Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Ελένη Παπαδάκη (1908-1944) Η τραγωδός με την προσωπική τραγωδία



Ελένη Παπαδάκη (1908-1944)
Η τραγωδός με την προσωπική τραγωδία
Η Ελένη Παπαδάκη υπήρξε η κορυφαία ελληνίδα ηθοποιός του Μεσοπολέμου, την οποία ο Γρηγόρης Ξενόπουλος είχε χαρακτηρίσει «αδιαμφισβήτητη διάδοχο της Κοτοπούλη». Εκτός από το εξαιρετικό υποκριτικό της ταλέντο και την δεξιοτεχνία στην χρήση των εκφραστικών της μέσων, διακρινόταν για την μουσική της καλλιέργεια (είχε σπουδάσει μουσική, πιάνο και τραγούδι), την κλασική της παιδεία (γνώριζε θαυμάσια την αρχαία ελληνική γλώσσα) και την βαθύτατη πνευματικότητα της. Ο Στρατής Μυριβήλης, αναφερόμενος στις ερμηνείες της, έγραφε: «Ένας τυφλός, ακούγοντας την Ελένη Παπαδάκη, θα βλέπει ασφαλώς τα χρώματα και τα σχήματα».
Το πέρασμά της από την ελληνική σκηνή άφησε ένα μυθικό αποτύπωμα οριακό και ανεπανάληπτο αφού η Παπαδάκη κατόρθωσε να οικοδομήσει στη διάρκεια της πρόωρα χαμένης ζωής της ένα μέγιστο παράδειγμα ολοκληρωμένου καλλιτέχνη.
Γνώρισε την δόξα πολύ νέα, αλλά έχασε τη ζωή της στα Δεκεμβριανά, μόλις στα 36 της χρόνια και έκτοτε ξεχάστηκε.
Ίσως γιατί η ιστορία των νικητών είναι μια αφήγηση λέξεων, ενώ σε τέτοιες περιπτώσεις, η ιστορία των νικημένων είναι μια αφήγηση αρωμάτων…
Τέτοια ήταν η περίπτωση της Ελένης Παπαδάκη. Ήταν ένα σπάνιο φαινόμενο που κάποιοι μέτριοι συνάδελφοι και φανατικοί, ζήλευαν βαθιά και ασύστολα. Και πως όχι, αφού εκείνη, έβγαινε στη σκηνή και με δυο ατάκες ακόμη έκλεβε την παράσταση, χτυπώντας ως το μεδούλι τον εφησυχασμό μιας κοινωνίας και τον ναρκισσισμό των καλλιτεχνών. Από λιγότερο ή περισσότερο εκλεπτυσμένους ανθρώπους, όπως ο Λουντέμης κι ο Σικελιανός, ο Παλαιολόγος κι ο Σιδέρης, ο Άλκης Θρύλος, η Μυρτιώτισσα, ο Νίκος κι η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ο Κόντογλου και ο Βασιλείου και τόσοι άλλοι, θεωρήθηκε ενσάρκωση της γοητείας μιας εποχής και του πιο γνήσιου καλλιτεχνικού μεγαλείου, φέρνοντας τα Βερολινέζικα σαλόνια γυναικών κοντύτερα στην Μεσόγειο..
Κι ύστερα; Ύστερα για χρόνια έπρεπε να ξεχαστεί ή να χρησιμοποιηθεί κατά τα μέτρα κάποιων σε μια βαθιά διχασμένη λόγω του απάνθρωπου εμφυλίου χώρα.


Προερχόταν από εύπορη οικογένεια και έτυχε εξαιρετικής μόρφωσης. Ήταν εγγονή του καθηγητή Πανεπιστημίου Στυλιανού Κωνσταντινίδη. Αποφοίτησε από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και ολοκλήρωσε σπουδές Φιλολογίας που τις συμπλήρωσε με σπουδές φωνητικής, μουσικής και πιάνου, στο Ελληνικό Ωδείο Αθηνών. Μιλούσε άπταιστα τέσσερις γλώσσες (γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά) και τελειοποίησε τα αρχαία ελληνικά της για να μπορεί να διαβάζει τους τραγικούς από το πρωτότυπο.
Στο θέατρο πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία 17 ετών στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης του Σπύρου Μελά το 1925 όπου διέπρεψε στον ρόλο της Ερσίλια στο «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα», τού Πιραντέλο και της Ηρωδιάδας στο έργο «Σαλώμη» τού Όσκαρ Γουάιλντ.. Η πρώτη παρουσία της χαρακτηρίστηκε από τους τότε κριτικούς ως αποκάλυψη. Ο Κωστής Μπαστιάς, θεατρικός κριτικός, έγραψε τότε στην εφημερίδα Δημοκρατία: «σήμερα η σκηνή απέκτησε μια μεγάλη ηθοποιό». Τον ίδιο χρόνο εμφανίσθηκε ως Ηρωδιάς στη "Σαλώμη" του Όσκαρ Γουάιλντ και ως Ρίλκε Έϋντεν στο «Ο χρόνος είναι όνειρο» του Ανρί Ρενέ Λενορμάν.
Κατόπιν συνεργάστηκε με διάφορους θιάσους με τους οποίους ερμήνευσε μια μεγάλη ποικιλία ρόλων κάθε θεατρικού είδους, από το ψυχολογικό δράμα ως την επιθεώρηση.  
Το 1926 η Ελένη Παπαδάκη έπαιξε στο Θίασο των Νέων ως πρωταγωνίστρια πλέον πολλών έργων όπως "Όταν οι γυναίκες αγαπούν" του Μπράκλαιϋ Μπουσόν, "Τζοκόντα" του Γκαμπριέλε Ντ' Αννούντσιο, Τα ωραιότερα μάτια του κόσμου του Ζαν Σερμάν, Αιμέ του Ζεραλντύ, Δωδεκάτη νύχτα του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Η αναδυομένη του Ξενόπουλου, Τρισεύγενη του Κωστή Παλάμά κ.ά. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με την Κυβέλη, Μαρίκα Κοτοπούλη, Αιμίλιο Βεάκη, Νίκο Δεδραμή, Γεώργιο Παππά, Π. Γαβριηλίδη, σε ποικίλα ρεπερτόρια, όπου και διακρίθηκε με πολλές επιτυχίες.


Επικεφαλής θιάσου το 1931 έπαιξε στη Κωνσταντινούπολη με ενθουσιώδεις κριτικές. Ο Τούρκος συγγραφέας και ποιητής Χαλίτ Φαχρί σε κριτική του ανέφερε μεταξύ άλλων: «Είδα τότε την Παπαδάκη εμπρός μου ζωντανό σύμβολο μιας ευγενούς τέχνης. Αν και δεν γνωρίζω λέξη ελληνική, ούτε και είχα διαβάσει το έργο στο πρωτότυπο, η φωνή της, οι κινήσεις, η μιμική και οι στάσεις της καλλιτέχνιδας αυτής με τη φλογερή ψυχή, μου μιλούσαν και έρχονταν σε εμένα ως λόγια. Είναι ιδιαιτέρως άξιο εκτίμησης και επαίνου το γεγονός ότι μια καλλιτέχνις τόσο νέα υποδύεται με τόση δύναμη το πρόσωπο μιας ώριμης γυναίκας, μιας μητέρας».
Το 1931 πραγματοποίησε και τη μοναδική της εμφάνιση στον κινηματογράφο. Πρωταγωνίστησε στη βωβή ταινία του Ιωάννη Λούμου «Στέλλα Βιολάντη, η ψυχή του πόνου», που βασιζόταν στο διήγημα του Γρηγόριου Ξενόπουλου Στέλλα Βιολάντη. Το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν την ικανοποίησε και αποφάσισε να αφιερωθεί στο θέατρο.
Προσελήφθη   στον  θίασο τού Εθνικού Θεάτρου με την ίδρυση του το 1932 και ερμήνευσε μεγάλους ρόλους τού κλασικού δραματολογίου, τού νεώτερου ελληνικού και ξένου θεάτρου όπου σημείωσε σημαντικές επιτυχίες ως Ελα Ρέντχαϊμ στο έργο του Ιψεν «Ιωάννης Γαβριήλ Μπόργκμαν», ως Δυσδαιμόνα στον «Οθέλλο», ως Ορνέλλα στον «Ιούδα» του Σπύρου Μελά, ως βασίλισσα στον «Δον Κάρλος» του Σίλλερ, ως Ερσίλια Ντρέις στο έργο του Πιραντέλλο «Να Ντύσουμε τους Γυμνούς», ως Μπετίνα Κλάουζεν στο έργο του Χάουπτμαν «Πριν από το Ηλιοβασίλεμα», ως Αγγέλα στον «Πειρασμό» του Ξενόπουλου, ως λαίδη Ουίντερμηρ στη «Βεντάλια» του Οσκαρ Ουάιλντ, ως Μανταλένια στις «Φαντασμένες» .του Μολιέρου, ως Πόρσια στον «Εμπορο της Βενετίας» του Σαίξπηρ, ως Σελιμέν στον «Μισάνθρω-πο» του Μολιέρου, ως λαίδη Τσίλτερν στον «Ιδανικό Σύζυγο» του Οσκαρ Ουάιλντ κ.λπ.


Τις μεγαλύτερες όμως επιτυχίες της τις σημείωσε η Ελένη Παπαδάκη ως ερμηνεύτρια ηρωίδων των ελληνικών τραγωδιών. Σημαντική στάθηκε ως εκ τούτου η συμβολή της στην αναβίωση τού αρχαίου δράματος. Υποδύθηκε την Κλυταιμνήστρα (με την Κατίνα Παξινού στον ρόλο της Ηλέκτρας) στην ιστορική παράσταση της Ηλέκτρας τού Σοφοκλέους, σε σκηνοθεσία Δ. Ροντήρη, στο Ηρώδειο το 1936 και στην Επίδαυρο το 1938.
Συμμετέχοντας στις περιοδείες του «Εθνικού Θεάτρου» το 1939 έπαιξε στο Κέιμπριτζ, την Οξφόρδη,  το Λονδίνο,  το Βερολίνο και τη Φραγκφούρτη. Στις  31 Οκτωβρίου του 1939 η Ελένη Παπαδάκη τιμήθηκε με "βασιλικό έπαινο - ευαρέσκεια" σε ιδιαίτερη τελετή από τον Βασιλέα Γεώργιο Β’, «δια τας εις το ελληνικόν θέατρον εξαιρέτους αυτής υπηρεσίας και ιδιαιτέρως δια τας εν τω εξωτερικώ παρασχεθείσας τοιαύτας».
Το 1940 και 1941 υποδύθηκε την «Αντιγόνη» του Σοφοκλέους και κατά την διάρκεια της Κατοχής πρωταγωνίστησε στις παραστάσεις της Ιφιγένειας   εν   Ταύροις  (σκηνοθεσία Τ. Μουζενίδη,   1941)  και της Εκάβης του Ευριπίδη (σκηνοθεσία Σ. Καραντινού, 1943-1944) που ανέβηκαν στην αίθουσα τού Εθνικού θεάτρου. 

Η ερμηνεία της ως Εκάβης συγκλόνισε το κοινό με την ένταση τού πάθους Η Έλσα Βεργή έλεγε αργότερα ότι «Η Εκάβη της Παπαδάκη ήταν το σύμβολο μιας ολόκληρης φυλής στο πρόσωπο μιας μάνας», ενώ για την παράσταση αυτή ο Άγγελος Σικελιανός έγραψε ένα σημαντικό άρθρο στο Ελεύθερο Βήμα (30 Δεκεμβρίου 1943).
«Η εκπληκτική ερμηνεία της "Εκάβης" μας σταμάτησε μπροστά σ ένα γεγονός που πολύ ολίγα όμοια του μπορούμε να απαντήσουμε, όχι μόνο ανάμεσα μας, αλλά και γενικά σε όλη την ιστορία της ηθοποιίας. Εννοώ το γεγονός αυτό: Να ιδούμε μια μεγάλη καλλιτέχνιδα σαν την Ελένη Παπαδάκη να υποταχθεί, να πειθαρχήσει απόλυτα και ολόκληρη στο λόγο και στο πνεύμα του έργου, με μια τέτοια καθαυτό θρησκευτική ταπείνωση μπροστά στον ποιητή ώστε μονομιάς να μας αποκαλυφθεί αναπλασμένη σ' ένα άλλο ανώτατο επίπεδο δημιουργικής αρετής...».
Η Ελένη Παπαδάκη εμφανίστηκε για τελευταία φορά μπροστά στο κοινό στις 27 Φεβρουαρίου 1944, σε μια εκδήλωση που οργάνωσε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο «Παλλάς» για να τιμήσει τη μνήμη του Κωστή Παλαμά, που είχε πεθάνει πριν από ένα ακριβώς χρόνο. Και μετά έρχεται το δικό της τραγικό τέλος και η σιωπή για πολλά χρόνια.
Η Παπαδάκη δολοφονείται στις 23 Δεκεμβρίου 1944 από την Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών (Ο.Π.Λ.Α.) που ήταν μια ένοπλη οργάνωση της Αριστεράς, με καθήκοντα ασφαλείας, συλλογής πληροφοριών και εκτέλεσης ειδικών αποστολών και η οποία έδρασε στις πόλεις της Ελλάδας από το 1943 μέχρι το 1947, ήτοι στην Κατοχή, μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου.

 Η Παπαδάκη στον τόπο της εκτέλεσης

Ο άδικος και υπό τραγικές   συνθήκες   θάνατος της ανέκοψε   πρόωρα    την εικοσαετή περίπου,   άλλα    μεστή   μεγάλων δημιουργιών θητεία της εις την σκηνή, και στέρησε το ελληνικό θέατρο από ένα   μεγάλο ταλέντο και    μια σπάνια καλλιτεχνική μορφή με βαθειά πνευματική και ψυχική καλλιέργεια. Τότε στη μνήμη της αφιέρωσαν πνευματικές εργασίες τους   οι  Άγγελος   Σικελιανός, Κ.  Καρθαίος,   Ν.   Ποριώτης,   Σωκρ.  Καραντινός, Δίον.  Ρώμας, Γ.  Γληνός κ.α.
Και μετά ήλθε η σιωπή γύρω από το όνομά της και τον  θάνατό της· και γι’ αυτό ευθύνονται πολλά και πολλοί.
Όμως βρέθηκε ο Μαρσάν, θαυμαστής και βιογράφος της που έπειτα από πολύχρονη έρευνα φωτίζει τις άγνωστες πτυχές της ζωής της: τη θεατρική της ιδιοφυία, τη βαθειά και σπάνια μόρφωσή της, την καριέρα της στο εξωτερικό, την κόντρα της με την Κατίνα Παξινού, τις ιδιόμορφες ερωτικές της επιλογές, την πατριωτική δράση της στην Κατοχή, έως την σκοτεινή δολοφονία της από την ΟΠΛΑ.
Δεν πρόκειται απλά για μια καλλιτεχνική βιογραφία. Πρόκειται για τη δραματική πάλη μιας ανώτερης πνευματικά προσωπικότητας για καταξίωση και δημιουργία, στην ανέκαθεν αναξιοκρατική Ελλάδα.
Ξεσκεπάζεται το παρασκήνιο της λειτουργίας της κρατικής «επιχείρησης» του Εθνικού Θεάτρου, όπου το χρήμα και οι γνωριμίες ανέβαζαν στην κορυφή ταλαντούχους και μη καλλιτέχνες, και άλλους τους «εξαφάνιζαν».


Λασπολογία και συκοφαντίες (Νοέμβρης 1944)
Η Ελένη Παπαδάκη, κατά τη διάρκεια της Κατοχής έκανε το πέρασμά της στην αρχαία τραγωδία και τα αποτελέσματα αυτού του εγχειρήματος περιγράφονται με χρυσά γράμματα από τους κριτικούς.
Η γνωριμία της με τον κατοχικό πρωθυπουργό Ράλλη, θα περιγραφτεί συκοφαντικά ως έρωτας από τον Τύπο της εποχής, και εκείνη θα κατηγορηθεί ως «η πόρνη-φιλενάδα» του φιλογερμανού πολιτικού.
Στην ουσία, σήμερα έχει ξεκαθαριστεί πλήρως η εικόνα για το υποτιθέμενο ειδύλλιο τους: ο Ράλλης, ήταν ενδεχομένως πολύ ερωτευμένος με την Ελένη Παπαδάκη, αλλά εκείνη δεν ανταποκρίθηκε ποτέ στα αισθήματά του.
Η φιλία όμως, και ο θαυμασμός του για την Παπαδάκη, επέτρεπαν στην ηθοποιό να ζητά χάρες από τον Ράλλη, και να σώζει κυριολεκτικά από τον θάνατο είτε έλληνες πατριώτες, είτε κομμουνιστές αντάρτες, είτε εβραίους καταζητούμενους.
Αντί όμως αυτά να την κάνουν στα μάτια των συμπατριωτών της πατριώτισσα και αποδεκτή για τον εθνικό ρόλο της, η αριστερή προπαγάνδα προτιμούσε να την παρουσιάζει ως δωσίλογο, ως προδότρια της χώρας της [..] Χρόνια πάντως μετά, ο τότε ηγέτης της αριστεράς Νίκος Ζαχαριάδης, σχεδόν θα ζητήσει συγνώμη, δηλώνοντας ότι η δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη ήταν μια…  «ανοησία».
Δυστυχώς όμως, από την περίοδο της Κατοχής, η Παπαδάκη θα κατηγορηθεί για οριζόντιο δωσιλογισμό, (κατηγορία που συναντάται στις κατακτημένες χώρες της Ευρώπης κατά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο) δηλαδή σχέσεις με Γερμανούς αξιωματικούς αλλά και για σχέση με τον δωσίλογο πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη, κατηγορία που υιοθετήθηκε και από κάποιες δεξιές εφημερίδες όπως το Ελληνικό Αίμα. (Ελληνικόν Αίμα ονομαζόταν αντιστασιακή οργάνωση στην Αθήνα, στη διάρκεια της κατοχής, (1941 - 1944). Η οργάνωση εξέδιδε με τον ίδιο τίτλο αντιστασιακό έντυπο το οποίο συνέχισε να εκδίδεται ως πρωινή πολιτική ημερήσια εφημερίδα).
Η απελευθέρωση της Ελλάδας από τον γερμανικό, ιταλικό και βουλγαρικό ζυγό, βρήκε, στα πρόθυρα του χειμώνα του 1944, τους ηθοποιούς του Εθνικού Θεάτρου, όπως και όλο τον ελληνισμό, χωρισμένο σε δεξιούς και αριστερούς. Τότε γείτονας πρόδιδε γείτονα, φίλος κατέδιδε φίλο, και οι αριστεροί ηθοποιοί τους δεξιούς. Ή, και αντίστροφα.
Τον Νοέμβρη του 1944 τα μέλη του Σωματείου των Ηθοποιών εκλέγουν τη δεξιά παράταξη: Δημήτρης Χόρν, Άννα Καλουτά, Νίκος Δενδραμής, Ρένα Βλαχοπούλου, Ορέστης Μακρής, Βασίλης Αυλωνίτης, Σπύρος Μουσούρης, κ.α. Στον αντίποδα, βέβαια, οι αριστεροί: Αιμίλιος Βεάκης, Μάνος Κατράκης, Τίτος Βανδής, Δήμος Σταρένιος, Δημήτρης Μυράτ, Αλέξης Δαμιανός, Ζώρζ Σαρρή, Νίκος Τζόγιας, κ.α. Όμως, κατ’ απαίτηση μερίδων του σωματείου, αρχίζουν οι διαγραφές ηθοποιών από τον σύλλογο.
Στις 23 Νοεμβρίου δημοσιεύεται μια λίστα με τίτλο «Οι προδόται ηθοποιοί» και όσοι θεωρούνται «προδόται», δικάζονται συνοπτικά για να αποβληθούν… Έτσι η «δίκη» του Σωματείου των Ηθοποιών στο θέατρο Διονύσια στις 24 Νοεμβρίου 1944 αποτέλεσε μία πρόγευση λαϊκού δικαστηρίου.
 «Θάνατος στην πουτάνα!», ακουγόταν από πολλά στόματα και η Ελένη Παπαδάκη διαγράφηκε από το Σωματείο.
Σε επιστολή που έστειλε ωστόσο, προς τη συνέλευση, μια και η ίδια δεν παρέστη για να απολογηθεί, διαβάζουμε μεταξύ άλλων:
«Κατά πόσον η όλη στάσις μου κατά το διάστημα της κατοχής υπήρξεν «αντεθνική, αντισυναδελφική, εγωιστική και απρεπής», δύνανται καλλίτερον από εμέ να διαφωτίσουν την Συνέλευσιν πολλοί εκλεκτοί συνάδελφοι, οι οποίοι, ασφαλώς θα παρίστανται εις αυτήν, αλλά και πολλοί επίσης διακεκριμένοι συνάδελφοι μη προς εμέ φιλικά διακείμενοι, θα ευρεθούν έστω και κατʼ ιδίαν σκεπτόμενοι ότι εις πολλάς περιπτώσεις η στάσις μου υπήρξε κάθε άλλο παρά αντισυναδελφική ή εγωιστική…».

Πράγματι, η «πριγκίπισσα της μοναξιάς», όπως την αποκαλούσαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής λόγω των διασυνδέσεών της, είχε καταφέρει να σώσει πολύ κόσμο ανεξαρτήτως ιδεολογίας, μεταξύ των οποίων τον γιό του γνωστού βιβλιοπώλη Ελευθερουδάκη και τον γιατρό Γιώργο Μουστρούφα, κατοπινό στέλεχος του Υπουργείου Υγείας της υπό τον Πέτρο Κόκκαλη Κυβέρνησης του Βουνού.
Όμως όλα αυτά είχαν ξεχαστεί τόσο γρήγορα.. Και η λασπολογία, καλά κρατούσε.
Ο «απαγορευμένος» Τύπος της εποχής, όπως η  εφημερίδα «Ελληνικό Αίμα» διέδιδαν ευθαρσώς λαϊκιστικά αποκυήματα της φαντασίας τους:
»Ας σημειωθεί ότι ο Ράλλης δώρισε στον γεροντικό του έρωτα, μια ζώνη από πλατίνα, αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων. Έτσι, ενώ ο λαός υποφέρει από την πείνα, ο πρωθυπουργός παριστάνει τον «γενναιόδωρο» εραστή.»
»Διεθόθη […] τις τελευταίες μέρες, ότι ο Γιάννης Ράλλης κατόρθωσε με «δημοκρατικό ειδικό νόμο» να τελέσει τον τέταρτο γάμο του, νυμφευθείς την Ελένη Παπαδάκη».
Όλα αυτά προκαλούσαν, δικαιολογημένα σε κάποιο βαθμό, το λαϊκό αίσθημα.
Μέρες μετά τη δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη, οι δήμιοι θα έψαχναν απεγνωσμένα στο σπίτι της, για την…υποτιθέμενη πλατινένια ζώνη που της χάρισε σύμφωνα με τα δημοσιεύματα ο πρωθυπουργός… Αντ’ αυτής, οι πλιατσικολόγοι βολεύτηκαν τελικά, μόνο με μια γούνα.

Οι τελευταίες της ημέρες (Δεκέμβρης 1944)
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Ελένη Παπαδάκη» του Πολύβιου Μαρσάν)
 Πρωτομηνιά…1 Δεκεμβρίου 1944. Η Ελένη και η Αιμιλία (Καραβία) στέκονται μπροστά στην μπαλκονόπορτα που άνοιγε στη μεγάλη βεράντα στο διαμέρισμα της Ελένης στην οδό Ιακωβίδου, απ’ όπου φαινόταν ο κάμπος ώς την Πάρνηθα και το Αιγάλεω.
Με τα αιώνια μελαγχολικά της μάτια, η Ελένη κοίταζε σιωπηλή προς τα βουνά.
 Η Αιμιλία, παρακολουθώντας το βλέμμα της, είπε:
-Σήμερα πρωτομηνιά, σαν τα ψηλά βουνά να ‘ναι η τύχη και η ζωή σου.
-Η ζωή μου; ρώτησε εκείνη και σκύβοντας στην παλάμη του αριστερού χεριού της, ακολούθησε με τον δείκτη του δεξιού, την γραμμή της ζωής της.
-Κοίταξε τι μικρή είναι η ζωή μου! Με όλες τις ευχές που με βάζετε να κάμω κάθε πρωτομηνιά στα ψηλά βουνά και στο καινούριο φεγγάρι, η ζωή για μένα είναι πάντα πικρή! Ευτυχώς που θα τελειώσει γρήγορα…
Και την κοίταξε στα μάτια σαν να ζητούσε παρ’ όλ’αυτά, μια διάψευση από την Αιμιλία.
Δύο εικοσιτετράωρα μετά, την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου, άρχισαν στην Πλατεία Συντάγματος τα τραγικά γεγονότα.
Ο Δημήτρης Μυράτ, στο τελευταίο βιβλίο του θυμήθηκε την ημέρα εκείνη:
»Τη μέρα που ξέσπασε το Δεκεμβριανό κίνημα του ’44, ήταν Κυριακή.
Ξεκίνησα ποδαρόδρομο ως τα Πατήσια -είχαμε συνηθίσει στην Κατοχή την έλλειψη συγκοινωνιακών μέσων- να πάω στην παράσταση του ΡΕΞ. Δεν είχαμε μάθει πως το πρωί στο Σύνταγμα είχε χυθεί το πρώτο αίμα.
Φτάνοντας στο θέατρο «Παπαιωάννου» άκουσα κάτι συναδέλφους να μου φωνάζουν «Που πάς, δεν υπάρχουν παραστάσεις!».
Γύρισα πίσω, φυσικά με το ίδιο συγκοινωνιακό μέσο.
Στην οδό Ιακωβίδου όπου μέναμε κι οι δυό, απάντησα την Ελένη έξω απ’ το σπίτι της. Της είπα τα νέα: «Πήγαινε κάπου να κρυφτείς, φοβάμαι μη σε βρει κακό».
Έγινε θηρίο ανήμερο. Πρώτη φορά την είδα έτσι, στα τόσα χρόνια της στενής μας φιλίας: «Είσαι και συ από κείνους που με λένε δωσίλογη!», φώναξε με την κρυστάλλινη φωνή της, που δεν έχανε τη μαγεία της ακόμα κι όταν ήταν οργισμένη.
Δεν τόλμησα να της αντιμιλήσω. Λίγες μέρες πριν, στο Θέατρο Διονύσια της Πλατείας Συντάγματος, είχε οργανωθεί από το Σωματείο των ηθοποιών μια γενική συνέλευση με σκοπό τη δίκη των δωσίλογων ηθοποιών…».
Ατάραχη, απαντούσε σε όποιον την συμβούλευε να φυλαχτεί:  «Μα γιατί να φύγω; Τι έχω κάμει; Επείραξα ποτέ κανένα; Επειδή έσωσα ανθρώπινες ζωές στην Κατοχή, είναι ποτέ δυνατόν να έχω τον παραμικρότερο φόβο; Ας με πιάσουν, και να δούμε τι κακό έκαμα. Γιατί να φύγω λοιπόν;».
Όλη η γεμάτη ευθύτητα ζωή της Ελένης, κορυφώθηκε με την τελευταία αυτή στάση της, την εποχή του φόβου και της τρομοκρατίας.
Με ήσυχη τη συνείδηση παρέμεινε στα Πατήσια, ενώ πολύς κόσμος από την ΕΑΜοκρατούμενη ζώνη δραπέτευσε προς το Κολωνάκι.
Πολλοί διερωτήθηκαν αργότερα, πώς και γιατί δεν διέφυγε κι εκείνη, και το θεώρησαν απρονοησία και κακή εκτίμηση της κατάστασης, ενώ για την Ελένη ήταν μια πράξη συνέπειας προς όλη τη ζωή της. Το πόσο διέφερε η Ελένη από τους άλλους, το απέδειξε το γεγονός ότι δεν ζήτησε να διαφύγει ή να κρυφτεί.  Σαν την Αντιγόνη..


Η σύλληψη κι η εκτέλεση (21 Δεκεμβρίου 1944)
(Η διήγηση από τον Πολύβιο Μαρσάν)
21 Δεκεμβρίου, ημέρα Πέμπτη
Ο Κώστας Μπιλιράκης, μέλος του ΕΑΜ και φοιτητής Ιατρικής, ανέλαβε το καθήκον να τη συλλάβει.
Έφτασε στο σπίτι του γείτονά της και φίλου Δημήτρη Μυράτ, όπου βρισκόταν η Ελένη μαζί με την παρέα τους.
-Εδώ πολιτοφυλακή του ΕΑΜ! Πού είναι η Ελένη Παπαδάκη; Σας συλλαμβάνω όλους!
Ο Μυράτ που ήταν μέλος του ΕΑΜ του απάντησε: Μην κάνεις έτσι! Εγώ ανήκω στο ΕΑΜ. Θα σε ακολουθήσουμε όλοι…
Όμως η Ελένη βγήκε μπροστά και είπε «Εγώ είμαι η Παπαδάκη, τι θέλετε κύριε;».
Την οδήγησε στην Πολιτοφυλακή. Από πίσω τους ακολούθησε ο σκύλος της Ελένης, ο Μπόντζο, που βλέποντας από το σπίτι της να φεύγει από του Μυράτ με τον Εαμίτη, έφτασε μαζί τους ως το κτίριο. Αυτή στο δρόμο έπαιζε μαζί του και τον χάιδευε.
Εν τω μεταξύ στο σπίτι της, η πολιτοφυλακή τα έκανε όλα γης Μαδιάμ, αναζητώντας ενοχοποιητικά στοιχεία.
Γύρω στις εφτάμιση με οκτώ το βράδυ, παρουσιάστηκε στα γραφεία της Πολιτοφυλακής ξανά ο Μπιλιράκης.
Δεν είχε κατορθώσει να βρει στοιχεία ενοχοποιητικά για να στηρίξει κατηγορίες εναντίον της. Ούτε όπλα βρέθηκαν, ούτε δώρα αξίας από τον Ράλλη, και τα μόνα τεκμήρια της προδοσίας της Ελένης Παπαδάκη στην πατρίδα της, ήταν κάποιες κίτρινες φυλλάδες του ανεπίσημου Τύπου, που μιλούσαν για τους φανταστικούς γάμους της με τον Ράλλη!
Η Ελένη Παπαδάκη ήταν απλώς θύμα καταγγελιών μιας ομάδας αριστερών ηθοποιών.
Στο κελί μαζί της βρισκόταν άλλη μια γυναίκα, η Νιόβη Χαριτάκη, ένα κορίτσι γύρω στα 20 και εφτά μηνών έγκυος. Την είχαν συλλάβει στις 18 Δεκεμβρίου μαζί με την αδελφή της, Μαρίκα, με την κατηγορία ότι ο πατέρας τους ήταν διευθυντής της Ούλεν…
Τα μεσάνυχτα η Ελένη πέρασε από ανάκριση και τα χαράματα, μαζί με τις άλλες δυο γυναίκες, επιβιβάστηκε σε μια μαύρη Φορντ, οδηγούμενη στον τόπο εκτέλεσης.
Ο Βλάσσης Μακαρώνας ήταν ο ωμός εκτελεστής της Ελένης Παπαδάκη.
Πριν γίνει ο δήμιος της Ελένης και πολλών άλλων, ήταν ένας μπακάλης από τους Ποδαράδες.

Επόπτης ήταν ο γνωστός Καπετάν Ορέστης, πολιτοφύλακας της ΟΠΛΑ,  που αφού έπαιρνε από τους μελλοθάνατους ό,τι χρυσό φορούσαν επάνω τους, τούς έστελνε στο απόσπασμα.
Ο καπετάν Ορέστης την καταδικάζει σε θάνατο με τσεκούρι και την παραδίδει στον σκληροτράχηλο Βλάση Μακαρώνα. «Τη διέταξαν να γδυθεί, ενώ εκείνη είχε αντιληφθεί ότι πλησιάζει το τέλος της και είχε τρομάξει πολύ. Έτρεμε από το κρύο και τον φόβο και κλαίγοντας τους παρακαλούσε. Έβγαλε τη γούνα της την οποία παρέλαβε ο Ορέστης και, όταν τη διέταξε να βγάλει και τα υπόλοιπά της ρούχα, αναλύθηκε σε δυνατές κραυγές απελπισίας και σε γόους. Όρμησαν τότε σαν αφιονισμένοι πάνω της και μέσα σε έναν καταιγισμό από προπηλακισμούς την έσυραν κοντά σε ανοιγμένο λάκκο και εκεί την έγδυσαν με τη βία».
Όμως, ποιός ξέρει τι συντελέστηκε εκείνη τη στιγμή μέσα στην ψυχή του δήμιου; Ενοχές; Αναλαμπή ανθρωπιάς; Οίκτος για την άδικη καταδίκη της; Τον συγκίνησε η γυναικεία αδυναμία, η ομορφιά ή οι θρήνοι της;
«Ο Βλάσης Μακαρώνας ξαφνικά δείλιασε, τον πείραξαν και οι κραυγές της και τελικά καθίζοντάς την χάμω τράβηξε το περίστροφό του και της φύτεψε μια-δυο σφαίρες στον αυχένα (...) Λίγο αργότερα, στη δίκη του, ο Μακαρώνας δήλωσε ότι ο Ορέστης τον κατηγόρησε πως έκανε σαμποτάζ που δεν τη σκότωσε με το τσεκούρι αλλά με το περίστροφο».
Για δύο μήνες η Ελένη έμενε αγνοούμενη. Κανείς δεν γνώριζε τι απέγινε και η απελπισία συγγενών και φίλων άγγιζε το ζενίθ.
Κανείς δεν τους ενημέρωσε για την εκτέλεση.
Στις 26 Ιανουαρίου του Ιανουαρίου 1945, ο προιστάμενος του Β’ Νεκροταφείου στα Πατήσια, ειδοποίησε τον Σαμ Μπράντενμπουργκ, ότι κατά την εκταφή πτωμάτων που είχε αρχίσει στον περίβολο των Διυλιστηρίων της Ούλεν, κάτι τον ενδιέφερε.
Ο Σαμ οδηγούμενος από τον Γελαδάκη, πιστοποίησε αυτή του την ανακάλυψη: Σωστό ράκος αναγνώρισε την Ελένη Παπαδάκη που ήταν σε κοινό όρυγμα με τρις-τέσσερις άλλους.
Σε μια κατηφόρα φυτεμένη με πεύκα ήταν ο λάκκος που βρέθηκε η Ελένη. Με μια κομπιναιζόν ανασηκωμένη γύρω από τον θώρακα, με τις ζαρτιέρες ζωσμένη στη μέση, η Ελένη αναγνωρίστηκε αμέσως.
Μία σφαίρα στον αυχένα με διέξοδο στην αριστερή μετωπική χώρα, είχε δώσει τέλος στο μαρτύριο της…

 Από την κηδεία της Ελ. Παπαδάκη

Αμέσως μετά, το ΚΚΕ, η παράταξη που έφερε την ευθύνη του θανάτου της, έδειξε μεταμέλεια, αναγνωρίζοντας το λάθος της, όπως το ονόμασε, και τιμωρώντας με θάνατο τους τρεις που έκρινε συνυπεύθυνους του φυσικού εκτελεστού της: ''. Γιατί το Κόμμα μας έχει το θάρρος να διακηρύξει ότι τέτοιες περιπτώσεις, όπως του Κορώνη είτε της ηθοποιού Παπαδάκη, δεν μπορούν να βρουν δικαίωση, και πρέπει να καταδικαστούν ανοικτά..'' έγραψε τότε ο ''Ριζοσπάστης''...


Μερικές μέρες μετά την εκτέλεση ο Καπετάνιος του Α’ ΣΣ του ΕΛΑΣ Σπύρος Κωτσάκης (Νέστορας) έδώσε εντολή στον ΕΛΑΣίτη λοχαγό και διαμερισματάρχη Νίκο Ανδρικίδη για την σύλληψη  της ομάδας του Ορέστη.
Οι υπαίτιοι της εκτέλεσης της Παπαδάκη αφού συνελήφθησαν παραδέχθηκαν ενώπιον λαϊκού δικαστηρίου του ΕΑΜ την ενοχή τους και πως ενήργησαν κατ’ εντολή των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, κάτι που ποτέ δεν αποδείχτηκε. Οι υπαίτιοι της δολοφονίας με πρώτο τον Καπετάν Ορέστη της Εθνικής Πολιτοφυλακής καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν δημόσια από το ΕΑΜ στην πλατεία Κολιάτσου.
Το 1945 ο Νίκος Ανδρικίδης παραπέμφθηκε σε κακουργιοδικείο κατηγορούμενος για την εκτέλεση των εκτελεστών της Παπαδάκη και καταδικάστηκε σε ισόβια. Έμεινε στη φυλακή 28 χρόνια. Απολύθηκε τον Ιανουάριο 1964. Στις 31 Οκτωβρίου 1986 του δόθηκε σύνταξη 9.600 δραχμών «ως παθών αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης»! Πέθανε το 2002.
Ο φυσικός αυτουργός της εκτέλεσης Βλάσης Μακαρωνάς συνελήφθηκε από τις αρχές και εκτελέστηκε το 1948.


 Ελένη Παπαδάκη: «Η δουλειά μου αγαπάει τις φήμες, στις μέρες μας η φήμη αρκεί, κανείς δε θα ρωτήσει, κανείς δε θα μάθει πραγματικά».

Υστεροφημία
Όπως προαναφέρθηκε την Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 1945, ανακαλύφθηκε η σωρός της Ελένης Παπαδάκη στα διυλιστήρια της ΟΥΛΕΝ. Την βρήκαν με την έκφραση της φρίκης στη μορφή της. Και όπως έγραφε στις 29 Ιανουαρίου στα «Αθηναϊκά Νέα» ο Παύλος Παλαιολόγος, «αυτή την έκφραση δεν της την επέβαλε ένας συγγραφέας. Της την είχε φέρει η ίδια η ζωή. Η τελευταία μάσκα της τραγωδού. Μια σφαίρα στο κεφάλι την έριξε νεκρή...». Ο θάνατος της θρηνήθηκε ως εθνική απώλεια. Δύο μέρες μετά έγινε με μεγαλοπρέπεια η κηδεία της.
Ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης αναγνώρισε ως υπέρβαση την εκτέλεση της Παπαδάκη και την καταδίκασε, ενώ για τη Ελληνική αλλά και την Βρετανική κοινή γνώμη η εκτέλεση έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μεταστροφή της εναντίον του ΕΑΜ
Τι μας  έμεινε όμως από την ίδια την Παπαδάκη; Μόνο λίγες σύντομες ηχογραφήσεις μιας φωνής εξαιρετικά ερατεινής και φωτογραφίες «ψευδοαπεικόνισης» μιας εντυπωσιακής γυναίκας με έλλειψη φωτογένειας όπως λέγεται, μα με παρουσία εμβληματική στο νεοελληνικό θέατρο που δεν την έχει τιμήσει ούτε σε μια του Σκηνή ή σ' ένα Φεστιβάλ του.


Αντικείμενο θαυμασμού, λατρείας, αλλά και φθόνου, η μεγάλη ηθοποιός, που έχασε άδικα τη ζωή της στα 36 χρόνια της, στην ακμή της καριέρας της, κηδεύτηκε με πρωτοφανείς εκδηλώσεις βαθύτατου πένθους του καλλιτεχνικού κόσμου και του κοινού, το πρωί της Κυριακής, 28 Ιανουαρίου, από το ναό του Αγίου Γεωργίου Καρύτση.
Αποχαιρετώντας την, ο σκηνοθέτης Αλέξης Σολομός τελείωσε λέγοντας:
«Χρειάζεται να φανούμε μεγάλοι, να φανούμε τέλειοι, για να μπορέσουμε να ονομαστούμε, χωρίς τύψεις, συνάδελφοι της Ελένης Παπαδάκη. Σε χαιρετούμε Ελένη...
Κοιμήσου ειρηνικά, αγαπημένη φίλη... Μια λέξη ακόμα: "Συγχώρεσε μας!"».

Ο Γιώργος Θεοτοκάς γράφει στο ημερολόγιό του:
28 Ιανουαρίου 1945
«Σήμερα η κηδεία της  Ελένης Παπαδάκης στον Άι-Γιώργη τον Καρύτση. Ασφυχτική κοσμοσυρροή και μεγάλη έξαψη. Κραυγές μίσους: «Θάνατος στους δολοφόνους! Εκδίκηση! Κατάρα! Όχι αμνηστεία!» Σαν τελείωσε η τελετή, το πλήθος αξίωσε να γίνει ή μεταφορά του φέρετρου με τα πόδια. Το σήκωσαν οι ηθοποιοί και αρκετός κόσμος ακολούθησε ως το Α' Νεκροταφείο».
Το φέρετρό στο δρόμο για την ταφή σήκωναν η Μελίνα Μερκούρη, η Άννα Καλουτά, ενώ πλήθος συναδέλφων και φίλων την αποχαιρέτησε με θλίψη και οργή για το θάνατό της.
Η μεγάλη ηθοποιός αναπαύεται στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών και ο τάφος της φέρει  ένα εξαιρετικό επίγραμμα του ΕΑΜίτη εκείνη την εποχή Αγγελου Σικελιανού. Ένα επίγραμμα που την τοποθετεί ισαδελφή στις μεγάλες ηρωίδες της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, είδος που τόσο υπηρέτησε και που τόσες θεμελιακές στιγμές υποκριτικής του κλάπηκαν απ' όλους κι όλες μας με τον πρόωρο θάνατο της.: 
Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που η λεπίδα του φονιά άστραψε
κι΄ όλος ο θεός της Τραγωδίας εφάνει.
Μνήσθητι Κύριε: για την ώρα που άξαφνα, κι οι εννιά αδελφές εσκύψαν
να της βάλλουνε των αιώνων το στεφάνι.



Πηγές :
Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια
Εγκυκλοπαίδεια Παπύρου
Μεγάλες μορφές του 20 αιώνα
http://www.zougla.gr/page.ashx?pid=80&aid=428831&cid=122
http://www.pesotithes.gr/δεκεμβριανά-η-δολοφονία-της-μεγάλης-η/
http://www.zougla.gr/page.ashx?pid=80&aid=428831&cid=122
https://el.wikipedia.org/wiki/Ελένη_Παπαδάκη
https://www.sansimera.gr/biographies/749
http://tvxs.gr/news/prosopa/mnimi-elenis-papadaki-21121944-21122014
http://www.elenasdiary.com/saga-of-the-week/3034-poios-skotose-tin-eleni-papadaki

Δεν υπάρχουν σχόλια: