Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Νίκου Αμμανίτη : 12 Οκτωβρίου 1944


ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ & ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ 
μέσα στον χρόνο
 
12 Οκτωβρίου 1944
 
Tου Νίκου Αμμανίτη

Εβδομήντα ένα χρόνια πέρασαν από τότε που ξεπουπουλιασμένοι οι άλλοτε αγέρωχοι Γερμανοί εγκατέλειπαν «εν κρυπτώ» την Αθήνα. Κάθε χρόνο η επέτειος τιμάται είτε με κάποια πομπώδη αναφορά στο γεγονός, με έντονη την κομματική εκμετάλλευση, είτε με μια σεμνή τελετή «εν στενώ οικογενειακώ κύκλω», που συνίσταται στην αναπαράσταση της υψώσεως της ελληνικής σημαίας στην Ακρόπολη από τον πρωθυπουργό της κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος κατέφθασε εξ Ιταλίας τη 18η Οκτωβρίου, δηλαδή έξι ημέρες μετά την αποχώρηση των Γερμανών, και αμέσως, συνοδευόμενος από πλήθος Αθηναίων, ανέβηκε στην Ακρόπολη, όπου ανήρτησε τη σημαία μας, συμβολίζοντας την απελευθέρωση της Αθήνας. Στη συνέχεια, πάντα μέσα σ' ένα λαϊκό παραλήρημα, πήγε στην πλατεία Συντάγματος, όπου από τον εξώστη του υπουργείου Δημοσίων Έργων, κτίριο που στεγάζει σήμερα το «Public», εξεφώνησε τον περίφημο λόγο του της «απελευθερώσεως».

Παιδιά εμείς τότε, δεν θα ξεχάσουμε ποτέ εκείνες τις ημέρες που η Ιστορία γραφόταν μπροστά στα μάτια μας. Η στήλη, ως ταπεινή προσφορά στην επέτειο, προσθέτει σκόρπιες προσωπικές της αναμνήσεις από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των ημερών που προηγήθηκαν της απελευθερώσεως.

Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου, ήταν ήδη φανερό πως οι Γερμανοί είχαν αρχίσει να «τα μαζεύουν». Ζαλισμένοι από τις απανωτές τους ήττες στα μέτωπα, αντιδρούσαν σαν λαβωμένα θηρία και αντιμετώπιζαν τους Έλληνες με ξεχωριστή αγριότητα. Οι εκτελέσεις πλήθαιναν καθημερινά και δεν δίσταζαν να πυροβολούν στον δρόμο, αναιτίως τις περισσότερες φορές, μικρούς και μεγάλους, άνδρες και γυναίκες, προφανώς για να τους τιμωρήσουν για τα μη φιλικά αισθήματά τους απέναντι στη Γερμανία και τον Φύρερ της. Άλλοτε, πάλι, έπαιρναν κρατουμένους από τις «δεξαμενές ομήρων» που διατηρούσαν στο Χαϊδάρι και τους εκτελούσαν πενήντα πενήντα για «αντίποινα». Από τους πρώτους που εκτελέσανε ήτανε οι έλληνες διερμηνείς που είχαν στη δούλεψή τους και τους ήσαν άχρηστοι πια.

Πεζοί Γερμανοί κυκλοφορούσαν δυο δυο, μοναχά στο κέντρο και πάντοτε με το τουφέκι τους στον ώμο. Στις γειτονιές δεν πάταγαν καθόλου κι έτσι οι περισσότερες περιοχές της πρωτεύουσας ήσαν ουσιαστικά ελεύθερες. Εκεί κουμάντο έκανε ο εφεδρικός ΕΛΑΣ με την Πολιτοφυλακή του, υποκαθιστώντας την Αστυνομία Πόλεων, που οι πολισμάνοι της λούφαζαν μέσα στα «οικεία αστυνομικά τμήματα». Τα μπλόκα συνεχίζονταν με κανονικές εκστρατείες, όπου γίνονταν συλλήψεις με υπόδειξη των κουκουλοφόρων. Αλλά και οι «τσολιάδες» διέκοψαν τη δραστηριότητά τους και τις εφόδους στις συνοικίες. Διπλαμπαρώθηκαν στα έμπεδά τους, φιλοσοφώντας επί της ματαιότητος των εγκοσμίων.

Η κυκλοφορία απαγορευόταν το βράδυ. Μια νεκρική σιγή απλωνόταν στην πόλη και το μόνο που ακουγόταν στο σκοτάδι και στης νύχτας τη σιγαλιά ήταν το «χωνί», που με συνθήματα εμψύχωνε τους πολίτες. Εκείνες τις μέρες έκαναν την εμφάνισή τους στη λεωφόρο Συγγρού κάτι «κάμπριο» πουλμανάκια 16 θέσεων με την ένδειξη «POL», δηλαδή «Polizei», Αστυνομία. Ήσαν εξοπλισμένα με πολυβόλο και επανδρωμένα με βλοσυρούς άνδρες των SS, με πλήρη πολεμική εξάρτυση. Έκαναν περιπολίες με μικρή ταχύτητα, ελέγχοντας την κατάσταση των πέριξ. Ένα απόγευμα, σε μια αλάνα πλάι στη λεωφόρο, παίζαμε ποδόσφαιρο. Ήμασταν παιδιά με κοντά παντελονάκια. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε το πουλμανάκι. Κοντοστάθηκε απέναντι και έριξαν μια ριπή πάνω από τα κεφάλια μας. Διαλύσαμε και όπου φύγει φύγει. Κάπως έτσι, την ημέρα που έφευγαν, δίχως αφορμή και αιτία, πυροβόλησαν και σκότωσαν μπροστά στον «Φλοίσβο» Παλαιού Φαλήρου τη μαθήτρια Ήβη Αθανασιάδη.

Μια άλλη ένδειξη πως ετοιμάζονταν για φευγιό ήταν το ότι έβαλαν φωτιά και καίγανε υδροπλάνα στη βάση τους στο Δέλτα Φαλήρου. Ήταν, φαίνεται, χαλασμένα και δεν μπορούσαν να πετάξουν. Μαζί τους έκαιγαν μάλλον και φωτοβολίδες, που ντουμάνιασαν τον ουρανό με πολύχρωμους καπνούς. Οι εφημερίδες που κυκλοφορούσαν στην Κατοχή διέκοψαν από τα μέσα Σεπτεμβρίου την έκδοσή τους. Στη θέση τους εκδόθηκαν μια κοινή εφημερίδα, ο «Ηνωμένος Τύπος», που κυκλοφορούσε το πρωί, και τα «Βραδυνά Νέα» το απόγευμα. Ήσαν μικρού σχήματος, δισέλιδες και η κύρια ύλη τους ήταν τα ποικίλα και μπόλικα «φερμπότεν» της Κομαντατούρας.

Αριστερά «τω κατερχομένω» τη λεωφόρο Συγγρού, δύο περίπου χιλιόμετρα πριν από τη θάλασσα, στην κορυφή ενός μικρού υψώματος υπήρχε το «Ιωσηφόγλειο Ορφανοτροφείο». Ήταν ένα μεγάλο για τα μέτρα της εποχής κτίριο, κτισμένο σε οικόπεδο που καταλάμβανε ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο. Προπολεμικά λειτουργούσε ως ορφανοτροφείο. Με τον πόλεμο επιτάχθηκε και έγινε διαδοχικά Στρατιωτικό Νοσοκομείο, πρώτα του Ελληνικού Στρατού και κατόπιν ιταλικό. Με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας εγκαταστάθηκε η Γερμανική Ναυτική Διοίκηση και το μετέτρεψε σε φρούριο. Καθώς δέσποζε στην περιοχή, στην ταράτσα του τοποθέτησαν ένα τετράδυμο πολυβόλο, που πολλές φορές έριχνε στον «γάμο του Καραγκιόζη», τρομάζοντας τους περιοίκους. Από τις πρώτες ημέρες του Οκτωβρίου είχαν αρχίσει σιγά σιγά και ανεπαισθήτως να το εκκενώνουν. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, στρατοπέδευσε τμήμα του ΕΛΑΣ, με ένοπλο φρουρό στην είσοδο.

Και φτάνομε στην προτεραία της απελευθερώσεως. Ο κόσμος κλειδαμπαρώνεται στα σπίτια του επειδή φοβάται την εκδίκηση των κατακτητών, που φεύγουν ταπεινωμένοι και κυκλοφορούν οπλισμένοι σαν αστακοί. Όλο και κάποια καταστροφή αφήνουν πίσω τους, σαν σουβενίρ της Κατοχής. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη. Οι διαδόσεις για επικείμενη κομμουνιστική επανάσταση οργιάζουν. Άλλοι μιλούν για κρούσματα αναρχίας και πλιάτσικα. Μια ψυχράδα απλώνεται παντού. Στους έρημους δρόμους της Καλλιθέας περιπολούν ένοπλοι Ελασίτες. Βραδιάζοντας, μια περίεργη σιγαλιά βασιλεύει. Η νύχτα που ακολουθεί είναι περίεργη και αλλόκοτη. Απόψε σίγησε και το «χωνί»…

Κάποτε ξημέρωσε η Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 1944. Οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα. Σημαίες βγαίνουν από τις ντουλάπες. Τα πλήθη ξεχύνονται στους δρόμους τραγουδώντας. Λίγα ταπεινά λουλούδια στον Άγνωστο Στρατιώτη. Ο Εθνικός μας Ύμνος. Είμαστε ελεύθεροι… 

 "ΤΟ ΠΑΡΟΝ"

Δεν υπάρχουν σχόλια: