Translate -TRANSLATE -

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

ΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΜΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ




«Πράγματα συμπαθητικά, δικά μας, Γραικικά»


Τους στίχους από το ποίημα «Πάρθεν» του K. Π. Καβάφη, «Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια, / για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους, / πράγματα συμπαθητικά, δικά μας, Γραικικά», τους μνημονεύουμε συχνά, αν κρίνουμε και από τη χρήση τους σε ιστοσελίδες, δεν ξέρω όμως αν λειτουργούν παραδειγματικά? αν προτρέπουν δηλαδή στο διάβασμα των δημοτικών, τώρα που από προφορικά δημιουργήματα έγιναν και αυτά κείμενα κι ακούγονται όλο και λιγότερο, με την ευκαιρία των εθνικών επετείων ή σε πανηγύρια, στριμωγμένα ανάμεσα σε δημοτικοφανή και λαϊκοφανή. Αλλά, όπως μας πληροφορούν οι μελετητές τους, δημοτικοφανή, πλαστά δηλαδή ή νοθευμένα, είναι και κάμποσα απ’ όσα μας πρωτοπαραδόθηκαν σαν αυθεντικά (και επικυρώθηκαν από την εκπαιδευτική διαδικασία), αφού τυπώθηκαν, σε ανθολογίες του 19ου και του 20ού αιώνα, σε μορφές ιδιαίτερα απομακρυσμένες από την αρχική τους. Το ζήτημα της νόθευσης των δημοτικών, για ιδεολογικούς ή καλλιτεχνικούς λόγους, από τους εκδότες τους, και πρώτον τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο (ο ίδιος έγραφε το 1852, στα «Ασματα δημοτικά της Ελλάδος», πως «μεταξύ των δημοσιευομένων ασμάτων υπάρχουν πολλά πρωτοφανή, και έτερα συμπεπληρωμένα») απασχολεί τη φιλολογία δεκαετίες τώρα, χωρίς πάντως να συγκινεί την επετειακή ρητορική και τη σχολική ρουτίνα. Από την εποχή δηλαδή του Τέλλου Αγρα (που έγραφε: «Οσοι θέλουν την αυθεντία των κειμένων, ας μην ανοίγουν την “Εκλογή”! [του Ν. Γ. Πολίτη]. Αλλά θα την ανοίγουν πάντα όσοι θέλουν την τέχνη τους, κι όσοι πιστεύουν ότι ο αγράμματος λαός δεν ημπορεί να δώσει πέρα και πέρα ό, τι θα ’δινεν ένας καλλιτέχνης») και του Γιάννη Αποστολάκη, ώς τις μέρες μας, με τις συμβολές του Αλέξη Πολίτη, του Γιώργου Βελουδή, του Γκυ Σωνιέ και άλλων.

Με τα κλέφτικα ιδιαίτερα το πρόβλημα είναι οξύτερο, αφού αρκετά απ’ όσα μάθαμε στο σχολείο και τα αποστηθίσαμε, σχηματίζοντας τις πρώτες πρώτες πεποιθήσεις μας, έχουν αποδειχθεί πλαστά, συντεθειμένα σε καιρούς που η Επανάσταση είχε νικήσει, παρά τους εμφυλίους που την πλήγωσαν, και η πατρίδα είχε απελευθερωθεί. Πόσοι όμως είναι πρόθυμοι να απομακρυνθούν με τον καιρό από αυτές τις αρχικές τους πεποιθήσεις και, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας, να καθαρίσουν την εικόνα, να τη συμπληρώσουν, ακόμα και να τη δουν να ανατρέπεται; Μάλλον λιγότεροι απ’ όσους «πέφτουν από τα σύννεφα» όταν με καθυστέρηση δεκαετιών (για την οποία δεν φταίει αποκλειστικά το σχολείο) πληροφορούνται πράγματα που είναι πια κοινοί τόποι για τους ιστορικούς, και μάλιστα όλων των σχολών ή των ιδεολογικών αποχρώσεων. Αίφνης, όσοι πίσω από την άποψη ότι η Επανάσταση δεν άρχισε στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου ανακαλύπτουν τον δάκτυλο της Νέας Τάξης, του σιωνισμού και άλλων σκοτεινών δυνάμεων, που το ’βαλαν λέει σκοπό να μας αφελληνίσουν και να μας αποχριστιανίσουν, δεν θα είχαν κανένα λόγο να δηλώνουν ότι φρίττουν αν, στα τριάντα χρόνια που κυκλοφορεί το συγκεκριμένο έργο, είχαν ανοίξει έστω μία φορά τον τόμο «Η Ελληνική Επανάσταση» της Εκδοτικής Αθηνών. Θα έβλεπαν εκεί (και όχι στον Κορδάτο, τον Σκαρίμπα ή τον Κυριάκο Σιμόπουλο), ήδη στα περιεχόμενα, υποκεφάλαιο με τον τίτλο «Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας». Και θα διάβαζαν όσα έγραφε ο Φιλικός Ιωάννης Φιλήμων, στα προλεγόμενα μάλιστα των απομνημονευμάτων του Παλαιών Πατρών Γερμανού: «Αληθές είναι ότι η Επανάσταση έλαβε χαρακτήρα γενικώτερον απ’ τις 25, αλλά η πρώτη αρχή της υπάρχει κυρίως απ’ τις 21, διότι αι σημαίαι ανυψώθησαν, τα εθνόσημα διενεμήθησαν και οι Τούρκοι στα φρούρια κλείσθηκαν». Και, ακόμα κι αν προς στιγμήν περνούσε από το μυαλό τους η ιδέα πως η Εκδοτική Αθηνών είναι άντρο αναρχομηδενιστών, θα δυσκολεύονταν να αποδείξουν ότι η Ακαδημία Αθηνών, που τίμησε το συγκεκριμένο πολύτομο έργο το 1980, ήταν κι αυτή γιάφκα κομμουνιστοαπάτριδων.

Κι αφού ο λόγος για την Ακαδημία Αθηνών, κι αυτή ώρες ώρες δείχνει σαν να μετέχει στην επιχείρηση προσβολής των ιερών και οσίων και συκοφάντησης της ιστορίας μας, έτσι όπως ιδανικά και ερήμην της πραγματικότητάς της την έχουμε σχηματίσει, από αγνωσία, ναρκισσιστικό πείσμα κι ό, τι άλλο: Στον τόμο «Ελληνικά δημοτικά τραγούδια (εκλογή)», που εξέδωσε το 1962 και τον επανεξέδωσε το 2000, στο τμήμα με τα κλέφτικα τραγούδια (η εκλογή και η επεξεργασία τους οφειλόταν στον Δ. Α. Πετρόπουλο, που το 1958 είχε εκδώσει τη δίτομη ανθολογία «Ελληνικά δημοτικά τραγούδια») παρεισέφρησαν δύο άσματα για τον θρυλικό καπετάν Ζαχαριά που δεν συνάδουν με ό, τι θολό και συγχυσμένο πλην εθνικώς ορθόν έχουμε στη μονοκαλλιεργημένη μνήμη μας. Λέει λοιπόν το πρώτο, από την Αρκαδία: «Βγήκαν τα Νικολόπουλα και κυνηγάν τους κλέφτες, / και κυνηγάν τον Ζαχαριά, το Βλαχομπαρμπιτσιώτη. / Κι ο Ζαχαριάς εκλείστηκε μες στης Ωριάς το Κάστρο. / Τον έζωσαν οι παγανιές, οι Τούρκοι κι οι Ρωμαίοι. / “Γυρίστε πίσω, ρε Τουρκιά, ρε παλιοπαροραίοι, / τ’ εμέ με λένε Ζαχαριά, με λένε Μπαρμπιτσιώτη. / Εχω ντουφέκι σουσανέ, μπιστόλα καριοφίλι, / έχω και το σπαθάκι μου στ’ ασήμι βουτημένο”». Τον έζωσαν οι Τούρκοι κι οι Ρωμαίοι;

Είναι μια ολόκληρη συζήτηση αν μπορούμε να χρησιμοποιούμε τα κλέφτικα σαν πηγή άντλησης ιστορικών πληροφοριών (και δεν μιλάω για στίχους του είδους «έχω και το σπαθάκι μου στ’ ασήμι βουτημένο» που καμαρώνουν διά της υπερβολής), αφού πρέπει να προηγηθούν ο έλεγχος και η διάκριση των αυθεντικών από τα νοθευμένα και των συγχρονικών από τα κατοπινά, και να εντοπιστούν τα καλλιτεχνικά στοιχεία που προσφύονται στα εξιστορούμενα γεγονότα. Εδώ πάντως ο αφηγητής - τραγουδιστής είναι πολύ κοντά στα πράγματα, όπως τα έχει εξακριβώσει η ιστοριογραφία. Οσο δηλαδή και να μας κακοφαίνεται που ο Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης ζώστηκε από παγανιές που τις είχαν στήσει από κοινού Τούρκοι και Ρωμιοί (οι «παλιοπαροραίοι», από το Παρόρι της Σπάρτης), αυτό είχε συμβεί. Γεννημένος το 1759 στην Μπαρμπίτσα του Πάρνωνα, ο Ζαχαριάς, «εις εκ των διασημοτέρων κλεφτών της Πελοποννήσου κατά το δεύτερον ήμισυ του 18ου αιώνος, πολυθρύλητος διά την σωματικήν του αντοχήν, την ωκυποδίαν και το ατίθασον του χαρακτήρος», κατά τον Δ. Πετρόπουλο), αφού εκδικήθηκε για τον φόνο του πατέρα και του αδερφού του σκοτώνοντας τον προδότη, τον αντίζηλο προεστό Τσίμπο, προσκολλήθηκε στο σώμα των κλεφτών Νικολοπουλαίων. Αποχώρησε όμως,   «κατήρτισεν ιδίαν ομάδα εκ 40 παλληκαριών και ως ανεξάρτητος πλέον αρχηγός σώματος κλεφτών ενήργησε πολλάς επιθέσεις εναντίον Τούρκων και τουρκιζόντων Ελλήνων, σκληρώς τιμωρών και εκδικούμενος πάντοτε τους ανθισταμένους εις τα σχέδια και τας αξιώσεις του και πανταχού εμπνέων τρόμο», συνεχίζει ο Πετρόπουλος. Ακριβώς ένα επεισόδιο της ρήξης του με τους Νικολοπουλαίους περιγράφει το κλέφτικο, απεικονίζοντας με λίγους στίχους έναν κόσμο πολύ πιο σύνθετο, άρα πιο κοντινό στην αλήθεια, απ’ ό, τι αντέχουν οι εξιδανικευτικές αναπαραστάσεις μας.


Η «άγρια τόλμη» των κλέφτικων τραγουδιών

Το ύμνησε ο Γκαίτε. Το λάτρεψε ο Σολωμός. Το προσκύνησε ο Βαλαωρίτης. Το αγάπησε ο Παλαμάς, κι ο Μαλακάσης βέβαια κι ο Κρυστάλλης. Το εκτίμησε ιδιαίτερα ο Καβάφης, Το εκθείασε ο Σεφέρης, που το μετρούσε σαν «ατόφια ελληνική φωνή». Το σεβάστηκε ο Ελύτης, που έγραψε για τον Γκάτσο: «Αλλ’ εμείς τη δημοτική γλώσσα και την παράδοση τις εκμάθαμε. Σιγά σιγά και με πολύν κόπο. Εκείνος τις βρήκε μέσα του, έτοιμες, μαζί με τα τραγούδια των προγόνων του, τις αφομοίωσε μαζί με “το γάλα της μητρός του”, που θα έλεγε ο Σολωμός». Ο Γκάτσος, λοιπόν, μαθήτευσε σε αυτό, όπως κι ο Ρίτσος. Κι άλλοι, πολλοί, το υπηρέτησαν και το τίμησαν, με τον τρόπο του ο καθένας. Πλούσιο μέσα στην ποικιλία του το δημοτικό τραγούδι, ευαίσθητο, ελευθερωμένο από προκαταλήψεις και συμπλέγματα, άρα και συναρπαστικά ελευθερωτικό, απέσπασε κάτι βαθύτερο από τον θαυμασμό και πνευματικά γονιμότερο: το σέβας.

Οι έπαινοι που κέρδισε το δημοτικό τραγούδι δεν σχετίζονται αποκλειστικά με το καλλιτεχνικό του ύψος, τη λογοτεχνική του ευφυΐα και διαύγεια, την εκπληκτική οικονομία του. Ανταποκρίνονται σε ορισμένα θεμελιώδη γνωρίσματά του, που σπανιότατα κάμπτονται ή υποχωρούν? στην ευθύτητά του δηλαδή, στη δικαιοσύνη που το διακρίνει, στην τιμιότητα θεώρησης των ανθρωπίνων πραγμάτων που το εξυψώνει, στον τρόπο εντέλει με τον οποίο η βαθιά συγκίνηση μορφοποιείται σε λόγο χωρίς το αίσθημα να πλημμυρίζει πληθωριστικό τις λέξεις. Και στην απλότητά του βέβαια, που το σφραγίζει είτε όταν ζυγίζει και μετράει τον κόσμο είτε όταν αποδίδει τις ποικίλες εκδηλώσεις του, ευφρόσυνες ή πικρές, ειρηνικές ή πολεμικές.

Γράφοντας για το κλέφτικο, ο Κλωντ Φωριέλ, που πρώτος δημοσίευσε συλλογή ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, το 1824, στο Παρίσι, σχολιάζει: «Ο, τι περισσότερο ξεχωρίζει αυτά τα βουνίσια τραγούδια από τα υπόλοιπα είναι ένα μοναδικά ρωμαλέο ύφος? είναι μια, πώς να το πω, άγρια τόλμη στη σύλληψη, στη σύνθεση και στις σκέψεις, που η απλότητα και το καθημερινό ύφος της έκφρασης τις κάνει να ξεπετάγονται πιο ζωντανές απ’ ό, τι θα πετύχαινε μια γλώσσα εμφατική και πιο στολισμένη. Υπάρχει κάποια αναλογία, κάποια αρμονία ανάμεσα στην ιδιοφυΐα των κλεφτών και σ’ εκείνη των ποιητών, που θα μας έκανε να νομίζουμε πως οι τελευταίοι θα μπορούσαν να μάχονται σαν τους πρώτους, κι αυτοί πάλι να τραγουδούν σαν τους άλλους? και δύσκολα θ’ αποφάσιζε κανείς αν βρίσκεται περισσότερος ενθουσιασμός, περισσότερο μίσος για τους Τούρκους, περισσότερη αγάπη για την ελευθερία στους στίχους των ραψωδών ή στη ζωή των ηρώων τους. Αισθάνεται κανείς σ’ όλες αυτές τις συνθέσεις την επίδραση των τόπων που τις ενέπνευσαν? αισθάνεται πως πρωτοβγήκαν στα βουνά. Αλλά αυτά τα βουνά είναι ελληνικά, και δεν έχουν καθόλου αιώνιους πάγους, και οι κορυφές τους δεν ξεπερνούν το ύψος όπου η γη παύει να νιώθει τη γλυκιά ζέστη του ήλιου, παύει να έχει πρασινάδες και λουλούδια» (βλ. το βιβλίο του Φωριέλ «Ελληνικά δημοτικά τραγούδια», εκδ. επιμέλεια Αλέξης Πολίτης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1999, τόμ. Α΄).

Αυτή την «άγρια τόλμη», που φανερώνεται απολαυστική και στην εικονοποιία των δημοτικών, στην τεχνική τους, τη διακρίνουμε και στην «ιδεολογία» τους, στη στάση τους απέναντι σε όσα συμβαίνουν, μια στάση που μπορούμε να τη θεωρήσουμε φυσική και αυθόρμητη, καρπό ενός λαϊκού πολιτισμού που κρατάει τις αξίες του, και όχι προϊόν κάποιας θεωρητικής σύλληψης. Ειδικά στα κλέφτικα, η στάση αυτή αποκαλύπτεται με διάφορες μορφές. Οδηγεί πρώτα πρώτα στην ιστόρηση επεισοδίων όπου τον τόνο τον έδωσε οτιδήποτε άλλο, πάντως όχι ο ηρωισμός, γεγονός που θέτει τα τραγούδια αυτού του περιεχομένου έξω από τον κανόνα «ορθοέπειας» που εκ των υστέρων πλάστηκε. Ο καπετάν Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης, λ.χ., για τον οποίο έγραφα εδώ την περασμένη Κυριακή, εμφανίζεται στο ακόλουθο δημοτικό όχι σαν ήρωας αλλά σαν κάποιος που καυχιέται μεθυσμένος από δύναμη για όσα αντεκδικούμενος έπραξε εις βάρος ενός ιερέα με τον οποίο είχε διαφορές: «Τι ’ν’ το κακό που γίνεται τούτο το καλοκαίρι, / τρία χωριά μάς κλαίονται, τρία κεφαλοχώρια, / μας κλαίγεται κι ένας παπάς από τον Αγιο Πέτρο. / Τι τόκαμα του κερατά και κλαίγετ’ από μένα; / Μήτε τα βόδια τ’ έσφαξα μήτε τα πρόβατά του? / τη μια του κόρη φίλησα, τις δυο του θυγατέρες, / το ’να παιδί του σκότωσα, τ’ άλλο το πήρα σκλάβο / και πεντακόσια δυο φλουριά για ξαγορά τού πήρα? / ούλα λουφέ τα μοίρασα, λουφέ στα παλικάρια, / κι ατός μου δεν εκράτησα τίποτα για τ’ εμένα».

Ολα τούτα ηχούν παράδοξα μόνο υπό δύο προϋποθέσεις: πρώτον, ότι παραγνωρίζουμε την ηθική της δημοτικής ποίησης, που δεν της επιτρέπει την αυτολογοκρισία, και δεύτερον ότι θεωρούμε πως τα κλέφτικα αφορούν αποκλειστικά την Επανάσταση και τους ήρωές της, τα ανδραγαθήματα και τον δοξασμένο ή μαρτυρικό θάνατό τους. Αλλά τα κλέφτικα είχαν αναπτυχθεί πολύ νωρίτερα, και με την ιδρυτική τους αμεροληψία κατέγραψαν και απαθανάτισαν και περιστατικά που ίσως ενοχλούν τη σημερινή ακοή, σε άλλα εθισμένη από νωρίς. Οσο βαθιά, ας πούμε, κι αν ήταν η χριστιανική πίστη, κι όποιος κι αν υπήρξε ο σεβασμός για τους ιερωμένους, ο δημοτικός τραγουδιστής δεν έχει κανένα πρόβλημα να παραδώσει στην αιώνια χλεύη (και χωρίς καν να υψώσει τον τόνο, απλώς ιστορώντας) έναν καλόγερο που το 1806 πρόδωσε στους Τούρκους τον Γιάννη (Ζορμπά) Κολοκοτρώνη, αδερφό του Θοδωράκη, ο οποίος μαζί με έξι συγγενείς του είχε ζητήσει καταφύγιο στο μοναστήρι της Αιμυαλούς κοντά στη Δημητσάνα. «Καλόγερος δεν μαρτυρά, δε γίνεται προδότης» βεβαιώνει τον Γιάννη Κολοκοτρώνη ο μοναχός, αμέσως έπειτα όμως: «Και κάνει τον ανήφορο και πάει στη Δημητσάνα. / Ψιλή φωνίτσα έριξε, όση κι αν εδυνάστη: / “Μικροί - μεγάλοι στ’ άρματα και γέροι στα ντουφέκια, / τ’ έχω δυο ξένους στο ληνό, στ’ αμπέλι, στο Βιδόνι”». Με τη δική του απλότητα, θυμάται ο Γέρος του Μοριά στα «Απομνημονεύματά» του: «Ο Γιάννης [...] επήγε εις τους Αιμυαλούς, μοναστήρι, του έδωσε ένας καλόγερος φαγί και έπειτα επήγε, έδωσε είδησιν εις τους Τούρκους, επήγαν, τον επολιόρκησαν εις τον ληνόν και τον εσκότωσαν».

Την αμεροληψία του το δημοτικό τη διατηρεί ακέραιη και στα χρόνια της Επανάστασης, όταν αναφέρεται σε εμφύλιες συγκρούσεις (λ. χ. το τραγούδι για τη μάχη του Θοδωράκη Γρίβα με τον καπετάνιο Δημήτριο Μακρή στην Κατοχή Μεσολογγίου, το 1823) αλλά κι όταν συμμερίζεται τον πόνο του εχθρού, όπως στο τραγούδι για τον πάμπλουτο Κιαμήλμπεη που αιχμαλωτίστηκε στην άλωση της Τριπολιτσάς. «Στην ελληνική δημοτική ποίηση», γράφει ο Δ. Πετρόπουλος, «υπάρχουν τραγούδια εμπνευσμένα από ηρωισμούς ή παθήματα προσώπων, που με τις πράξεις τους έβλαψαν άτομα ή το έθνος γενικότερα. Ο λαϊκός ποιητής, καθώς και ο λαϊκός ακροατής του, δοκιμάζουν συγκινήσεις από πράξεις ανθρώπων ανεξάρτητα από το ηθικό τους περιεχόμενο και από πατριωτικές ιδέες». Ποιο άλλο μεγαλείο να ζητήσουμε;

Tου Παντελη Μπουκαλα


ΠΗΓΕΣ:
http://news.kathimerini.gr/4Dcgi/4Dcgi/_w_articles_civ_12_20/03/2011_436161
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_26/03/2011_436889

Δεν υπάρχουν σχόλια: