Translate -TRANSLATE -

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Οι Γερμανοί φεύγουν απ’ την Αθήνα στις 12.10.1944





Μια ανάρτηση αφιερωμένη στην αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα όπως την περιγράφει ένας γερμανός αξιωματικός και όπως την είδε ο φακός του Φιλοποίμενα Φίνου και καταγράφηκε σε μια ταινία που ανακαλύφθηκε τυχαία στην Αμερική

Το τελευταίο μας βράδυ στην Αθήνα.
Ένας Γερμανός αξιωματικός θυμάται

Gr;afei o  Μιχάλης Μουσσού*

Το WE του news247 φέρνει για πρώτη φορά στο φως της δημοσιότητας το τι συνέβη στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία το βράδυ της μεγάλης φυγής. Τα γεγονότα όπως τα αφηγήθηκε στον Μιχάλη Μουσσού ο Manfred Schwarz.
Η απελευθέρωση της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής έλαβε χώρα, στις 12 Οκτωβρίου του 1944, με ένα συνταρακτικό συμβάν που τιμούσε την Ελλάδα: την κατάθεση στεφάνου από τον απερχόμενο κατακτητή. Τι έμπνευση θα μπορούσαμε να αποκομίσουμε από τον αναπάντεχο φόρο τιμής που απέδωσε στο έθνος μας ο πλέον σκληρός του κατακτητής;

 1941

Αρχές Οκτωβρίου 1944.
Στα υπόγεια πολλών Αθηναϊκών σπιτιών τα καλά κρυμμένα, και απαγορευμένα, ραδιόφωνα μεταδίδουν συνεχώς ένα συνταρακτικό νέο από το κανάλι του BBC: Τα συμμαχικά στρατεύματα προωθούνται στην Πελοπόννησο και οι Γερμανοί υποχωρούν.
Απέναντι από την Βουλή βρίσκεται το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία. Το κατάλυμα αυτό των σημαντικότερων ιστορικών προσωπικοτήτων έχει λειτουργήσει ως χώρος παρασκηνίου όχι μόνο του κοινοβουλευτικού βίου της χώρας αλλά και γενικότερα της νεότερης Ιστορίας μας.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, το ξενοδοχείο χρησιμοποιείτο ως αρχηγείο της Βέρμαχτ και παράλληλα κατοικία των πιο υψηλόβαθμων αξιωματικών.
Τα παρακάτω γεγονότα βασίζονται στην αφήγηση του Manfred Schwarz, αξιωματικού της Βέρμαχτ και τροφίμου της Μεγάλης Βρετανίας, τον όποιον γνώρισα τυχαία στο Ανατολικό Βερολίνο το 1986.


"Το πρωί της 8ης Οκτωβρίου ενημερωθήκαμε από την Διοίκηση ότι οι Σύμμαχοι θα κατέφθαναν στην Αθήνα και έπρεπε να την εγκαταλείψουμε καταστρέφοντας ότι αρχείο δεν θα μεταφέραμε μαζί μας.
Η σιδηρά πειθαρχία που μας οδήγησε στην κατάκτηση της Ευρώπης αδυνατούσε πλέον να επιφέρει τα ίδια αποτελέσματα. Εκείνο το τελευταίο βράδυ μαζευτήκαμε στο μπαρ του ξενοδοχείου γύρω απ το πιάνο με ουρά, παραγγείλαμε μπουκάλια από την κάβα και αρχίσαμε να τραγουδάμε.
Τα πιστεύω μας είχαν γκρεμιστεί. Με το κεφάλι σκυμμένο παρατηρούσαμε τη ζωή μας που αντικατοπτρίζονταν στον πάτο ενός μισό-άδειου ποτηριού. Τι γυρεύουμε σ αυτόν τον μακρινό τόπο; Ποιους δικούς μας είχαμε αφήσει πίσω στα μέρη μας; Άραγε θα τους ξαναβλέπαμε ποτέ; Παραδοθήκαμε στο κρασί και στο τραγούδι".
Προς τα χαράματα αποτόλμησαν και τραγούδια της απαγορευμένης Μάρλεν Ντητριχ, που σκανδάλισε την υφήλιο υποδυόμενη τον ρόλο μιας τραγουδίστριας καμπαρέ στην ταινία 'Γαλάζιος Άγγελος' . Εγκαταλείποντας τη Γερμανία για το Χολυγουντ η σταρ μετετράπηκε στην πλέον ορκισμένη εχθρό του Γ´ Ραιχ.
"Ήταν σαν όλα πια να 'χαν τελειώσει. Ξεκουμπώσαμε πουκάμισα και σακάκια ενώ καθόμασταν στις καρέκλες υιοθετώντας τις προκλητικές πόζες της Ντητριχ και τραγουδώντας όλοι μαζί τους ερωτικούς της στίχους.
Υποσυνείδητα πλανιόταν μια ανακούφιση: Η εγκατάλειψη της Αθήνας ήταν μια ήττα, που όμως μας έφερνε πιο κοντά στο τέλος του πολέμου. Ανεξάρτητα της έκβασης, μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου, το τέλος των εχθροπραξιών ήταν η λύση στην οποία όλοι αποβλέπαμε, συνωμοτικά, αφού το να προφέρει κανείς κάτι τέτοιο ισοδυναμούσε με προδοσία".
Με το ξημέρωμα, οι διάσπαρτοι ανά τα σαλόνια αξιωματικοί σύρθηκαν από τις τεράστιες πολυθρόνες, όρθωσαν το ανάστημα τους κούμπωσαν τις στολές τους και αποχαιρετώντας τους υπαλλήλους του ξενοδοχείου με τα μικρά τους ονόματα προχώρησαν σε σχηματισμό προς την Βουλή.


Εκεί έλαβε χώρα το πλέον περίεργο συμβάν της Κατοχής.
Με το Βρετανικό στρατό να βρίσκεται προ των πυλών και τον κίνδυνο να εγκλωβισθούν στην Αθήνα, οι Γερμανοί επίτηδες καθυστέρησαν για λίγα λεπτά την αναχώρηση τους για να... καταθέσουν στέφανο στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη.


Σε μια σκηνή που μάλλον θύμιζε όπερα του Βάγκνερ, η κατάθεση έγινε με όλη την επισημότητα και βαρύτητα της περίστασης ενώ για τελευταία φορά ακουγόταν στην Αθήνα η μπάντα να παίζει τους βαρυσήμαντους ήχους του γερμανικού εθνικού ύμνου με τα λόγια που η γενεά των γονέων θα οικειοποιείτο για την υπόλοιπη τους ζωή σαν προσφώνηση του αυταρχισμού Deutschland uber alles (" Η Γερμανία πάνω απ' όλα")..


Ανεβαίνοντας κατόπιν στα μεταγωγικά , ο κατοχικός στρατός πήρε τον ίδιο ακριβώς δρόμο απ΄ τον οποίο εισήλθε στην Αθήνα πριν από 1260 μέρες, μια Αθήνα που τους αποχαιρετούσε ακριβώς όπως τους είχε υποδεχθεί: με τα παντζούρια κλειστά. Μόνο που οι Αθηναίοι αυτή τη φορά παραμόνευαν να ξεχυθούν στους δρόμους με γαλανόλευκες σημαίες στα χέρια.

*Ο Μιχάλης Μουσσού διετέλεσε Δημοτικός Σύμβουλος στο Δήμο Αθηναίων. Ειναι ο πρόεδρος του εξωραϊστικού συλλόγου "Ο Λυκαβηττός" και συνιδρυτής του σωματείου Συμβίωσης in Greece για την προώθηση αστικών δικαιωμάτων Ελλήνων πολιτών. Αρθρογραφεί στη Huffington Post για θέματα μείζονος ελληνικής σημασίας.

*Οι φωτογραφίες από το εσωτερικό του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία παρουσιάζουν Βρετανούς στρατιώτες λίγες ημέρες μετά από την αποχώρηση των Γερμανών.


Αξίζει όμως να δούμε και πως υποδέχθηκαν οι Αθηναίοι την αποχώρηση των Γερμανών


12/10/1944 ημέρα  απελευθέρωση της Αθήνας

12.10.1944 η Αθήνα έδιωχνε από πάνω της 1.624 ημέρες κατοχής. Το WE πηγαίνει πίσω το χρόνο, στην ιστορική στιγμή μέσα από ένα μεγάλο αφιέρωμα.

Γράφει ο Κωστής Χριστοδούλου

 «Τη νύχτα της 11ης Οκτωβρίου 1944 κοιμήθηκα στο σπίτι μου. Κάτι είχε ακουστεί ότι οι Γερμανοί θα εκκένωναν την πόλη την επομένη, αλλά τα ίδια είχανε πει και την προηγούμενη, τα ίδια και την πιο πριν. Για μέρες περιμέναμε την κάθε αυριανή, να κόψει τον χρόνο στα δύο. Ξύπνησα το πρωί της άλλης και πήρα με τα πόδια τον δρόμο για το Πολυτεχνείο ανύποπτος. Η χαρμόσυνη είδηση έφτασε στ' αυτιά μου από διαβάτες, μπαλκόνια και παράθυρα, καθώς προχωρούσα: "Φεύγουνε - Φεύγουνε!". Ναι φεύγανε. Καθώς βγήκα στην Πατησίων αντίκρισα τις πρώτες σημαίες να ξεπροβάλλουν σε σπίτια και μαγαζιά -σημαιοστολισμός μεγάλης χαράς, χωρίς διαταγή.(...) Θυμάμαι ν' ανεβαίνουν απ' την Ομόνοια προς τη Σταδίου τα τελευταία γερμανικά αυτοκίνητα· ο κόσμος τα συνόδευε με αποδοκιμασίες. Ένας Γερμανός πυροβόλησε στον αέρα. Άρχισαν να εμφανίζονται στους δρόμους τα πρώτα πανό οργανώσεων. Πιο πολύ ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ. Από κοντά του ΚΚΕ. Μα και οι πρώτες περίπολοι από αστυφύλακες με αυτόματο κρεμασμένο απ' τον ώμο. Ο κόσμος τους χειροκροτούσε όλους -και τους αστυφύλακες. Ο λαός ξαναζούσε φωναχτά, με νικητήριες κραυγές και τραγούδια, την ενότητα, τη βουβή των πρώτων ημερών της Κατοχής».
Ο Σάκης Πεπονής, φοιτητής τότε στο Πολυτεχνείο, ήταν ένας από τους εκατοντάδες χιλιάδες Αθηναίους που έζησε και ανέπνευσε από κοντά τις πρώτες στιγμές ελευθερίας στο κέντρο της Αθήνας. Μία άλλη μέρα είχε ξημερώσει για την πρωτεύουσα και το μέλλον διαγράφονταν λαμπρό, αν και η ιστορία διέψευσε πολύ σύντομα τα όνειρα για ένα καλύτερο και ειρηνικό αύριο.


Κατά την αποχώρηση δεν ήταν φυσικά όλα ρόδινα. Φεύγοντας οι Γερμανοί, προκάλεσαν ζημιές σε σημαντικές υποδομές. Χαρακτηριστική η περίπτωση του Λιμένος Πειραιά που υπέστη τεράστιες καταστροφές, με ανατίναξη των σιλό, των κρηπιδωμάτων της ακτής Θεμιστοκλέους και Μιαούλη καθώς και την ανατίναξη των ναυπηγείων και του κτιρίου της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων.
Επίσης έβαλαν φωτιά στις αποθήκες των εταιριών πετρελαιοειδών Shell, Socobell και Socony. Επιπλέον, αποπειράθηκαν να καταστρέψουν το εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στο Κερατσίνι. Όμως οι εγκαταστάσεις σώθηκαν, μετά από μάχη που έδωσαν άνδρες του ΕΛΑΣ οι οποίοι έσπευσαν εκεί όταν ειδοποιήθηκαν από εργαζόμενους της Ηλεκτρικής Εταιρίας.


Πίσω όμως στα γεγονότα όπως τα εξιστόρησε το 1986 ο Σπ. Κωστάκης: «Οι Γερμανοί όλη τη νύχτα έφευγαν μαζικά τώρα. Και από την αρτηρία της Ιεράς Οδού κι από τα βόρεια προάστια. Όλη τη νύχτα άδειαζαν καταυλισμούς αποθήκες, ιδρύματα, υπηρεσίες, γραφεία. Καίνε χαρτιά. Φεύγουν. Οι συνοικίες κι οι συνοικισμοί - μαχόμενες μονάδες το έχουν πάρει χαμπάρι και βρίσκονται στο πόδι από τα χαράματα. Τμήματά μας έχουν ακροβολιστεί μέχρι τους πλαϊνούς δρόμους του κέντρου. Σύνταγμα - Ομόνοια. Γύρω στις 10 το πρωί αγγελιοφόρος φέρνει την είδηση ότι οι Γερμανοί κατέβασαν τη σημαία τους από την Ακρόπολη. Και σε λίγο άλλοι: οι Γερμανοί κατέθεσαν στεφάνι στον Άγνωστο Στρατιώτη. "Είμαστε στρατός ιπποτικός", θέλουν να πουν μ' αυτή τη χειρονομία τους. Όμως οι "Ιππότες" καθώς έφευγαν πυροβόλησαν και σκότωσαν άοπλους ανθρώπους στην Ομόνοια και στο τέρμα Ιπποκράτους.
Έφταναν συνεχώς και καινούργιοι αγγελιοφόροι. Οι συνοικισμοί και οι γειτονιές ξεχύθηκαν στο κέντρο. Συγκεντρώνονται πάνδημα στις δικές τους κεντρικές πλατείες κι από κει ποτάμια κατεβαίνουν μ' ένα πρωτόφαντο ξέσπασμα χαράς. Αγκαλιάζονται, φιλιούνται, τραγουδάνε, χορεύουν, φωνάζουν συνθήματα. Ανεμίζουν κόκκινες κι ελληνικές σημαίες. Σηκώνουν πλακάτ. Ξεπετάγονται φλογεροί ρήτορες. Η Πανεπιστημίου, η Σταδίου, το Σύνταγμα και η Ομόνοια, μια λαοθάλασσα».

Το ντοκιμαντέρ του Φίνου


Πριν στραφεί ολοκληρωτικά στον κόσμο του σινεμά ο πατριάρχης του ελληνικού λαϊκού κινηματογράφου, ο Φιλοποίμην Φίνος, έδωσε εξετάσεις και διέπρεψε στα «επίκαιρα», τα Δελτία Ειδήσεων που προβάλλονταν πριν από τις προβολές των ταινιών στις κινηματογραφικές αίθουσες. Η αρχή έγινε με τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο. Λίγο μετά το «ΟΧΙ» ο Φίνος μαζί με παλιούς συνεργάτες παρουσιάζονται στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, προσφέροντας τους εαυτούς τους στην υπηρεσία της πατρίδας, συγκροτώντας συνεργείο λήψεων επικαίρων στο Αλβανικό Μέτωπο. Μέσα από αφάνταστες δυσκολίες, άσχημες καιρικές συνθήκες και φτωχό κινηματογραφικό εξοπλισμό, μετακινούνται από πόλη σε πόλη και από βουνό σε βουνό, γυρίζοντας ανελλιπώς τις σκηνές του Αλβανικού Έπους, εκτεθειμένοι διαρκώς σε κίνδυνο για τη ζωή τους.
Ο απαράμιλλος ηρωισμός των Ελλήνων στρατιωτών και οι αλλεπάλληλες νίκες κατά των Ιταλών ενθουσιάζουν τους νεαρούς οπερατέρ και τους βοηθούν να αναχαιτίζουν κάθε δυσκολία και κάθε εμπόδιο. Οι ταινίες που γυρίζουν για τα «Επίκαιρα», απαθανατίζοντας τα κατορθώματα του στρατού μας, συναρπάζουν και εμψυχώνουν τον κόσμο. Όμως, στις 6 Απριλίου του 1941, και ενώ οι Ιταλοί έχουν υποστεί τεράστια ταπείνωση και εξευτελισμό, παίρνουν τη σκυτάλη οι Γερμανοί μπαίνοντας στη Μακεδονία. Στις 27 Απριλίου καταλαμβάνουν την Αθήνα, υψώνοντας τη σημαία με τη σβάστικα στην Ακρόπολη και σε όλα τα δημόσια κτήρια της πόλης...


Οι Γερμανοί σταμάτησαν αμέσως όλους τους οπερατέρ των «Επικαίρων», επίταξαν τα κινηματογραφικά μηχανήματα του Φίνου και έψαχναν μανιωδώς να βρουν όλα τα νεγκατίφ των σκηνών του Αλβανικού μετώπου για να τα καταστρέψουν. Μπροστά σε αυτήν τη μανία των Γερμανών δεν γλιτώσανε ούτε τα στούντιο στο Καλαμάκι, τα οποία καταστράφηκαν ολοσχερώς. Ωστόσο, χάρη στη διορατικότητα του Φίνου, ο οποίος προέβλεψε τη θέληση των Γερμανών να βρουν τα νεγκατίφ, κατάφερε με τη βοήθεια ενός φίλου να σώσει και να κρύψει αρκετές κόπιες σε ασφαλές μέρος. Έτσι διασώθηκαν πολλά αρχεία με σκηνές από το Αλβανικό μέτωπο, τα οποία αποτελούν μέχρι σήμερα μοναδικά ιστορικά ντοκουμέντα.
Τα επόμενα χρόνια βρίσκουν τον Φίνο απελπισμένο να ψάχνει ξανά τα βήματα του στον κινηματογράφο. Όσο και αν ακούγεται τρελό, το 1943 με την Αθήνα αποδεκατισμένη από την πείνα και οικονομικά εξαθλιωμένη θα κάνει την πρώτη κινηματογραφική του επιτυχία. Μετά από ένα χρόνο γυρισμάτων, η «Φωνή της Καρδιάς» με πρωταγωνιστή τον Αιμίλιο Βεάκη, θα κάνει πρεμιέρα στις 29 Μαρτίου και θα κόψει συνολικά 102.237 εισιτήρια.
Η χαρά αυτή όμως δεν κατάφερε να διαρκέσει πολύ. Στις αρχές του 1944, οι Γερμανοί συλλαμβάνουν τον Φίνο και τον πατέρα του, ο οποίος τροφοδοτούσε αντιστασιακά τμήματα με σιτάρι και κριθάρι από τα κτήματά του στην Κωπαΐδα. Το στρατοδικείο καταδίκασε και τους δύο σε θάνατο. Χάρη όμως στην επιμονή του πατέρα του να πείσει τους Γερμανούς πως ο γιος του δεν είχε καμία ανάμειξη, ο Φιλοποίμην αποφυλακίζεται από τις φυλακές Αβέρωφ, με τον όρο «εθελούσιας δωρεάς των περιουσιακών του στοιχείων στις δυνάμεις της κατοχής». Λίγο αργότερα, τον Ιούλιο του 1944, ο πατέρας του Φίνου εκτελείται από τους Γερμανούς. Η 12η Οκτωβρίου θα βρει τον Φιλοποιμην ξανά με την κάμερα στο χέρι να καταγράφει με τον δικό του τρόπο την απελευθέρωση της Αθήνας. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ντοκιμαντέρ που στάθηκαν μόνο στους πανηγυρισμούς και στο κλίμα αισιοδοξίας που έφερνε η αποχώρηση του κατακτητή ο Φίνος έδειξε και την άλλη πλευρά. Επισκέφθηκε την Κοκκινιά για να δείξει τις θηριωδίες των κατακτητών αλλά και πολλά σημεία σε όλη την Αττική για να καταγράψει τις δολιοφθορές τους. Είναι άγνωστο αν και για πόσο διάστημα προβλήθηκε στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες στα «επίκαιρα».


Οι λόγοι που η ταινία του δεν βρήκε ποτέ το δρόμο της προς τις αίθουσες είναι σίγουρα πολιτικοί.
Η ταινία έχει καθαρά φιλο-εαμικό προσανατολισμό. Μετά όμως την αποχώρηση των Γερμανών (στα μέσα Οκτωβρίου του 1944) ακολούθησε μια πολύ ταραγμένη περίοδος, που κορυφώθηκε με τη Μάχη της Αθήνας (τον Δεκέμβρη του 1944, γνωστή και ως Δεκεμβριανά) και την έναρξη του μεγάλου διωγμού των αριστερών.
Έτσι, έμεινε στα αζήτητα ενώ κατά περιόδους κομμάτια της χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορες ταινίες. Ποτέ όμως αυτούσια και με το σπηκάζ της εποχής.
Την ταινία ανακάλυψε πολλές δεκαετίες αργότερα σε αρχεία του εξωτερικού, και συγκεκριμένα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ροβήρος Μανθούλης όταν ετοίμαζε το 1997 το ντοκιμαντέρ «Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος». Η ταινία του Φίνου στην πρωτότυπη μορφή της εντάχθηκε ολόκληρη στο ντοκιμαντέρ του Ροβήρου Μανθούλη «Βίοι Παράληλλοι του Εμφυλίου» του 1999 που είναι η εξάωρη εκδοχή του Εμφυλίου Πολέμου. Με αυτό τον τρόπο προβλήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα.


Πηγή για το ντοκυμαντέρ: finosfilm  και sevenart

Δεν υπάρχουν σχόλια: