Translate -TRANSLATE -

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2020

Ένας κρητικός στους Πατριαρχικούς θρόνους Αλεξανδρείας και Κωνσταντινουπόλεως



Ένας κρητικός στους Πατριαρχικούς θρόνους Αλεξανδρείας και Κωνσταντινουπόλεως

Ο Κύριλλος Λούκαρις, συχνά και Λούκαρης (13 Νοεμβρίου 1572–27 Ιουνίου 1638) ή και Κύριλλος ο Κρης, ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας (ως Κύριλλος Γ΄) και Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης (ως Κύριλλος Α΄).
Γεννήθηκε στον υπό Βενετική κατοχή, Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο Κρήτης στις 13 Νοεμβρίου 1572 «κ γονέων περιφανν λευθέρων, ν τε τ Πολιτεί  κα τ κκλησί περιβλέπτων» και το βαπτιστικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος. Ο πατέρας του Στέφανος ήταν ιερέας και καταγόταν από γνωστή οικογένεια, ενώ θείος του ήταν, μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες του ορθόδοξου κλήρου της εποχής, ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς.
Στην αρχή της ζωής του είχε την μεγάλη ευκαιρία να μαθητεύσει πλησίον του ονομαστού διδασκάλου της Σχολής του Σιναϊτικού Μετοχου, Μελετίου Βλαστού


Χάρις στην μέριμνα του θείου και μέντορά του Μελέτιου Πηγά, μετά από τις σπουδές του στην Κρήτη ακολούθησε τον δρόμο της ανώτερης και ανώτατης παιδείας πλησίον του διαπρεπούς λογίου συγγραφα, επισκόπου Κυθήρων και ιεροκρυκα Μαξίμου Μαργουνίου (1549-1602) στην  Βενεταν όπου για τέσσερα χρόνια (1584-1588) διδάχθηκε ελληνικά, λατινικά, ιταλική γλώσσα και θεολογία. Το 1588 αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Κρήτη, εξ αιτίας οικονομικών προβλημάτων της οικογενείας του, αλλά μετά από ένα χρόνο επέστρεψε στην Ιταλία κα γράφτηκε στο περίφημο Πανεπιστήμιο της Πάδοβα κοντά στον Παύλο Σάρπα και τον Τσεζάρε Κρεμονίνι όπου διδάχθηκε Φιλοσοφία και Θεολογία. Αργότερα επισκέφτηκε την Γενεύη, την Ολλανδία, και τη Γερμανία.
Μετά τις σπουδές του στην Πάδοβα επέστρεψε στην Κρήτη (1592) και χειροτονήθηκε ως Μοναχός στη Μονή της Αγκαράθου. Τον επόμενο χρόνο τον κάλεσε στην Αίγυπτο ο συγγενής και μέντοράς του Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς, που τον χειροτόνησε Διάκονο και Πρεσβύτερο με το όνομα Κύριλλος και τον έκανε πρωτοσύγκελο του Πατριαρχείου.
Το έτος 1593 στάλθηκε από τον  Πατριάρχη Αλεξανδρείας στην Πολωνία για να στηρίξει το δοκιμαζόμενο από τις επιθέσεις της Ουνίας Ορθόδοξο ποίμνιο. Εκεί εργάστηκε με ζήλο για τρία χρόνια και κινδύνευσε να συλληφθεί και να θανατωθεί κατά τον διωγμό που εξαπέλυσε ο βασιλιάς Σιγισμούνδος εναντίον των Ορθοδόξων. Το 1559 ως «Μέγας Αρχιμανδρίτης και Έξαρχος» στάλθηκε και πάλι από τον Μελέτιο Πηγά, τότε Επιτηρητή του Οικουμενικού Θρόνου, στην Πολωνία για εκκλησιαστική υπηρεσία. Παράλληλα είχε την εντολή να περάσει από την Κρήτη και την Χίο για να αντιμετωπίσει την προπαγάνδα των Ιησουϊτών. Από την Πολωνία μετέβηκε στις Παραδουνάβιες χώρες (1601) για να στηρίξει και εκεί την Ορθοδοξία. Ενώ όμως βρισκόταν στο Ιάσιο έλαβε επιστολή του Μελετίου, που τον καλούσε να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια για να του αφήσει τις τελευταίες υποθήκες του και να του παραδώσει τον Θρόνο του Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Άλλωστε από το 1594 ο Πηγάς προετοίμαζε τον Λούκαρι για διάδοχό του στον Πατριαρχικό θρόνο Αλεξανδρείας. Έτσι το 1601, μετά το θάνατο του θείου του, ο Λούκαρις τον διαδέχτηκε σε ηλικία 29 ετών ως Κύριλλος Γ΄. 


Αμέσως συγκάλεσε τοπική Σύνοδο στο Κάϊρο και καταδίκασε τους Λατίνους, που είχαν προσεταιριστεί τους Κόπτες με σκοπό να καταστρέψουν το Ορθόδοξο Πατριαρχείο. Από τη θέση πλέον του Πατριάρχη Αλεξανδρείας καλλιέργησε σχέσεις με τους πρεσβευτές Προτεσταντικών χωρών στην Κωνσταντινούπολη και με τους Αγγλικανούς θεολόγους. Μετέφερε την έδρα του Πατριαρχείου στο Κάιρο και ξεκίνησε αγώνα κατά της Δυτικής Εκκλησίας. 
Ως πατριάρχης Αλεξάνδρειας (1601-1620) αναδιοργάνωσε οικονομικά το πατριαρχείο, επισκεύασε ναούς, ασχολήθηκε συστηματικά με το κήρυγμα του θεου λγου και με συνεχή αλληλογραφία συνεργσθηκε στενά με τις εκκλησες των Ιεροσολύμων, της Κύπρου και της ΝΔ. Ρωσσας.
Στα 1605 μετέβη στην Κύπρο με σκοπό να μεσολαβήσει για την αποσόβηση εσωτερικής κρίσης που έπληττε την Εκκλησία της Κύπρου.  Το 1608 μετέβη στα Ιεροσόλυμα συμμετέχοντας στην χειροτονία του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεοφάνους. Δρομολόγησε την επισκευή ναών και λόγω των χρεών του Πατριαρχείου οργάνωσε ζητεία (έρανο) η οποία όμως δεν ευοδώθηκε. 


Τον Φεβρουάριο του 1612, ενώ βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη συνέβηκε η εκτόπιση του οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεόφυτου Β' στη Ρόδο (Φεβρουάριος 1602-Ιανουάριος 1603 και Οκτώβριος 1609-Οκτώβριος 1612), και ο Λούκαρις τοποθετήθηκε, εξ αιτίας της ιδιότητάς του ως πατριάρχης Αλεξανδρείας, και επομένως ιεραρχικά αρχαιότερος αξιωματούχος, ως επίτροπος για είκοσι μία ημέρες στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης.
Παραιτήθηκε όμως από τον θρόνο όταν κάποιοι Αρχιερείς φατρίασαν εναντίον του και ανέδειξαν ως Πατριάρχη τον  προσκείμενο στους Λατίνους Τιμόθεο Β.' προκαλώντας μεγάλη σύγχυση στην Εκκλησία. Αναχώρησε λοιπόν τότε για το Άγιο Όρος και από εκεί για τη Βλαχία, όπου παρέμεινε τέσσερα χρόνια διδάσκοντας τον λαό και αγωνιζόμενος κατά των Λατίνων και της Ονίας. Πριν την αναχώρηση του από τη Βλαχία έβγαλε εγκύκλιο (Τόμο) προς τους Ορθοδόξους, με την οποία καταδίκαζε τη διδασκαλία των Λατίνων, ελέγχει τους λατινόφρονες Έλληνες τροφίμους της Σχολής του Αγίου Αθανασίου της Ρώμης και συνιστούσε την απαρασάλευτη εμμονή στην Ορθόδοξη πίστη ως τον μοναδικό τρόπο άμυνας κατά των εχθρών της  ευσέβειας.
Για να διαφωτίσει το Ορθόδοξο πλήρωμα συνέγραψε σε απλή γλώσσα δύο πραγματείες, μία κατά της Αρχής, δηλαδή κατά του πρωτείου του Πάπα της Ρώμης, και μία άλλη σε μορφή διαλόγου μεταξ Φιλαλήθους και Ζηλωτή, με την οποία εξέθεσε τις σατανικς μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι Ιησουΐτες για να προσηλυτίσουν τους Ορθοδόξους.
Στον αγώνα του κατά των Ιησουιτών αναζήτησε στήριξη και σε προτεσταντικούς κύκλους με τους οποίους αλληλογραφούσε και συζητούσε. Αυτό υπήρξε και η αιτία να κατηγορηθεί ως οπαδός του Λουθήρου ή του Καλβίνου. Για να δημιουργήσει στενότερους δεσμούς  με τους διαμαρτυρόμενους και για να γνωρίσει καλύτερα την εκκλησία τους έστειλε στα 1617 στην Αγγλία, ανταποκρινόμενος σε παράκληση του αρχιεπισκόπου του Canterbury George Abbot, τον ευφυή και φιλομαθή πρεσβύτερο Μητροφάνη Κριτόπουλο (1589–1639) από την Βέροια, που τον είχε γνωρίσει ως μοναχό στο Άγιο Όρος.
Φεύγοντας από τη Βλαχία επισκέφτηκε πάλι το Άγιο Όρος, και τον Οκτώβριο του 1615 επέστρεψε στην Αιγύπτιο, όπου παρέμεινε, μέχρι την εκλογή του στον Οικουμενικό Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, ασχολούμενος με το κήρυγμα και την κατήχηση του λαού, αφού στο μεταξύ, χάρη στις άοκνες προσπάθειές του, είχαν εκλείψει τα μεγάλα προβλήματα που ταλαιπωρούσαν τον Αλεξανδρινό Πατριαρχικό Θρόνο.



Μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Τιμοθέου του Β΄ η Σύνοδος του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως τον εξέλεξε Οικουμενικό Πατριάρχη (4.11.1620), αλλά μετά από δυόμιση χρόνια απομακρύνθηκε από τον Θρόνο (Απρίλιος 1623), κατηγορούμενος ότι προετοίμαζε επανάσταση των ελληνικών νησιών. Συνελήφθηκε και σιδηροδέσμιος εξορίστηκε στη Ρόδο. Ο νέος Πατριάρχης Άνθιμος έστειλε εκεί Αρχιερείς με σκοπό να τον πείσουν να υποβάλει κανονική παραίτηση. Εκείνος όμως απέρριψε την πρόταση του Άνθιμου και λίγο αργότερα, με διαταγή του Μεγάλου Βεζίρη, επέστρεψε στη Βασιλεύουσα (Σεπτέμβριος 1623), όπου έγινε θριαμβευτικά δεκτός από το πρώην Ποίμνιό του. Πολλοί χριστιανοί τότε κατέφθαναν στον Γαλατά, όπου διέμενε, για να πάρουν την ευλογία του, ενώ οι Αρχιερείς, οι πρόκριτοι και ο λαός ζητούσαν επίμονα την επάνοδο του στον Θρόνο. Ο Πατριάρχης Άνθιμος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και στον Θρόνο επανήλθε ο Κύριλλος (2-10-1623). Η αποκατάσταση του έγινε αφορμή γενικής χαράς των Ορθοδόξων, οι οποίοι στο πρόσωπό του έβλεπαν τον γνήσιο και αληθινό ποιμένα και Πατριάρχη τους.
Οι πολέμιοι όμως του Πατριάρχη βρήκαν πειθήνιο όργανο των σκοτεινών στόχων τους τον Βεροίας Κύριλλο Κονταρή, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Πόλη (1632) και άρχισε να συκοφαντεί τον Πατριάρχη, διαδίδοντας στους κυβερνητικούς κύκλους ότι ο Κύριλος βρισκόταν σε μυστική επικοινωνία με τους εχθρούς της Υψηλής Πύλης και ότι συνωμοτούσε εναντίον της. Οι συκοφαντίες έπιασαν τόπο και ο Πατριάρχης απομακρύνθηκε αλλά, εξ αιτίας της γενικής αγανακτήσεως του ορθόδοξου Ποιμνίου, μετά από επτά ημέρες επανήλθε στον Θρόνο. Παρά ταύτα οι πολέμιοί του δεν έπαυσαν ούτε στιγμή να εργάζονται για την απομάκρυνση του. Καταβάλλοντας μεγάλα χρηματικά ποσά στους Τούρκους κατόρθωσαν να εξοριστεί στην Τένεδο (7-5-1634)  και ανέβάσαν στον Θρόνο τον Θεσσαλονίκης Αθανάσιο Πατελλάρο. Η παρανομία όμως αυτή δεν είχε μεγάλη διάρκεια γιατί μετά ένα μήνα απομακρύνθηκε ο Αθανάσιος και ο Κύριλλος επανήλθε θριαμβευτικά στον Θρόνο.
Οι συνεχείς αποτυχίες των πολέμιων του Κυρίλου για να απομακρυνθεί ο Πατριάρχης και να εγκατασταθεί άλλος της αρεσκείας τους δεν απογοήτευσαν τους εχθρούς του, αντίθετα τους έκαναν σκληρότερους στην πολεμική τους και εφευρετικότερους στις μεθοδεύσεις τους. Έτσι τον Μάρτιος 1635, οι Ιησουΐτες κινήθηκαν ξανά εναντίον του και δίνοντας άφθονα χρήματα κατόρθωσαν να επιτύχουν την απομάκρυνση του και την άνοδο στο Θρόνο του Κονταρή, ο οποίος συνέλαβε και περιόρισε τον γέροντα πλέον Πατριάρχη.
Σύμφωνα με έγγραφο του Αυστριακού Πρεσβευτή Schmidt ο Κονταρής και η συμμορία του σκέφτονταν να τυφλώσουν να δηλητηριάσουν τον Κύριλλο. Ο Schmidt σκέφτηκε να τον κρατήσει φυλακισμένο στην αυστριακ πρεσβεία αλλά φοβήθηκε μήπως οι φωνές του τραβήξουν την προσοχή των Ελλήνων γειτόνων. Με πρόταση του πρεσβευτή αποφασίστηκε να ακολουθούσουν τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Ρωμαϊκής Προπαγάνδας για τον Πατριάρχη και να ναυλωθεί πλοίο με έμπιστο πλήρωμα στο οποίο θα τον επιβίβαζαν για να μεταφερθεί δήθεν εξόριστος στη Ρόδο. Ο πλοίαρχος όμως είχε εντολή να προσεγγίσει το πρώτο πειρατικό πλοίο που θα συναντούσε, και με χρήση των εγγράφων της αυστριακής πρεσβείας να παραδώσει τον Κύριλλο για να μεταφερθεί στη Μάλτα. Στην Κωνσταντινούπολη θα κυκλοφορούσε η φήμη ότι Μαλτέζοι πειρατές αιχμαλώτισαν το πλοίο, στο οποίο επέβαινε ο Πατριάρχης, και ότι τον μετέφεραν στο νησί τους. 


Ύστερα από πολλές διαπραγματεύσεις και αναβολές βρέθηκε το πλοίο και το πλήρωμα και δόθηκαν τα έγγραφα της αυστριακής Πρεσβείας στον πρόθυμο Μητροπολίτη, ο οποίος θα συνόδευε τον αιχμάλωτο Πατριάρχη• αλλά η ολλανδική Πρεσβεία κατόρθωσε με κατάσκοπο να μάθει τα τεκταινόμενα. Το πλήρωμα όμως εξαγοράστηκε και οδήγησε το πλοίο στη Χίο, όπου βρισκόταν ως διοικητής της Ρόδου ο Μπεκρ Πασς, φίλος του Πατριάρχη, ο οποίος τον πήρε υπ την προστασία του στη Ρόδο, όπου και παρέμεινε μέχρι τα μέσα του 1636, οπότε και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Επανήλθε στον Θρόνο τον Μάρτιο του 1637. Βρισκόταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία και μπορούσαν οι πολέμιοί του να περιμένουν τον φυσικό θάνατό του για να εφαρμόσουν τα σχέδιά τους. Επειδή όμως αυτός εξακολουθούσε να αγωνίζεται υπρ της Ορθοδοξίας, οι Ιησουίτες πείστηκαν ότι ήταν ακατάβλητος «ο μέγας γέρων» και γι̉  αυτό αποφασίστηκε να επιδιωχθεί με κάθε μέσο ο θάνατός του.
Οι νέες ενέργειες των εχθρών του έφερε τελικά το ποτέλεσμα που επιθυμούσαν οι εχθροί του Κύριλου. Τον Ιούνιο του 1638 ο Schmidt που βρισκόταν σε διαρκή συνεννόηση με την Προπαγάνδα κατόρθωσε να απομακρύνει τον Κύριλλο από τον Θρόνο διαβάλλοντας τον στις τούρκικες Αρχές ότι προετοιμάζει επίθεση των Ρώσων κατά της Κωνστινουπόλεως και επανάσταση των Ελλήνων. Ο Σουλτάνος Μουρτ που βρισκόταν στην εκστρατεία κατά της Βαγδάτης αποδέχτηκε τις κατηγορίες και με την εισήγηση του Μεγάλου Βεζύρη Μπαϊρμ πασ διέταξε να τον θανατώσουν. 


Ο Κύριλλος συνελήφθη από απόσπασμα τσαούσηδων (χωροφυλάκων) στις 22 Ιουνίου και φυλακίστηκε στο φρούριο Ρούμελη Χισσάρ, όπου στις 27 Ιουνίου 1638 έφτασαν 15 Γενίτσαροι και άλλοι ανώτεροι κρατικο υπάλληλοι. Τον παρέλαβαν και, επιβιβάζοντας τον σε ένα πλοιάριο, τον μετέφεραν στην παραλία του Αγίου Στεφάνου, όπου τον θανάτωσαν με στραγγαλισμό. Ο λαός πληροφορήθηκε την επομένη ημέρα τον θάνατό του και εξεγέρθηκε εναντίον του Κονταρή, ο οποίος όμως προσποιήθηκε ότι δεν είχε γνώση των πραγμάτων. Το σώμα του Κύριλου τάφηκε πρόχειρα στην άμμο του αιγιαλού αλλά μετά τρεις μέρες άνθρωποι του Κονταρή το ξέθαψαν και το πέταξαν στη θάλασσα για να μη βρεθεί από τους Χριστιανούς. Βρέθηκε όμως από κάποιους αλιείς, σύμφωνα με άλλους, από Χριστιανούς που το αναζήτησαν και μεταφέρθηκε κρυφά και ενταφιάστηκε στη Μονή του Αγίου Ανδρέα, στην ομώνυμη νησίδα του κόλπου της Νικομηδείας.
Μετά από τρία χρόνια, το 1641, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Παρθένιος ο Α΄ ο Γέρων (1639-1644) μερίμνησε για την ανακομιδή και μεταφορά των λειψάνων του στο Πατριαρχείο και, αφού «έψαλλεν ατά», έδωσε εντολή να μεταφερθούν στη Μονή Καμαριωτίσσης της Χάλκης και να τοποθετηθούν στο Ιερό Βήμα του Καθολικού της Μονής, κάτω από την Αγία Τράπεζα. Απ εκεί μετακομίστηκαν στο Πατριαρχικό Σκευοφυλάκιο και το 1975 αποδόθηκαν στην Ιερ Μον Αγκαράθου, όπου φυλάσσονται σήμερα.
Ο Ιερομάρτυς Πατριάρχης Κύριλλος αμέσως μετά τον μαρτυρικό θάνατό του τιμήθηκε ως Άγιος και Μάρτυς, ο δε Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός συνέταξε και Ακολουθία για να εορτάζεται η Μνήμη του. Η επίσημη Αγιοκατάταξή του έγινε από την Ιερ Σύνοδο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας την 6η Οκτωβρίου 2009.
Η Μνήμη του εορτάζεται στις 27 Ιουνίου.

Πηγή:

Δεν υπάρχουν σχόλια: