στην Πλάκα όπου είχε εναποτεθεί η σορός  του,  ενώ  την  μεθεπόμενη που έγινε η κηδεία του χιλιάδες άνθρωποι  ξεχύθηκαν  στους  δρόμους γύρω από την εκκλησία για ν' αποχαιρετήσουν τον νεκρό.
∆εν  ήταν  κηδεία  εκείνη,  ήταν ένα αντιδικτατορικό ξέσπασμα των χιλιάδων Ελλήνων που ακολουθούσαν τη σορό του ποιητή τραγουδώ-ντας πότε «στο περιγιάλι το κρυφό» πότε  το  «πότε  θα  κάμει  ξαστεριά» και πότε τον Εθνικό Ύμνο. Θα έλεγε κανείς  ότι  δεν  ήταν  κηδεία  ενός θνητού, ήταν περιφορά Επιταφίου. 



Παρακολούθησα την κηδεία μόνος μου. Για να μπορώ μάλιστα να βλέπω  καλύτερα,  προχώρησα  πριν από την πομπή στο Α' Νεκροταφείο και  πήρα  θέση  κοντά  στο  νιόσκαφτο  τάφο.  Όταν,  όμως,  έφτασε  το μεγάλο κύμα του κόσμου, άλλοι πιο καπάτσοι  και  ανευλαβείς  μπήκαν μπροστά  μου,  σκαρφάλωσαν  στα δέντρα  και  στους  μαρμάρινους  τάφους, μου έκοψαν τη θέα. Με κόπο κατάφερα να διακρίνω ανάμεσα σ' εκείνους που τον συνόδευαν  τον  παπα-Γιώργη  Πυρουνάκη,  που  ήταν  σύμβολο  αντίστασης αλλά και ταλαιπωρίας από το κυνήγι του τότε αρχιεπισκόπου και την ηθοποιό  Άννα  Συνοδινού,  η  οποία την  ώρα  που  τον  κατέβαζαν  στον τάφο φώναξε τούτη τη λέξη: Παράδειγμα.
Τι κρίμα αλήθεια να μη μπορούν οι νεκροί να παρακολουθήσουν τον τρόπο  με  τον  οποίο  συνοδεύονται στην  τελευταία  τους  κατοικία.  Είμαι σίγουρος ότι αν ο Γιώργος Σεφέρης  μπορούσε  ν'  ακούσει  όσα  ελέχθησαν  και  να  νοιώσει  όσα  έγιναν τη  μέρα  εκείνη  θα  ένοιωθε  περισσότερο  δικαιωμένος  και  από  την ημέρα εκείνη του 1963 που πήρε το βραβείο Νόμπελ. Γιατί η αναγνώριση και τα δάκρυα δεν προέρχονταν από  ένα  πνευματικό  ίδρυμα  αλλά από τα μάτια και την ψυχή του λαού.
Ο  Γιώργος  Σεφέρης  γεννήθηκε στη  Σμύρνη  στις  23  Φεβρουαρίου 1900.  Ήταν  πρωτότοκος  γιος  του Στέλιου και της ∆έσπως Σεφεριάδη. Εκτός από τον ποιητή, οι γονείς του απέκτησαν δύο ακόμη παιδιά. Την Ιωάννα    (1902-2000),    μετέπειτα σύζυγο Κωνσταντίνου Τσάτσου και τον Άγγελο (1905-1950).
Ο  Στέλιος  Σεφεριάδης  υπήρξε καθηγητής  ∆ιεθνούς  ∆ικαίου  στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και ακαδημαϊκός.  Έγραψε  ποιήματα,  θεατρικά  έργα,  μετέφρασε  αρχαίους Ελληνες,  Γάλλους  ποιητές  και  τα τραγούδια του Μπάιρον για την Ελλάδα.  Πολιτικά  ήταν  βενιζελικός, βοήθησε   μάλιστα   τον   Ελευθέριο Βενιζέλο στις διπλωματικές επαφές του. Το 1914,  στον  λεγόμενο  πρώτο διωγμό   η   οικογένεια   Σεφεριάδη φεύγει από τη Σμύρνη και εγκαθίσταται στην Αθήνα. Για τα δύσκολα εκείνα χρόνια γράφει ο Γ. Σεφέρης: «Έφτασα στην Αθήνα τον καιρό που άρχιζε  ο  μεγάλος  ∆ιχασμός.  ∆εν πρόφτασα να νιώσω μήτε υπόληψη για  τον  Κωνσταντίνο.  Έπειτα  ήταν τα "Νοεμβριανά", που μου θύμισαν καταπληκτικά   τα   καμώματα   των Τούρκων.  Για  τους  ανθρώπους  του Κωνσταντίνου,  εμείς  που  ερχόμασταν  από  το  σκλαβωμένο  Έθνος, που είχαμε ανατραφεί μόνο με μια λαχτάρα,  την  Ελλάδα,  ήμασταν  οι Τουρκόσποροι.  Κι  αυτοί  που  μας χλεύαζαν  και  μας  ταπείνωναν  δε σκοτίζονταν  που  ο  Γερμανός  ήταν σύμμαχος  των  Τούρκων  και  των Βουλγάρων, τον ευχόντουσαν νικητή  και  του  παρέδιναν  τα  κάστρα μας  απολέμιστα.  Για  τη  φαντασία μου, τότε, αυτή η ωμή στενοκεφαλιά ήταν πράγμα υπέρογκο και τερατώδες».
Το 1918 η οικογένεια ξεριζώνεται  για  μια  ακόμη  φορά,  αυτή  τη φορά  στο  Παρίσι  όπου  ο  πατέρας βρίσκει  εργασία  ως  δικηγόρος.  Ο Γιώργος  θα  μείνει  εκεί  ως  το  1924 σπουδάζοντας νομικά, που ήθελε ο πατέρας  του  και  λογοτεχνία  που προτιμούσε ο ίδιος. 

 Ο Γ. Σεφέρης και η Μαρώ στη βεράντα του σπιτιού της οδού Άγρας

Το1922, με το ψευδώνυμο Γιώργος Σκαλιώτης δημοσιεύει το ποίημα  «Σονέτο»  στο  ελληνόφωνο  περιοδικό του Παρισιού «Βωμός» ενώ το  1924,  πτυχιούχος  πια,  πηγαίνει στο  Λονδίνο  για  να  τελειοποιήσει τα αγγλικά του και για να πάρει μέρος  σε  εξετάσεις  του  υπουργείου Εξωτερικών. Επιστρέφει στην Αθήνα το 1925 και τον επόμενο χρόνο διορίζεται  ακόλουθος  του  υπουργείου Εξωτερικών. Την    Μαρτίου  1927  γράφει: «Φρίκη,  πάντα  οι  δύο  αφεντάδες. Απ' εδώ όλες μου οι αντιφάσεις. ∆ε θέλω να γίνω μήτε δικηγόρος, μήτε δημοσιογράφος, μήτε μποέμ. Η μόνη κλίση που έχω είναι να θέλω να φτιάξω    ποιήματα,    υπομονετικά, πεισματάρικα,  δουλεύοντας  μήνες και χρόνους... σαν κινέζος ή μανιακός χειροτέχνης. Η εξωτερική υποτέλεια θα με πληγώνει σ' όλη μου τη ζωή, θα με κρατά εντοιχισμένο. Κι όμως  η  παραμικρή  σταγόνα  ζωής φέρνει  μια  τέτοια  διαστολή  στην ψυχή μου». Η  ζωή  όμως  έχει  τις  απαιτήσεις της  και  ο  Σεφέρης  υποτάσσεται  σ'αυτές,  ακολουθώντας  διπλωματική σταδιοδρομία,  χωρίς  βέβαια  να  ξεχνά την ποίηση.
Το Μάιο του 1931εκδίδει τη «Στροφή» σε 200 αντίτυπα και για πρώτη φορά χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Γιώργος Σεφέρης που  θα  υποκαταστήσει  το  όνομά του στη λογοτεχνία. Τον Οκτώβριο του  1932  εκδίδει  σε  50  αντίτυπα, χωρίς όνομα, τη «Στέρνα». Το ποίημα αυτό θα δημοσιεύσει με το όνομά του τον Ιανουάριο του 1935, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Νέα Γράμματα». Το Μάρτιο του 1935 εκδίδει σε 150 αριθμημένα αντίτυπα το «Μυθιστόρημα». 


Σημαντική χρονιά  για  τη  ζωή  του  Γ.  Σεφέρη,  το 1935.  Στις  19  Ιουλίου  συναντιέται στο  Σούνιο  για  πρώτη  φορά  με  τη Μαρίκα Ζάννου-Λόντου που θα γίνει η αχώριστη σύντροφός του. Για τη δεύτερη συνάντησή τους έγραψε η Μαρώ Σεφέρη: «Αργότερα,  τέλος  του  1935  ή  αρχές  του 1936 σε μια δεξίωση στο σπίτι του Κ.  Τσάτσου  άκουσα  κάποιον  πίσω μου να ρωτά τον οικοδεσπότη: "Κι αυτή η κυρία με την ωραία έξυπνη πλάτη ποια είναι;" Γύρισα και είδα τον  Σεφέρη.  Μου  φάνηκε  θεόρατος. Μας σύστησαν και πάνω στην κουβέντα  τον  κάλεσα  να'  ρθει  το καλοκαίρι  στην  Αίγινα,  λέγοντάς του ότι είναι το νησί με τα ωραιότερα χρώματα. Με κοίταξε περίεργα, με εκείνο το βαρύ, ερευνητικό του βλέμμα. Το καλοκαίρι ήρθε στην Αίγινα και έμεινε στο σπίτι της αδερφής του». Για  τη  συνέχεια  της  γνωριμίας τους  γράφει  ο  ίδιος  ο  Σεφέρης: «Γνωριστήκαμε  ένα  μεσημέρι  του Αυγούστου  στην  ακρογιαλιά.  Στεγνώναμε    ξαπλωμένοι    πλάι-πλάι. Ένα σκούρο πέπλο βρεμένο σκέπαζε το πρόσωπό της. Έγειρα να τη φιλήσω.  Άφησε  το  κεφάλι  της  ξένο, αδιάφορο, σφιγμένα τα δόντια και τα  χείλια  ψυχρά.  Έπειτα,  ξαφνικά, τράβηξε το πέπλο της όπως ανοίγει κανείς  ένα  βιβλίο.  Ανεβήκαμε  το βουνό γυμνοί μέσα στον ήλιο. Ηταν δική μου...».
Επιστρέφοντας, όμως, στην Αθήνα  βρίσκει  να  τον  περιμένει  ένα «φύσημα» για την Κορυτσά ως υποπρόξενος. Ας μην ξεχνούμε ότι ήταν τα χρόνια της δικτατορικής παντοδυναμίας του Μεταξά. Τα χρόνια  που  ακολουθούν  είναι   δύσκολα   αλλά   παραγωγικά, ποιοτικά.   Τα   περισσότερα   έργα του  δημοσιεύονται  στο  περιοδικό «Νέα  Γράμματα»,  ενώ  παράλληλα τυπώνει τρία βιβλία. Το «Τετράδιο Γυμνασμάτων»,   το   «Ημερολόγιο Καταστρώματος Α'» και «Ποιήματα 1». Ο πόλεμος όμως έρχεται. Στις 28 Οκτωβρίου 1940 γράφει στο ημερολόγιό   του:   «Κοιμήθηκα   δύο   το πρωί,  διαβάζοντας  Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από   το   τηλέφωνο   με   ξύπνησε: "Έχουμε  πόλεμο".  Τίποτε  άλλο,  ο κόσμος  είχε  αλλάξει.  Η  αυγή  που λίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω από  τον  Υμηττό  ήταν  άλλη  αυγή: άγνωστη.   Περιμένει   ακόμη   εκεί που την άφησα. ∆εν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι».

ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ 
ΣΑΒΒΑΤΟ 14 - ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια: