Translate -TRANSLATE -

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ




ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΤΗΣ 1ης ΙΟΥΝΙΟΥ

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ

Όταν, περί το τέλος Μαΐου 1973, εκδηλώθηκε το Κίνημα στο Ναυτικό, αυτό υπήρξε ένα γεγονός πολύ σοβαρότερο και από τις φοιτητικές αναταραχές. Η Κυβέρνηση των Συνταγματαρχών τότε επεδίωξε να υποβαθμίσει τη σημασία τού κινήματος, το οποίο χαρακτήρισε «οπερέττα»:
«Υπό ολίγων αποστράτων και αποτάκτων αξιωματικών κατεβλήθη προσπάθεια διεισδύσεως εις τας Ενόπλους Δυνάμεις δια τού σχηματισμού παρανόμου οργανώσεως. Καθ' όλας τας ενδείξεις η προσπάθεια κατηυθύνετο από το εξωτερικόν και δη υπό των εις τα διαφόρους ευρωπαϊκός χώρας αυτοεξορίστων Ελλήνων. Εις το πλαίσιον της προσπάθειας αυτής κείνται: α) η γνωστή ανακοίνωσις τών τεσσάρων αποστράτων πρώην Αρχηγών τού Επιτελείου· β) η επακολουθήσασα δήλωσις τού πρώην πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή- γ) η πρόσφατος ανακοίνωσις των 34 αποτάκτων, οι οποίοι κατ' επανάληψιν επωφελήθησαν της επιεικείας, την οποίαν έδειξε προς αυτούς η Επανάστασις [...] Και η κίνησις αυτή απεδείχθη οπερεττική και ως σύλληψις και ως εκτέλεσις».
Τα πράγματα, βεβαίως, δεν ήταν ακριβώς όπως τα παρουσίαζε η κυβερνητική ανακοίνωση. Η υπόθεση, αντιθέτως, είχε βρει σοβαρή απήχηση στο Ναυτικό ως συγκινούσα τους βασιλόφρονες κυρίως αξιωματικούς. Συνέβη δηλαδή το 1973 το αντίθετο προς ό,τι είχε συμβεί το 1935, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος βάσιζε την επαναστατική του δραστηριότητα στο Πολεμικό Ναυτικό, το οποίο, τότε, κατά πλειοψηφία, είχε ταχθεί υπέρ της Αβασιλεύτου.
Ο Ευάγγελος Αβέρωφ, πρωταγωνιστής, από το πολιτικό παρασκήνιο, τον Κινήματος, θα αποκαλύψει μία εβδομάδα αργότερα στον Σπύρο Μαρκεζίνη ότι το κίνημα είχε προδοθεί λίγο πριν αυτό εκδηλωθεί. Το σχέδιο, που είχε καταστρωθεί προσεκτικά, προέβλεπε την κατάληψη ενός ελληνικού νησιού και, εν συνεχεία, τη διαπραγμάτευση μιας συμβιβαστικής λύσεως για την έξοδο της Χώρας από τη δικτατορία. Ο Αβέρωφ δεν φαινόταν να ανησυχεί ακόμη τότε — ήταν η 7η Ιουνίου — για τον εαυτό του· αντιθέτως, ο υφυπουργός Β. Σταματόπουλος του είχε πει ότι μία ενδεχομένη πολιτική εξέλιξη θα περιελάμβανε κυβέρνηση Αβέρωφ.
Τη σημασία των γεγονότων στο Ναυτικό προέβαλλαν έντονα οι ξένοι ραδιοφωνικοί σταθμοί στα ελληνικά προγράμματα και η πληροφορία περί ανταρσίας του αντιτορπιλικού «Βέλος»,  την στιγμή που συμμετείχε σε συμμαχική άσκηση του ΝΑΤΟ, πλούτισε, όπως ήταν φυσικό, την διεθνή ειδησεογραφία. Το «Βέλος», με κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Ν. Παππά ως γνωστό εισήλθε στα ιταλικά χωρικά ύδατα.
Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος θα αρνηθεί να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο για το Κίνημα, αλλά το Γαλλικό Πρακτορείο θα μεταδώσει:
«Την έκπληξίν των εκφράζουν τα μέλη του περιβάλλοντος τού Βασιλέως Κωνσταντίνου σχετικώς με τας πληροφορίας, αι οποίαι αφήνουν να υπονοηθεί ότι ο αυτοεξόριστος Μονάρχης θα ήτο δυνατόν να είναι αναμεμιγμένος εις την υπόθεσιν της ανταρσίας του Πολεμικού Ναυτικού. Αυτό τούτο το γεγονός ότι η συνομωσία εχαρακτηρίσθη ως οπερεττική από τον εκπρόσωπον της Κυβερνήσεως μειώνει την σημασίαν της υποθέσεως, εν σχέσει με την οποίαν ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος δεν θα προβεί, κατά πάσαν πιθανότητα, εις καμίαν δήλωσιν. Υπενθυμίζεται ότι από της 13ης Δεκεμβρίου 1967, απ' αρχής της αυτοεξορίας του εις την Ιταλίαν, ο Βασιλεύς έχει αρνηθεί να προβεί εις οιανδήποτε δήλωσιν δια την κατάστασιν εν Ελλάδι. Και δεν έχει την πρόθεσιν να μεταβάλει την γραμμήν του».
Το καθεστώς Παπαδοπούλου δεν θα προχωρήσει τις διώξεις σε βάθος, διότι θα κινδύνευε να διαλύσει το Ναυτικό. Θα περιορισθεί να συλλάβει, στις 2 Ιουλίου 1973, εβδομήντα αξιωματικούς εν ενεργεία και αποστράτους για «συμμετοχή σε στασιαστικό κίνημα» και την επομένη τον Ευάγγελο Αβέρωφ και τον Πέτρο Γαρουφαλιά. Η σχετική κυβερνητική ανακοίνωση ανέφερε ειδικότερα, ως προς τους δύο πολιτικούς:
«Ο κ. Ε. Αβέρωφ ήτο πολιτικός σύμβουλος των κινηματιών και σύνδεσμος μεταξύ τούτων και του κ. Κ. Καραμανλή. Την 19 Μαΐου 1973 παρέδωσε εις τους κινηματίας σχέδιον διαγγέλματος, το οποίον ούτοι θα απηύθυναν εκ Σύρου [...] Ο κ. Π. Γαρουφαλιάς ανέλαβε να ενισχύσει τους κινηματίας δια ποσού 5.000.000 δρχ. προς παροχήν βοηθείας εις τας οικογενείας των μονίμων αξιωματικών, των υπηρετούντων εις τα πλοία τα οποία εσχεδίαζαν να κινήσουν οι στασιασταί».
Ο Κ. Καραμανλής, με δηλώσεις του στο πρακτορείο «Ηνωμένος Τύπος», θα αρνηθεί οποιαδήποτε ανάμειξη στην ανταρσία και το περιεχόμενο των δηλώσεων του θα επιβεβαιώσει και ο Π. Κανελλόπουλος, ο οποίος θα εκφράσει την ανησυχία του για τη σύλληψη του Αβέρωφ και του Γαρουφαλιά. Οι συλληφθέντες, τελικά, θα αμνηστευθούν και στην αμνηστία εκείνη ο Γ. Παπαδόπουλος θα συμπεριλάβει, και τον Αλέκο Παναγούλη.

ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΟ


Αμέσως μετά το Κίνημα στο Ναυτικό, κηρύχθηκε, την 1η Ιουνίου 1973, η Αβασίλευτος Δημοκρατία. Μετά τη σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, που συνήλθε εκτάκτως, ο Πρωθυπουργός Γ. Παπαδόπουλος, στον οποίο ανετέθησαν και τα καθήκοντα τού Προσωρινού Προέδρου της Δημοκρατίας, μίλησε από το ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο:
«[...] Εντός μηνός θα τεθούν υπόψιν τού Ελληνικού Λαού εν σχεδίω αι απαραίτητοι θεμελιώδεις καταστατικαί διατάξεις δια την προσαρμογήν τού Συντάγματος εις το εγκαθιδρυόμενον δημοκρατικόν πολίτευμα [...] Εντός διμήνου από σήμερον θα κληθεί ο Ελληνικός Λαός, όπως, δια Δημοψηφίσματος, αποφανθεί επί τής πολιτειακής μεταβολής και των αναγκαίων συνταγματικών μεταρρυθμίσεων».
Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος θα αποδεχθεί τη διαδικασία τού δημοψηφίσματος και σε συνέντευξη του στους «Κυριακάτικους Τάιμς» θα δηλώσει μεταξύ άλλων:
«Εφόσον δεν αποφασίσει άλλως ο Λαός, θεωρώ εαυτόν Βασιλέα και ουχί έκπτωτον και είμαι βέβαιος ότι και ο Λαός με θεωρεί Βασιλέα [...] Ευρίσκομαι εις πολύ στενήν επαφήν μετά του πρώην πρωθυπουργού κ. Κ. Καραμανλή και της ηγεσίας της Χώρας, της πραγματικής και όχι μετά των αυτοανακηρυχθέντοον αρχηγών του καθεστώτος, θα συνεχίσω δε την επαφήν αυτήν και με τους ευρισκομένους εντός και εκτός της Χώρας ηγέτας και ιδιαιτέρως μετά του κ. Καραμανλή, προς τας προτάσεις τού οποίου - αναφερόταν στις δηλώσεις Καραμανλή τον Απρίλιο 1973 - συμφωνώ πλήρως».
Στις 9 Ιουνίου, με κοινή δήλωση τους 17 πολιτικοί, εξ αυτών που παρέμειναν στην Ελλάδα, ζητούσαν συνθήκες ίσης μεταχειρίσεως για να αναπτύξουν τις απόψεις τους όσοι επρόκειτο να υποστηρίξουν το «Όχι» στο δημοψήφισμα και την πλήρη αντιπροσώπευση τους στα εκλογικά τμήματα.
Ο Στ. Στεφανόπουλος και άλλοι τέως βουλευτές που είχαν ακολουθήσει τις κυβερνήσεις της Αποστασίας, με προκήρυξη τους, συνιστούσαν προς τον Λαό να ψηφίσει «Όχι» για να «φράξει τον δρόμον προς νέας και μεγαλυτέρας περιπέτειας».
Ο Α. Παπανδρέου από το εξωτερικό θα υποδείξει λευκό ψηφοδέλτιο και θα διακηρύξει ότι «ο Κωνσταντίνος δεν επρόκειτο να επανέλθει, διότι ούτε οι ΗΠΑ ευνοούν την παρούσα κατάσταση ούτε ο Ελληνικός Λαός επιθυμεί τη Μοναρχία».
Ο Κ. Καραμανλής θα ζητήσει τη ματαίωση τού δημοψηφίσματος. Ο ιδρυτής της ΕΡΕ θα υποδείξει ευρεία συζήτηση «δια τον προσδιορισμόν τών διαδικασιών, αι οποίαι θα επιτρέψουν την δημιουργίαν μιας νέας αληθούς δημοκρατίας απηλλαγμένης από τας συνθήκας τού παρελθόντος». Θα αποδεχθεί ότι ο βασιλικός θεσμός είχε τεθεί υπό αίρεσιν και θα δηλώσει ότι η τύχη τού Βασιλέως θα κριθεί οπωσδήποτε από μελλοντικό δημοψήφισμα.
Ο τέως αρχηγός του Κόμματος των Προοδευτικών και μετέπειτα πρωθυπουργός του δικτατορικού καθεστώτος Σπυρίδων Μαρκεζίνης  θα διατυπώσει τις θέσεις του σε συνέντευξη προς τον ανταποκριτή τού πρακτορείου «Διεθνής Ηνωμένος Τύπος» Τζων Ρήγο:
«Το ψήφισμα είναι ιδιότυπον. Συνδυάζει τρία διαφορετικά θέματα: α) την κατάργησιν τής Βασιλευομένης Δημοκρατίας· β) την θεμελιακήν μεταρρύθμισιν τού Πολιτεύματος· και γ) την εκλογήν τού Προέδρου και τού Αντιπροέδρου τής Δημοκρατίας. Η κατάργησις λ.χ. τής Βασιλευομένης Δημοκρατίας θεωρείται δεδομένη και ο Λαός καλείται απλώς να επικυρώσει το γεγονός, όπως περίπου συνέβη και το 1924. Η ιδιοτυπία επί του δευτέρου θέματος είναι ότι ο πολίτης αποδέχεται όχι απλώς την μεταβολήν αλλά και θεμελιώδεις διατάξεις της μορφής τού Πολιτεύματος, η δε παρεχομένη αναθεωρητική αρμοδιότης είναι υπερβαλλόντως περιοριστική. Η τρίτη ιδιοτυπία αφορά εις την εκλογήν του Προέδρου και του Αντιπροέδρου, όπου ο εκλογεύς δηλαδή δεν έχει δικαίωμα επιλογής. [...] Δεν συμφωνώ με την συγχώνευσιν των τριών ερωτημάτων. Διαφωνώ επίσης ως προς τα ενισχυμένα δικαιώματα τού Προέδρου. [...] Θα ψηφίσω εν τούτοις "ναι" με όσας επιφυλάξεις εξέφρασα, αι οποίαι δεν γράφονται φυσικά εις το ψηφοδέλτιον, ενώ εκτίθενται δημοσία δια να γνωρίσει ο καθένας τι υποστηρίζει ο άλλος. [...] Το "ναι" δεν αφορά εις το Ψήφισμα, αλλά εις την συνέχειάν του. Θέλομεν ή δεν θέλομεν, αρχίζει νέα διαδικασία. Τί θα συμβεί ουδείς δύναται να προεξοφλήσει και συνεπώς τίποτε να αποκλείσει. Η 1η Ιουνίου θα κριθεί από την συνέχεια [,..] Προβλέπω δύσκολον την εξέλιξιν εις όλους τους τομείς. Αυτή καθ' εαυτήν η πολιτικοποίησις θα χρειασθεί ρεαλισμόν, γνώσιν και ρωμαλεότητα αποφάσεων [...] Τα διεθνή προβλήματα τα ενδιαφέροντα αμέσως την Ελλάδα, οικονομικά και κοινωνικά, θα πληθύνονται κατά γεωμετρικήν πρόοδον. Κάθε αρνητική πράξις θα δυχεραίνει την εξέλιξιν. Κάθε θετική ημπορεί να αποβεί δημιουργική. Και χάριν αυτού του "ημπορεί" ψηφίζω "ναι"».


Το πολιτειακό δημοψήφισμα θα διεξαχθεί στις 29 Ιουλίου 1973 και θα αποβεί υπέρ της Αβασιλεύτου. Ο Π. Κανελλόπουλος θα κρίνει τα αποτελέσματα «αντίθετα προς την πραγματικήν θέλησιν τού υπερήφανου Λαού μας», ο Γ. Μαύρος θα τα χαρακτηρίσει προϊόν βίας και νοθείας και ο Κρις Γουντχάουζ, μέλος τού Αγγλικού Κοινοβουλίου, θα αναγγείλει, σε συνέντευξη του προς το ΒΒC, τον «οριστικό θάνατο της Μοναρχίας» στην Ελλάδα:
«Η Μοναρχία ουδέποτε είχε βαθείας ρίζας και ο τελευταίος Βασιλεύς δεν είχε επαφήν με τον Λαόν του. Προ ολίγων ετών δε συμπεριεφέρθη με εξαιρετικήν αφροσύνην προσπαθών να επέμβει εις τας εκλεγμένας κυβερνήσεις όταν υπήρχε ακόμη Κοινοβούλιον εις την Ελλάδα. Εις την πραγματικότητα, είναι άξιος της τύχης του και δεν νομίζω ότι αυτός ή οι διάδοχοι του θα έχουν ευκαιρίαν ποτέ εις το μέλλον να αποκατασταθούν εις τον Ελληνικόν Θρόνον».
Το δικτατορικό καθεστώς από την πλευρά του πανηγύριζε και προπαγάνδιζε υπέρ της κατάργησης του Βασιλικού καθεστώτος.
«Το Δημοκρατικόν πολίτευμα είναι δεδομένον» δήλωνε. «Αυτός είναι ο υπεύθυνος και επιγραμματικός ορισμός της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας. Με την φράση αυτήν καθορίζεται το παρόν και διαγράφεται το μέλλον, το πολιτικό μέλλον της Ελλάδος.
Υπό την έννοια αυτήν, η 1η Ιουνίου 1973 αποτελεί τον σημαντικότερον ίσως σταθμό εις την πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος. Πριν όμως εκκίνηση η Ελληνική Δημοκρατία διά την ιστορική πορείαν της, δεν θα ήτο άμοιρον ενδιαφέροντος ένα τελευταίον, ένα φευγαλέο βλέμμα προς το άμεσο παρελθόν. Μερικαί διαπιστώσεις, μερικά διδάγματα θα συνοδεύσουν την νεαράν και εύρωστον Ελληνικήν Δημοκρατίαν εις τον δρόμο της. Διά να προσθέσουν εις την ορμή της νεανικής πορείας της την σοφίαν της πείρας του πολιτικού και πολιτειακού χθες».
Γνωρίζοντας το καθεστώς ότι ο ελληνικός λαός τις μέρες εκείνες της δικτατορίας προσέφευγε στους ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς και στον ξένον τύπο για την ενημέρωσή του, θεώρησε σκόπιμο να αναπαραγάγει δημόσια τα σχόλια τους που φυσικά δεν ήσαν καθόλου κολακευτικά για την βασιλεία και τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύτηκε και οδήγησε την Ελλάδα στο δικτατορικό καθεστώς της 21ης Απριλίου.


Τι όμως έλεγε και έγραφε ο ξένος Τύπος τον Ιούνιο του 1973;
Το BBC λίγες μόλις ώρες μετά την αναγγελία της καθεστωτικής αλλαγής που επέβαλε το δικτατορικό καθεστώς από την εκπομπή του της 9ης βραδινής της 1ης Ιουνίου ανέφερε:
«Οι περισσότεροι άνθρωποι εις την Ελλάδα θεωρούν ότι όλη η υπόθεση τους άφορα ελάχιστα, δεδομένου ότι η απουσία του Βασιλέως επί 5 1/2 χρόνια εις το εξωτερίκον είχε ως αποτέλεσμα την άμβλυνσιν του ενδιαφέροντος του μεγαλυτέρου τμήματος του λαού ως προς το πρόσωπον του. Ονομαστικώς μόνον η χώρα δεν είχε καταστεί Δημοκρατία».
Οι «Τάιμς» του Λονδίνου έγραφαν την 2α Ιουνίου:
«Δεν είναι η πρώτη φορά που καταργείται η Βασιλεία εις την Ελλάδα. Η Μοναρχία ποτέ δεν είχε ριζώσει βαθιά».
Το αμερικανικό περιοδικό «Τάιμ» παρατηρούσε:
«Οι Έλληνες δεν φαίνονται να έχουν την διάθεση του αλληλοσπαραγμού των, χάριν απλώς της πολιτικής. Παραμένει γεγονός επομένως ότι ο Κωνσταντίνος δεν τυγχάνει μεγάλων συμπαθειών του λαού».
Η γαλλική «Ωρόρ» της 2ας Ιουνίου έγραφε:
«Οι Έλληνες πληροφορήθηκαν, χωρίς καταφανή συγκίνηση, ότι ο Βασιλιάς των δεν θα επανερχόταν. Από πενταετίας και πλέον μπόρεσαν να διαπιστώσουν ότι ο Κωνσταντίνος δεν τους ήταν απαραίτητος».
Ο Γάλλος ακαδημαϊκός κ. Τιερύ Μονιέ εις την γαλλική «Λέ Φιγκαρώ» παρατηρούσε:
«Εξεπλάγην έκτοτε, όταν διαπίστωσα ότι ο Βασιλιάς ουδεμία πρόθεση είχε να αρκεσθεί στον διακοσμητικό ρόλο, διά τον όποιον προοριζόταν εκ του αξιώματος του, και έδειχνε ήδη τάσι προσωπικής εξουσίας, την τάσι η  οποία ακριβώς θα τον οδηγούσε σε  οξεία εχθρότητα προς τους συνταγματάρχες, όταν οι τελευταίοι έπραξαν  αυτό ακριβώς το όποιο ο Βασιλιάς είχε την πρόθεση να πράξη ο ίδιος».
Ο Ζάν Υβ Ντιμόντ έγραφε στην ελβετική «Ζουρνάλ Ντε Ζενέβ»:
«Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος θα όφειλε να αντιληφτεί, ότι ή δράση του δεν είχε τύχει λαϊκής υποστηρίξεως».
Το αμερικανικό περιοδικό «Νισύς Γουήκ» έγραφε:
«Μετά τον θάνατο του Γεωργίου του Β', του ηρωικού αντιναζιστού Βασιλιά, ο διαδεχθείς αυτόν αδελφός του Παύλος άρχισε την αμφιβόλου φρονήσεως τακτική της αναμίξεως εις την πολιτική. Ο υιός του Κωνσταντίνος συνέχισε την τακτική του πατρός του».
Οι «Τάιμς» έγραφαν: «Ο Κωνσταντίνος υπερεξετίμησε την δημοτικότητα του. Κατά τις επισκέψεις του εις απομεμακρυσμένα ελληνικά χωρία, όπου μία βασιλική επίσκεψη αποτελεί εξαιρετικό γεγονός και δημιουργεί εορταστικό ενθουσιασμό, παρεξήγησε τις λαϊκές εκδηλώσεις».
Εις την γερμανική εφημερίδα «Ντι Βέλτ» αναγραφόταν: «Το τελευταίο κεφάλαιο στα όνειρα του Κωνσταντίνου έσβησε ουσιαστικά την 13ην Δεκεμβρίου 1967. Επρόκειτο για ένα κίνημα, στο όποιον τίποτα δεν έγινε σωστά. Ο Κωνσταντίνος, από στρατιωτικής απόψεως, ήτο ένας ερασιτέχνης παρ' όλη την αγάπη του προς τις κομψές στολές όλων των όπλων».
Η ίδια εφημερίδα σε επόμενο φύλλο της έγραφε: «Το τραγικό διά τον Βασιλέα αυτόν είναι ότι απαιτεί, μετά την εκθρόνιση του, κάτι το όποιον αρνήθηκε να δώσει στον λαό του, όσο καιρό βρισκόταν στο θρόνο: Μίαν βιώσιμη Δημοκρατία. Από του Ιουλίου 1965 μέχρι την ημέρα του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 παρεμπόδισε ο Κωνσταντίνος, με όλες τις δυνατές ενεργείας, εκείνο το όποιο απαιτεί σήμερα με πάθος. Δηλαδή Δημοκρατικές εκλογές».
Ή Βρετανική «Σάνταιη Τέλεγραφ» έγραφε: «Οι Προστάτιδες Δυνάμεις κατά τον 19σν αιώνα επέλεξαν αυθαιρέτως και επέβαλαν τον υιό του τότε Βασιλέως της Δανίας και τον ανακήρυξαν Βασιλέα της Ελλάδος με το όνομα Γεώργιος Α', σε αντικατάσταση του Οθωνος της Βαυαρίας, ο όποιος εξαναγκάσθηκε να παραιτηθεί του θρόνου του».
Το αμερικανικό περιοδικό «Νιους Γουήκ» έγραφε: «Κατά τα 140 έτη της Ιστορίας της η Μοναρχία — επιβληθείσα επί της Ελλάδος υπό των μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων μετά την απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό — σπανίως υπήρξε λαοφιλής».


Η «Σάνταιη Τέλεγραφ» της 3ης Ιουνίου ανέφερε: «Η Βασίλισσα Φρειδερίκη διαδραμάτισε πάντοτε πρωτεύοντα ρόλο ως σύμβουλος του υιού της και εις την Ελλάδα είχε καταστεί στόχος σφοδρών επικρίσεων, διότι αναμίγνυε την βασιλική της ιδιότητα με την άσκηση της εξουσίας».
Επίσης το αμερικανικό «Νιους Γουήκ» απέδιδε την κακήν τύχη της Μοναρχίας και στην: «Φιλόδοξον, γερμανικής καταγωγής, σύζυγον του Βασιλέως Παύλου και μητέρα του Κωνσταντίνου».
Τέλος στις 4 Ιουνίου η  γερμανική «Ντι Βέλτ» σχολιάζοντας την πολιτική μεταβολή  έγραφε: «Κατά την διετή περίοδο 1965 -1967 ο έκπτωτος Μονάρχης χρησιμοποίησε τεσσάρας Κυβερνήσεις μειοψηφίας. Από κοινού μετά πολλών πολιτικών της εποχής εκείνης, οι όποιοι κραυγάζουν σήμερον επίσης υπέρ της Δημοκρατίας, κατέστη υπεύθυνος δια την κατάπτωση των Δημοκρατικών θεσμών. Η Κοινοβουλευτική Μοναρχία — τήν οποίαν ούτος εκπροσωπούσε αυτοκτόνησε».
Θα πρέπει πάντως να αναφέρουμε ότι τα παραπάνω μνημονευθέντα  διεθνή έντυπα υπήρξαν, κατά κανόνα, εξ εκείνων, τα όποια χαρακτηρίζονται ανέκαθεν ως «σοβαρά» και συντηρητικών κατευθύνσεων. Οι κρίσεις και οι απόψεις τους, κατά συνέπεια, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως επηρεασμένες από πολιτικές ιδεολογίες αντίθετες προς το βασιλικό καθεστώς. Ούτε και από φιλικά προσωπικά αισθήματα προς τους φορείς του δικτατορικού καθεστώτος.  Άλλωστε στις 8 Δεκεμβρίου του 1974 με ποσοστό 69,2% οι Έλληνες και με δημοκρατικές διαδικασίες ψήφισαν την κατάργηση της Βασιλείας και επιβεβαίωσαν τα όσα έγραφε τότε ο Ξένος Τύπος.

Πηγή :
Απόσπασμα από την Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος του Σπ. Β. Μαρκεζίνη.
Αρχειακό Υλικό

Δεν υπάρχουν σχόλια: