Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

Rene Magritte, εφευρέτης εικόνων

Rene Magritte "Black Magic -1942



Εφευρέτης εικόνων
Ο κόσμος του Μαγκρίτ ήταν ένα μείγμα απολύτως πραγματικών αντικειμένων με απολύτως αφηρημένη έννοια. Μια ανατροπή της πραγματικότητας που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας.
ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

«Η τέχνη ξυπνάει το μυστήριο, χωρίς το οποίο τούτος ο κόσμος δεν θα μπορούσε να υπάρξει», έλεγε ο Ρενέ Μαγκρίτ. Το πίστευε βαθιά. Οι πίνακες του αποπνέουν αυτή την περίεργη ατμόσφαιρα μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, αφού για τον καλλιτέχνη κάθε στιγμή είχε μέσα της τη δύναμη να μας αποκαλύψει το μυστήριο του παρόντος. Φύση ελεύθερη, αντιδογματική, έβρισκε καταφυγή στη φαντασία, όχι για τη ζωή του αλλά για την τέχνη. Έζησε αθόρυβα, προσκολλημένος στην τάξη και τις συνήθειες του, όμως στους πίνακες άφηνε το νου του ελεύθερο, αχαλίνωτο, έτοιμο να παραδοθεί σε κάθε παράλογη σκέψη, θεωρείται «εφευρέτης εικόνων» καθώς χάρις στη ζωγραφική του, είδαμε καθημερινά αντικείμενα -όπως ένα μήλο ή ένα καπέλο- με μιαν άλλη ματιά. Πολλοί τον έχουν χαρακτηρίσει «πατριάρχη της ποπ αρτ» γιατί η επίδραση των έργων του άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα έντονη τη δεκαετία του '60, αλλά φτάνει μέχρι και τις ημέρες μας.

 Ο μεγάλος βέλγος σουρεαλιστής ζωγράφιζε φορώντας πάντα ένα παλιό κοστούμι με γιλέκο, σαν τους κουστουμαρισμένους άντρες με καπέλα που εμφανίζονται στους πίνακές του. Απλός, εγκρατής, πνευματώδης, ζούσε σε ένα μικρό ισόγειο στις Βρυξέλλες.


Ο Μαγκρίτ γεννήθηκε στις 21 Νοεμβρίου του 1898 στη μικρή βελγική πόλη Λέσσιν. Ο πατέρας του ήταν ράφτης και έμπορος υφασμάτων. Σε ηλικία 10 ετών πήρε τα πρώτα του μαθήματα ζωγραφικής. Τα παιδικά του χρόνια σημάδεψε ο χαμός της μητέρας του, η οποία αυτοκτόνησε όταν εκείνος ήταν 12 ετών. Αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή της πέφτοντας στα νερά του ποταμού Σαμπρ και ο γιος της ήταν παρών όταν έβγαζαν το άψυχο κορμί της στις όχθες. Ο Μαγκρίτ και τα αδέλφια του μεγάλωσαν με την γκουβερνάντα και την νταντά. Σε πολύ νεαρή ηλικία, ο ζωγράφος γνώρισε ένα κοριτσάκι που θα γινόταν η μετέπειτα γυναίκα του, η Ζορζέτ.
Στα 18 του χρόνια γράφτηκε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών στις Βρυξέλλες για να σπουδάσει ζωγραφική. Εκείνη την περίοδο γνώρισε πολλούς πρωτοποριακούς καλλιτέχνες και μπήκε στο πνεύμα της εποχής του. Για να μπορέσει να βγάλει τα προς το ζην εργάστηκε σε μια βιοτεχνία με ταπετσαρίες ως σχεδιαστής.


Το 1925 είδε ένα αντίγραφο του πίνακα του Ντε Κίρικο με τίτλο «Το τραγούδι του έρωτα». Απεικόνιζε ένα μνημειώδες κλασικό κεφάλι και ένα μεγάλο λαστιχένιο γάντι μέσα σε μια ερειπωμένη πόλη. Η πρώτη του αντίδραση ήταν να δακρύσει. «Ήταν ένα όραμα», είπε αργότερα. «Ο πίνακας αυτός αντιπροσώπευε την απόλυτη ρήξη με τις συνήθειες των καλλιτεχνών που είναι αιχμάλωτοι του ταλέντου τους, της δεξιοσύνης και όλων των μικρών αισθητικών τους τεχνασμάτων». Ήταν σαφές ότι είχε ανακαλύψει τον υπερρεαλισμό, του οποίου οι εκπρόσωποι πίστευαν ότι η απουσία της λογικής μάς δίνει την τέχνη.



Το 1926 ζωγράφισε το έργο «Ο Χαμένος αναβάτης», τον πρώτο του υπερρεαλιστικό πίνακα και λίγο αργότερα πραγματοποίησε στις Βρυξέλλες την πρώτη του έκθεση που δεν έγινε δεκτή με θετικά σχόλια από την κριτική. Απογοητευμένος, πήγε στο Παρίσι όπου ήρθε σε επαφή με τον Μπρετόν και τον κύκλο των υπερρεαλιστών. Έπιασε φιλίες με τον Ελιάρ, τον Αρπ, τον Μιρό και τον Νταλί. Αργότερα επέστρεψε στις Βρυξέλλες και εργάστηκε στη διαφήμιση. Έκτοτε έμεινε για την υπόλοιπη ζωή του στο Βέλγιο, επιβεβαιώνοντας την παροιμία ότι οι Βέλγοι γεννιούνται με ένα τούβλο στην κοιλιά επειδή είναι απρόθυμοι να ταξιδέψουν.


Το 1932 έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Όπως όμως συνέβη και με τους υπερρεαλιστές, ο Μαγκρίτ διαφώνησε και απομακρύνθηκε. Τα επόμενα χρόνια αφιερώθηκε στη ζωγραφική και έκανε εκατοντάδες έργα που του χάρισαν φήμη και καταξίωση. Δένδρα, καρέκλες, πίπες, παπούτσια, πόρτες, παράθυρα, σπίτια, σύννεφα πρωταγωνιστούν στις συνθέσεις του. Καμωμένες με επιμέλεια και καθαρότητα μας οδηγούν σε απατηλά οπτικά συμπεράσματα, αμφισβητούν την ικανότητα μας να διακρίνουμε σωστά ή να μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτό που βλέπουμε. Σε αντίθεση με τον Νταλί δεν έκανε «ονειρικές» αφηγήσεις όπου όλα είναι απολύτως αμφίσημα και μπερδεμένα, αλλά έφτιαχνε καλοντυμένους κυρίους με καπέλα, καλοφτιαγμένες πίπες, ζουμερά μήλα με απόλυτο ρεαλισμό μέσα σε ένα πλαίσιο ανατροπής της πραγματικότητας και ύστερα έγραφε κάτω από την εικόνα ότι δεν πρόκειται για τα αντικείμενα αυτά που νομίζουμε ότι βλέπουμε.


«Δεν πιστεύω στο υποσυνείδητο», έλεγε. «Ούτε πιστεύω ότι ο κόσμος μας παρουσιάζεται σαν να είναι ένα όνειρο, παρά μόνο όταν είμαστε κοιμισμένοι». Ο Μαγκρίτ πέθανε από καρκίνο το 1967, έχοντας γευτεί την παγκόσμια αναγνώριση του έργου του. Καλλιτέχνες όπως ο Τζον Μπαλντεσάρι, ο Αντί Γουόρχολ, ο Εντ Ράσα και ο Μάρτιν Κίπενμπέργκερ επηρεάστηκαν πολύ από τη δουλειά του, ενώ οι αφίσες των έργων του εξακολουθούν να είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς._

GK

Δεν υπάρχουν σχόλια: