Translate -TRANSLATE -

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Βασίλης Τενίδης: Ο μουσικός και ευπατρίδης



 Βασίλης Τενίδης, σκίτσο Ν. Πετρόπουλου

Βασίλης Τενίδης: Ο μουσικός και ευπατρίδης

Υπήρξε εξαίρετος καλλιτέχνης. Μα πριν απ' όλα υπήρξε άνθρωπος με σπάνια εντιμότητα, αυθεντική συμπεριφορά και ευγένεια

Από τον Νίκο Παπουτσόπουλο

Ο Βασίλης Τενίδης, από τους σημαντικούς σύγχρονους συνθέτες, με αξιόλογη παρουσία και προσφορά στη μουσική «έφυγε» σεμνά -όπως σεμνά έζησε- στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
«Υπήρξε αγαπητός φίλος και εξαίρετος μουσικός. Μα πριν απ' όλα υπήρξε άνθρωπος με σπάνια εντιμότητα, αυθεντική συμπεριφορά και ευγένεια, χαρίσματα που πάντα συνοδεύονταν από μια βαθιά γενναιοδωρία» σημειώνει για τον «φίλο, τον μουσικό, τον ευπατρίδη» ο συνθέτης Κυριάκος Σφέτσας.
«Τον είχα ακουστά και στο εξωτερικό, αλλά γνωριστήκαμε στην ΕΡΤ, στα τέλη της δεκαετίας του '70, μετά την επιστροφή μου από τη Γαλλία. Από την πρώτη στιγμή η επαφή μας υπήρξε δεδομένη και η αντίδρασή του προς εμέ τον νεοφερμένο απίστευτα στοργική. Μου γνώρισε τα πιο όμορφα μέρη της αττικής γης, συχνά δε και άγνωστους τόπους των όμορων νομών, βάζοντας σε πρώτο πλάνο την ενημέρωσή μου αλλά και την ευχαρίστησή μου. Λες και είχε κρυφό στόχο σ' εμένα τον “ξένο” να μου προσφέρει, ως ανεκτίμητο δώρο, τις άγνωστες πτυχές της ψυχής και του πολιτισμού αυτής της χώρας.
Συνταξιδέψαμε με τον Βασίλη ως συνάδελφοι στην ΕΡΤ αλλά και στην εν γένει μουσική ζωή, ως συνάδελφοι συνθέτες, με ειλικρινή αλληλοεκτίμηση. Ηταν ταλαντούχος και στέρεος μουσικός, εξαίσιος τεχνίτης και “πολυμήχανος” ενορχηστρωτής. Θα τον θυμάμαι πάντα ως έναν σοβαρό και υπεύθυνο επαγγελματία, με απλόχερη όμως την καλοσύνη καθώς και την ανεξάντλητη διάθεσή του ως προς την έννοια της προσφοράς.
Νιώθω ευτυχής και τυχερός που τον γνώρισα. Λυπάμαι βαθιά για την απουσία του. Μακάρι να παραμένει πάντα στη θύμησή μου» (Ασπρογερακάτα, Λευκάδα, Ιανουάριος 2018).
«Γεννήθηκα στη Λάρισα στις 11 Νοεμβρίου 1936», είχε διηγηθεί ο Βασίλης Τενίδης σε μιαν ιδιαίτερη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει (1978), «και από μικρός διάβαζα κλασική κιθάρα. Με ενδιέφερε να ασχολούμαι με τη μουσική χωρίς όμως κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα, αν και ήμουν μέλος της μαντολινάτας του μουσικού συλλόγου. Αργότερα ήρθα στην Αθήνα, γράφτηκα στη Νομική Σχολή και κατόπιν στρατεύτηκα. Γυρνώντας έκανα ένα σωρό επαγγέλματα, από λατόμος μέχρι υδραυλικός. Όταν αποφάσισα να ασχοληθώ με τη μουσική επαγγελματικά, σπούδασα κοντά στον Γιάννη Παπαϊωάννου για αρκετά χρόνια. Στην αρχή της καριέρας μου έπαιζα σε μπουάτ και αργότερα ασχολήθηκα με τη σύνθεση».
Ο Τενίδης είχε ασχοληθεί με επιτυχία με τη μουσική επένδυση θεατρικών έργων και ιδιαίτερα αρχαίου δράματος, όπου με τη χρήση απλών, «πρωτόγονων» οργάνων, που ακολουθούσαν τις αναλογίες της αρχαίας μετρικής ποίησης, την αισθητική και τους κανόνες της ελληνικής μουσικής παράδοσης, ανέδειξε με ευαισθησία την ποίηση των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων.


«Πρώτη μου δουλειά ήταν οι “Ευμενίδες” του Αισχύλου, το 1972, με τον Θεατρικό Όμιλο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μια ομάδα από φοιτητές κι εγώ μαζί καταλήξαμε να παρουσιάσουμε το έργο στο πρωτότυπο κείμενο, προσπαθώντας να δώσουμε το έργο με την προσωδιακή εκφορά, όπως την πιθανολογούσαμε και όπως τη βγάλαμε από ορισμένους γενικούς κανόνες που εντάξαμε. Παίξαμε, λοιπόν, τις “Ευμενίδες” στο Ηρώδειο και είχαν τρομερή απήχηση σε ένα κοινό απροϊδέαστο που, αν δεν κατάλαβε -όπως δεν καταλάβαινε και σε άλλες παραστάσεις στην Επίδαυρο με απαράδεκτες μεταφράσεις και άγριες φωνές των ηθοποιών-, ένιωσε το έργο, καθώς λειτούργησαν από άλλο κανάλι το κείμενο, η μουσική και η κίνηση. Όλα αυτά, απόλυτα δεμένα, είχαν ένα αποτέλεσμα που δεν το περίμενα. Τότε, πολλοί κριτικοί το θεώρησαν σταθμό μιας πρότασης νέας, άψογης ερμηνείας του αρχαίου δράματος.
Αργότερα, στην “Αντιγόνη” το 1974, στην Επίδαυρο, αφετηρία της έμπνευσής μου ήταν καθαρά το δημοτικό μέλος: το δημοτικό, τόσο το λαϊκό όσο και το θρησκευτικό. Δούλεψα όσο μπορούσα αφαιρετικά, λιτά. Συγκεκριμένα, δεν υπήρχε κανένα όργανο, εκτός από μια φλογέρα, που τελικά έπαιξα μόνος, οι καμπάνες και κάτι αυτοσχέδια κρουστά που τα χειριζόταν ο Χορός».
Για τις μουσικές επιλογές στις αναλογίες της σύνθεσής του ο Βασίλης Τενίδης υποστήριζε «την τελετουργική άποψη για την προσέγγιση του αρχαίου δράματος και ασφαλώς και της μουσικής επένδυσης, αν και δεν υπάρχει καμία πληροφορία σχετικά με το πώς θα μπορούσε να ήταν την εποχή που ανέβαιναν στη σκηνή τα έργα των αρχαίων δραματικών συγγραφέων. Μέσα μου έχει γίνει μια σειρά διάφορων επεξεργασιών γύρω από τα ελλιπή στοιχεία πληροφόρησης που υπάρχουν για την αρχαία τραγωδία, από άλλες μελέτες που έχουν γίνει κατά καιρούς, κείμενα, και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι έχει προέλευση καθαρά θρησκευτική. Ήταν κάτι αντίστοιχο με τη σημερινή ή με τη μέχρι πρότινος λειτουργία. Ήταν μια θρησκευτική πράξη και μπορώ να πω ότι σε όλη τη διάρκεια της ακμής της, στον πέμπτο αιώνα ουσιαστικά, λειτούργησε περισσότερο σαν θρησκευτική πράξη παρά σαν θέαμα.
Για την εποχή εκείνη η θρησκευτική πράξη ήταν συναρτημένη με την πολιτική πράξη, γιατί η αρχαία τραγωδία ήταν και πολιτική πράξη. Κάθε θρησκευτική πράξη έχει ανάγκη από ένα τυπικό. Αυτό μας διδάσκει όχι μόνον η δική μας θρησκεία, αλλά οποιαδήποτε θρησκεία έχει εμφανισθεί στον πλανήτη. Αυτό το τυπικό συνάγουμε ότι ακολουθούσε και η τραγωδία και με αυτή τη σκέψη και την αναλογία δούλεψα στη μουσική επένδυση ενός αρχαίου δράματος. Ανέτρεξα στο πώς έχουν διασωθεί σήμερα στην Ελλάδα -αφού είμαι Ελληνας και αφού ελληνικό δημιούργημα είναι η τραγωδία- σε διάφορες τελετές, θρησκευτικές και λαϊκές, που και αυτές ακόμη που διαδραματίζονται εκτός των ναών έχουν θρησκευτική αφετηρία. Και προσπάθησα να βρω, όσο μπόρεσα βέβαια, τις αναλογίες που διασώζονται σήμερα στις εκκλησιαστικές και τις λαϊκές τελετές. Και είχα την τύχη να παρακολουθήσω πολλές τελετές στην επαρχία και στα χωριά όπου μεγάλωσα, αφού εκεί διατηρήθηκαν οι γιορτές και οι τελετές με περισσότερα στοιχεία και μεγαλύτερο σεβασμό στην παράδοση και την προγονική κληρονομιά. Ένα φεγγάρι ήμουν και βοηθός παπά και μάλιστα κάποτε σκεπτόμουν να ιερωθώ, και ψάλτης έχω κάνει, ακόμη και όργανα έχω παίξει σε λαϊκά πανηγύρια και συνάξεις. Μια εποχή που βρέθηκα μπατίρης στη Μακεδονία, μαζί με έναν γύφτο που έπαιζε κλαρίνο, έπαιζα κι εγώ κιθάρα ή ντέφι και γυρνούσαμε στα πανηγύρια.
Με όλα αυτά τα βιώματα, όταν αργότερα ήρθα στην Αθήνα, προσπάθησα να κάνω μια τακτική επεξεργασία και κατάταξη και ακόμη περισσότερο προσπάθησα να βρω την αντιστοιχία λόγου - μουσικής - κίνησης μεταξύ τους και να κάνω και μία αναγωγή στο πώς θα μπορούσε να παιζόταν η αρχαία τραγωδία στην εποχή της και μπορώ να πω ότι είχε πολλά κοινά με τις σημερινές τελετές, γιατί στην παράδοση -και γι' αυτό πιστεύουμε στην παράδοση- ο πυρήνας πλάθεται, μεταπλάθεται, προχωρεί, αλλά δεν αλλοιώνεται καθόλου, ενώ μεταβάλλονται τα εξωτερικά σχήματα. Θα τολμήσω να πω ότι, όπως γινόταν ο γάμος πριν από τριάντα χρόνια -τώρα φυσικά έχουν φθαρεί όλα αυτά τα πράγματα και είναι ζημιά μας που έχουμε χάσει κάθε επαφή με την παράδοση- γινόταν -στην ουσία, στον πυρήνα- ο γάμος πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια. Πιθανώς άλλαξαν πολλά εξωτερικά σχήματα, αλλά το τυπικό στη βάση του παραμένει το ίδιο, επειδή ξεκινάει από αρχέγονες ανάγκες και παρορμήσεις του ανθρώπου. Γιατί και οι τελετές δεν είναι τίποτε άλλο παρά εξελίξεις άλλων αναγκαίων πράξεων που γίνονταν σε κάποια ιστορική ή προϊστορική εποχή».
Για τη νεοελληνική αισθητική και την αβίαστη αποδοχή ξένων συνηθειών και τρόπων ο Τενίδης είχε σταθερή προσήλωση στην ελληνική παράδοση και τον πολιτισμό: «Πιστεύω ότι στον ελλαδικό χώρο, μέχρι την Αλεξάνδρεια και την Αντιόχεια και μέχρι τη Σινώπη, λειτουργούσε μια ενιαία αισθητική, που είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργεί πολλά κοινά γνωρίσματα στη μουσική, στην τέχνη γενικά. Δηλαδή, υπήρχαν κανόνες “καλού γούστου”. Μπορεί να άλλαζαν τα ιδιώματα, αλλά υπήρχε ενιαία αισθητική. Επισημαίνω την έλλειψη νεοελληνικής αισθητικής, που είναι η μεγαλύτερη ζημιά μας. Δεν υπάρχει καλό γούστο. Υπάρχει καλό γούστο αμερικανικό, εγγλέζικο, ρωσικό, όμως δεν υπάρχει καλό νεοελληνικό γούστο. Γι' αυτό, οτιδήποτε γίνεται, ακόμη και στα τελευταία χρόνια, για να το κρίνεις και να το εντάξεις, πρέπει να το αναγάγεις πάνω στο γούστο κάποιας χώρας. Και τούτο επειδή έχουν εισβάλει άπειρες τάσεις απέξω και λειτουργούν αναφομοίωτες. Και παλαιότερα ο χώρος είχε δεχθεί μια τρομερή εισβολή: Πέρασαν τα ασιατικά στοιχεία, τα βόρεια, τα ενετικά, τα τουρκικά, αλλά, είτε επειδή πέρασαν σε πιο αραιά χρονικά διαστήματα είτε γιατί υπήρχε έντονη η προσήλωση στην παράδοση, όλα τούτα τα στοιχεία ο λαός μπόρεσε και τα πήρε, τα αφομοίωσε και δεν τον εξουδετέρωσαν, δεν τον αλλοίωσαν. Προσέφεραν νέο αίμα, αλλά δεν παρέσυραν. Ο “Ερωτόκριτος”, η “Ερωφίλη”, αίφνης, είναι σαφώς επηρεασμένα από ξένα πρότυπα, είναι όμως και παραμένουν έργα ελληνικά. Σήμερα, δυστυχώς, έχουμε χάσει την ικανότητα να αφομοιώνουμε τα ξένα στοιχεία και αυτή ακριβώς είναι η μεγαλύτερη ζημιά μας».


Ο Τενίδης εκδήλωνε συχνά τις ανησυχίες του για την παιδεία και κυρίως τη μουσική κατάρτιση της νέας γενιάς των Ελλήνων και όπως χαρακτηριστικά έλεγε: «Όπως και στους υπόλοιπους τομείς, και τη μουσική παιδεία στον τόπο μας δεν τη φροντίζουν, αν και είναι απαραίτητη ως η βάση του μηχανισμού για να αναδειχθούν άνθρωποι, απόψεις, οτιδήποτε.
Εξαιτίας αυτής της ημιμάθειας και απαιδευσίας η ζημιά είναι ότι πολλοί καλλιτέχνες φουσκώνουν, παίρνουν τα μυαλά τους αέρα κι αρχίζουν να λένε ο ένας στον άλλον “γράφω κονσέρτο”, “γράφω όπερα”, “γράφω λαϊκό ορατόριο”, χωρίς οι άνθρωποι αυτοί να ξέρουν να γράψουν ούτε ένα τραγούδι. Εδώ ευθύνη έχουν και αρκετοί δημοσιογράφοι, που δημοσιοποιούν όλες αυτές τις μπαρούφες χωρίς να πληροφορούν σωστά το κοινό ή χωρίς να ασκούν κριτική όλων αυτών των ειδήσεων-δηλώσεων.
Ας μην τα παιδεύουμε, λοιπόν, τα λόγια μας. Αυτή την εποχή έχουμε αυτό το γενικό ποιοτικό επίπεδο, έχουμε αυτούς τους καλλιτέχνες, έχουμε αυτούς τους ακροατές, άρα θα πρέπει να έχουμε αυτή την τέχνη. Και την έχουμε!
Σκοπός είναι να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες υποδομές, δομές και μηχανισμούς εξέλιξης και παιδείας, προκειμένου να βελτιωθεί το ποιοτικό μας επίπεδο.
Και προς το παρόν δεν βλέπω να συμβαίνει κάτι τέτοιο»

Δεν υπάρχουν σχόλια: