Translate -TRANSLATE -

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΙΝΟΥ : Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ανθρώπινες στιγμές με σημασία



Ανθρώπινες στιγμές με σημασία
Πίσω από την απόμακρη δημόσια εικόνα του ηγέτη, υπήρχε ένα πρόσωπο ξεχωριστό, με ευαισθησία και χιούμορ ποιότητας

Του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΙΝΟΥ

Μολονότι με τη συστηματική παρακολούθηση και το σχολιασμό της πολιτικής δράσεως του Κων/νου Καραμανλή ξεκίνησα ως δημοσιογράφος το 1954, η προσωπική γνωριμία μου με αυτόν χρονολογείται μόλις το 1982, όταν πια είχε αναδειχθεί σε Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Συνέβη σε ένα δείπνο στο σπίτι του αγαπητού φίλου Λάζαρου Εφραίμογλου. Στο τραπέζι είχα τοποθετηθεί απέναντι ακριβώς από τον Πρόεδρο για τον οποίο η αρθογραφία μου όχι σπάνια δεν υπήρξε διόλου ευχάριστη, όπως έπραττα πάντα για τους εκάστοτε κυβερνώντες, οσάκις έκρινα ότι έσφαλλαν. Και τα κατάφερα με την πρώτη φράση που του απηύθυνα, διατυπώνοντας διαφορετική άποψη από τα όσα υποστήριζε, να προκαλέσω την οργισμένη αντίδραση του. Κατόπιν αυτού σιώπησα. Και όταν εξέφρασε την απορία του γιατί δεν μετείχα στη συζήτηση που ακολούθησε για την οικονομική κατάσταση, του απάντησα:
- Νομίζω ότι προηγουμένως, που διατύπωσα διαφορετική γνώμη από τη δική σας, θυμώσατε. Τότε εκείνος χαμογελώντας είπε:
- Ακούστε, αγαπητέ μου, αν είχα θυμώσει δεν θα το νομίζατε, θα το ξέρατε! Έτσι άρχισα να ανακαλύπτω έναν άλλο Καραμανλή από αυτόν τον αυστηρό, απόμακρο, στυγνό, εγωιστή που είχε κυριαρχήσει ως δημόσια εικόνα του. Συνειδητοποίησα έκπληκτος ότι διέθετε χιούμορ και μάλιστα ξεχωριστής ποιότητας. Όταν μετά τη λήξη του δείπνου μάς αποχαιρέτησε έναν έναν ξεχωριστά, μου είπε:
- Εσείς όλο αντιρρήσεις είχατε σε όσα υποστήριζα. Θα ήθελα να τα ξαναπούμε.
Δύο μέρες μετά, βρέθηκα στο προεδρικό γραφείο καθισμένος μόνος απέναντι στο μυθικό πια Καραμανλή, που χαμογελαστός και ευπροσήγορος με διευκόλυνε σε ελεύθερη συζήτηση και στην έναρξη μιας στενής προσωπικής γνωριμίας, που ο ίδιος χαρακτήριζε φιλία, ίσως εξετίμησε ιδιαίτερα ότι ξεκίνησα τη συζήτηση μας με τη δήλωση ότι δεν τον είχα ψηφίσει ποτέ, ότι ήμουν συχνά επικριτικός στα γραπτά μου («το ξέρω», μου είπε, «σας διαβάζω από καιρό»), ότι με τιμά το γεγονός που με κάλεσε σε ιδιαίτερη συζήτηση, αλλά θα συνεχίσω να λέω την άποψη μου, έστω και αν διαφέρει από τη δική του και ότι ποτέ δεν θα του ζητήσω οποιαδήποτε χάρη ούτε θα δεχθώ οποιαδήποτε προσφορά από μέρους του, όσο δελεαστική κι αν είναι, καθώς έτσι θα χάσω τη δημοσιογραφική ανεξαρτησία μου.
Έτσι σιγά σιγά άρχισα να προσεγγίζω όχι μόνο τον άνθρωπο Καραμανλή, που μόνο το στενό περιβάλλον του γνώριζε, αλλά και τη δυσπρόσιτη προσωπικότητα του, που τη χαρακτήριζε η αυτοδέσμευση μιας υψηλής αποστολής με όραμα για τον τόπο μας και τον ελληνικό λαό. Για όλα αυτά η έρευνα του Ελεύθερου Τύπου είναι ιδιαίτερα σημαντική και αποκαλυπτική. Εγώ κρίνω χρησιμότερο να συνεισφέρω στιγμιότυπα από τη 16ετή προσωπική σχέση μου με το σπουδαίο αυτόν πολιτικό άνθρωπο, που είχε στεγνώσει την ψυχή του χάριν της αυτοστρατευμένης αποστολής του, αλλά άφηνε χαραμάδες ευαισθησίας, τις οποίες δεν συγχωρούσε να κοινολογούνται.
Σε αντίθεση με όλους τους διαδόχους του στη διακυβέρνηση της χώρας, δεν δίσταζε να επιλέγει συνεργάτες από άλλους ιδεολογικούς χώρους και να βλέπει συχνά, είτε κατά μόνας είτε σε ολιγομελείς παρέες, αξιόλογα πρόσωπα από τον πνευματικό και καλλιτεχνικό χώρο, επιστήμονες, διανοούμενους, πολιτικούς ακόμα και του αριστερού χώρου. Συνήθως τον έβλεπα κατά μόνας στο Προεδρικό Μέγαρο ή στο σπίτι του στην Πολιτεία. Όμως, όχι σπάνια βρισκόμουν ανάμεσα στους προσκεκλημένους του σε ταβέρνα της Βαρυμπόμπης ή στο Γκολφ Κλαμπ της Γλυφάδας. Μολονότι του άρεσε να αγορεύει με διδακτικό στιλ και με απόλυτη βεβαιότητα για την ορθότητα των απόψεων του, συχνά παρέμενε σιωπηλός και άκουγε τους άλλους με προσοχή και χωρίς να αντιλέγει. Τώρα που το σκέπτομαι, με την επιλογή των προσώπων της παρέας του και τη σιωπηλή ακρόαση των προσκεκλημένων του συνδύαζε το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Όπως κάθε σοβαρός και υπεύθυνος άνθρωπος και ιδιαίτερα ηγέτης, θεωρούσε ότι οφείλει να ακούει όλες τις απόψεις, να δοκιμάζει στον αντίλογο του άλλου τη βασιμότητα των δικών του απόψεων και συνεχώς να μαθαίνει. Να γηράσκει αεί διδασκόμενος. Και να μη χάνει την αυτοκυριαρχία του συντηρώντας με επιμέλεια την εικόνα του άτρωτου, του υπεράνω των ανθρώπινων αδυναμιών.
Σε μια από τις προσκλήσεις του στο Γκολφ Κλαμπ, όταν κάθιδρος επέστρεψε από πολύωρο ματς με το μπαλάκι που πρέπει να καταφέρεις να βάλεις σε κάποιες τρύπες (ένα άθλημα που ποτέ δεν με συγκίνησε), αποτόλμησα να τον ρωτήσω:
- Πώς πήγε σήμερα το παιχνίδι; Νικήσατε;
- Βεβαίως νίκησα, μου απάντησε με κατηγορηματικότητα.
-Και ποιον; επέμεινα.
-  Κανέναν. Παίζω μόνος μου. Κι έτσι δεν χάνω ποτέ!
Αποφεύγοντας να σχολιάσω την απάντηση παρατήρησα:
- Κάθε τόσο διαβάζω στις εφημερίδες ότι υποφέρετε από λουμπάγκο. Κι όμως, εγώ σας βλέπω μια χαρά να επιδίδεστε με τις ώρες στο γκολφ διαψεύδοντας εμπράκτως τις φήμες αυτές.
- Κάνεις λάθος, μου είπε. Υποφέρω πολύ αλλά δεν ανέχομαι να με νικήσει ο πόνος. 


Και αμέσως αλλάζοντας θέμα με ρώτησε:
- Εσύ παίζεις γκολφ; Κι όταν του απάντησα ότι το μόνο παιχνίδι που ξέρω ότι αρέσει και στους δυο μας είναι το τάβλι, μου είπε:
- Ωραία, τότε το καλοκαίρι που θα πάω για διακοπές στην Αντίπαρο να έλθεις και εσύ να παίξουμε τάβλι. Όμως αμέσως μετά με ρώτησε περίφροντις:
- Και δεν μου λες κερδίζεις κιόλας; Και όταν η απάντηση μου ήταν «φυσικά και προσπαθώ να κερδίζω, τερμάτισε τη σχετική στιχομυθία.» Και δεν με κάλεσε ποτέ για να παίξουμε τάβλι.
Ήταν άραγε τόσο εγωιστής ώστε να μη δέχεται να ηττηθεί, έστω και σε ένα κυρίως τυχερό παιχνίδι; Ή επρόκειτο για την ασταμάτητη προσπάθεια του να συντηρεί το μύθο του ακατανίκητου, του υπεράνω των ανθρώπινων αδυναμιών, του ηγέτη που γεμίζει εμπιστοσύνη εκείνους που τον πιστεύουν και τον ακολουθούν, που προκαλεί δέος ή τρομάζει τους αντιπάλους του;
Και μια που αναφέρομαι σε μύθους, να αναφερθώ και σ' έναν από αυτούς που και σήμερα φαίνεται ακατανίκητος. Συνέπεσε κάποτε να βρεθούμε τυχαίως ένα διήμερο στην Κέρκυρα. Αγνοούσα την εκεί παρουσία του που ήταν ανεπίσημη, ενώ εκείνος πληροφορήθηκε τη δική μου, μια που επρόκειτο να γίνει μια εκδήλωση προς τιμήν μου από το Ροταριανό Όμιλο του νησιού. Έτσι μέσω τρίτου προσώπου βολιδοσκοπήθηκα αν θα ήθελα να μετάσχω σε δείπνο σε μια εξοχική ταβέρνα. Φυσικά δέχθηκα ευχαρίστως, με την επιφύλαξη να μου συγχωρήσει κάποια καθυστέρηση λόγω προηγούμενης δέσμευσης. Έτσι έφθασα αργοπορημένος στην ταβερνούλα όταν ήδη ο Πρόεδρος και η συντροφιά του είχαν αρχίσει να δειπνούν. Ζήτησα συγγνώμη, ευχήθηκα καλή όρεξη και μετά αποτόλμησα να παρατηρήσω: :
- Βλέπω με έκπληξη, κύριε Πρόεδρε, ότι τρώτε κοτόπουλο αντί κάποια πίτα. Όλοι οι Έλληνες ξέρουμε ότι αγαπάτε τις πίτες και τις προτιμάτε ως φαγητό.
-Άκουσε να σου πω, αντέδρασε ενοχλημένος, πριν χρόνια, σε κάποιο δείπνο όπου μου είχε σερβιριστεί χορτόπιτα, είπα με ειλικρινή ικανοποίηση ότι μου θύμισε τις υπέροχες πίτες που μου έφτιαχνε η μάνα μου. Αυτή η δήλωση μου κυκλοφόρησε αστραπιαία πανελληνίως και έκτοτε όπου με καλούν στο μενού περιλαμβάνουν πάντα και κάποια πίτα. Μόνο όταν δεν είμαι καλεσμένος γλιτώνω από τις πίτες!
Κι όταν παρατήρησα ότι θα μπορούσε να τερματίσει αυτή τη μονοτονία της πιτοφαγίας, μου απάντησε με έμφαση:
- Δεν μπορώ να απογοητεύσω όλες αυτές τις καλές κυρίες που φτιάχνουν πίτες με την προσωπική τους φροντίδα για να με ευχαριστήσουν!  
Την επόμενη ημέρα συνέπεσε να αναχωρούμε από την Κέρκυρα με το ίδιο αεροπλάνο. Δεν μου είπε τίποτα όταν τον καληνύχτισα αλλά όταν το άλλο πρωί πήγα στο γκισέ της Ολυμπιακής για να τσεκάρω την επιστροφή μου, ο υπάλληλος μου είπε ότι έχει εντολή να μου δώσει θέση δίπλα στον Πρόεδρο. Έτσι συνταξιδέψαμε συνομιλώντας κατ' ιδίαν. Ζήτησε να πληροφορηθεί για την οικογενειακή μου κατάσταση και για την εργασία μου στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», του οποίου ήδη ήμουν διευθυντής επί 18χρόνια. Η διαπίστωση ότι ζούμε και οι δύο μόνοι, εργένηδες και χωρίς δικά μας παιδιά τον συγκίνησε και άφησε κάποιες χαραμάδες ευαισθησίας και πίκρας να μου γίνουν αντιληπτές. Κι όταν τον πληροφόρησα ότι ο εργοδότης μου, κ. Χρ. Λαμπράκης, με περιβάλλει με τόση εκτίμηση και εμπιστοσύνη, ώστε μου έχει εκχωρήσει κάθε εξουσία για τα πάντα στην διεύθυνση του «Οικονομικού Ταχυδρόμου», τότε σχολίασε:
- Ζεις και συ τη μοναξιά της κορυφής. Και την ευθύνη της απόφασης που πρέπει να είναι πάντα η σωστή!


Η προσγείωση του αεροπλάνου στο Ελληνικό τερμάτισε το ταξίδι εκείνο και τη συζήτηση μας. Την ξαναθυμήθηκα δύο μέρες πριν του Αγίου Ιωάννου, όταν μπαίνοντας στο γραφείο μου καθυστερημένος πληροφορήθηκα από τη γραμματέα μου ότι με είχε ζητήσει στο τηλέφωνο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Έσπευσα να επικοινωνήσω αμέσως, αλλά η προσωπική του γραμματέας, ο φρουρός άγγελος του και κυματοθραύστης κάθε δυσάρεστου απρόοπτου, η κυρία (με κεφαλαίο Κ) Λένα Τριανταφύλλη, μου είπε ότι ο Πρόεδρος είχε φύγει από το γραφείο.
-  Ήθελε να σας ευχηθεί για τη γιορτή σας (πάντα μου ευχόταν αυτοπροσώπως μια μέρα πριν από τη γιορτή για να μην προσκρούει στο συνεχώς απασχολημένο τηλέφωνο).
Τότε την παρακάλεσα να του μεταβιβάσει τις ευχαριστίες μου και τις ακόλουθες πρωτοχρονιάτικες ευχές: «Να είναι υγιής, να έχει ψυχική αντοχή για να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες του αξιώματος καινά τον φωτίζει ο Θεός να παίρνει πάντα σωστές αποφάσεις». Και η γλυκιά και αφοσιωμένη ολοκληρωτικά στον αγαπητό της Πρόεδρο κυρία Λένα ευγενικά με αποστόμωσε:
- Ο Πρόεδρος πάντα παίρνει σωστές αποφάσεις.
Μετά βίας απέφυγα να τη σχολιάσω, μολονότι ήδη είχα εισπράξει την προηγουμένη την ίδια περίπου απάντηση από την επίσης αφοσιωμένη στο δικό της πρόεδρο κυρία Αγγέλα Κοκκόλα, την ιδιαιτέρα γραμματέα του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου.
Είχα πάρει μια συνέντευξη από αυτόν στο Καστρί με τη δέσμευση να την καθαρογράψω και να τη συζητήσουμε για την τελική της μορφή. Την είχα στείλει δακτυλογραφημένη και ζητούσα μια νέα συνάντηση γι' αυτό το θέμα. Η κ. Κοκκόλα τηλεφώνησε ότι ο πρόεδρος τη βρίσκει πολύ καλή και δεν υπάρχει λόγος να την ξανασυζητήσουμε. Τότε παρατήρησα ότι κάποια από τις απαντήσεις του τη βάσιζε σε ανακριβή στοιχεία. Είναι συνεπώς λανθασμένη και καλό θα είναι να διορθωθεί, προ της δημοσιεύσεως. Αλλά και η κ. Κοκκόλα ήταν κατηγορηματική:
- Ο πρόεδρος δεν κάνει ποτέ λάθη.
Νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον και η συνέχεια: Η μεν συνέντευξη Παπανδρέου προεβλήθη από τα μέσα δημοσιότητας, αλλά κανείς δεν πρόσεξε ή δεν τόλμησε να επισημάνει το λάθος που υπήρχε σ' αυτήν. Μακάρι να ήταν το μόνο...
Τον Κων/νο Καραμανλή κατά την πρώτη συνάντηση μας μετά τις γιορτές, αφού τον ευχαρίστησα για τις ευχές του, τον ρώτησα αν του μετέφερε η κ. Τριανταφύλλη τις δικές μου επί λέξει όπως τις είχα υπαγορεύσει. Έδειξε να απορεί. Τις επανέλαβα προσθέτοντας και την παρατήρηση της γραμματέως του ότι «ο Πρόεδρος παίρνει πάντα σωστές αποφάσεις». Και σχολίασα:
- Εγώ ξέρω ότι μόνο ο Θεός είναι αλάνθαστος.
Τον είδα να κοκκινίζει. Ήταν ένδειξη θυμού. Και τότε σκέφθηκα ότι είχα κάνει σοβαρή γκάφα, γιατί την εποχή εκείνη οι συμπολιτευόμενες το ΠΑΣΟΚ εφημερίδες τον αποκαλούσαν ειρωνικά «ο Θεός». Φαίνεται ότι έχασα το χρώμα μου συνειδητοποιώντας την γκάφα μου, αλλά εκείνος έχοντας ανακτήσει την ψυχραιμία του μου είπε:
-Όχι, δεν μου είπε τίποτα η Λένα. Πράγματι μόνο ο Θεός δεν κάνει λάθη. Όμως σε βεβαιώνω ότι κι εγώ καταβάλλω κάθε προσπάθεια ώστε να μην κάνω λάθη!
Λεπτομέρειες ίσως όλα αυτά. Αλλά πιθανόν να είναι χρήσιμες για τους έγκυρους βιογράφους και τους ιστορικούς του μέλλοντος. Και να θυμίσω ότι ο Κων/νος Καραμανλής σε μια ομιλία του ήταν εκείνος που το 1997 είχε υπογραμμίσει: «Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι σαν λαός κάναμε τα μεγαλύτερα πολιτικά σφάλματα στις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής του έθνους μας».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Κυριακή 4 Μαΐου 2008

Δεν υπάρχουν σχόλια: