Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Παιχνίδι: Ένα μαγικό ταξίδι στον χρόνο




Παιχνίδι: Ένα μαγικό ταξίδι στον χρόνο

Τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς οι παιδικές προσδοκίες κρέμονται πάντοτε -σαν μια συνέχιση ενός παραμυθιού- στα χαμηλότερα κλαριά του γεμάτου πολύχρωμα στολίδια δέντρου

Γράφει ο Νίκος Παπουτσόπουλος

Μαγικό ταξίδι στον χρόνο, περιδιάβαση, αναπόληση και ρεμβασμοί στα χρόνια που πέρασαν και που οι ημέρες και οι ώρες της σχόλης και της εορτής ανακαλούν νοσταλγικά, με οδηγό το παιχνίδι, που μαγνήτισε κάποτε τα αθώα παιδικά μάτια, που κέντρισε τη φαντασία και που γέμισε όνειρα και ώρες προσμονής.
Όσο παλιός είναι ο κόσμος τόσο και το παιχνίδι, όπως αποδεικνύεται από τις ανασκαφές και τα αρχαιολογικά ευρήματα, από τους πίνακες γνωστών καλλιτεχνών, όπως ο Γεώργιος Ιακωβίδης, ο Ρενουάρ ή ο Γκόγια, από παλιές φωτογραφίες από ολόκληρο τον κόσμο, από τις συλλογές και τα εκθέματα ειδικών συλλογών και μουσείων παιχνιδιού. Μέσα από αυτό αναπαράγεται συμβολικά, σε διαστάσεις που πάντοτε ελέγχονται, η πραγματικότητα που συνήθως απειλεί, προξενεί άγχος και φόβο, ενώ παράλληλα αναπτύσσονται η επικοινωνία, η δεξιότητα, η φαντασία. Έχουν επισημάνει την αναγκαιότητά του για την ομαλή ένταξη του παιδιού στην κοινωνία, με την πρόσληψη απαραίτητης γνώσης και εμπειρίας (ομαδικά παιχνίδια με ειδικούς κανόνες). 


Η έλλειψη, η απομυθοποίησή του με προσχήματα μελέτης ή ορισμένου καθήκοντος εντάσσει βίαια την παιδική ηλικία σε εκείνην των ενηλίκων, απορρυθμίζει την ψυχοσωματική ισορροπία του παιδιού και την καταδικάζει σε πλήρη απομόνωση και απραξία. Ο Φρόιντ είχε συνδέσει το παιχνίδι με την ψυχολογία του παιδιού, καθώς αυτό βοηθούσε στη διδασκαλία της αντιμετώπισης των φοβιών και των φαντασιώσεων του υποσυνειδήτου. Για τη Μαρία Μοντεσόρι ήταν ένα μέσο πειραματισμού, επίλυσης προβλημάτων και δημιουργίας, αλλά και εξερεύνησης χρωμάτων, σχημάτων, ήχων και γεύσεων.
Παραμονές Πρωτοχρονιάς και οι παιδικές προσδοκίες κρέμονται πάντοτε -σαν μια συνέχιση ενός παραμυθιού- στα χαμηλότερα κλαριά του γεμάτου πολύχρωμα στολίδια δέντρου των Χριστουγέννων και αναζητούν την έκπληξη του παιχνιδιού δώρου, που κάποτε απείχε πολύ από την πολυτέλεια της εκζήτησης, αυτήν που απαιτεί η σύγχρονη εποχή του τεχνοκρατικού μιμητισμού. Αρκούσε μόνον η στιγμή της χαράς, της εκπλήρωσης του πόθου, της στοργικής εισαγωγής στον μικρόκοσμο του ανέφικτου ή στη χώρα του ονείρου και της ελπίδας.
Από τα πρώτα παιχνίδια, τα θήλαστρα, που χάριζε στα νεογέννητα ο αρχαίος κόσμος, στην παγκοσμιοποιημένη παραγωγή και την τηλεοπτική προπαγάνδα και διαφήμιση και την, ως εκ τούτου, επίμονη απαίτηση συγκεκριμένου προϊόντος, που πολλές φορές αποκλείει εκ των προτέρων την επιλογή ανάλογα με τον χαρακτήρα, τις ικανότητες και το περιβάλλον. Ωστόσο, η έννοια της σκέψης, της προσφοράς και του δώρου, της χαράς και της έκπληξης παραμένει η ίδια, χωρίς αλλοιώσεις και χωρίς προσχήματα.


Στην Ελλάδα, έως τη δεκαετία του '50, τα παιδιά στην περιφέρεια και στις γειτονιές των πόλεων συνήθιζαν να παίζουν με χειροποίητα παιχνίδια και ιδιοκατασκευές, ενώ η φαντασία και η καλή διάθεση έδιναν ζωή και κίνηση σε κάθε παιχνίδι που λειτουργούσε ανάλογα με τον χρόνο και τον τόπο. Ωστόσο, από τα τέλη του 19ου αιώνα και στην Αθήνα αλλά και σε άλλες πόλεις υπήρχαν ειδικά καταστήματα με ακριβά και καλόγουστα παιχνίδια, που προκαλούσαν τα παιδιά.
Τα καταστήματα διέθεταν παιχνίδια ευρωπαϊκά, κυρίως γερμανικά, γαλλικά και ιταλικά, άριστης αισθητικής και κατασκευής, με λεπτομέρειες, άλλοτε με κίνηση και άλλοτε ευρηματικά, που απευθύνονταν σε εύπορες αστικές οικογένειες: γαλλικές κούκλες που τα πρόσωπά τους αποτύπωναν καθημερινές φυσιογνωμίες, με κεφάλι και άκρα από πορσελάνη, άλλοτε με μαλλιά, κανονικά ραμμένα ρούχα και δερμάτινα υποδήματα, που κινούσαν τα βλέφαρα ή και τα χέρια και τα πόδια (σαν τις πρόγονές τους, τις αρχαίες πλαγκόνες) ή που άφηναν μικρές βρεφικές φωνές, τρένα ατμού, που λειτουργούσαν με πραγματικό ατμό πάνω σε ράγες, με τσίγκινα βαγόνια, ηλεκτροκίνητα πλοία από ξύλο, μπρούντζο και σίδερο, υψηλής ποιότητας αεροπλάνα Jungers, συναρμολογούμενα αυτοκίνητα, τρένα και πλοία που εκπλήρωναν αυστηρά κριτήρια που είχαν θέσει οι Γερμανοί τεχνίτες της Νιρεμβέργης, λιμουζίνες Marklin βαμμένες στο χέρι και ηλεκτροκίνητα τρένα με μετασχηματιστές και σιδερένια βαγόνια, βαριά, που απέδιδαν τον θόρυβο του πραγματικού συρμού καθώς έστριβαν πάνω στις σιδερένιες ράγες.


Κουκλόσπιτα και κουζίνες της Hellinger, από λαμαρίνα εμαγιέ, με μαντεμένιες εστίες, και στρατιωτάκια, μικρές μινιατούρες της Britains, που ήταν η μεγαλύτερη και παλαιότερη βιομηχανία παιχνιδιών της Βρετανίας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1910 η Britains κατασκεύασε σειρά από στρατιώτες που αναπαριστούσε το πεζικό των Βαλκανικών Πολέμων και μια σειρά Ελλήνων ευζώνων που σημείωσε μεγάλη επιτυχία όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Η Matchbox ήταν (και παραμένει με συνεχείς ανανεώσεις και αλλαγές στα προϊόντα της) μια δημοφιλής επωνυμία παιχνιδιών (μινιατούρες μεταλλικών αυτοκινήτων), που καθιερώθηκε από τη Lesney Products το 1953. Η πρωτοτυπία αλλά και η επιλογή της επωνυμίας οφείλονται στο ότι διέθετε τα προϊόντα της σε συσκευασία εύχρηστη και μικρή, παρόμοια με εκείνη των σπίρτων.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή άρχισε να παράγεται ελληνικό παιχνίδι από μικρές οικοτεχνίες και πανηγυράδες σε προσιτές τιμές για τον πολύ κόσμο, και μετά τον πόλεμο δημιουργήθηκαν οι πρώτες ελληνικές βιομηχανίες, αυτές που έδωσαν στους σημερινούς μεσήλικες τη χαρά της διασκέδασης, της έκπληξης και του παιχνιδιού.


Η συλλογή παιχνιδιών του Μουσείου Μπενάκη περιλαμβάνει βρεφικά και παιδικά αντικείμενα και παιχνίδια από τους αρχαίους, τους ρωμαϊκούς και τους βυζαντινούς χρόνους, χειροποίητα παραδοσιακά ελληνικά παιχνίδια και αντικείμενα των 18ου-20ού αιώνα, λαϊκά πανηγυριώτικα και αστικά εμπορικά του περασμένου αιώνα. Η ενότητα της ευρωπαϊκής συλλογής αποτελείται από κούκλες και παιχνίδια, αστικά και λαϊκά, της περιόδου από τον 17ο έως τον 20ό αιώνα, τα οποία προέρχονται κυρίως από την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία, καθώς και από ευρωπαϊκές κούκλες του 19ου και του 20ού αιώνα, με φορεσιές από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Από τους πρώτους κατασκευαστές ελληνικού εμπορικού παιχνιδιού τη δεκαετία του 1950, ο Ανανίας Ανανιάδης με την κούκλα-κουδουνίστρα από πεπιεσμένο χαρτί, ο Ιωάννης Κεχαγιάς, που έφερε από τη Γερμανία γυάλινα μάτια για τις κούκλες του, η ΕΛΒΙΠ, που κατασκεύαζε δημοφιλέστατα παιχνίδια, όπως η κοκορομαχία, οι μποξέρ, το λούνα παρκ, συνδυάζοντας τσίγκο και πλαστικό, ο Μάρκος Λύρας, ο Γιώργος Μουστάκας, ο Γεράσιμος Πρίφτης, με το συρόμενο αστυνομικό αυτοκίνητο, ο Αθανάσιος Μαγγιώρος και ο Εμμανουήλ Ρουσσόπουλος, με επιτραπέζια, κούκλες και κουκλόσπιτα.
Οι περισσότερες ελληνικές εταιρίες παραγωγής παιχνιδιών, όπως η Joy-Toy, με τα πλαστικά αυτοκινητάκια υπό κλίμακα, τα οποία έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή στα παιδικό κοινό στην Ελλάδα λόγω της εξαιρετικής ποιότητάς τους αλλά και για τον τρόπο συσκευασίας τους σε καρτέλες που περιείχαν σήματα κυκλοφορίας, ο Νικολαΐδης (τσίγκινα μοντέλα με πλαστικές ρόδες - τα γνωστά πανηγυριώτικα), η Polfi toys (Pilaz) δραστηριοποιούνται τη δεκαετία του 1960.


Η ηλεκτρονική εποχή και το άνοιγμα των αγορών έφερε την επανάσταση και στο παιχνίδι. Οι προτιμήσεις και οι επιλογές άλλαξαν βέβαια, το παιχνίδι έγινε προσιτό πλέον για όλους, παγκοσμιοποιημένο και φθηνό, μαζικά παραγόμενο οπουδήποτε και σε οποιοδήποτε μέρος της υφηλίου, για λόγους τιμής και εργατικών. Όμως η μυρωδιά του παλιού, καλού χειροποίητου και μοναδικού παιχνιδιού κλεισμένου καλά στη συσκευασία του σαν μοναδικός και σπάνιος θησαυρός διατήρησε και διατηρεί την αξία και την αισθητική του και ανακαλεί τις τέχνες, τη φροντίδα και τον πολιτισμό μιας άλλης εποχής.
Έτσι, πολλές απομιμήσεις των παλιών παιχνιδιών, εκείνων που λάτρεψαν οι προηγούμενες γενιές, εμφανίζονται ξανά σε προθήκες ορισμένων καταστημάτων και αναμοχλεύουν μνήμες και εποχές και ώρες γιορτής και σχόλης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: