Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

ΝΙΚΟΥ ΑΜΜΑΝΙΤΗ : Οι αργόσχολοι

Φωτογραφία από το εσωτερικό του «Απότσου» που αποτυπώνει το κλίμα 
παλαιότερων εποχών στο σήμα κατατεθέν ουζερί της Αθήνας


ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

Οι αργόσχολοι

Του ΝΙΚΟΥ ΑΜΜΑΝΙΤΗ

Ήτανε η ώρα περίπου μία το μεσημέρι και τρεις φίλοι έπιναν τα ουζάκια τους στου Ορφανίδη, στην Πανεπιστημίου, στο μαγαζί που χρωστούσε την ύπαρξη του στους Αθηναίους. Δεν διέθετε κανέναν σπέσιαλ μεζέ το κατάστημα. Ούτε προσπαθούσε να δελεάσει τους πελάτες με κάποιο εξαιρετικό φαγώσιμο. Απλά επέτρεπε να έρχεται ο «θαλασσινός» με την καλαθούνα του, να φέρνει και να πουλάει στους πελάτες του, που κάθονταν, θαλασσινά, δηλαδή κυδώνια, για να συντροφεύουν το ουζάκι τους. Τα άνοιγε ο «θαλασσινός», κατά δωδεκάδες, με μοναδική μαεστρία, τους έριχνε μία-δύο σταγόνες λεμόνι για να κουνηθούν και να αποδειχθούν ζωντανά και μετά ο πελάτης ρουφούσε το υδαρές περιεχόμενο του όστρακου. Πολύ φτωχικός ήταν ο κατάλογος των μεζέδων του Ορφανίδη. Το κατάστημα, που σιγά σιγά έσβηνε, σέρβιρε μοναχά ζαμπόν και κίτρινο τυρί από το ψυγείο του, τα οποία πουλούσε με το ζύγι.
Στα χρόνια που η Αθήνα προσπαθούσε να γίνει πρωτεύουσα αντάξια με τις λοιπές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, δύο μόνον εδωδιμοπωλεία πολυτελείας διέθετε, εάν πιστέψουμε τον τουριστικό οδηγό της εποχής. Του Ορφανίδη και του Απότσου. Ήσαν οι μόνες φίρμες που εισήγαγαν καλούδια εξ Ευρώπης, τα πουλούσαν πανάκριβα και τα αγόραζαν όσοι το επέτρεπε η τσέπη τους. Ειδικά ο Απότσος κολλούσε στον τοίχο του μαγαζιού όλες τις διαφημιστικές αφίσες των εκλεκτών συσκευασμένων προϊόντων που εισήγαγε και τα οποία πουλούσε στο μικρό εδωδιμοπωλείο της οδού Σταδίου. Χάρμα ιδέσθαι ήταν εκείνος ο τοίχος, καθώς διαφημίζονταν αφίσες φιλοτεχνημένες από διάσημους καλλιτέχνες, οι οποίες ξυπνούσαν γλυκές αναμνήσεις.
Χρόνια αργότερα, όταν το κτίριο που στέγαζε τον Απότσο -λόγω ανοικοδομήσεως- κατεδαφίσθηκε και το κατάστημα μεταφέρθηκε σε ευρύχωρη αίθουσα επί της Πανεπιστημίου, ελάχιστες από τις κολλημένες αφίσες διεσώθησαν και ήταν πραγματικά κρίμα που χάθηκαν τα ζωντανά τεκμήρια μιας άλλης εποχής.
Ενώ στου Ορφανίδη μερικοί ακόμη αθηναίοι πελάτες έχουν καταλάβει τα ελάχιστα διαθέσιμα τραπεζοκαθίσματα στο εξωτερικό του καταστήματος και κουτσομπολεύουν τις διερχόμενες, που ψάχνουν για κανέναν γνωστό στα γύρω στέκια, στο γειτονικό αριστοκρατικό ζαχαροπλαστείο «Zonar’s», όπου καρφίτσα δεν πέφτει κάτω από την πολυκοσμία που πλάκωσε, οι μεσημεριανοί πελάτες αποτελούν τους πιστούς που φρόντισαν να έρθουν λιγάκι νωρίς. Δεν ήταν ένα σκέτο και ξερό ζαχαροπλαστείο το «Zonar’s».
Σύμφωνα με τα κρατούντα τα χρόνια εκείνα, ήταν πολύ της μόδας τα στέκια όπου από λίαν πρωί μέχρι αργά το βράδυ μπορούσες να παραγγείλεις πάστα και άλλα γλυκά, ζεστό φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, πλούσιο μπαρ με σπάνια ποτά, μέχρι και τη λαϊκή τυρόπιτα και μπύρα. Και γενικά να κάτσεις και να πάρεις ό,τι τραβά η ψυχή σου. Με λίγα λόγια, ήσαν γευστικά πολυφαγεία, στέκια ουσιαστικά, γεμάτα κόσμο όλες τις ώρες της ημέρας, σε πολυτελείς αίθουσες. Αποτελούσαν μόδα.
Τα προπολεμικά αλλά και τα ύστερα μεταπολεμικά χρόνια η Αθήνα είχε τέσσερα από δαύτα σε μικρή μεταξύ τους απόσταση. Του Τσίτα, το «Picadilly», το Ρωσικό και το «Πέτρογκραντ», χωρίς να υπολογίσουμε του Φλόκα και του «Zonar’s», που πάντα ήσαν γεμάτα κόσμο. Ήταν αδύνατον, ρίχνοντας μια ματιά στους θαμώνες, να μη συναντήσεις κάποιον διάσημο λογά να κάθεται στο τραπεζάκι του και να αγορεύει. Από τους πρώτους που κατέφθαναν ήταν ο Μίμης ο Χριστοδούλου, που πριν την αράξει στο στέκι που σήμερα τον ενέπνεε έκανε πρώτα μια περαντζάδα από ομοειδή μαγαζιά για να ελέγξει αν κάποιος άλλος του πήρε την πρωτιά.
Πέραν όμως του Χριστοδούλου, που ήταν μόνιμος πελάτης, τόσο ο Μάνος Χατζηδάκις όσο και ο Γκάτσος και άλλοι των γραμμάτων και των τεχνών αποτελούσαν το μόνιμο πελατολόγιο των μοντέρνων αυτών κοσμικών μαγαζιών. Ύστερα πλάκωσαν οι τράπεζες με τα ανεξάντλητα κεφάλαια. Εισέβαλαν στις ευρύχωρες αίθουσες αυτών των καταστημάτων, έδωσαν αέρα και τα πήραν. Ένα ένα όλα έγιναν τράπεζες και με τον καημό αυτόν έφυγε από τον κόσμο ο Μίμης Χριστοδούλου, όπως, λίγο προ του θανάτου του, εξέφρασε τη θλίψη του σε τηλεοπτική εκπομπή.
Σήμερα, δεν υπάρχει κανένα από τα μοδάτα και διάσημα αυτά στέκια, ούτε καν σαν όνομα…

Δεν υπάρχουν σχόλια: