Translate -TRANSLATE -

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2019

Ανατολική Αττική, μια προαναγγελθείσα καταστροφή



Ανατολική Αττική μια προαναγγελθείσα καταστροφή

Όταν φθάνεις σε μια μεγάλη ηλικία και έχεις ζήσει και αντιμετωπίσει πολλές και διάφορες καταστάσεις, εκείνο που σε εκνευρίζει και σε ενοχλεί αφάνταστα είναι η υποκρισία.
Αφορμή για την διατύπωση των παραπάνω υπήρξε ένα δημοσίευμα που έπεσε στα χέρια μου καθώς έψαχνα το αρχείο μου. Πρόκειται για ένα ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκε στο «Κ» της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ την 1η Αυγούστου 2010, οκτώ δηλαδή χρόνια νωρίτερα από τις μεγάλες πυρκαγιές στην Ανατολική Αττική και την μεγάλη και οδυνηρή καταστροφή στο Μάτι Αττικής.
Διαβάζοντας το ρεπορτάζ αισθάνθηκα σαν να διάβαζα την προαναγγελία μια οδυνηρής καταστροφής στην περιοχή αυτή και αγανάκτησα όχι μόνο με τις διαπιστώσεις των δηλώσεων και πεπραγμένων τότε δημοτικών αρχόντων αλλά και με το γεγονός ότι επί οκτώ χρόνια δεν έγινε τίποτα για να προλάβει την προαναγγελθείσα καταστροφή.
Βεβαίως οκτώ χρόνια μετά, ένα χρόνο μετά το συμβάν οι υποκριτές έριχναν το ανάθεμα στην Δούρου και τον ΣΥΡΙΖΑ για προεκλογικούς λόγους. Και το εύλογο ερώτημά μου είναι: Τόσα χρόνια που ήσασταν ΕΣΕΙΣ και ΤΙ ΠΡΑΞΑΤΕ για να αποτραπεί η καταστροφή;
Διαβάστε το ρεπορτάζ και πιστεύω ότι και εσείς θα ενώσετε μαζί μου την αγανάκτησή σας.

Ανατολική Αττική - Κτίζοντας τα κύματα
Το οικιστικό και αισθητικό αλαλούμ της ακτογραμμής από το Μάτι ώς το Σχινιά.

 Κείμενο  της Αλεξάνδρας Μανδράκου και φωτογραφίες του Βαγγέλη Ζαβού

Ο καθένας έχτιζε ό,τι ήθελε, όπου έβρισκε: αυτή την αίσθηση αποκομίζει κάποιος βλέποντας τις φωτογραφίες του ρεπορτάζ από ξηρά και θάλασσα στο παραλιακό μέτωπο της ανατολικής Αττικής, από το Μάτι ως το Σχινιά. Εικόνες αποκαλυπτικές του πώς κακοποιούμε τον τόπο μας.
Έστω και αν κλείναμε τα αυτιά στη φωνή της λογικής, που επιμένει πως σε καμία ευνομούμενη χώρα δεν θα βρισκόταν νόμος, κυβέρνηση και τοπική Αρχή που θα αδειοδοτούσε τσιμεντένια κτίσματα πάνω στο κύμα. Έστω και αν εξαντλούσαμε κάθε απόθεμα καλοπιστίας σε επιχειρήματα του τύπου «φταίει η θάλασσα που ανέβηκε» (και όχι δηλαδή η δόμηση που κατέβηκε και έπνιξε τις ακτές). Έστω ότι προσπερνούσαμε και την έλλειψη αποχετευτικής υποδομής, που έχει ως αποτέλεσμα τα λύματα να καταλήγουν στη θάλασσα. Έστω, τέλος, ότι συμβιβαζόμασταν με τη νοοτροπία τού «ό,τι έγινε έγινε και μην το ψάχνεις», που έχει αποδειχθεί ολέθρια για την Ελλάδα.
Ε, και πάλι, τόση ασχήμια πώς να την αντέξεις; Γιατί αυτό το έγκλημα, το αισθητικό, δεν μπερδεύεται σε κουβάρια κανονισμών και αρμοδιοτήτων, δεν χωράει σε παραθυράκια, δεν παραγράφεται: παραπήγματα και πολυκατοικίες, τουριστικές εγκαταστάσεις και μαντρότοιχοι, βιλίτσες και εξέδρες με τραπεζοκαθίσματα, άλλες πάνω στην ακτή, άλλες μέσα στη θάλασσα. Ένα οικιστικό αλαλούμ σε μια περιοχή που θα μπορούσε να είναι από τις πιο όμορφες της χώρας, να τη χαίρονται κάτοικοι και επισκέπτες, να την καμαρώνουμε όλοι μας, αντί να ντρεπόμαστε γι' αυτήν.


Προσπεράσαμε εμπόδια, σκοντάψαμε στις περιφράξεις επιχειρήσεων και κατοικιών, είδαμε οικοδομές επί το έργον να απέχουν μια ανάσα από το νερό. Ενιαίο θαλάσσιο μέτωπο αναζητήσαμε. Τι βρήκαμε; Κατατμημένη γη, κακογουστιά, τσιμέντο και άναρχο οικιστικό σχεδιασμό κρυμμένα πίσω από δαιδαλώδεις νομοθεσίες και πλήθος «συναρμόδιων» υπηρεσιών. Αφετηρία μας το Μάτι και προορισμός μας ο Σχινιάς, με ενδιάμεσους σταθμούς της διαδρομής -που κάναμε με αυτοκίνητο, με τα πόδια και με φουσκωτό- το Ζούμπερι, ο Άγιος Ανδρέας, η Νέα Μάκρη, ο Μαραθώνας. Πρώτο συμπέρασμα; Αν κάποιοι μπορούσαν να χτίσουν και μέσα στη θάλασσα ακόμη, θα το είχαν πράξει. Στην παραλιακή ζώνη της ανατολικής Αττικής, οι ταβέρνες, οι αυθαίρετες καντίνες, τα beach bars, οι ομπρελοξαπλώστρες, τα σπίτια και τα κάγκελα εναλλάσσονται σε ποικίλους συνδυασμούς πάνω στο κύμα. Στο μεταξύ, το άρθρο 24 του συντάγματος ορίζει πως «η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα του καθενός». Και επειδή οι ακτές συνιστούν βασικό στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος, η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίζει την ελεύθερη πρόσβαση και τον κοινόχρηστο χαρακτήρα τους. Όμως, στην πράξη αποδεικνύεται πως ορισμένοι έχουν περισσότερα... δικαιώματα από τους υπολοίπους: ρίχνουν μπετόν, στρώνουν με πλάκες πεζοδρομίου την αμμουδιά (!) μπροστά στο σπίτι ή στο μαγαζί τους.


Στο Μάτι, στα όρια με τη Ραφήνα, το οδοιπορικό μας ξεκινάει με ένα... απαγορευτικό. Στον μικρό βραχώδη κόλπο που ορίζεται από το εξοχικό κέντρο «Αργυρά Ακτή», η προσέγγιση στη θάλασσα εμποδίζεται από μπάρα, δίνοντας τη λανθασμένη, όπως αποδεικνύεται, εντύπωση πως από πίσω εκτείνεται παραλία «πριβέ ». Όμως, εν μέρει, περί αυτού πρόκειται: τη μερίδα του λέοντος κατά μήκος του κολπίσκου καταλαμβάνουν η ταβέρνα και ένα σπίτι που έχει απλωθεί στην αμμουδιά, σχεδόν ως τα ρηχά. Παρακάτω, οι μάντρες  των πολυκατοικιών με άρωμα '70s καταπίνουν τη βραχώδη ακτογραμμή, αφήνοντας για «ανάσα» ένα μονοπάτι που χωρίζει τη θάλασσα από το τσιμέντο. Στην κεντρική παραλία του οικισμού, ξενοδοχειακά συγκροτήματα προσφέρουν δωμάτια πάνω στο κύμα και σκάλες που οδηγούν κατευθείαν εις τον αφρόν της θάλασσας.



« Ο πολεοδομικός σχεδιασμός στην ανατολική Αττική αλλά και σε όλο το νομό παρουσιάζει σημαντική υστέρηση. Ενώ θα έπρεπε να έχει προηγηθεί, να έχουν οριστεί οι εντεταγμένες στο σχέδιο πόλης περιοχές και από εκεί και ύστερα σε κάθε περιοχή να προσδιορίζονται και οι χρήσεις γης, αυτό δεν έχει γίνει στο μεγαλύτερο κομμάτι της περιοχής», σημειώνει ο νομάρχης ανατολικής Αττικής, Λεωνίδας Κουρής. «Αντίθετα, ένα σημαντικό τμήμα της χρησιμοποιήθηκε σε προηγούμενες δεκαετίες ως παραθεριστική κατοικία, χωρίς να υπάρχουν κανόνες, είτε μιλάμε για σπίτια των εύπορων οικονομικών τάξεων είτε για εξοχικά των μικρομεσαίων βαλαντίων. Εκ των υστέρων πια, ο πολεοδομικός σχεδιασμός επιχειρεί να εντάξει και αυτούς τους θυλάκους σε κάποιους κανόνες, με αποτελέσματα ακόμη αδιευκρίνιστα».
Ενιαίο θαλάσσιο μέτωπο στην ανατολική Αττική δεν υπάρχει: άλλοτε ο δρόμος μάς υποχρεώνει να «ανεβούμε» ως τη λεωφόρο Μαραθώνος, άλλοτε μας υποβάλλει σε ζιγκ-ζαγκ και η θάλασσα εξαφανίζεται από το οπτικό μας πεδίο. Μετά το Μάτι μέχρι το Ζούμπερι η πρόσβαση είναι σχεδόν αδύνατη, καθώς η περιοχή του Αγίου Ανδρέα, εκτός από τις παιδικές κατασκηνώσεις που φιλοξενεί, αποτελεί -στο παραθαλάσσιο τμήμα της- περιφραγμένο θέρετρο για τους αξιωματικούς του Στρατού και της Αεροπορίας.

Ζούμπερι: πεζοδρόμιο στην άμμο



Οι ομπρελοξαπλώστρες των beach bars σε απόσταση αναπνοής η μία από την άλλη, σε συνδυασμό με μονοκατοικίες και πολυκατοικίες που «καταπίνουν» την παραλία, δίνουν το στίγμα στο Ζούμπερι. Η διαδρομή από θαλάσσης αποκαλύπτει επίσης οικοδομές σε εξέλιξη πάνω στο κύμα. Χωμένες καθώς είναι μέσα στα πεύκα, δεν διακρίνονται εύκολα από τη στεριά. Πιο κάτω, η ανεξάντλητη ευρηματικότητα ιδιοκτήτη παραθαλάσσιας βίλας μάς αφήνει με το στόμα ανοιχτό. Γιατί όχι μόνο έριξε μπετόν για να κατασκευάσει σκάλα που να συνδέει την περίφραξη της οικίας του με τα ρηχά, αλλά και έστρωσε τα σκαλοπάτια με πλάκες πεζοδρομίου: «νοικοκυρεμένα» πράγματα. «Πάνω στη θάλασσα έχτισαν, το βλέπετε; Αλλά δεν μιλάει κανείς. Πάνε πολλά χρόνια, βέβαια. Έναν καλό "γνωστό" να έχεις στο κατάλληλο πόστο και όλα γίνονται νόμιμα και ωραία», μονολογεί μια γυναίκα που κατεβαίνει συχνά εδώ για μπάνιο. «Σημασία έχει ότι κάποιοι βρίσκουν και τα κάνουν, γιατί ξέρουν πως σε αυτό τον τόπο δεν τους κυνηγά κανείς». Ένα πολύ ωραίο άλλοθι, εξάλλου, είναι η χαοτική νομοθεσία αλλά και το πλήθος των εμπλεκόμενων φορέων και υπηρεσιών (Νομαρχία, Λιμεναρχείο, Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου, Περιφέρεια, Δήμος κ.ά.), που προκαλούν σύγχυση ως προς το τι είναι νόμιμο και τι όχι. « Αν έχεις οικόπεδο κοντά στη θάλασσα και πας σε τρεις ιδιώτες μηχανικούς -έναν της περιοχής, έναν πιο " μάγκα" και έναν από πιο μακριά-, θα ακούσεις ότι μπορείς να χτίσεις τρία διαφορετικά πράγματα, ανάλογα με την εμπειρία και τις γνωριμίες του καθενός», σχολιάζει φίλος πολιτικός μηχανικός. «Η πολυνομία από τη μια μεριά και το πλήθος των συναρμόδιων φορέων από την άλλη καταλήγουν σε μια αγκύλωση των μηχανισμών που πρέπει να επέμβουν», σημειώνει ο κ. Λεωνίδας Κουρής. «Αντίστοιχα, η δαιδαλώδης νομοθεσία δημιουργεί απερίγραπτες καθυστερήσεις στα πρωτόκολλα κατεδάφισης, που με τις αλλεπάλληλες δικαστικές προσφυγές μπορεί να εκκρεμούν και επί μία δεκαετία. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να αναμένει κανείς αποτέλεσμα σε ορατούς χρόνους». Σε γενικές γραμμές, πάντως, για την έκδοση οικοδομικής άδειας, αν το οικόπεδο βρίσκεται σε μικρότερη των 100 μ. απόσταση από τη θάλασσα, πρέπει να γίνει χάραξη αιγιαλού και παραλίας από την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου (ή από ιδιώτη μηχανικό με την τελική έγκριση της ΚΥΔ). Από εκεί και ύστερα, αν η περιοχή είναι εντός σχεδίου, η απόσταση από τον αιγιαλό για να χτιστεί κάτι ορίζεται από το σχέδιο πόλης και διαφέρει κατά περίπτωση. Για τους οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων η απόσταση από τον αιγιαλό μέχρι την οικοδομική γραμμή είναι 15 μ. Στις εκτός σχεδίου περιοχές, η απόσταση μετατοπίζεται στα 30 μ., μπορεί όμως κατά περίπτωση να ισχύουν ειδικά προεδρικά διατάγματα που την αυξάνουν. Όσο για τις περιφράξεις των παράκτιων ιδιοκτησιών, αυτές δεν επιτρέπονται σε ζώνες πλάτους 500 μ. από τον αιγιαλό. Στην πράξη, βέβαια, ελέω της ανοχής της Πολιτείας -και ενίοτε των «κατ' εξαίρεση» ρυθμίσεων-, οι σκάλες, οι πλακοστρώσεις και οι μαντρότοιχοι παραθεριστικών κατοικιών και μαγαζιών βρέχονται από το κύμα.



Νέα Μάκρη: σκάλες στο κύμα

Το ίδιο μοτίβο, με μικρές παραλλαγές και τις σκάλες γιαλό-γιαλό να πρωταγωνιστούν στο τοπίο, επαναλαμβάνεται και στη Νέα Μάκρη. Ωστόσο, ο δήμαρχος, Ιορδάνης Λουίζος, επιμένει πως «ό,τι είναι χτισμένο πάνω στην ακτογραμμή του δήμου μας, η οποία εκτείνεται σε μήκος 8 χλμ., είναι καλώς ή κακώς αδειοδοτημένο σύμφωνα με τους νόμους που ίσχυαν την εποχή που αυτό κατασκευάστηκε». Η σιγουριά του, πάντως, δεν συνάδει ιδιαίτερα με αυτή καθαυτή την εικόνα της παραλίας της Νέας Μάκρης (στην οποία υπάγονται διοικητικά τόσο το Μάτι όσο και το Ζούμπερι), όπου η δόμηση πάνω στο κύμα δίνει και παίρνει. Ωστόσο, το νομικό αλαλούμ αλλά και τα «πισωγυρίσματα» στην απόσταση από τη γραμμή του αιγιαλού, όπου μπορεί να χτίσει ο ιδιώτης, κουκουλώνουν εύκολα τυχόν ατασθαλίες με μόνιμη επωδό το «αυτά ίσχυαν τότε». Για να βρεις όμως τι όντως ίσχυε τότε, πρέπει να έχεις στα χέρια σου τις αντίστοιχες οικοδομικές άδειες. Γυρεύεις δηλαδή ψύλλους στα άχυρα.
Διασχίζοντας τον κάμπο του Μαραθώνα, ο δρόμος περνά μέσα από την ενδοχώρα και καταλήγει στην παραλιακή οδό Χρυσής Ακτής. Ένα πλακόστρωτο μονοπάτι λειτουργεί ως « σύνορο » ανάμεσα στο νερό και στα σπίτια, των οποίων οι περιφραγμένες αυλές απέχουν δυο βήματα από την ακρογιαλιά. «Ο νοτιάς φταίει! Φούσκωσε η θάλασσα το χειμώνα και παραλίγο να πνίξει και τα σπίτια μας », ενίσταται ο ένοικος μιας εκ των κατοικιών επί της οδού Χρυσής Ακτής. Τα φυσικά φαινόμενα επικαλούνται λίγο παρακάτω και οι ιδιοκτήτες ταβέρνας, που έχουν μπαζώσει την παραλία μπροστά από το μαγαζί τους, προσφέροντας στους πελάτες τους εδώ και 20 χρόνια «ειδυλλιακή θέα στον Ευβοϊκό». «Ανέβηκε η στάθμη του νερού», λένε. Οι άνθρωποι, πάντως, που γνωρίζουν την περιοχή προφανώς δεν συμμερίζονται την εξήγηση τους.    

Σχινιάς: ένας παράδεισος σε κρίση


Πλησιάζοντας προς το Ολυμπιακό Κωπηλατοδρόμιο, την παραλία Ριζάρη Μαραθώνα μονοπωλούν ξαπλώστρες και beach bars. Επιλογές δεν έχεις και πολλές - είτε θα πληρώσεις 4 ευρώ για μια ξαπλώστρα και θα κάνεις ηλιοθεραπεία κολλητά με τον διπλανό σου είτε θα πάρεις τα μπογαλάκια σου και... σε άλλη παραλία. «Τα περισσότερα από αυτά τα μαγαζιά μέχρι και το Σχινιά έχουν άδεια καντίνας. Ξεκινούν συντηρητικά και μετά αρχίζουν τις επεκτάσεις, ποντάροντας στη σχέση που αναπτύσσουν με την εκάστοτε Τοπική Αυτοδιοίκηση», εξηγεί επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στην περιοχή εδώ και χρόνια. «Περνά η Πολεοδομία, διαπιστώνει ότι δεν έχουν άδεια, στέλνει τις μηνύσεις στον δήμο και, όταν μαζευτούν τρεις - τέσσερις, συγκαλείται δημοτικό συμβούλιο. Όμως όλοι αυτοί έχουν φροντίσει να κάνουν και καμιά δωρεά -στο ΚΑΠΗ, στην παιδική χαρά κ.α.-, είναι κάτι σαν χορηγοί του δήμου. Όταν λοιπόν έρχεται η κρίσιμη ώρα, έχουν εξασφαλισμένη την ανοχή του. Έτσι, τρενάρει και ο δήμος με τη σειρά του το θέμα ως τον Οκτώβρη και σφραγίζει τα μαγαζιά τότε, που έτσι κι αλλιώς έχει τελειώσει η σεζόν».
Η αισθητική κακοποίηση της αττικής ακτογραμμής αποδεικνύεται ο κανόνας. Ο καθένας κάνει ό,τι θέλει, ακόμα και αν αυτό συμβαίνει σε ένα ευαίσθητο οικοσύστημα που χρήζει ιδιαίτερης μεταχείρισης και έχει χαρακτηριστεί «περιοχή απολύτου προστασίας της φύσης». Έτσι, κατά μήκος της παραλίας του Σχινιά, μιας από τις καλύτερες της Αττικής, μετράμε 9 πολυτελείς κατοικίες με περιφράξεις, γκαζόν και όλα τα κομφόρ - εντός των χωρικών ορίων του Εθνικού Πάρκου, που ανήκει στο δίκτυο Natura 2000 και φιλοξενεί ένα από τα ελάχιστα παραθαλάσσια δάση χαλεπίου πεύκης που έχουν απομείνει στη Μεσόγειο. Οι κατοικίες προϋπήρχαν του Πάρκου, ωστόσο σύμφωνα με το Πολεοδομικό Γραφείο Καπανδριτίου έχουν καταγραφεί ως αυθαίρετες.
Στο μεταξύ, εκκρεμούν από το 1999 αποφάσεις κατεδάφισης για 7 αυθαίρετα ακίνητα, εκ των οποίων τα 6 λειτουργούν ως ταβέρνες, που βρίσκονται πάνω στην παραλία και εντός του Εθνικού Πάρκου Σχινιά Μαραθώνα. Το 2004 το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις πρέπει να εκτελεστούν άμεσα, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει απολύτως τίποτα. Η Πολεοδομία Ανατολικής Αττικής διαβίβασε το 2008 στο Δασαρχείο Καπανδριτίου τις εκθέσεις αυτοψίας που πραγματοποίησε, αλλά έκτοτε δεν έχει κουνηθεί φύλλο.
«Πρόκειται για τη μοναδική περίπτωση στον κόσμο Εθνικού Πάρκου που εμφανίζει μια τόσο τριτοκοσμική και άθλια κατάσταση », υπογραμμίζει ο κ. Χατζημπίρος, καθηγητής του ΕΜΠ και πρώην πρόεδρος του φορέα διαχείρισης Εθνικού Πάρκου Σχινιά Μαραθώνα. «Εκτός από τις ταβέρνες, στην παραλία λειτουργούν και 3 μπαράκια, που στεγάζονται σε τροχοβίλες, καταλαμβάνοντας αυθαίρετα δημόσιο χώρο. Ο Δήμος
Μαραθώνα εισπράττει ενοίκιο από αυτά και είχε δεσμευτεί να τα ξηλώσει. Οι ταβέρνες ανήκουν στον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Ελλήνων Δικαστών - Εισαγγελέων, που επίσης τα εκμισθώνει σε ιδιώτες. Ωστόσο, η λέξη "ανήκουν" είναι σχετική, γιατί βρίσκονται πάνω στον αιγιαλό. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει ότι πρέπει να κατεδαφιστούν. Το γεγονός ότι αυτό δεν έχει συμβεί ακόμη αποτελεί παράβαση καθήκοντος της Περιφέρειας Αττικής».
Επικοινωνώντας με τον γενικό γραμματέα της Περιφέρειας, Ηλία Λιακόπουλο, τον ρωτήσαμε για ποιο λόγο μετά τόσα χρόνια δεν έχουν προχωρήσει οι διαδικασίες κατεδάφισης. « Αυτή είναι μια πολύ παλιά ιστορία και δεν καταλαβαίνω γιατί την ανακινείτε τώρα», λέει. «Δεν το γνωρίζω το θέμα ούτε ξέρω για ποιους λόγους έχει "κολλήσει" ». Από την άλλη, ο δήμαρχος Μαραθώνα, Σπύρος Ζαγάρης, επιμένει στην αναγκαιότητα λειτουργίας των συγκεκριμένων επιχειρήσεων. «Πρόκειται για κινητές καντίνες στις οποίες δίνεται άδεια για να παρέχουν ανέσεις στους λουομένους το καλοκαίρι. Δεν γίνεται να μην έχει ο κόσμος νερό να πιει. Με τη λογική ότι ο Σχινιάς είναι Πάρκο, δεν θα πρέπει να γίνεται τίποτα πια σε αυτό τον τόπο;» Κάπως έτσι, με το επιχείρημα ότι « ο κόσμος πρέπει να έχει νερό να πιει»(και ο εκάστοτε δήμος να εισπράττει τα ενοίκια του), ευνοείται σιωπηρά η αυθαιρεσία. Ακριβώς έτσι η ανατολική Αττική βλέπει το παραλιακό μέτωπο της να υποβαθμίζεται μέρα με τη μέρα.

«Κ» της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ τ.374 1η Αυγούστου 2010



Τα συμπεράσματα δικά σας

Δεν υπάρχουν σχόλια: